Η λίστα ιστολογίων μου

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνικές λεπτομέρειες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνικές λεπτομέρειες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

Λογοτεχνικές λεπτομέρειες #5 Ο Γιώργος Ιωάννου για τον Δημήτρη Χατζή...




Στον Γ. Σεραφίνο

Έπιασα τον Γιώργο Ιωάννου πρώτη φορά στα χέρια μου το 2003. Για την ακρίβεια, σύμφωνα με τη συνήθη σημείωσή μου στην πρώτη σελίδα, έπιασα το Κατοχικό του Ημερολόγιο μια Τέταρτη 5 Φεβρουαρίου του 2003. Ύστερα το 2015 μια συλλογή πεζογραφημάτων. Πεζογραφήματα άλλωστε είναι η συντριπτική πλειοψηφία των πολλών βιβλίων του. Το περιοδικό του, το "Φυλλάδιο", τρία χρονιά μετά και μετά από πολλά χρόνια πάλι εκ νέου μια συλλογή με πεζογραφήματα. αυτή τη φορά την εμβληματική "η πρωτεύουσα των προσφύγων". Πέρα από τα, έτσι κι αλλιώς, κοσμήματα της συλλογής αυτής, υπάρχουν εβδομήντα σελίδες επιμέτρου με τίτλο "Εις εαυτόν". Το μεγαλύτερο δώρο και κόσμημα για εμάς που αγάπαμε τα Νέα Ελληνικά Γράμματα και τον Γιώργο Ιωάννου! Ένα εσωτερικό αλλά και τόσο εξωστρεφές συνάμα γενναιόδωρο χάρισμά του προς εμάς! Όλη του η τριαντάχρονη,  έως τότε το 1984, πορεία στα γράμματα και στην εκπαίδευση διατρέχουν αυτό το κείμενο! Οι φίλοι και οι φίλες του, μέσω αυτής της αυτοβιογραφίας, γίνονται ακόμα πιο πλούσιοι μετά απο αυτή τη γνωριμία.  

Τα "φύλλα" με αφορμή την εκ νέου, αλλά αυτή τη φορά πιο συστηματική ασχολία του συντάκτη τους, με τον Γιώργο Ιωάννου, στην αγαπημένη τους ενότητα "Λογοτεχνικές λεπτομέρειες" που μπορείτε να βρείτε σε αυτόν τον σύνδεσμο https://fyllabooks.blogspot.com/search/label/%CE%9B%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82%20%CE%BB%CE%B5%CF%80%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CF%81%CE%B5%CE%B9%CE%B5%CF%82, με χαρά και περηφάνια παρουσιάζουν το παρακάτω κείμενο από την τελευταία συνάντηση του Γιώργου Ιωάννου με τον Δημήτρη Χατζή λίγες μέρες πριν τον θάνατο του τελευταίου με την ελπίδα να συμβάλλουν με τις μικρές τους δυνάμεις έστω και λίγο στην πολιτιστική ανάταση του τόπου μας...



Και ερχόμαστε στον τελευταίο εκ λογοτεχνίας φίλο, που πέθανε πρόσφατα. Είναι ο αλησμόνητος Δημήτρης Χατζής. Πέθανε μες στο ντάλα καλοκαίρι του '81, στα τέλη Ιουλίου. Οι περισσότεροι φίλοι έλειπαν από Αθήνα, είμασταν σε διακοπές. [...] Εντούτοις δεν μπορώ να πω, ότι ο θάνατος ήταν ξαφνικός. Όχι! Τον περιμέναμε μέρα μέρα όλο μας, γιατί από μήνες ο Χατζής ήταν βαρύτατα άρρωστος. Είχε καρκίνο στο δεξιό πνεύμονα. Θα παραμερίσω όλα τα άλλα, που θα μπορούσα να πω, και θα μιλήσω για την τελευταία φορά που τον είδα - που τον είδαμε, μάλλον. Αυτό συνέβη δέκα-δεκαπέντε μέρες προτού πεθάνει. Στις 7 Ιουλίου τον απόγευμα με πήρε ο Κώστας Ταχτσής και με πήγε με το αυτοκίνητό του στη Σαρωνίδα, για να δούμε τον Χατζή, που δεν ήταν πια καθόλου καλά. Πράγματι, τον βρήκαμε σε κακά χάλια. Κοντά του ήταν η γυναίκα του η Καίτη. [...] Περάσαμε με τον Ταχτσή την αυλόπορτα κυριευμένοι από πολύ βαριές σκέψεις. Εγώ τουλάχιστον φαντάζουν κρεβάτια, σεντόνια, φυσήγματα κι ενέσεις. Όμως, προτού ακόμα μπούμε μες στο σπίτι, είδαμε από την τζαμαρία της βεράντας τον Τάκη ξαπλωμένο σε ένα ωραίο καναπέ. Συγκινηθηκε πολύ και μας φιλούσε. Ήταν σαν να είχαμε ένα φίλο στην εξοχή του κι αυτός το καταχάρηκε. Τον κοίταζα με τρόπο, ενώ ξεφούρνιζα διάφορα ευχάριστα και μάλλον άσχετα ανέκδοτα. Είχε μικρύνει, βέβαια, από την αρρώστια, αλλά όχι και πολύ. Πάντα του, άλλωστε, ήταν μικρόσωμος, όπως θα θυμόμαστε όσοι τον γνωρίσαμε. Ήταν ζωηρός εκείνο το απόγευμα, όπως τον καλό καιρό, και μπορώ να πω ότι είχε ιδιαίτερη ομορφιά, κάτι σαν νεανικότητα στο αποκαθαρμένο από τα εποικοδομήματα του χρόνου πρόσωπό του. Είπαμε πάρα πολλά, ακόμα και αστεία διάφορα. Μιλήσαμε και για την καινούργια ένωση συγγραφέων, που βρισκόταν στα σκαριά. Ήθελε λεπτομέρειες για πρόσωπα, συζητήσεις και συμβάντα. Μας μίλησε και για την αρρώστια του. Ήξερε πολύ καλά τι είχε. Τον θυμάμαι να μας δείχνει το δεξί μέρος του θώρακα και να μας λέγει χωρίς ιδιαίτερη κατήφεια: "Να, εδώ έχω καρκίνο, αλλά όπως μας είπαν οι γιατροί είναι τοπικός". Νομίζω πως αυτό το τελευταίο δεν ήταν αλήθεια. Αλλά ήταν η κλωστή που του έδωσαν οι γιατροί, για να πιάνεται και να υπομένει τις φριχτές ταλαιπωρίες. Μας είπε ο ίδιος και τις γνώμες και τις προσπάθειες των γιατρών της Αγγλίας, όπου ματαίως είχαν προσφύγει. Του είχαν σταματήσει τις ακτινοβολίες, λέγοντάς του ότι του κάνουν και παρά καλό. [...] Μας τα διηγόταν όλα ο ίδιος, κοντανασαίνοντας κάπως. Τα μαγουλάκια του κόκκινα και τα μάτια του κάρβουνα ζωηρά. Είχε πάρει να βραδιάζει και πέρα φαινόταν η θάλασσα. Πέθαινε ένας συγγραφέας, ένας αληθινός συγγραφέας, και γύρω του πύκνωνε η γαλήνη και παρέμενε αθόλωτο του φωτάκι της ζωής. Μόνο στο κελί του Στρατή Δούκα έχω νιώσει να αιωρείται αυ5η η ατμόσφαιρα. Κάποια στιγμή ένιωσε δυσφορία και καλύφθηκε από εφίδρωση. Τίποτε το δραματικό κι εδώ. Με αδιόρατες ματιές συνεννοήθηκε με την Καίτη. Βγήκαμε στον κήπο, για να αλλάξει και να ησυχάσει. Καθίσαμε ώρα πολλή ο Ταχτσής κι εγώ συζητώντας γι' αλλά. Είχε νυχτώσει ολότελα, αλλά είχε φεγγάρι. Μέσα στο σπίτι το φως ήταν πολύ κατεβασμένο, θα τον ενοχλούσε. Κάποτε ήρθε η Καίτη και τότε μιλήσαμε περισσότερο γι' αυτήν και για τις οικογενειακές, της εκ πατρικής της οικογένειας, δυσκολίες. Άλλη ιστορία, άλλο έπος, θέλησης αυτή. Η Καίτη μας είπε, ότι ο Τάκης θέλει να στείλει οπωσδήποτε ο Ταχτσής εκείνο το κείμενο, που είχαν πει, στο περιοδικό "Πρίσμα", και, ακόμα, να στείλω κι εγώ κάτι τέτοιο, που ήταν, νομίζω, σχετικό με τις επιδράσεις που δέχτηκα από συγγραφείς ξένους. 

