Η λίστα ιστολογίων μου

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνικά περιοδικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνικά περιοδικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 30 Μαρτίου 2025

Που πάτε αρχόντοι;...

Μια φορά κι έναν καιρό στον τόπο τούτο το μικρό
Ζούσαν κάτι φουκαράδες οι ραγιάδες
Κοτσαμπάσηδες πασάδες και σεβάσμιοι δεσποτάδες
Κυβερνούσανε τη χώρα καλή ώρα

Τη δεκάτη ο τσιφλικάσ δώσ' του κόψιμο οι πασάδες
Κι υπαγόρευε το ράσο σφάξε με αγάμ' ν' αγιάσω
Κοτσαμπάσηδες πασάδες και σεβάσμιοι δεσποτάδες
Κυβερνούσανε τη χώρα καλή ώρα

Έτσι τρεις από κοινού πίναν το αίμα του λαού
Αφού τότε τσιφλικάδεσ ήσανε οι μπουρζουάδες
Κοτσαμπάσηδες πασάδες και σεβάσμιοι δεσποτάδες
Κυβερνούσανε τη χώρα καλή ώρα



Πώς επαναλαμβάνεται η ιστορία του τόπου μας είναι εκπληκτικό! Κοτσαμπάσηδες, πασάδες, δηλαδή οι σημερινοί μπουρζουάδες, και σεβάσμιοι δεσποτάδες  μια ζωή με τους ισχυρούς, μια ζωή εξουσιάζουν και κυβερνούν χέρι χέρι τη χώρα. Κι όταν έρχονται τα δύσκολα βγάζουν την ουρά τους απ' έξω και την κοπανούν. Τα ίδια όταν ο Μπραΐμης έζωσε την Πελοπόννησο, τα ίδια τον Απρίλη του 1941 όταν η μισή αστική τάξη έφυγε με το χρυσό της χώρας στην Αίγυπτο και η άλλη μισή έμεινε εδώ να συνεργαστεί μετά νέα της αφεντικά. Κι όταν ο λαός απελευθέρωσε και τις δύο φορές τον τόπο, αυτοί επέστρεφαν θριαμβευτές και οι απελευθερωτές γινόντουσαν παρίες στην πρώτη περίπτωση και κατέληγαν στις φυλακές τις εξορίες και το χώμα στη δεύτερη... Κι οι εξουσιαστές έγιναν δρόμοι, πλατείες και ευεργέτες... 

Τα "φύλλα" με τις μικρές τους δυνάμεις προσπαθούν να φωτίζουν μέσα από τα γράμματα τέτοιες ιστορίες στην κατεύθυνση της αυτομόρφωσης και της αλήθειας που όλοι οι παραπάνω μας αποκρύβουν... Σήμερα με χαρά παρουσιάζουν ένα απόσπασμα από ένα διαμαντάκι που ανακάλυψαν στο θησαυρό που κυκλοφορούσε σε μορφή ετήσιου περιοδικού και άκουγε στο όνομα "Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά" του 1960. Είναι εκτενές κείμενο αλλά αξίζει να διαβαστεί! Γιατί μόνο έτσι βλέπουμε τη θέση μας στην ιστορία και τη συγκρίνουμε με τη θέση των τότε  και των σημερινών κοτσαμπάσηδων και των τότε και σημερινών δεσποτάδων που ακόμα μας προτρέπουν "σφάξε με αγά μου ν' αγιάσω"...

Αγησίλαος Τσελάλης: Στον καιρό του Μπραΐμη (Άγνωστα ιστορικά στοιχεία. Από επίσημα ανέκδοτα έγγραφα)

Που πάτε αρχόντοι;...

Στη βραχώδη κι απόκρημνη όχθη του Λάδωνα κοντά στο χωριό Σπαθάρη της Γορτυνίας ήταν τεράστιο σπήλαιο, κρυμμένο σ' ένα απρόσβατο πυκνότατο δάσος. Σ' αυτό είχαν κρύψει οι Ντεληγιανναίοι 8 χιλιάδες κιλά σιτάρι, 19 χιλιάδες οκάδες τυρί κι άλλα τρόφιμα. Στις κοντακιανές σπηλιές, στ' απροσπέλαστα δάση και τις απρόσιτες ρεματιές του Λάδωνα είχαν χιλιάδες γιδοπρόβατα και γουρούνια. Για κάθε περίσταση. 

"Εις το σπήλαιον εκείνο οι οικογένειαί μας όλαι και των συγγενών και φίλων μας, υπερβαίνουσαι τας 500 ψυχές. Συνήχθησαν δε και όλαι αι οικογένειαι των μεγάλων κωμοπόλεων, επέκεινα των 10 χιλιάδων ψυχών και από 20 χιλιάδες αιγιδοπρόβατα, γελάδια, άλογα, βόδια και άλλα." (Δεληγιάννη απομνημονεύματα)

Σ' αυτές τις σπηλιές, "κυριευθέντες εκ της φρίκης και της απελπισίας", έτρεχαν να κρυφθούν οι Ντεληγιανναίοι με τους δικούς τους.

Ζώα ενός φαρδείς κεμέρια με λογής-λογης μονέδα και χρυσαφικά ο Θανάσης Ντεληγιάννης έτρεχε με τη γυναίκα του κι αυτή φορτωμένη με τιμαλφή, να φθάση στη σπηλιά. [...]

Κλείστηκαν όλοι στη σπηλιά του Σπάθαρη. Ο Μπραΐμης έζωσε τον τόπο. Τα σπήλαια του Λάδωνα ήταν προδομένα. Έψαχνε όλη μέρα να τα βρή, όσο που νύχτωσε κι εσκήνωσε. [...]

Να συνεχίση την αυγή. Τη νύχτα έπιασε δυνατή βροχή. Οι κρυμμένοι στις σπηλιές βγήκαν αθόρυβα. Η βροχή, το ποτάμι, τα δέντρα βούιζαν, βοήθησαν στη φυγή τους. 

Εβγήκαν στα Τριπόταμα. Στο Βραχνί ήσαν συναγμένοι οι πολεμιστές να συναγροικιθούν, να βρουν τον τρόπο να κτυπήσουν τον εχθρό, που έκαιε, εσκλάβωνε και έσφαζε. Να σώσουν τα γυναικόπαιδα. 

Έφτασαν εκεί οι Ντεληγιανναίοι. Ζήτησαν τρόφιμα και ζά, να φύγουν για το Ανάπλι. Μαζί τους [...] κι άλλοι πρόκριτοι. Εβγήκε μπροστά ένας αγωνιστής.

-Που πάτε αρχόντοι;... Τρέχετε Στ' Ανάπλι να γλυτώστε τα κορμιά και τα φλουριά σας;...

-Τι να κάμουμε;... Έκανε τον μισοκακόμοιρο ο Κανέλλος, όσο να ξεφύγη.

-Ναι γλιτώσετε σεις, κοτσαμπάσηδες να μείνετε για σπορίτες... Κι εμείς οι άλλοι;... Τα γυναικόπαιδα; [...]

-Πως να το κάμουμε;...

-Να καθήστε και σεις να πολεμήστε, να φυλάξουμε τα γυναικόπαιδα. Όλοι μαζί. Να σώσουμε τη πατρίδα... [...]