Πέθαινε, αλλά φρόντισε ως το τέλος για το περιοδικό του. Θα 'ταν η ώρα δέκα, όταν σηκώθηκα με να φύγουμε. Πήγαμε να τον χαιρετήσουμε, να τον αποχαιρετήσουμε μάλλον. Υπήρχε πολλή συγκίνηση, συγκρατημένη. Τώρα η ανάσα του ήταν πιο κοντή, είχε έντονο λαχάνιασμα στην ομιλία. Τα τελευταία λόγια του σε 'μας ήταν: "Έργο, παιδιά, έργο! Γράφετε όσο μπορείτε πιο πολύ". Ναι, έργο! 

Το θάνατο του τον έμαθα στην Κασσάνδρα όπου είχα πάει για λίγο κοντά στους δικούς μου. Είχα πάρει μαζί μου τα βιβλία του, πρόβλεπαν το θα συμβεί και τα πήρα. Αυτά ήταν το ανάγνωσμα εκείνων των ημερών. "Ήταν δυνατός και μοντέρνος πεζογράφος ο Δημήτρης Χατζής. Τεχνίτης μαγευτικός στην αφήγηση, με γλωσσικό γούστο εντελώς σημερινό και καθημερινό. Μεγάλη η απώλειά του για την τωρινή φάση της λογοτεχνίας μας". Όλο κάτι τέτοια σκεφτόμουν, καθώς κοίταζα τα ελάχιστα βιβλία του, πως είχε γράψει σχετικώς ελάχιστα κείμενα. Σπουδαίας ποιότητας αλλά λιγοστά. Γι' αυτό, πιστεύω, μας είπε, αυτά που μας είπε στο τέλος. Ήταν ο προσωπικός καημός του και θέλησε να προφυλάξει εμάς τουλάχιστο. [...]

Περιοδικό ¨Φυλλάδιο¨, τεύχη 5-6, σελίδες 57-58, 1982


Διαβάστε ακόμα:

Σάββατο 8 Φεβρουαρίου 2025

Λογοτεχνικές λεπτομέρειες #4: Για τους λάτρεις του Λουίς Σεπούλβεδα...




Ω Κάρμεν Γιάνιες! Ώστε εσύ ήσουν λοιπόν η μελαχρινή! Κι εσύ Μάρσια Εσκαντλεμπέρι! Ώστε εσύ ήσουν η ξανθιά! Εσείς, μεγάλες γυναίκες που επιβιώσατε από την περιβόητη βίλα Γκριμάλντι... Εκεί που ο ανθός του χιλιανού λαού και της χιλιανής νεολαίας, πέντε χιλιάδες άνθρωποι, βασανίστηκαν με τον πιο απάνθρωπο τρόπο από μια συμμορία ακροδεξιών που η μόνη ηθική τους ήταν τα όπλα. Από εκεί που κάποιοι ακόμα αγνοούνται...

Σκαλίζοντας πάντα σε παλιότερες σπάνιες κι εξαντλημένες εκδόσεις έπεφτα πάνω σε θησαυρούς που στη συνέχεια γίνονται αυτή η ωραία ενότητα των "λογοτεχνικών λεπτομερειών" που τόσο αγαπώ! Αυτή τη φορά όμως, σαν το λουλούδι την άνοιξη, εμφανίστηκε μπροστά μου σε μια καινούργια έκδοση αυτή η συγκινητική λεπτομέρεια! Μου εμφανίστηκαν με τα πλήρη ονόματά τους αυτές οι δύο υπέροχες γυναίκες! Αυτές οι τόσο δυνατές κι αποφασισμένος γυναίκες του Γίγαντα χιλιανού Λαού! Αυτές που ύμνησε ο σύντροφος της Κάρμεν, ο μεγαλύτερος συγγραφέας και παραμυθάς της Χιλής Λουίς Σεπούλβεδα, στο διήγημα με τίτλο "Η ξανθιά και η μελαχρινή" που βρίσκεται στο καλύτερο βιβλίο του "Χρονικά του περιθωρίου".

Κάρμεν, δεν ήξερες ποια ήταν δίπλα σου σε αυτή τη δοκιμασία. Μόνο τα σώματα η μία της άλλης φροντίζατε και αγκαλιάζατε μετά τα ηλεκτροσόκ και ότι άλλο σκαρφίζονταν οι τύραννοι για να λυγίσετε εσείς οι αλύγιστες! Σαν τις δικές μας εξόριστες και φυλακισμένες αγωνίστριες. Σαν τους δικούς μας Μακρονησιώτες...

Είχα φυλάξει ένα παλιό απόκομμα εφημερίδας από την εποχή της Λαϊκής Ενότητας του Σαλβαδόρ Αγιέντε [...]. Έδειχνε τη φωτογραφία μιας όμορφης νεαρής δημοσιογράφου [...]. Την είχα κρατήσει, αφού πρώτα διάβασα τ' όνομα της στο κάτω μέρος της φωτογραφίας, και από τότε την έχω πάντα μαζί μου, ανάμεσα στις φωτογραφίες και τις αναμνήσεις μου.

Η γυναίκα στη φωτογραφία ήταν η Μάρσια Εσκαντλεμπέρι, η γυναίκα που είχα γνωρίσει στη διαβόητη βίλα Γκριμάλντι [...] που δημιούργησε ο Πινοτσέτ.

Στην εξορία, ρώτησα πολλές φορές όσους πίστευα ότι μπορεί να γνώριζαν κάτι για τη Μάρσια, αλλά ποτέ δεν πήρα πληροφορία. [...] Τελευταία φορά που είχα δει τη Μάρσια ήταν -τραυματισμένη και μες στα αίματα- σ' εκείνον τον υγρό, δύσοσμο τόπο βασανιστηρίων μαζί μ' άλλες γυναίκες. 

Άρχισα εκ νέου την αναζήτηση της Μάρσια. [...] Υπάρχουν δεσμοί αίματος που, σε στιγμές αλληλεγγύης, ενώνουν άντρες και γυναίκες για πάντα. Με είχε εντυπωσιάσει το σθένος της απέναντι στους βασανιστές της και η θέληση της να ζήσει.

Μέχρι που χτύπησε το τηλέφωνό σου Κάρμεν! Από την άλλη μεριά της γραμμής ήταν αυτή!

"Γεια σου, Κάρμεν", είπε μια γλυκιά, χιλιανής φωνή. "Γεια σου" απάντησα έκπληκτη, "ποια είσαι;" . Μερικά δευτερόλεπτα αργότερα, μου λέει: "Είμαι η Μάρσια". Δεδομένου του τόπου, δεν θα μπορούσε παρά να ήταν η μία και μοναδική Μάρσια [...] Ποια άλλη Μάρσια θα μου μιλούσε με τέτοια οικειότητα, παρά τα τόσα χρόνια που είχαμε να βρεθούμε;

"Πως είσαι; Που είσαι; Μπορώ να σε δω;" οι ερωτήσεις όρμησαν σα χείμαρρος. 

"Μα, φυσικά καλή μου" μου λέει η Μάρσια με τη γαλήνη και γλυκιά φωνή της. Βρίσκομαι στο λόμπι του ξενοδοχείου σου. [...]

Κατέβηκα όσο πιο γρήγορα μπορούσα με την καρδιά μου να κοντεύει να σπάσει. Η Μάρσια ήταν εκεί. [...]

Αγκαλιαστήκαμε σφιχτά, σαν να ήμαστε φίλες μια ολόκληρη ζωή. Όποιος μας παρακολουθούσε θα το θεωρούσε δεδομένο. Είχαμε βρεθεί μαζί, τόσο κοντά στο θάνατο, κι αυτό δημιουργεί πάντα αόρατους δεσμούς αγάπης και άρρηκτης αλληλεγγύης. 

Λίγες μέρες αργότερα, ο Λούτσο (εννοεί τον Λουίς Σεπούλβεδα) θα αποτύπωνε σ' ένα όμορφο κείμενο τη μοναδική και φανταστική ιστορία μας. "Η ξανθιά και η μελαχρινή". 

Συνάντησα τη Μάρσια το 1997, στη Βενετία, στην πλατεία του Αγίου Μάρκου, και μετά από είκοσι τρεις ολόκληρα χρόνια, αγκαλιαστήκαμε και κλάψαμε. Είχαμε επιβιώσει! 

Αυτές ήταν και είναι λοιπόν οι δύο γυναίκες, η ξανθιά και η μελαχρινή. Κι αυτό το χρωστάμε στο εξαιρετικό βιβλίο (τι άλλωστε διαφορετικό θα μπορούσε να ήταν) της Κάρμεν Γιάνιες: ΕΝΑΣ ΕΡΩΤΑΣ ΕΞΩ ΑΠ' ΤΟ ΧΡΟΝΟ. Η ΖΩΗ ΜΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΛΟΥΙΣ ΣΕΠΟΥΛΒΕΔΑ, από τις εκδόσεις opera. Ένα βιβλίο και μια λεπτομέρεια που μακάρι να μην είχαμε μάθει ποτέ. Γιατί αφορμή αυτό του βιβλίου ήταν ο θάνατος του Λουίς Σεπούλβεδα τον Απρίλη του 2020 κατά τη διάρκεια της πανδημίας.  

(Τα πλάγια γράμματα είναι αποσπάσματα από το βιβλίο σε μετάφραση των: Μαρία Αθανασίου, Θεώνης Κάμπρα, Αλίκης Μανωλά, Ιφιγένειας Ντούμη, Κωνσταντίνου Παλαιολόγου)

Η ξανθιά και η μελαχρινή (του Λουίς Σεπούλβεδα)

Τις βλέπω να περνούν στους δρόμους της Βενετίας, και κάνω δύο βήματα μπρος ή πίσω για να τις δω καλύτερα, για να τις χορτάσω, γιατί είναι όμορφες και γεμίζουν το φθινοπωρινό βράδυ με αυτή την ξεχωριστή ομορφιά που χαρίζουν τα σαράντα πέντε χρόνια τους - μια ομορφιά που ωρίμασε μέσα σε χαρές και βάσανα. μέσα σε έρωτες που ρουφήχτηκαν μέχρι την τελευταία γουλιά, και μέσα σε ταραχές που ποτέ δε σβήνουν.

Δε γνωρίστηκαν ούτε σε κάποιο πάρκο ούτε σε κάποιο χορό, αλλά στα μπουντρούμια ενός ζοφερού στρατοπέδου που λέγεται Βίλα Γκριμάλντι και κατέχει δικαιωματικά περίοπτη θέση στο διεθνή κατάλογο της φρίκης και της ατιμίας. 

Ήταν νύχτα στο Σαντιάγο της Χιλής όταν έσυραν τη μελαχρινή έξω από το σπίτι της, τη χτύπησαν για να την αποσπάσουν απ' το γιο της, την έσπρωξαν να μπει σ' ένα αυτοκίνητο χωρίς πινακίδες, και μ' ένα τσιρότο εξαφάνισαν τον κόσμο από τα μάτια της.

Σήμερα, η μελαχρινή κοιτάζει τον ήλιο που καθρεφτίζεται στα κανάλια, και χαμογελά

Ήταν νύχτα στο Σαντιάγο της Χιλής όταν έσυραν την ξανθιά έξω απ' το σπίτι της, τη χτύπησαν για να την αποσπάσουν απ' το γιο της και τη φωτογραφία του δολοφονημένου άντρα της, την έσπρωξαν να μπει σ' ένα αυτοκίνητο χωρίς πινακίδες και μ' ένα τσιρότο εξαφάνισαν τον κόσμο από τα μάτια της.