Κατακοκκίνησε από το κακό του ο Ντεληγιάννης. Το ζουλάπι! Ετόλμησε να βρίση το βεκέληντου Μόρια, τον άρχοντα. Μα λούφαξε. Ήταν μόνος του. Κι ως έφτασαν οι άλλοι [...] αγρίεψε μεμιάς ο Κανέλλος κι άναξε να κτυοήση τον πολεμιστή. Του κάρφωσε άλλος πολεμιστής την πιστόλα στην πλάτη, τράβηξε. Έπιασε μόνο το καψούλι. Γλύτωσε ο Κανελλος.

-"Αφού δεν έπιασε, χαλάλι σου". Έβαλε την πιστόλα στο σιλάχι του ο πολεμιστής. [...]

Έφταναν οι άλλοι αρχόντοι.

-"Φεύγα θα σε σκοτώσουν". Τον έσπρωχναν οι Βραχνιώτες τον πολεμιστή να φύγη.

-Οχι... Γιατί; Πώς; Από πού να φύγω;

-Ανακάλεσε και πέσε στα πόδια του Κανέλλου να γλυτώσης...

-Του Κανέλλου!... Αν τότε... Για ποια λευτεριά πολεμάμε και χανόμαστε... Για να προσκυνάμε ακόμα το θράσιο Κανέλλο, που δεν ξέρει από πού βγαίνει ο ήλιος και πως βγαίνει το ψωμί;..."

Του έπεσαν όλοι οι αρχόντοι απάνου [...] σωματοφύλακες και υπερέτες τους.

"Το ξύλο, το οποίον υπέφερε από τους μισθοφόρους και τους ραβδισμούς [...] είναι απέριγραπτον" γράφει στα απομνημονεύματά του ο Κανέλλος.

Τον έσερναν όλοι μαζί να τον κρεμάσουν στη μουριά [...] ,Ε πολλά παρακάλια και προσκυνήματα των παπάδων κινητών γέρων καταδέχτηκαννοι βαρειές αρχόντισσες να τους τον χαρίσουν. Με τ' αζημίωτο όμως. Πήραν 40 ζώα του χωριού για να παν Στ' Ανάπλι.

Κι ο Μπραΐμης ανάγυρα εζωνε κι έψαχνε τον τόπο να βρή να σφάξη τα γυναικόπαιδα.

Οι αρχόντοι καβάλησαν κι έφυγαν. Στο Σόλο τους βγήκαν μπροστά ο Νικολάκης Σολιώτης κι ο Αναστάσης κι ο Αναστάσης Χαραλάμπης. 

-Που πάτε αρχηγοί; 

-Στ' Ανάπλι...

-Εκεί είναι καζίνα και μπιλιάρδα... 

Δε μίλησαν. 

-Κι εμείς οι άλλοι. Η πατρίδα; Ο λαός; ... Γυρίστε πίσω να πάτε στο Μέγα Σπήλαιο τους δικούς σας, που είναι και οι δικοί μας και σεις να μείνετε να πολεμήσουμε τον Μπραΐμη. 

-"Τέτοια ονειροπολήματα και παραλογισμούς έλεγαν", γράφει ο Δ. Δεληγιάννης.

Έφτασε και μια επιτροπή από τα χωριά. Τους μίλησαν, τους παρακάλεσαν, τους απείλησαν.

-Θα δειλιάση, θα τσακίση ο κόσμος, θα σκύψη και θα προσκυνήση, άμα φύγετε σεις οι αρχηγοί, οι κεφαλές... [...] Μη φεύγετε...

-Παμε τα γυναικόπαιδα Στ' Ανάπλι. 

-Σύρετε στο Μέγα Σπήλαιο... Και σεις, αν δειλιάσετε και δε θέλετε να μείνετε να πολεμήστε, πηγαίνετε Στ' Ανάπλι... Αλλιώς θα σας αναγκάσουμε με τη βία. 

Ήθελαν τα γυναικόπαιδα στο Μέγα Σπήλαιο για να εμποδίσουν κάθε προδοσία.

Στάθηκαν πενήντα μαχητές μπροστά.

-Πίσω στο Μέγα Σπήλαιο...

Έσπρωξε μπροστά τις γυναίκες ο Ντεληγιάννης με τα παιδιά στις αγκαλιές τους. Σίγουρος πως τα παλληκάρια δε θα έρριχναν. Πίσω οι μισθοφόροι. Κι ως προχώρησαν τα γυναικόπαιδα. 

-Απάνου τους, κτυπάτε σου ψαχνό, διέταξε. Κι έσπρωχνε τις γυναίκες να προχωρούν και να φωνάζουν. 

Μητέρες με τα βρέφη και σάκκους ζαλιά, αλογομούλαρα, παιδιά κρεμασμένα σαν κοτόπουλα στα σαμάρια, γρηές στριμώχνονταν, πήχτρα να περάσουν. 

Είδαν οι μαχητές τις μάνες, τα παιδιά, λυπήθηκαν τους άφησαν. 

-Στο ανάθεμα φιλοτόμαροι, παραδόπιστοι, τσιοτήδες!... Κι εδώ να μείνετε θα δειλάστε και θα προσκυνήστε...

Πέρασαν, έφτασαν μ' όλα τους τα πολύτιμα κινητά, τα γεμάτα κεμέρια, τους δικούς τους στ' Ανάπλι. Βγήκαν εκεί ασφάλεια κι άνεση. 

Ο Μπραΐμης αφέθη λεύτερος κι απερίσπαστος να σφάζη, να καίη και να σκλαβώνη...


Το κείμενο μεταφέρθηκε στο πολυτονικό σύστημα κρατώντας παράλληλα την ορθογραφία του πρωτότυπου.





Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2024

Περιοδικό "αρνί", τεύχος 6


Αρνί λοιπόν! Τεύχος 6! Η τρίμηνη-τετράμηνη προσμονή έλαβε τέλος! Επιτέλους στα χέρια μου το "αρνί". Θα  απορρήσετε σίγουρα γιατί τόση χαρά; Είσαι από τη Θεσσαλία ή ακόμα πιο συγκεκριμένα από την Καρδίτσα; Όχι, θα απαντήσω! Επισκέπτεσαι την περιοχή, τ' Άγραφα, τις λίμνες, τα χωριά, τον κάμπο; Ούτε αυτό! Μια φορά μόνο πριν λίγο καιρό! Ίσως το περιοδικό να ήταν κι ένα μικρό έναυσμα! Έζησες ποτέ σε επαρχία για να σε συνδέεσαι κάπως με τη θεματολογία; Όχι! Παιδί της μητρόπολης είμαι! Τότε τι; Γιατί τόση λαχτάρα γι' αυτή την περιοδική έκδοση για την (από)κατάσταση της επαρχίας, έτσι όπως μας το χαρακτηρίζουν οι εκδότες! Κάποιους από τους λόγους τους είχα γράψει σε μια παρουσίαση του "αρνιού" και ενός άλλου περιοδικού της περιοχής. Περιοδικές προσπάθειες με ένα άλλο περιεχόμενο από τον σκουπιδότοπο που μας περιβάλλει. Εγώ, ως γέννημα θρέμμα αυτής της πόλης, που αγαπάμε να μισούμε και τη μισούμε αγαπώντας την, με ρίζες βαθιά χωμένες κάτω από την άσφαλτο των δρόμων και τα τσιμέντα των πεζοδρομίων της, περπατώντας και γυρίζοντας κάθε σπιθαμή της, χορταίνοντας γυρίζοντας την και μη αλλάζοντας την προς το παρόν με τίποτα, "ζηλεύω" αυτούς κι αυτές που έχουν ρίζες μακριά από αυτήν, αγαπούν τον τόπο τους τόσο, που προσπαθούν να αναδείξουν τις διαφορετικές πτυχές του και διψώ βαθιά να μάθω για αυτούς., έγραφα. Και δεν αλλάζω ούτε κόμμα! Γιατί απολαμβάνοντας το για δύο ώρες σ' ένα καφενείο μια Κυριακή μεσημέρι έβαλα στη σίγαση όλους τους θορύβους της πόλης. Όλη την ασχήμια της ζωής. Γιατί διατρέχοντας τις σελίδες του διάβασα για βουνά, πανηγύρια, πλαστικές καρέκλες, ζώα, τρυφερές αλλά και σκληρές ιστορίες. Πώς άλλωστε δεν κρύβουν σκληρότητα οι ιστορίες και οι ζωές των ανθρώπων στην επαρχία; Αλλά το ταξίδι αυτό στις σελίδες του με κάνει να περιμένω τον επόμενο τεύχος! Φίλη αναγνώστρια και φίλε αναγνώστη, απ' όπου κι αν κατάγεσαι, αν αγαπάς τη φύση, τα βουνά, τις ωραίες ιστορίες, τους αγώνες για μια καλύτερη ζωή, τις γερές πέννες διάβασε το κάθε φορά που εκδίδεται! Χαρισέ στον εαυτό σου ένα δίωρο διάλειμμα μέσα στην τρέλα της καθημερινότητας, ένα δίωρο ξαπόσταμα ένα βράδυ στο σπίτι σου. Απενεργοποίησε τις οθόνες κάθε τύπου και αφέσου σε αυτό!   Και στη συνέχεια διάδοσέ, χάρισέ το! Θα πιάσει τόπο! 

*Η αλήθεια είναι ότι δυσκολεύτηκα πολύ να διαλέξω κάποιο αποσπασμα-κείμενο να παραθέσω. Το παρακάτω επιλέχθηκε μόνο και μόνο λόγω μικρού μεγέθους. Όλα έχουν στα μάτια μου την ίδια μεγάλη αξία!

         
Στον ανιψιό τον Αναστάση...

Στον δρόμο Φυλακτή-Πετρίλια, στέκεται η Φονόβρυση. Στοιχειά και μύθοι ντύνουν την ονομασία της. Ένα φονικό λέγανε οι παλιοί συνέβη κάποτε εκεί,μεταξύ δύο αδερφών. Έπειτα η Ιστορία χάνεται, την πήρε η φαντασία των ορεσίβιων κι ο καθένας έπλαθε με τον νου του άλλη μια αφήγηση. Σενάρια μυθοπλασίας των ανθρώπων των βουνών και του μόχθου που ξεπερνούν χολιγουντιανές πένες, ακριβές παραγωγές κι άλλες πληρωμένες βαρετές επαναλήψεις. 

Μόλις, τα σχολεία κλείναμε, κι απελευθερωνόμασταν ανυπομονούσαμε να βρεθούμε στο χωριό, να τρέξουμε κάτω απ' τα έλατα, να παίξουμε πετροπόλεμο, να φάμε σουβλάκια στην πλατεία, να εξερευνήσουμε με περισσή παιδική λαιμαργία το δάσος και τις ομορφιές του. Τη Γιαγιά την πρη
ήζαμε, να μας πάει εκδρομή στη Φανόβρυση, στην σκάλα, στον Αϊ Λια. Έτσι κινήσαμε πρωί πρωί, γέμιζε τον ντροβά  με αυγουλάκια, ψωμί και λουκούμι και τραβούσαμε για τα έγκατα του δάσους. Κάτω από τα ψηλά αιώνια έλατα, μες στο αεράκι των Αγραφιώτικων βουνών σώμα και νους συναντούσαν την παιδικότητά μας...

Κι η βρύση πάντα εκεί καρτερούσε να ξεδιψάσει γενιές και γενιές, παραπονεμένη πάντα για τα χωριά που άδειασαν, για τους αγωγιάτες και τους βοσκούς, για τους ορεινούς αγρότες που δεν υπάρχουν πια, για κοινοτικές κοινωνίες που ριμάχτηκαν και γίναν ατομικότητες στα μητροπολιτικά κάτεργα, για όσες κι όσους φύγανε και φεύγουν στην ξενιτιά. Κι έτσι κύλησαν τα χρόνια. Μείνανε οι πηγούλες μόνες τους, τα μονοπάτια χορτάριασαν, οι καμινάδες, δεν καπνίζουν πια, μονάχα τα καλοκαίρια οι χωριανοί ξαναγυρνούν ζωντανεύοντας για κάνα μήνα τις μνήμες και τις θύμησες.

Κι έρχεται σιγά σιγά ένας φόνος, απ' τους φονιάδες φύσης κι ανθρωπιάς. Είναι ο φονιάς που ξεκοίλιασε τον Τύμπανο κι έμπηξε στις κορφές του σιδερικά και λαμαρίνες, είναι ομιδιος φονιάς που το καροπλεσίτικο ποταμάκι το βάλε σε σιφώνι και τώρα ροβολάει με τις άγαμες του για όλον τον ορεινό όγκο των Αγράφων. Κι είναι νόμιμος φονιάς με σφραγίδες και προστάτες, με δικαστές και πραίτορες από κοντά. Κι αυτός ο φονιάς δεν γεννάει μύθους και Ιστορίες, παρά καρφώνει τη ζωή κατάστηθα. Όρκο λοιπόν δίνουμε στη Γιαγιά, στις πηγούλες, στα παιδικά τα χρόνια μας, στα παιδικά σημερινά μάτια που έρχονται ξοπίσω μας να τον ξαπλώσουμε τούτον τον φονιά. Άλλωστε τούτα τα βουνά ξέρουν από γιουρούσια...

Κ. Πικαπής



Τα περιοδικό "αρνί" μπορείτε να τα βρείτε στο χώρο "Ευτοπία: περιοδικό- εκδόσεις" στην οδό Ναβαρίνου 17 στα Εξάρχεια. Και για επικοινωνία: arniproductions@gmail.com. Facebook/Instagram: arniproductions


Διαβάστε ακόμα:



Πέμπτη 14 Μαρτίου 2024

ΑΝΤΑΙΟΣ: Περιοδικό για τη μελέτη των προβλημάτων της ανοικοδόμησης. Επιστήμη, τεχνική, οικονομία. 1945-1951




Ο Ανταίος τουφεκίστηκε -κι αυτό δεν ήταν τυχαίο- τη νύχτα της 30 Μαρτίου 1952... 

Ναι, γιατί πλάι στο πρόσωπο του διευθυντή του, του μεγάλου επιστήμονα Δημήτρη Μπάτση, δολοφονήθηκε από το μοναρχοφασιστικό κράτος της εποχής η Επιστήμη που τάχθηκε με το μέρος του λαού. Πλάι στον Νίκο Μπελογιάννη, τον Νίκο Καλούμενο και τον Ηλία Αργυριάδη. Γιατί άνθρωποι σαν τον Δημήτρη Μπάτση έπρεπε να πάψουν να ζουν και να αναπνέουν για την πρόοδο του λαού, για την ανασυγκρότηση της χώρας με όπλο την επιστήμη. 