Σήμερα, η ξανθιά κοιτάζει τα περιστέρια στην Πλατεία Αγίου Μάρκου και χαμογελά.

Δεν ήταν ούτε νύχτα ούτε μέρα όταν η μελαχρινή, γυμνή και τρέμοντας μετά τις πρώτες ανακρίσεις, σήκωσε ελαφρά το πανί που ήταν δεμένο στα μάτια της. Χρόνος νεκρός. Χρόνος αμέτρητος. Είναι γεμάτη μελανιές απ' τα χτυπήματα, καψίματα απ' τα ηλεκτρόδια. Τότε, δαγκώνει τα χείλια και μ' όλη την αγάπη του κόσμου μουρμουρίζει: « Δε θα μιλήσω, δε θα τους πω τίποτα, δε με νίκησαν».

Δεν ήταν ούτε νύχτα ούτε μέρα όταν η ξανθιά, γυμνή και τρέμοντας μετά τις πρώτες ανακρίσεις, σήκωσε ελαφρά το πανί που ήταν δεμένο στα μάτια της. Χρόνος νεκρός. Χρόνος αμέτρητος. Είναι γεμάτη σημάδια από τις μπότες, απ' το ηλεκτρικό βούνευρο. Τότε, δαγκώνει τα χείλια και μ' όλη την αγάπη του κόσμου μουρμουρίζει: « Δε θα μιλήσω, δε θα τους πω τίποτα, δε με νίκησαν».

Βέβαια, έκλαψαν κι οι δύο - για λίγο, γιατί οι ένδοξες γυναίκες της γενιάς μου και της Ιστορίας μου δεν αφήνουν τον πόνο να επιβληθεί σ' αυτά που έπρεπε να κάνουν: να οργανώσουν τη σιωπή, να μπερδέψουν την ένστολη αλητεία, ν' αντισταθούν.

Όταν ιδώθηκαν για πρώτη φορά κάτω απ' τον ισχυρότατο ήλιο των είκοσι πέντε βατ που φώτιζε περιοδικά το κελί, αγκαλιάστηκαν για να ζεσταθούν, κι αφού η μία περιποιήθηκε τις πληγές της άλλης, πέρασαν στην ανταλλαγή πληροφοριών για ό,τι είχαν προλάβει να δουν. «Πρέπει να 'μαστε σ' αυτό το μέρος», «Είδα να βγάζουν έξω δύο συντρόφισσες που δε σάλευαν», «Μην πιεις νερό μετά το ηλεκτρικό βούνευρο».

Απ' το «ματάκι» της πόρτας, οι δήμιοι τις έβλεπαν και τις νόμιζαν πεσμένες, και τις νόμιζαν χαμένες. Φουκαράδες! Πού να φανταστούν ότι αυτά τα δύο σώματα ήταν ένα πυρήνας Αντίστασης!

Σήμερα, θυμούνται πως κουβέντιαζαν και γι' άλλα πράγματα: «Σου 'τρεξε το ρίμελ» είπε η μελαχρινή, χαϊδεύοντας τα μαυρισμένα μάτια της ξανθιάς, «Χάλια είναι το κοκκινάδι σου» είπε η ξανθιά, χαϊδεύοντας τα χείλια της μελαχρινής. 

Ταξίδευαν απ' το κελί τους, κι ανάμεσα σε δύο βασανιστήρια, επισκέφτηκαν τη Ρώμη, το Λονδίνο, το Τολέδο, το Σάο Πάολο. Τραγούδησαν τραγούδια του Σερά και της Βιολέτα Πάρα. Απάγγειλαν ποιήματα του Νερούδα και του Αντόνιο Ματσιάδο. Μαγείρεψαν με συστατικά ευτυχισμένων αναμνήσεων. Η μελαχρινή ήταν ποιήτρια κι ήθελε να γίνει σπουδαία ποιήτρια. Η ξανθιά ήταν δημοσιογράφος κι ήθελε να γίνει σπουδαία δημοσιογράφος. 

Σήμερα, η Κάρμεν Γιάνιες, η μελαχρινή, βλέπει τα ποιήματά της να δημοσιεύονται στην Ισπανία, τη Γερμανία, τη Σουηδία και την Ιταλία, και η Μάρσια Σκαμτελμπέρι, η ξανθιά, βλέπει τα άρθρα της να δημοσιεύονται σε πολλές γλώσσες.

Τις βλέπω να βαδίζουν (τι όμορφες που είναι!), κάνω ένα βήμα μπρος ή πίσω, και κάθε φορά μου φαίνονται όλο και πιο όμορφες, καθώς τα περιστέρια πιάνουν να πετούν στο πέρασμά τους και να γράφουν στον ουρανό «Γεια σας συντρόφισσες!» [...]. Εκείνες χαμογελούν και θυμούνται πως ένας ένστολος σατράπης της Βίλα Γκριμάλντι τις έλεγε «πουτάνες της άκρας αριστεράς» όταν του εξαντλούνταν το ρεπερτόριο με στρατιωτικές βρισιές.

Η μελαχρινή και η ξανθιά. Η Κάρμεν και η Μάρσια. Να τες: βαδίζουν με τη σίγουρη περπατησιά τους και την περηφάνια αυτού που τα 'παιξε όλα. Αυτά τα σώματα μιλούν γι' αγάπη, φυλάνε την αγάπη μην πέσει. Αυτά τα χείλια που σε προκαλούν να τα φιλήσεις, γόγγυξαν, αλλά δεν είπαν ούτε ένα όνομα ανθρώπου, δέντρου, ποταμού, βουνού, δάσους , δρόμου, λουλουδιού. Δεν είπαν τίποτα που θα μπορούσε να οδηγήσει κάπου τους δήμιους. Κι αυτά τα μάτια που λούζονται στο φως και φωτίζουν, έκλαψαν με αξιοπρέπεια τους νεκρούς μας. 

Ολάνθιστες μινιφορούσες της δεκαετίας του '70 που αναστάτωναν τις αίθουσες διδασκαλίας και τα ήθη, ανατροπείς του έρωτα και των ιδεολογιών, συντρόφισσες της ψυχής και της ελπίδας, με τι καμάρι σας κοιτάζω να περνάτε!

[Το διήγημα «Η ΜΕΛΑΧΡΙΝΗ ΚΑΙ Η ΞΑΝΘΙΑ» βρίσκεται στο εξαιρετικο, ίσως το καλύτερο βιβλίο συλλογής διηγημάτων του Λουίς Σεπούλβεδα, «Χρονικά του περιθωρίου» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «opera», σε μετάφραση πάντα του Αχιλλέα Κυριακίδη.