Στη σύγκρουση των προοδευτικών ανθρώπων με τις σκοτεινές δυνάμεις των καθυστερημένων, που σαν μοναδικό κίνητρο έχουν την αγωνιώδη προσπάθεια για περιφρούρηση προνομίων και ατομικών συμφερόντων, η θέση του επιστημονικού κόσμου είναι φανερή. Πάντοτε οι επιστήμονες ένιωθαν σαν κύριο προορισμό τους να δουλεύουν και να συμβάλουν στην πρόοδο και την προκοπή του κοινωνικού συνόλου. (Πέτρος Κόκκαλης)

Αυτό το διαμάντι κυκλοφορούσε σε μια από τις πιο τρομερές περιόδους του τόπου μας. Από το 1945 έως το 1951 που απαγορεύτηκε η κυκλοφορία του. Η χώρα έβγαινε ρηγμαμένη από το τετράχρονο κατοχικό σκοτάδι κι οι άνθρωποι αυτοί μια έννοια είχαν. Την ανασυγκρότηση της καθυστερημένης αυτής χώρας σε όλους τους τομείς. Να αποδείξουν ότι με τις ίδιες δυνάμεις μπορεί να είναι αυτάρκης, ανεξάρτητη και να βασιστεί στον πλούτο της. Σε αντίθεση με τον υποτελή αστικό κόσμο που την ήθελε καθυστερημένη και δεμένη πίσω από το εκάστοτε άρμα που κυριαρχούσε στον πλανήτη. Πάντα φυσικά με το αζημίωτο.  Από τις χιλιάδες σελίδες του όλα αυτά τα χρόνια της λευκής τρομοκρατίας, του ταξικού εμφυλίου πολέμου, του μετεμφυλιακού κράτους, της φτώχειας και των στερήσεων πέρασαν οι πιο τρανοί επιστήμονες. Τρανοί όχι μόνο για το επίπεδο των γνώσεων τους αλλά και για την προσφορά τους σε μια εποχή που θα μπορούσαν να πάνε με το νικητή για να έχουν το κεφάλι τους στη θέση του. Η επιστήμη για αυτούς ήταν το κλειδί της ελευθερίας. Χιλιάδες σελίδες έγραψαν για την επιστημονικά σχεδιασμένη ανοικοδόμηση, για τις τηλεπικοινωνίες, τις συγκοινωνίες, τη γεωργία, τη βιομηχανία, την οικονομία, τη δικαιοσύνη, την υγεία, την αλιεία, την εργασία, το μεταλλευτικό πλούτο της χώρας, την οικιστική πολιτική, τα βιβλία, τα περιοδικά, τον πολιτισμό. Την ώρα που οι δεξιοί ροκάνιζαν την ξένη βοήθεια του δόγματος Τρούμαν αυτοί σχεδίαζαν το μέλλον του ανεξάρτητου τόπου μας. Ο Ανταίος αγκάλιαζε το λαό και με τις μελέτες του αγκάλιαζε όλα τα προβλήματα. 

Μπορεί όλα τα άρθρα να μην είναι σύγχρονα αλλά μπαίνοντας μέσα στις σελίδες των δύο αυτών τομών η αναγνώστρια κι ο αναγνώστης βυθίζονται σ' έναν κόσμο που η τεκμηρίωση, ο τρόπος σκέψης κι ο πνευματικός και επιστημονικός του πλούτος μόνο κερδισμένους  θα τους βγάλουν. Και σίγουρα θα τους δείξουν πως μπορούν οι λαοί ανεξάρτητοι και στηριγμένοι στις δυνάμεις τους να προκόψουν και να ευτυχήσουν... 



Πέμπτη 21 Απριλίου 2022

Οι φωνές της πόλης...




Αυτό το τετράγωνο του διαβόλου της φασαρίας, ένα από τα άπειρα του κέντρου της πόλης, Ακαδημίας, Ασκληπιού, Σόλωνος, Ιπποκράτους, είναι αυτό που επισκέπτεται συχνά για να πιάσει στασίδι στα βιβλιοπωλεία και στα περίπτερα που εσχάτως έχουν μετατραπεί σε υπαίθρια πωλητήρια σπάνιων παλιών βιβλίων. Ένα μελίσσι ανθρώπων γυρίζει ήσυχα γύρω από τους πάγκους τους, απορροφημένο στην προσπάθεια του να τρυγήσει τους καρπούς τους... Έτσι κι αυτός, εκείνο το πολύβουο χειμωνιάτικο μεσημέρι, έψαχνε κάποιο καινούριο διαμαντάκι για να πλουτίσει τη συλλογή «του μέσα του κόσμου».  Και, ω, τι σύμπτωση! Μέσα σε όλη αυτή τη φασαρία ξεφυλλίζοντας το φιλολογικό περιοδικό που τόσα τεύχη έχει στο σπίτι του, αλλά αυτό του είχε ξεφύγει, η ματιά του έπεσε σ' ένα διήγημα για τις «φωνές της πόλης», κάποιου άγνωστου σε αυτόν, Κώστα Φραγκισκάτου. Η βουή της πόλης που τον τύλιγε ενοχλητικά άρχισε να χάνεται σιγά σιγά όσο βυθιζόταν στην ανάγνωση των πρώτων γραμμών. Όχι! Κάτι επαναστάτησε μέσα του! Δεν του ταιριάζει να διαβαστεί εδώ! Πίσω στο σπίτι θα βυθιζόταν μακριά από τις «φωνές της πόλης» στο διάβασμα αυτού του περιοδικού θησαυρού που ακούει  στο όνομα «Φιλολογική Πρωτομαγιά, 1959». Και κυρίως να απολαύσει το διήγημα για την παλιά και την καινούρια τώρα πια πόλη που άφησε στη μέση...


Καμμιά φορά, τα βράδια, όταν βρεθώ στη μοναξιά του κάμπου, τριγυρισμένος απ' τον παράξενο κόσμο της σιωπής, νοσταλγώ μιαν άλλη μακρινή εποχή των παιδικών μου χρόνων, που αθόρυβη κι αμέριμνη ξεκουράζονταν μεσ' στη γαλήνη η πολυτάραχη σήμερα πολιτεία.

Κ' η σκέψη μου, ξαφνιασμένη από τους κρότους, που μέρα-νύχτα αδιάκοπα τ' αυτιά σφυροκοπάνε μέσα στην πολύβουη μας τούτη πόλη, με ξαναφέρνει, χρόνια πολλά πίσω, στο πατρικό μας σπίτι της Λεωφόρου Μουναχίας κοντά στη Βαγγελίστρα. μι' από τις ακραίες την εποχή εκείνη συνοικίες του Πειραιά, απ' όπου με κλειστά παράθυρα, ακούγονταν οι σειρήνες των καραβιών, από την άλλη άκρια, κάτω στο λιμάνι, και τα βράδια φτάνανε, σχίζοντας τις αποστάσεις, μέχρι την περίτρομη παιδική ακοή μας, τα βρυχητά των λιονταριών απ΄ το Ζωολογικό Κήπο του Παλιού Φαλήρου.

Οι μηδαμινοί θόρυβοι της πόλης δε μπόδιζαν νάρτουν ως εδώ τους μακρινούς αυτούς αχούς, που αιωρούνταν πάνω από τις στέγες των σπιτιών μας τόσο ξεκάθαροι, που να ξεχωρίζουμε αμέσως τη βροντώδικη σειρήνα του «Άη-Γιάννη» από το βραχνιασμένο σκούξιμο του «Θεμιστοκλή» και ν' ακούμε το τρίφωνο μουσικό σφύριγμα της «Πύλαρος» καθώς σαλπαίρνουνε τα πλοία απ' το λιμάνι. [...]

Κάπου-κάπου, ένας γυρολόγος ξεμύτιζε στο σταυροδρόμι, διαλαλώντας τη πραμμάτια του, ή κάποιος ταλαίπωρος μανάβης πούσπρωχνε μπροστά του φορτωμένο το τρίτροχο καροτσάκι του, παινεύοντας φωναχτά τις «κόκκινες καλές ντομάτες» και διατιμώντας τα οπωρικά του [...]. Το πάψιμο της φωνής του διαδέχονταν ένα σύντομο κουβεντολόι και παζάρεμα της νοικοκυράς [...]

Δύο φορές τη βδομάδα, όταν κατέβαινε το νερό απ΄ τη δεξαμενή του Προφήτη Ηλία, ο σάλαγος γινόταν κάπως διαρκέστερος γινόταν κάπως διαρκέστερος. Στη γωνιά του δρόμου, στο αντικρινό μας πεζοδρόμι, μουρμούριζε απ' το πρωί η δημοτική βρυσούλα, καθώς άφηνε το λιγοστό νεράκι της να τρέχει στις στάμνες και τους ντενεκέδες, που με τις ώρες οι γυναίκες κ' οι κοπέλες της γειτονιάς περίμεναν υπομονετικά, σε μι' ατελείωτη ουρά, με τη σειρά τους να γεμίσουν.

Καλημερίσματα, ψιλοκουβέντες και χαχανητά όλο εκείνο το πρωϊνό, ως το μεσημέρι που σταμάταγε η διανομή, σκεπάζανε το μουρμουρητό της βρύσης, που θορυβούσε μοναχά -λες θυμωμένα- όταν αδειανός πάλι κουβάς έμπαινε από κάτω να γεμίσει.

Αυτές ήταν όλες οι φωνές της πόλης την ημέρα, φωνές ήρεμες και σιγανές, που η ημεράδα τους φαινότανε πιο μεγάλη ακόμα, όταν τα πρωϊνά και τα βράδια, σε ορισμένες ώρες, οι σφυρίχτρες από τις γύρω φάμπρικες δονούσαν την ατμόσφαιρα, για να καλέσουν στη δουλειά την εργατιά ή να σχολάσουν από το μόχθο. Κ' οι νοικοκυρές, συνηθισμένες στο κάλεσμα τούτο, το ίδιο όπως και στους δώδεκα μεσημεριάτικους χτύπους της γειτονικής καμπάνας, έτσι και τώρα τρέχανε να βεβαιωθούνε αν το ρολόι του τοίχου πήγαινε καλά.

Τα καλοκαιριάτικα βράδια, χαρούμενες παιδικές φωνές στο πεζοδρόμι κι ο πασατεμπάς, πούφερνε γυροβολιά κατηφορίζοντας για το Πασά-Λιμάνι [...] έδιναν μιαν ήσυχη νότα χαρούμενης ζωής.

Κ' ύστερα βαθιά γαλήνη, που τίποτα τη νύχτα δεν ξυπνούσε, 'ξον από το περπάτημα στο πεζοδρόμι κάποιου νυχτωμένου διαβάτη, ή το νανούρισμα μιας απαλής καντάδας με κιθάρες, ενώ, το χειμώνα, η βροχή κι ο αγέρας ήταν οι μόνοι νυχτερινοί στους δρόμους περιπατητές. [...]

*****************

Οι αθόρυβες πολιτείες των χρόνων εκείνων δεν υπάρχουνε πια. Ήρεμες και γαλήνιες ήταν οι φωνές τους, όπως γαλήνια και πιο απλή ήταν η ζωή μας.

Τώρα, ένας κινούμενος ανθρώπινος συρφετός στους δρόμους, που σπρώχνεται, διαγκωνίζεται και τσαλαπατιέται. Μιλάει και φωνάζει. Τρέχει, τρέχει και δεν προφταίνει. Τ' αυτοκίνητα ουρές. Λεωφορεία, κούρσες και μεγαθήρια φορτηγά, με τα μοτέρ τους π' ουρλιάζουν και παραληρούν σ' ένα σωρό γλώσσες ταχυτήτων. Μοτοσυκλέτες και σκούτερς, αληθινοί επιδρομείς από την κόλαση και ήχοι του διαβόλου. [...] Ραδιόφωνα και μεγάφωνα παντού, σ' όλους τους δρόμους, σ' όλα τα κέντρα, στα καταστήματα, τα σπίτια, σ' όλες τις μεριές, που -σώνει και καλά- θέλουν να σου επιβάλλουν, τις πιο απίθανες ώρες, την εκνευριστική τους παρουσία. Εργοστάσια, τουρμπίνες, τρένα που συναγωνίζονται σ' ακουστικές παραφωνίες, Κι απάνω απ' όλα τ' αεροπλάνα [...] Πάταγοι, βουητά, σφυρίγματα, ξέφρενα στριγκλίσματα, μια κόλαση αληθινή και θόρυβοι ανόμοιοι, σ' όλους τους τόνους ανακατεμένοι, που ζυμώνονται, σμίγουν όλοι μαζί σ' ένα χαρμάνι βίαιης κι ανέκφραστης ακουστικής βαναυσότητας, για να σε ξεκουφαίνουν, να σε τρελαίνουν, να σπάζουν τα νεύρα σου, που ξεκούραση ποτές δεν μπορεί να πάρουν.

Ο πολιτισμός την ησυχία μας τώρα έχει διώξει. Ας ήταν μπορετό με την πρόοδο και την εξέλιξή του, να μας την ξαναφέρει.

[Το μέρος του κείμενο που λόγου του όγκου του επιλέχθηκε ένα μέρος του επιλέχθηκε να παρουσιαστεί εδώ, έχει μεταφερθεί στο μονοτονικό σύστημα, διατηρώντας παράλληλα την ορθογραφία του πρωτότυπου]



Δευτέρα 4 Απριλίου 2022

Ο μυροβόλος Απρίλης στην ποίηση!




Ο Απρίλης στον τόπο μας είναι ο μήνας που βγαίνουμε από το σκοτάδι του χειμώνα. Κυριολεκτικό και μεταφορικό. Εμείς, οι κάτοικοι των πόλεων, έχοντας «πιάσει» ήδη πριν τον Μάρτη, αναζητούμε να τον γευτούμε έστω και αποσπασματικά... Φυτεύ
ουμε λουλούδια στις βεράντες μας, εκδράμουμε στις κοντινές εξοχές, βγαίνουμε στις δροσερές ακόμα πλατείες να τον απολαύσουμε σε μια γλυκιά βραδιά του. Οι άνθρωποι της επαρχίας τον ζουν σε όλο του το μεγαλείο. Είναι σίγουρα από τις στιγμές που τους «ζηλεύουμε»! Ο Απρίλης όμως έχει την τιμητική του και στα γράμματα μας! Τα «φύλλα» με χαρά σήμερα παρουσιάζουν τον «Απρίλη στην ποίηση» από το εξαιρετικό περιοδικό «Φιλιλογική Πρωτομαγιά», του 1959!