Διαβάστε ακόμα:

Luis Sepulveda [1949-2020], τελευταίο ταξίδι για τον κόσμο στο τέλος του κόσμου...



Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2025

Λογοτεχνικές λεπτομέρειες #3 : Για τους λάτρεις του Κωστή Παλαμά μέσα από τη ματιά του Νίκου Ζαχαριάδη...




Είναι αυτές οι μικρές λογοτεχνικές χαρές που ενώ για άλλους είναι ανεξήγητες σε εμάς δημιουργούν μια εσωτερική ευφορία κι ένα χαμόγελο για αυτή την ανακάλυψη στο χώρο των γραμμάτων..., έγραφα στις προηγούμενες λογοτεχνικές λεπτομέρειες!

Σαν σήμερα ήρθε στη ζωή αυτός ο Γίγαντας του Λαού μας ο Κωστής Παλαμάς. Τα "φύλλα" με τις μικρές τους δυνάμεις τον έχουν τιμήσει με κείμενα και ιστορίες τους. Οι λογοτεχνικές λεπτομέρειες είναι επίσης μια αγαπημένη σειρά αυτού του ιστολογίου. Σήμερα θα δούμε πως ο έγκλειστος στο Νταχάου της Κέρκυρας κομμουνιστής ηγέτης Νίκος Ζαχαριάδης καταπιάστηκε και έφερε στο φως μέσα σε πάρα πολύ δύσκολες συνθήκες τον "Αληθινό Παλαμά"... 





Η σημερινή επίσημη Ελλάδα αποφάσισε να στήσει την προτομή του Παλαμά στον Εθνικό Κήπο. Έτσι φτηνά και εύκολα πάνε να ξοφλήσουν με τον ποιητή, που η δημιουργία του στο πιο βαθύ και πιο πραγματικό νόημα της τόσο τους είναι ξένη και τόσο τη φοβούνται.

Όποιος έχει πολύ λίγο-πολύ γερό μάτι δε δυσκολεύεται διόλου να ξεδιαλύνει τους πραγματικούς σκοπούς της "χειρονομίας της προτομής". Η αντίδραση βιάζεται μια ώρα αρχήτερα να ξεφορτωθεί τον Παλαμά, να τον χώσει ζωντανό στον τάφο, να τον χώσει ζωντανό στον τάφο, να γλυτώσει απ' το βραχνά του. [...]

Δεν θέλουνε ν' αποκαλύψουμε στα πιο πλατιά λαϊκά στρώματα το αληθινό περιεχόμενο του παλαμικού έργου, γιατί ένα τέτοιο πράγμα δε συμφέρει στην πολυκέφαλη και πολύμορφη αντίδραση. Η μοναδική αξία για τον Παλαμά τιμή θα ήταν, κοντά στ' αλλά, και η κρατική έκδοση των απάντων του σε πολλές δεκάδες χιλιάδες αντίτυπα και η πιο πλατιά εκλαΐκευση, με όλα τα μέσα, του έργου του. Αυτό το προτείνουμε εμείς, που έχουμε τις πιο μεγάλες ουσιαστικές και βάσιμες αντιρρήσεις για ορισμένες πλευρές του έργου του. Αυτό δείχνει ότι, παρ' όλες τις επιφυλάξεις μας, νιώθουμε πραγματικά το παλαμικό έργο και δεν το φοβόμαστε διόλου. Τις αρνητικές πλευρές του τις ξεπερνάνε κριτικά - δημιουργικά. Ενώ η πολυπρόσωπη αντίδραση μια τέτοια πρόταση ούτε θέλει να την ακούσει, γιατί μοναδική της έγνοια, είναι ν' αποκλείσει τον Παλαμά απ' τα πλατιά στρώματα του εργαζόμενου έθνους και να ξοφλήσει μαζί του με μερικές ρηχές φέστες και παράτες φτηνές. Οι αληθείς, που ξεπηδάν λαμπρές και κοφτερές από το καλύτερο μέρος του έργου του ποιητή, δεν πρέπει να φτάσουν στ' αφτιά του λαού.

Πούθε βγαίνει μια τόσο κατηγορηματική διαβεβαίωση και κατηγορία; Από το αναμφισβήτητο γεγονός, ότι μέχρι σήμερα η επίσημη κι ανεπίσημη αντίδραση από το έργο του Παλαμά αγνόησε κάθετι που αναφέρεται στις φιλοσοφικές του πεποιθήσεις, στην αρνητική κριτική του θέση απέναντι στην αρχαιοελληνική και βυζαντινή κληρονομιά ( όπως τουλάχιστον μας την ερμηνεύει και μας τη διοχετεύει η αντίδραση αυτή), καθετί που αναφέρεται στη νεοελληνική εξέλιξη και κατάντια, στους οραματισμούς του για το παραπέρα ξετύλιγμα, όχι μονάχα του λαού μας μα και ολόκληρης της ανθρωπότητας. Αυτά τα επίκαιρα και ζωντανά προβλήματα, που το ειδικό τους βάρος είναι αυτό που κυριαρχεί και επιβάλλεται στην όλη παλαμική δημιουργία, και που ο ποιητής τα αντιμετωπίζει με λύσεις, που ξεφεύγουν από τα όρια της αντίδρασης[...] ανταποκρίνονται απόλυτα στα πραγματικά συμφέροντα του εργαζόμενου έθνους και του τόπου μας. [...]

Ακούραστος και πρωτοπόρος αγωνιστής για τη δημοτική, για τη γλώσσα του λαού. Μα αυτό, όπως είπαμε δε φτάνει. Και πραγματικά, αυτό δε λέει τίποτα [...] για το παλαμικό έργο. Σαν τεχνίτης είναι είναι ο πιο μεγάλος από τους σύγχρονους, αν όχι από όλους τους νεοέλληνες ποιητές. Μα και αυτό δεν φτάνει. Μπορεί ο Παλαμάς να μην έκφρασε πάντα σωστά τα πραγματικά του τόπου και του λαού συμφέροντα. Είναι αλήθεια ακόμα, οτι πολλές φορές έκανε το αντίθετο και γίνηκε φορέας των σωβινιστικών ιδεών και θεωριών. Όμως παρ' όλα αυτά, στο πιο σημαντικό και βαθύ περιεχόμενο του έργου του, στάθηκε ένας πρωτοπόρος λαϊκός εμψυχωτής, που έσπασε αντιδραστικά δεσμά και προλήψεις και φτερούγισε προς πιο πλατιούς λαϊκούς και πανανθρώπινους ορίζοντες. Ο Παλαμάς με το νυστέρι της μεγάλης τέχνης του και της καθάριας σκέψης του χάραξε καινούργιους δρόμους στο νεοελληνικό κοινωνικό ξετύλιγμα, δρόμους προόδου και πολιτισμού.