Ο Απρίλης στην ποίηση 

Η δημοτική ποίηση που εκδηλώνει με ενέργεια την ποιητική διάθεση του λαού μας, αφιέρωσε στο μυροβόλο Απρίλη τους πιο γλυκούς λυρικούς στίχους. Ο ερχομός του Απρίλη σημαίνει για τον άνθρωπο και μάλιστα τον ξώμαχο που είναι δαρμένος από του χειμώνα τα άγρια ξεροβόρια χαρά, καλοσύνη και ξεφάντωμα. Η πλάση όλη στολισμένη με τα χιλιόγραμμα λουλουδένια εμπριμέ της ευρίσκεται σε αποθεωτικό οργασμό.

Τώρα είναι Απρίλης και χαρά τώρα 'ναι καλοκαίρι
το λεν τ' αηδόνια στα κλαριά και οι πέρδικες στα πλάγια.
Παν τα κοπάδια στα βουνά να ξεκαλοκαιριάσουν,
παν και κοντά οι τσοπάνηδες βαρώντας τις φλογέρες.

Στο τραγούδι αυτό η λαϊκή μούσα δίδει μια ειδυλλιακή εικόνα όπου άνθρωποι και ζώα με το ίδιο χαρούμενο συνταίριασμα απολαμβάνουν στις μυρωμένες πλαγιές των ελληνικών βουνών, την απριλιάτικη φύση.
Ένα τέτοιο εξαίσιο σκηνικό αντίκρυσε και η ματιά του Αθανασίου Διάκου όταν από το Γολγοθά του μαρτυρίου του άφησε σαν κύκνει άσμα τους στίχους τον Απρίλιο του 1821

Για δες καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει
τώρα π' ανθίζουν τα κλαριά και βγάζει η γη χορτάρι.

Ο Απρίλης είναι ο μήνας των λουλουδιών παρ' όλο ότι ο Μάης εμφανίζεται ως αντιπρόσωπος των. Ένα λαϊκό δίστιχο λέγει:

Ο Μάης έχει τ' όνομα κι ο Απρίλης τα λουλούδια.

Σε μερικά όμως δημοτικά τραγούδια η χαρά της άνοιξης μοιράζεται σε δύο μήνες

Μάης με τα τριαντάφυλλα
κι Απρίλης με τα ρόδα.

Στο περίφημο τραγούδι του νεκρού αδερφού ο Απρίλης και ο Μάης προβάλλονται σαν μήνες που τα πουλιά ευρίσκονται σε αέναο λυρικό ξεφάντωμα.

Άκουσε Κωνσταντίνε μου τι λένε τα πουλάκια
Απρίλης είναι και λαλούν Μάης και φωλεύουν.

Εάν στα δημοτικά τραγούδια ο Απρίλης και ο Μάης θεωρούνται ως μήνες των λουλουδιών στη νεοελληνική ποίηση στον ίδιο τομέα ο Απρίλης έχει την πρωτοπορία.

Το απολαυστικό θέαμα της λουλουδοσπαρμένης πλάσης εμπνέει τη νεοελληνική μούσα και δίδει ενθουσιαστικούς και πηγαίους στίχους. Και πρώτα-πρώτα η Σολωμική ποίηση ευρίσκει στην ομορφιά του Απρίλη την αποθέωσή της.

Έστησε ο έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη
κι η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα.

Και σε ένα απόσπασμα των «ελεύθερων πολιορκημένων» που αναφέρεται στο αγωνιζόμενο Μεσολόγγι λέγει:

Ο Απρίλης με τον έρωτα χορεύουν και γελούνε
κι όσα άνθη βγαίνουν και καρποί τοσ' άρματα σε κειούνε.
Μάγεμα η φύσις κι' όνειρο στην ομορφιά και χάρη 
η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι
με χίλιες βρύσες χύνεται με χίλιες γλώσσες κραίνει
όποιος πεθαίνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει.

Ο ρομαντικός Ιωάννης Πολέμης τοποθετεί το απριλιάτικο σκηνικό το «παληό βιολί» το εξαίσιο εκείνο λυρικό τραγούδι του.

Άκουσε το απόκοσμο το παληό βιολί
μέσα στη νυχτερινή σιγαλιά του Απρίλη
στο παληό κουφάρι του μια ψυχή λαλεί
με τ' αχνά κι απάρθενα της αγάπης χείλη. 

[...]

Και ο μεγάλος μας Παλαμάς βαθειά γοητευμένος από τις ομορφιές του Απρίλη θρηνώντας το χαμό του παιδιού του αφήνει τη σπαρακτική θρηνωδία.

Παν οι αυγές κι οι Απρίληδες
μεσ' τη ζωή την άδεια
χάνονται αλαλάζοντας
στα ταρταροσκοτάδια

[...]

Ο ποιητής της γαλήνης και των θλιμμένων δειλινών ο αξέχαστος Λάμπρος Πορφύρας, περιδιαβάζοντας τις λιγοστές πρασινάδες της αγαπημένης του Φρεαττύδας μονολογεί τους παληούς ερωτικούς στίχους που έγραψε στο ίδιο εκείνο ακρογιάλι όταν κάποια απριλιάτικη ημέρα ήτανε συντροφευμένος με μια όμορφη Πειραιώτισσα.

Για την ωραία τη στιγμή τη μαγική
που σμίξαμε τα χέρια και τα χείλια
δε το θυμάμαι ήταν Κυριακή
κι' ήταν δύση ροδινή του Απρίλη.

Η πονεμένη Πολυδούρη μέσα από το κρεββάτι του πόνου στη Σωτηρία, με μια προφητική διαίσθηση τραγουδά το γρήγορο χαμό της.

Θα πεθάνω μια αυγούλα μελαγχολική τ' Απρίλη
όταν αντίκρυ θ' ανοίξη μεσ' στη γλάστρα μου δειλά
ένα ρόδο μια ζωούλα. Και θα μου κλειστούν τα χείλη 
και θα μου κλειστούν τα μάτια μονάχα τους σιωπηλά. 

[Το κείμενο μεταφέρθηκε στο μονοτονικό σύστημα, διατηρώντας παράλληλα την ορθογραφία του πρωτότυπου.]



Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2022

Τ' ΑΝΑΠΛΙ...




-Σκεφτήκατε ποτέ το Ναύπλιο;
-Ναι.
-Το σημερινό ή αυτό που έχετε στη μνήμη σας;
-Αυτό που έχω στη μνήμη μου δεν υπάρχει σήμερα.