ΝΙΚΟΣ ΖΑΧΑΡΙΑΔΗΣ: Ο ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

(γραμμένο στις φυλακές της Κέρκυρας από τις 20/11937 - 15/3/1937 και δημοσιεύτηκε πρώτη φορά το 1944 σε παράνομη έκδοση) 


Διαβάστε ακόμα:




Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2024

Λογοτεχνικές λεπτομέρειες #2 : Για τους λάτρεις του Κώστα Βάρναλη...




Είναι αυτές οι μικρές λογοτεχνικές χαρές που ενώ για άλλους είναι ανεξήγητες σε εμάς δημιουργούν μια εσωτερική ευφορία κι ένα χαμόγελο για αυτή την ανακάλυψη στο χώρο των γραμμάτων..., έγραφα στις προηγούμενες λογοτεχνικές λεπτομέρειες για τον Ηλία Βενέζη (ανάρτηση που μπορείτε να διαβάσετε εδώ: Λογοτεχνικές λεπτομέρειες #1: Για τους λάτρεις της "Αιολικής Γης" και του Ηλία Βενέζη...). Αυτή τη φορά, τα "φύλλα" για άλλη μια φορά ασχολούνται με τον μεγάλο Κώστα Βάρναλη και με χαρά παρουσιάζουν το πώς χρωστάμε το φαινόμενο αυτό, τον Γίγαντα αυτόν των Νέων Ελληνικών Γραμμάτων, τον ποιητή, συγγραφέα, χρονικογράφο, ερευνητή, αγωνιστή στον μεγαλύτερο του αδερφό! Γιατί αν δεν ήταν αυτός και η πείνα του μικρού Κώστα όλος αυτός ο θησαυρός του έργου του δεν θα υπήρχε και δεν θα είχε διαμορφώσει γενιές και γενιές! 


Πώς δεν ήθελα να σπουδάσω 

Στα 1898 τελείωσα το σκολειό - την έβδομη τάξη. Όσο έφτανε η άνοιξη και το καλοκαίρι, τόσο η ανυπομονησία μου μεγάλωνε πότε θα φτάσει η βλογημένη  εκείνη ώρα πού θ' "ανακτήσω" την ελευθερία μου• δε θα έχω να διαβάζω, δε θα φοβάμαι τους δασκάλους, δε θα με δέρνει πια ο αδερφός μου... θα μάθω μια τέχνη να γίνω "άντρας", όπως τόσα παιδιά, που τελειώσανε το σκολειό τα περασμένα χρόνια. Ήλιος, θάλασσα, δέντρα και βουνά θα είναι από 'δω και μπρος το δικό μου βασίλειο, όπως είναι και των πουλιών.

Καμία πιθανότητα δεν υπήρχε να πάω σε γυμνάσιο. Λέγανε [...] πώς πρέπει να σπουδάσω, γιατί "παίρνω τα γράμματα". Μα λεφτά δεν υπήρχανε. Μας είχε καταχρεώσει ο δεύτερος αδερφός μου, που σπουδαζε. [...]. Εγώ που άκουγα αυτές τις κουβέντες, αισθανόμουνα μεγάλη ευγνωμοσύνη για τη φτώχεια μας, γιατί αυτή θα με έσωζε από το να συνεχίσω τη ζωή της σκλαβιάς και του τρόμου. 

Όμως τα πράγματα δεν ήρθαμε όπως τα περίμενα.  Άμα τελείωσα το σκολειό, έπεσα με τα μούτρα στα παιχνίδια κι όλη την ημέρα την περνούσα τσίτσιδος στη θάλασσα μαζί με την παρέα μου. Χαιρόμουνα την "ελευθερία" μου με όλο μου το είναι και τρόπος δεν υπήρχε να συμμαζευτώ.

Μια μέρα ο αδερφός μου με παίρνει κατά μέρος και μου λέγει:
- Ν' αφήσεις τα παιχνίδια και τη θάλασσα... Να καθήσεις να διαβάζεις, γιατί θα σε στείλουμε στα "Ζαρίφεια Διδασκαλεία" της Φιλιπούπολης.

Κεραυνός!

- Και με τι χρήματα μουρμούρισα;

- Θα δώσεις εξετάσεις για υπότροφος. [...]

- Δεν πάω, λέγω του αδερφού μου αποφασιστικά. Δεν θέλω γράμματα. Θέλω να μάθω τέχνη.

Απ' όλες τις τέχνες προτιμούσα τη ραφτική. Ήταν ένα ραφτάδικο στη γειτονιά μας. Έβλεπα τους καλφάδες από το παράθυρο να κάθονται το ένα πόδι πάνω στο άλλο, να ράβουνε με τις μακριές τους βελόνες, να πίνουμε καφέ, να καπνίζουν και να λένε αστεία! Μου φαινότανε τέχνη καθαρή και φανταζόμουνα, πως γρήγορα θα τη μάθω και θα γίνω κι αφεντικό. Και θα λέω αστεία!

-  Ο αδερφός μου κόρωσε.

-  Θα πας μου λέγει, ή θα σε σπάσω στο ξύλο. 

- Προτιμω να πνιγώ στη θάλασσα, παρά να πάω ν' αποτύχω στις εξετάσεις και να ρεζιλευτώ [...]

Έτσι αντιστάθηκα με πείσμα κάμποσες μέρες στον αδερφό μου. Επειδή όμως επίμενε και γινότανε κάθε φορά αγριότερος, έλαβα τη μεγάλη απόφαση να φύγω από το σπίτι. 

Ήτανε, θυμάμαι μεσημέρι κι η μητέρα μου τηγάνιζε στο πλυσταριό κεφτέδες. Πήρα ένα μεγάλο κομμάτι ψωμί, πήγα δίπλα της και της ζήτησα έναν κεφτέ. Μου έδωσε.

Μ' αυτό το εφόδιο όλο όλο στο χέρι ξεπόρτισα και πήγα ν' αντικρύσω για πάντα τη ζωή και τους κινδύνους του φοβερού "Αγνώστου". Για πρώτο σταθμό της ηρωικής μου πορείας είχα επιλέξει μια λουτρόπολη, τα Λίτζια [...] Είχα πάει ως τώρα δυο-τρεις φορές στα Λίτζια κι ήξερα το δρόμο [...]. Ήμουνα δεκατεσσάρω χρονών. [...]

Και να τώρα μια καινούρια περιπέτεια. Εκεί που έπινα νερό από τη βρύση με το μπακιρένιο τασάκι, που ήτανε κρεμασμένο από το μοσλούκι με μια αλυσίδα, έρχεται ο Κακαγιάννης και μου λέει: 

-Ελα μωρέ, σε θέλει η νύφη σου [...]  που τήνε λέγανε Ντανίτσα.