(Νίκος Καρούζος, η τελευταία συνέντευξη στον Κωνσταντίνο Αν. Θέμελη, εκδόσεις ύψιλον/βιβλία)

Πάντα σκέφτομαι το Ναύπλιο. Τ' Ανάπλι, που λένε ακόμα οι παλιοί. Πάει, χάθηκε κι αυτή η έκφραση. Όπως κι αυτό το Ναύπλιο που έχω κι εγώ στη μνήμη μου. Δεν υπάρχει σήμερα. Τ' Ανάπλι του ατελείωτου παιχνιδιού στους δρόμους με τα ελάχιστα αυτοκίνητα στη συνοικία της Πρόνοιας. Το ανέβασμα στο Παλαμήδι, όχι από τον επίσημο δρόμο ή από τα εννιακόσια ενενήντα εννιά σκαλιά. Μα από τα μονοπάτια και τα κατσάβραχα του βουνού που ξεκινούσαν από το τέλος της συνοικίας. Ακόμα έχω μέσα μου τις ανοιξιάτικες μυρωδιές του βουνού κάθε Πάσχα, τις φραγκοσυκιές που μας γρατζουνούσαν, τις τσουκνίδες που μας κατακοκκίνιζαν τα πόδια, το υγρό μυρωδάτο χώμα. Τα βράχια της Αρβανιτιάς που κάθε πρωί από αυτά παίρναμε φόρα και βουτούσαμε στη θάλασσα. Ξανά και ξανά προσέχοντας να πέσουμε ανάμεσα στους δύο βράχους για να μην «καρφώσουμε»... Το φωτισμένο, μόνο τα Σαββατόκυριακα που έρχονταν οι τουρίστες, κάστρο. Κι άλλα θυμάμαι, πολλά. Όπως τη θλιβερή στιγμή της επιστροφής στην Αθήνα, με το Παλαμήδι να σβήνει σιγά σιγά από το βλέμμα μου. Αυτό το Ναύπλιο έχω στη μνήμη μου. Των παιδικών, άντε και των εφηβικών μου χρόνων. Αυτό ήταν ένα γιορτινό, ένα καλοκαιρινό Ναύπλιο. Αυτό άφηνα πίσω. Το χειμωνιάτικο, το καθημερινό, δεν το γνώρισα ποτέ. Το φανταζόμουν μόνο από τις διηγήσεις. Όπως ζούσα και μισοσυνειδητά το μύθο του. Κάστρο, Μπούρτζι, οχυρώσεις, επαναστάσεις, φυλακές, μάχες... Πλέον, αυτό που έχω στη μνήμη μου σήμερα, δεν υπάρχει πια. Έπαψε να υπάρχει όταν με την ενηλικίωση μου διάλεξα το δρόμο που θα έπαιρνα στη ζωή μου. Κι αυτός ήταν αντίθετος με την πολιτική μαυρίλα του, τις μικροαστικές συνήθειες, τον πνιγηρό ασφυκτικό έλεγχο της επαρχίας. Κρατάω όμως το παλιό των ανέμελων παιδικών μου χρόνων. Μου αρκεί. Και προσπαθώ να το φανταστώ και να το περπατήσω, όπως δεν το γνώρισα ποτέ τους δύσκολους μοναχικούς μήνες, μέσα από το εξαιρετικό κείμενο του Πέτρου Χάρη, που ανακάλυψα σ' έναν ακόμα θησαυρό των γραμμάτων μας. Την «Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά» του 1963, που μέρος του, έχουν τη χαρά τα «φύλλα» ν' ανασύρουν από το παρελθόν και να επαναφέρουν στο φως!


ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ ΣΤ' ΑΝΑΠΛΙ
(Ώρες ιστορίας και θρύλου)

Αν αγαπάτε μια πολιτεία, προπάντων μια παλιά πολιτεία που με την ιστορία της, με τους θρύλους της και την ομορφιά της ή με την ιδιοτυπία της συχνά γίνεται κάλεσμα τυραννικό και πολλά σας υπόσχεται και με πολλές προσδοκίες  σας κρατάει, έστω και για λίγες στιγμές, στο όνειρο, απάνω από την εχθρική ή και την άχρωμη και ασήμαντη πραγματικότητα, αφήστε να περάσει το καλοκαίρι, περιμένετε νάρθει το φθινόπωρο, και τότε ξεκινήστε. Οι δρόμοι που θα σας φέρουν στην παλιά σας αγάπη δε θα είναι έρημοι, μα δε θάχουν και το συνωστισμό της καλοκαιρινής ημέρας ή και της νύχτας του Ιουλίου και του Αυγούστου, που δεν αφήνει θέση ούτε σ' ένα λαγό ούτε σε μιαν αλεπού να κάνουν το βραδινό τους σεργιάνι. Οι φθινοπωρινοί δρόμοι, κάτω από έναν ήλιο που περιορίζεται να φλογίζει λίγο τα νεανικά πρόσωπα, να δυναμώνει τη λάμψη στα χρυσά ή στα μαύρα τους μαλλιά ή και να γεμίζει με φως τις ρυτίδες της πείρας, κάτω κι από το φεγγάρι του Οκτωβρίου και του Νοεμβρίου που δεν έχει να δει πολλά πλάσματα και προσέχει περισσότερο το νυχτερινό οδοιπόρο, ή και μέσα στην ασέληνη νύχτα και έναν καταστόλιστο ουρανό που αιώνες τώρα αγωνίζεται να στείλει τις φωνές του, τα μηνύματα του και να μας εξηγήσει πόσο απλή είναι η αρμονία του κόσμου, απλή και μεγάλη όπως μια θαυμαστή μαθηματική εξίσωση, οι φθινοπωρινοί, λέω δρόμοι μοιάζουν με τα βέλη της ευτυχίας. Όσοι τους περπατούν, όχι από ανάγκη, όχι ζεμένοι στον τροχό του επαγγέλματος, όσοι τους περπατούν σε ώρες σχόλης είναι σαν να πηγαίνουν σε ερωτική συνάντηση. Ξέρουν ότι ξεκίνησαν για να φτάσουν, ύστερα από εκατό, διακόσια ή και περισσότερα χιλιόμετρα, σε μιαν άδεια πόλη. Δηλαδή σε μια πόλη που δεν έχει κρατήσει  κανέναν από τους καλοκαιρινούς επισκέπτες της κ' έμεινε μόνο με τους κατοίκους της, που γύρισε στο ρυθμό της κανονικής ζωής της και δεν προσπαθεί να φανεί ωραιότερη απ' ότι είναι ή να γίνει πιο ευχάριστη για τους ξένους της.

Το φθινοπωρινό πρόσωπο κάθε πολιτείας, που έχει πολλούς ξένους το καλοκαίρι και υποχρεώνεται να κάνει πότε μεγάλη και πότε μικρή προσπάθεια, είναι το πιο γνήσιο, και το πιο συμπαθητικό. Είναι ο άνθρωπος που έβγαλε τα καλά του όταν έφυγαν οι ξένοι του, που ηρέμησε λες και γυρίζει στον τόπο του, με τις συνήθειες του ακάλυπτες, με το περπάτημά του, πιο ελεύθερο, με τις παλιές και μόνιμες έγνοιες του, που είχαν γίνει φροντίδα και προθυμία για τους ξένους.