Άμα την αντίκρυσα στην κάμαρα της στο ξενοδοχείο, ένιωσα μια τρεμούλα σ' όλο μου το κορμί. Ήταν ο φόβος, που με "ανακάλυψε", πως ήμουνα σκαστός [...]

Γιατί η Ντανίτσα κατάλαβε με τις πρώτες κουβέντες, πως η παρουσία μου εκεί χωρίς κανένα δικό μας μαζί μου ήτανε πολύ... ανώμαλη.

Γελαστή με ρώτησε:

- Τι κάνει ο Παναγιώτης; (ο μεγάλος μου αδερφός, ο "εχθρός" μου!)

- Καλά, απάντησα μασημένα. 

-Πεινάς; μου λέγει.

Είχα πείνα διαβολεμένη, να κατέβασα τα μάτια και δεν είπα τίποτα. 

Έδωσε αμέσως διαταγή στον Κακαγιάννη να μου φέρει ένα πιάτο φαγί [...]

- Που θα κοιμηθείς απόψε; 

- Στου Στέφανου το γιαπί.

- Να έρθεις να κοιμηθείς εδώ.

-Ένιωθα να μου κόβονται τα γόνατα.

- Θα έρθω, απάντησα δειλά. 

Ύστερα μου έδωσε μισό φράγκο για ν' αγοράσω σαν παιδί, ό,τι θα μου τραβούσε την όρεξη από το παζάρι, μου χάιδεψε τα μαλλιά κι έφυγα χωρίς να κοιτάξω πίσω.

Ως το βράδυ η καρδιά μου χτυπούσε. Να πάω; Να μην πάω; 

Προτίμησα να κοιμηθώ με τον Στέφανο στο γιαπί [...]

Την άλλη μέρα ο πατέρας του Στέφανου, που μυρίστηκε, πως ήμουνα, όπως ο Ομάρ ο άγιος φιλόσοφος Εμπεδοκλής "θεόθεν φυγάς τε και αλήτης" με φόρτωσε σε μια ταλίγκα (κάρο με τέσσερις ρόδες) και μ' έστειλε πίσω στον Πύργο (Μπουργάς της σημερινής Βουλγαρίας), κι έδωσε εντολή στον καροτσέρη και το βοηθό του να με παραδώσουνε στο σπίτι. 

Έτσι άδοξα και τόσο γρήγορα θα τελείωνε η πορεία μου προς το Άγνωστο! [...]

Λογάριαζα το ξύλο που θα έτρωγα από τον αδερφό μου, άμα έπεφτα στα χέρια του. Αυτός ο φόβος μ' έκανε όταν μπήκαμε στον Πύργο κι οδεύαμε για το σπίτι μου, να πηδήσω από την ταλίγκα και να εξαφανιστώ μέσα σε κάτι στενοσόκακα. 

Πήγα ευθύς στα γνωστά μου στέκια να συναντήσω τους φίλους μου που παίζανε. Αυτοί μου φέρανε ψωμί να φάγω [...]. Άμα όμως βράδιασε κι οι φίλοι μου πήγανε στα σπίτια τους, τότε μονάχα άρχισα ν' αντιμετωπίζω το πρόβλημα του που θα κοιμόμουνα απόψε.

Αν πήγαινα σε καμίας θείας μου ή στο σπίτι κανενός φίλου μου, θα ειδοποιούσανε αμέσως τους δικούς μου και θα με πιάνανε στη φάκα. Και τότες αλίμονό μου. 

Το ένα καλό φέρνει πολλά άλλα. Αποφάσισα κι εγώ να εμπιστευτώ το ζήτημά μου στην τύχη. [...]

Άυπνος, πεινασμένος, νικημένος από τη "μεγάλη ηρωική ζωή" αποφάσισα να πάω σπίτι μου να παραδωθώ κι ας γίνει ό,τι θέλει. Μα δεν έπρεπε να παραδωθώ χωρίς συνθηκολόγηση.

Πήγα λοιπόν και έστησα καρτέρι στη γωνία του δρόμου μας. Παραμόνευα από 'κεί, αν θα βγει καμιά αδερφή μου στην πόρτα μας. Δεν περίμενα και πολύ. Οι δύο μου αδερφάδες φανήκανε στην πόρτα και με είδανε. Αρχίσανε τις φωνές και μου φωνάζανε: 

- Έλα να φας!

- Δεν έρχομαι! (Έκανα το ζόρικο!)

- Έλα! Δε θα σε δείρουμε.

Μονάχα σα βγήκε η μητέρα μου και μου υποσχέθηκε πως δε θα με δείρουνε, πήγα σπίτι κι έφαγα.

Παραξενεύτηκα, πως όλοι τους ήτανε περισσότερο ευχαριστημένοι από εμένα. Γιατί είχανε πιστέψει, πως έπεσα στη θάλασσα και πνίγηκαν για να δώσω τέλος στα βάσανά μου. Είχανε πάρει τοις μετρητοίς τη φράση που είπα του αδερφού μου, πως προτιμώ να πνιγώ στη θάλασσα παρά να πάω στο γυμνάσιο. Κι ο αδερφός μου, ο μπάρμπας μου ο Γιαννιός κι ο  ξάδερφός μου ο Λεωνίδας όλη νύχτα γυρίζαμε στην παραλία του Πύργου με φανάρια για να βρούνε το πτώμα μου.

Πήγα λοιπόν στη Φιλιππούπολη, να δώσω εξετάσεις χωρίς ν' ανοίξω βιβλίο  [...].

Έδωσα εξετάσεις. Και ανάμεσα σε πλήθος παιδιά μελετημένα και προετοιμασμένα για το διαγωνισμό, εγώ ο απαρασκεύαστος ήρθα πρώτος. [...] Η ελπίδα μου ν' αποτύχω και να γυρίσω πάλι στον σπίτι μου, δεν ήταν ορισμένο από τη Μοίρα να πραγματοποιηθεί. [...]


Το απόσπασμα του κειμένου είναι από το βιβλίο, Κώστας Βάρναλης: ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΑ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΕΔΡΟΣ. 



Τρίτη 2 Ιουλίου 2024

Λογοτεχνικές λεπτομέρειες #1: Για τους λάτρεις της "Αιολικής Γης" και του Ηλία Βενέζη...