Γυρίζουν οι άνθρωποι αυτή την εποχή από κοντά κι από μακριά, από μια κατασκήνωση, από τα ελληνικά βουνά, κι από τις ελληνικές ακρογιαλιές. Μα έρχονται σιγά-σιγά κι από πιο μακριά, από άλλους τόπους, από ξένους τόπους, που τώρα πια οι βροχές θόλωσαν τον ουρανό τους κι ο χειμώνας τους ζυγώνει με γρήγορα βήματα. Έχουμε όμως και μιαν άλλη επιστροφή, αυτήν που γίνεται μ' εκατό, με πενήντα ή και με λιγότερα ακόμη βήματα  κι ωστόσο σημαδεύει πολύ πιο αποφασιστικά γεγονότα. Είναι η επιστροφή των ανθρώπων της επαρχίας στον εντελώς δικό τους χώρο, στην πόλη τους, η επιστροφή των ανθρώπων που ούτε μια μέρα, ούτε μιαν ώρα, δε μετακινήθηκαν κι όμως ξαναβρίσκουν το σπίτι τους. [...]

Έτσι φτάσαμε κ' εμείς, με την πρώτη φθινοπωρινή νοσταλγία, στ' Ανάπλι. Κ' έτσι βρήκαμε την παλιά πολιτεία: όπως την περιμέναμε κι όπως την θέλαμε, μόνη έπειτ' από τη χαρούμενη καλοκαιρινή επιδρομή ξένων και Ελλήνων, γυρισμένη ολόκληρη στα περασμένα, ασάλευτη στις συνήθειές της σαν το Παλαμήδι της και σαν τ' άλλα της τα φρούρια, νοικοκυρεμένη κι ολοκάθαρη, ήσυχη, προπάντων ήσυχη και αδιάφορη για ό, τι γίνεται και για ό,τι μπορεί να γίνει γύρω της, βαριά από πείρα και καρτερία. Όσοι την θυμούνται, σε επίσημες ώρες ή σε απλές, καθημερινές συζητήσεις, δεν παραλείπουν να σημειώσουν ότι είναι η πρώτη πρωτεύουσα της νέας Ελλάδας. Μα η δόξα αυτή κι η τιμή αυτή είναι η τελευταία. Είναι η λάμψη πριν το ηλιοβασίλεμα. Γιατί η πολιτεία αυτή, η αρχαία Ναυπλία, το Ναύπλιο έπειτα, έρχεται από πολύ μακριά, έχει ζήσει στον ίσκιο του αυστηρού βράχου της αιώνες αιώνες αναρίθμητους που πας να τους μετρήσεις και χάνονται μέσα στα παραμύθια, και είδε όσα λίγες άλλες πολιτείες είχαν την τύχη ή την κακή μοίρα να δουν. Στο πρόσωπο της έχει πετρώσει κι η περηφάνια από τους καιρούς της παλληκαριάς και της ευτυχίας, και ο πλούτος από τα λογής λογής εμπόρια, - το λιμάνι της έφτασε να χωρέσει κι εξακόσια πλοία, μεγάλα και μικρά - μα και ο τρόμος από τα πολλά αίματα, από τους βόγγους, από το θάνατο που έπεφτε απάνω της με καλπασμό. Φράγκοι, Βενετσιάνοι και Τούρκοι πολύ το θέλησαν και πολύ το κράτησαν το Ναύπλιο. Κι όποιος ξέρει να βάζει αυτί στα περασμένα, θ' ακούσει τους αλαλαγμούς και το θρήνο τους, τις κανονιές και τα γιουρούσια τους, τον καημό τους για την πρώτη πολιτεία αυτή του Μοριά, - πρώτη για χρόνους πολλούς κι αξιομνημόνευτους, - και το τραγούδι τους έπειτ' από κάθε νίκη κ' έπειτ' από κάθε αντίσταση στον εχθρό που ερχόταν συχνά κι από στεριά κι από θάλασσα. 

Δεν είναι όμως στ' Ανάπλι μόνο οι φωνές που μας γυρίζουν στα περασμένα. Είναι και τα έργα των ανθρώπων, που έμειναν και μας διηγούνται τον τρόμο των κατοίκων του ή των κατακτητών του και μας δείχνουν μεγάλη και θαυμαστή σε αποτελέσματα αγωνία τους. Όλα αυτά τα οχυρά, που ζώνουν την πολιτεία και θέλουν από τη θάλασσα προπάντων να την ασφαλίσουν, μας λένε κι όλο μας λένε πως ο άνθρωπος πολύ κινδύνεψε εδώ, όπως σε κάθε γωνιά της γης που έχει χαρές πολλές κ' έρωτες περισσότερους, και μας εξηγούν πως έτσι θα ζει και θα παιδεύεται πάντα, θα υψώνει και θα γκρεμίζει οχυρά, θα κελαηδάει και θα θρηνεί, θα στήνει τρόπαια και θα ανοίγει τάφους, κ' ενώ θα περνάει κάτω από τα φρούρια που στα θεμέλια τους έχει πήξει το αίμα κ' ενώ θα πρέπει να διαβάζει στα πελώρια κοτρόνια τους το μέγα δίδαγμα, αυτός θα προχωρεί, όλο θα προχωρεί για να υψώσει κι άλλα οχυρά, για να γκρεμίσει κι άλλα οχυρά, και να μη χαρεί τη ζωή του, να μην πετάξει από μέσα του το θηρίο, που είναι πιο φοβερό και πιο αδάμαστο από το λιοντάρι που σκάλισαν οι Βενετσιάνοι στα φρούρια τ' Αναπλιού και τ' άφησαν αιώνια υπεροψία μέσα στο χρόνο. [...]

Μα και το Παλαμήδι δεν έχει να πει λίγα. Φτάνει να βάλουμε αυτί στο μπουντρούμι που πέταξαν τον Κολοκοτρώνη και τον άφησαν να σαπίζει ώσπου τούδωσε χάρη ο Όθων, και δε χρειάζονται περισσότερα, δεν χρειάζονται άλλα...

Ωστόσο, είμαστε τώρα απάνω στο Παλαμήδι κι ο καθαρός του αέρας παίρνει μακριά τις αναθυμιάσεις. Πριν από τρία χρόνια τολμήσαμε το δύσκολο αγώνισμα: ανεβήκαμε τα 999 σκαλιά του τρεις παλιοί φίλοι. [...]

Τ' Ανάπλι κάτω από το Βράχο , φθινοπωρινό και ήρεμο, συμμαζεύεται κ' ετοιμάζεται για το χειμώνα που έρχεται. Και το ακολουθεί η Πρόνοια, προνοητική κι αυτή και ήσυχη στο πλευρό του. Αν έχει όμως τ' Ανάπλι την ιστορία του, έχει και το Παλαμήδι τη δική του. Μα θα μας έπαιρνε το βράδι, αν θέλαμε να τη διηγηθούμε στους φίλους μας. [...]

Κατεβαίνω από το Παλαμήδι και στη φθινοπωρινή εσπέρα βρίσκω ακόμα πιο ήρεμη την παλιά πολιτεία. Δεν αποφασίζω όμως όμως να την αποχαιρετήσω. Η γαλήνη της κάνει αργά τα βήματά μου. Τα κάνει ακόμη πιο αργά ένας ψίθυρος, που τον ακούω κάθε φορά που βρίσκομαι στ' Ανάπλι μα τώρα έχει γίνει πιο επίμονος και θυμίζει ένα χρέος. [...]

Μια φωνή, που ίσως κι αυτή να μας σπρώχνει κάθε τόσο στο δρόμο για τ' Ανάπλι.