Άλλες τρεις φορές έχω ασχοληθεί στο ιστολόγιο με τον Ηλία Βενέζη! Και θα μπορούσα ακόμα πιο πολλές γι' αυτόν τον Άνθρωπο με Α κεφαλαίο! Ψάχνοντας και μελετώντας όλο και πιο πολύ για τους ακούραστους γραφιάδες του τόπου μας έπεσε στα χέρια μου ο πρώτος από τους δύο τόμους των εκδόσεων βιβλιοπωλείο της ΕΣΤΙΑΣ, με τίτλο Ηλίας Βενέζης, ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ, Μορφές και θέματα των γραμμάτων και των τεχνών, Α' (1924-1952), (Φιλολογική επιμέλεια Χ.Λ Καράογλου - Κατερίνα Καρβέλα). Μέσα σε αυτό τον πλούτο των επτακοσίων σελίδων, άρθρων, κειμένων, κριτικών σημειωμάτων, συνεργασιών σε εφημερίδες και περιοδικά της εποχής για την πνευματική ζωή, αλίευσα και την παρακάτω επιστολή για το βιβλίο Αιολική Γη. (Λίγα λόγια για το βιβλίο μπορείτε να διαβάσετε σε παλιότερη ανάρτηση των "φύλλων" εδώ: Από παράγραφο σε παράγραφο ταξιδεύουν τα κύματα... προς τη Γη, την Αιολική Γη, τη Γη του τόπου μου...Η γνωριμία μου με τον Ηλία Βενέζη έγινε με την άτυπη τετραλογία, έτσι όπως την έχω στο μυαλό μου, μιας και είναι το αποτύπωμα εκείνης της εποχής (δεκαετία '20- δεκαετία '40, Μικρά Ασία, προσφυγιά, πόλεμος), Αιολική Γη, Νούμερο 31328, Γαλήνη, Έξοδος, για να συνεχιστεί με το υπόλοιπο έργο του και με αναζήτηση των κινητήριων δυνάμεων που τον οδήγησαν σε αυτό μέσω εκδόσεων και συζητήσεων με ανθρώπους που τον αγαπούν εξίσου. Προσπάθησα να μπω στον κόσμο του. Ανακάλυψα την ανθρωπιά του και τα πολιτικά ψεγάδια του. Τα δεύτερα τα άφησα στην άκρη. Η ανθρωπιά του με κέρδισε... Με μεγάλη χαρά τα "φύλλα" δημοσιεύουν σήμερα την επιστολή του προς το περιοδικό Νέα Εστία, τεύχος 372 (1η Δεκεμβρίου 1942). Φίλη αναγνώστρια και φίλε αναγνώστη που αγάπησες την Αιολική Γη εδώ θα βρεις την ιστορία της δημοσίευσής της! Είναι αυτές οι μικρές λογοτεχνικές χαρές που ενώ για άλλους είναι ανεξήγητες σε εμάς δημιουργούν μια εσωτερική ευφορία κι ένα χαμόγελο για αυτή την ανακάλυψη στο χώρο των γραμμάτων...

Αγαπητέ κ. Χάρη*,

Όταν με την επίμονη παρακίνηση της "Νέας Εστίας" άρχισα να γράφω την "Αιολική Γη", τη μελετούσα σαν ένα οδοιπορικό στα παιδικά χρόνια, που το πολύ πολύ θα κρατούσε τρεις ή τέσσερις συνεχείς του περιοδικού σας. Όμως, ευθύς απόντος πρώτο κεφάλαιο, είδα πως έπρεπε να αναθεωρηθεί βασικά η πρόθεσή μου. Τα στρώματα των παιδικών αναμνήσεων είναι πολύ πυκνή δύναμη. Μας συντροφεύουν και μας βοηθούν χωρίς να τα αισθανόμαστε, με τη διακριτικότητα των μεγάλων δυνάμεων της ζωής, που δε θορυβούν ακριβώς γιατί πολύ βαθιά υπάρχουν. Και όταν δοθεί αφορμή και ξεσπάσουν, είναι κόσμος ολόκληρος. Για να χωρέσει αυτός ο κόσμος, βρέθηκα στην ανάγκη να αναθεωρήσω αμέσως τις προθέσεις μου, και να σκεφτώ τα θέματα που πρόβαλαν για την "Αιολική Γη" μέσα στη φόρμα του μεγάλου πίνακα, του μυθιστορήματος. Έτσι ήρθε το βιβλίο αυτό, που το θέλησα ένα κείμενο απλότητας και νοσταλγίας.

Αν μου επιτρέπεται μια εκμυστήρευση, το γράψιμο της "Αιολικής Γης" ήταν, στις δύσκολες μέρες που ζούμε, μια καταφυγή και μια λύτρωση για το συγγραφέα της. Όχι απομάκρυνση από τη ζωή, αλλά υπενθύμιση του ότι υπάρχει και μια ομορφιά στη ζωή, υπάρχει και καλοσύνη των ανθρώπων. Όλοι οι συγγραφείς που δίνουν σημασία στη μορφή, ξέρουν τί βασανιστικό είναι το αδιάκοπο κυνήγημά της, η ανάγκη να υποταχθεί η ύλη τους στη μορφή. Έτσι, όταν τελειώσουν, δεν είναι μόνο χαρά που αισθάνονται για ότι πετύχαμε. Είναι μαζί μια έντονη άπωση προς το έργο τους -που τους είναι οδυνηρό ακόμα και για να το ξαναδιαβάσουν για ένα διάστημα- από τη φυσική αντίδραση που έχουν όλοι οι οργανισμοί προς ότι τους παίδεψε. Η "Αιολική Γη", στην προσπάθειά της να εναρμονίσει τα πράγματα και τη φύση με το χώρο του φανταστικού και του ονείρου, χρειάστηκε πολύ περισσότερη σπατάλη μόχθου από όλα τα βιβλία που έγραψα. Ωστόσο μαζί της ποτέ ο συγγραφέας της δε δοκίμασε αυτό το φυσικό αίσθημα της οδύνης που σημείωσαν πιο πάνω. Μονάχα ξεκούραση του έδωσε, με το να τον μεταθέτει συνεχώς στην περιοχή της γαλήνης. Αν έστω ένα μικρό ποσοστό από το αίσθημα αυτό έδωσε και στους αναγνώστες της -τους αναγνώστες του 1942- τότε έκαμε το χρέος της.

Με το τέλος του Πρώτου Μέρους της, που δημοσιεύεται στο τεύχος σας τούτο, πιστεύω πως θα συμφωνήσετε να διακόψουμε τη δημοσίευσή της. Η συνέχεια (το Δεύτερο και το Τρίτο Μέρος) γράφεται τώρα και πρέπει να δουλευτεί με κάποια άνεση, όχι με την πίεση του τυπογραφείου. Ελπίζω την ερχόμενη άνοιξη να είναι έτοιμο ολόκληρο το βιβλίο. 

Ευχαριστώ τη "Νέα Εστία" θερμά για τη φιλοξενία της.

20 Νοεμβρίου 1942

Ηλίας Βενέζης


*Ο Πέτρος Χάρης, αυτός ο ακούραστος εργάτης των Νέων Ελληνικών Γραμμάτων, ήταν και διευθυντής του λογοτεχνικού περιοδικού "Νέα Εστία".


Διαβάστε ακόμα: