Η λίστα ιστολογίων μου

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προσωπικά διηγήματα/ αφηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προσωπικά διηγήματα/ αφηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 27 Απριλίου 2025

Ζάρκο




Αρνί λοιπόν! Τεύχος 7 αυτή τη φορά! Κι όσα έγραψα σε προηγούμενα κείμενά μου για αυτό το διαμαντάκι της περιοδικής έκδοσης (μπορείτε να διαβάσετε εδώ: Περιοδικό "αρνί", τεύχος 6)  ισχύουν και με το παραπάνω! Και ακόμα πιο πολύ ισχύει η τετράμηνη προσμονή να το πιάσω πάλι στα χέρια μου! 

Αυτή τη φορά όμως είναι διπλή η χαρά και η συγκίνησή μου που συμπεριέλαβαν και τη δική μου μικρή προσφορά. Ένα μικρό κείμενο για τον τόπο τους, τη Θεσσαλία, που πριν από ένα χρόνο την επισκέφτηκα! Τους ευχαριστώ θερμά! 




Ζάρκο

Στην Κατερίνα...

Να οδηγώ δεν ήξερα! Αυτοκίνητο δεν είχα. Πελοποννήσιος στην καταγωγή. Αθηναίος στη ζωή. Μητροπολιτάνος! Μόνο στα νησιά για διακοπές. Κλασσικός Αθηναίος. Από την ηπειρωτική Ελλάδα πλήρης άγνοια. Ακόμα και από την Πελοπόννησο. Άντε μέχρι την Τρίπολη το Πάσχα. Ενηλικιώθηκα κι έκοψα κάθε δεσμό. Νησιά και πάλι νησιά. Με συγκινούσε η θάλασσα. Μέχρι που σε γνώρισα, Θεσαλλιώτισσα στην καταγωγή. Αθηναία στη ζωή σου κι εσύ! Μητροπολιτάνα! Ενηλικιώθηκες κι εσύ και έκοψες κάθε δεσμό. 
Πέντε χρόνια έπρεπε να περάσουν να μάθω να οδηγώ κι εγώ αυτοκίνητο για να πάμε στα μέρη που περνούσες τα καλοκαίρια σου μικρή! Παιδούλα! Κοριτσάκι! Αττική, Βοιωτία, Φθιώτιδα και τέλος Θεσσαλία! Νομός Καρδίτσας, Τρικάλων. Από παντού περάσαμε. Την "ήξερα" τη Θεσσαλία. Από τους αγώνες της για έναν καλύτερο κόσμο τη δεκαετία του σαράντα. Διάβασα για το αντάρτικό της. Ιδιαίτερα γι' αυτό του 1946-1949. Συγκίνηση για το λαό της. Ήταν Γίγαντας!
Μπήκαμε στο μικρό χωριό. Ψάχναμε. Έβαλες στοίχημα με τον εαυτό σου να βρεις το σπίτι της γιαγιάς και του παππού. Γιατί άραγε λέμε πρώτα γιαγιά και μετά παππού; Μήπως γιατί είναι η δεύτερη μάνα μας; Μήπως γιατί ποτέ δεν μας χαλούσαν χατίρια; Μήπως η μυρωδιά τους; Μήπως η κολόνια "Μυρτώ"; Μήπως τα μακριά μαλλιά τους που σπάνια βλέπαμε λυτά; Και το βρήκες! Σπίτι, αυλή, κήπος! Όπως το φανταζόμουν! Σαν τη δικής μου γιαγιάς το σπίτι στην "Παλιά Ελλάδα". Αυτές οι δύο γιαγιάδες, χιλιόμετρα μακριά, με τις ίδιες αγωνίες, την ίδια φτώχεια. Αυτά τα δύο σπίτια... Και ξάφνου ένιωσα μια ζεστασιά... Θα ήθελα να ζούσε και να την αγκαλιάσω. Ήταν η αγαπημένη σου γιαγιά. Άρα και δική μου. Σε είδα πως κοιτούσες το σπίτι που είχες δεκαετίες να μπεις. Μου μιλούσες γι' αυτό κι εγώ περπατούσα σε όλα τα δωμάτιά του. Και κυρίως στον κήπο του. Σε έβλεπα μικρή! Και σε αγάπησα ακόμα πιο πολύ... Ήταν οι παππούδες μας, οι γιαγιάδες μας, εσύ κι εγώ η συνέχεια του τόπου... Κι αγάπησα τους τόπους μας ακόμα πιο πολύ... Τους ανταρτοτόπους μας... Έστω κι αν τους "χάσαμε"... Και στον ταξικό πόλεμο και στη ζωή...






Δευτέρα 21 Απριλίου 2025

Στιγμή...




Από εκείνη τη στιγμή που χτύπησε το τηλέφωνο και έμαθα ότι είσαι τόσο μακριά και το αίμα ν' απλώνεται παντού στο κεφάλι σου δεν ησυχάζω. Από τότε που σε είδα παρατημένο σ' ένα φορείο νοσοκομείου δεν ησυχάζω. Από τότε που σε είδα σ' ένα "κέντρο αποκατάστασης" μόνο κατάμονο δεν ησυχάζω. Ησύχασα είκοσι τέσσερις ώρες πριν κοιμηθείς για πάντα, μιας και τρεις μήνες σχεδόν κοιμόσουν, αλλά σίγουρα μας ονειρευόσουν και μας έσφιγγες το χέρι οπότε στο ζητούσαμε ψελίζοντας ποιος ξέρει τι, όταν ήταν η τελευταία φορά που μέσα στον ύπνο σου σού είπα ότι σε αγαπώ κι ένα δάκρυ σου κύλησε. Η τελευταία μας επικοινωνία. Την άλλη μέρα την ίδια ακριβώς ώρα χτύπησε το τηλέφωνο κι έμαθα ότι κοιμήθηκες για πάντα. Κι από 'κεινη τη στιγμή δεν ησυχάζω. Μου έρχεσαι συνέχεια στο νου, μία νέος και μία ηλικιωμένος. Παππούς. Κι ήσουν τόσο καλός παππούς όσο και καλός πατέρας με τον τρόπο σου. Νέος μου έρχεσαι όταν αντικρίζω τη φωτογραφία σου στην οθόνη μου και παππούς όταν σε αντικρίζω στη φαντασία μου ή στα όνειρα μου που έρχεσαι συχνά. Και τώρα εδώ, στο σπίτι που πέρασες τα τελευταία εικοσιένα καλοκαίρια σου, σε έζησα πιο πολύ από τότε που ήμουν παιδί, μιας και στα πολύ εικοσιλίγα μου χρόνια έφυγα από το σπίτι δεν ησυχάζω. Πετάγεσαι μέσα από τις ελιές, τις λεμονιές, τους θάμνους, τις αγγελικούλες, τα χαμολούλουδα των βράχων, το αμπέλι, τις ροδιές, το πατητήρι, την αποθήκη με τα εργαλεία σου, τη βιβλιοθήκη, την ώρα που ποτίζω, την ώρα που διαβάζω στη βεράντα. Παντού πετάγεται. Και δεν ησυχάζω...





Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2025

Οδός Καρόλου...



Στη μνήμη του ευγενικού ανθρώπου από τον Λαύκο Νοτίου Πηλίου Στάθη Σφονδύλια...


Τότε, πέρασε οδηγώντας τη μηχανή του από την οδό Καρόλου στο κέντρο της Αθήνας. Αίμα μύριζε η γαλλοονομασμένη από τις ιμπεριαλιστικές σφαγές των αποικιοκρατών οδός. Στ' αριστερά του, στρατιές τοξικοεξαρτημένων αστέγων κοίτονταν χυμένοι μέσα στη βρομιά των πεζοδρομίων. Αίμα μύριζε από το δηλητήριο που χυνόταν στις φλέβες τους από το σουτάρισμα στις ζωές τους του κρατικού και παρακρατικού καπιταλισμού που τους θέλει νεκροζώντανους. Στ' αριστερά του πάλι, το άθλιο χουντοκτήριο που οι Ιταλοί διαφεντεύουν πια, αγοραζοντάς το μπιρ παρά, δεσπόζει με τη μιζέρια του στην περιοχή. Αίμα μύριζε, αίμα πενήντα επτά ανθρώπων από το κεφαλαιοκρατικό έγκλημα. Τότε, μια γνώριμη μυρωδιά που κατακλύζει την Αθήνα κάθε άνοιξη του ήρθε στα ρουθούνια. Ανάμεσα στα καυσαέρια χιλιάδων εξατμίσεων μια δόση μυρωδιάς από νερατζιά του ξύπνησε κάτι ανθρώπινο. Όσες φορές ξαναπέρασε δεν μπόρεσε να βρει αυτό το δέντρο... Αυτή η μυρωδιά του δημιουργούσε την ψευδαίσθηση ότι η ζωή προχωρά παρόλο το αίμα που μύριζε όπου κι αν κοιτούσε σε αυτό το δρόμο. Ίσως από επάνω της ήθελε να πιαστεί. Να βρει ελπίδα στη ζωή... Από την ψευδαίσθηση αυτή ξύπνησε κοιτάζοντας προς το άνοιγμα της πλατείας Καραϊσκάκη. Το κόκκινο αιμάτινο χρώμα της δύσης στον ουρανό του θύμιζε σε κάθε τόνο ότι το αίμα, το άδικα χυμένο, είναι το βασικό συστατικό αυτού του σάπιου κόσμου. Ενώ το αίμα θα έπρεπε να είναι ο βασικός ζωοδότης. Ο ζωοδότης της χαράς... 

Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2024

Η σκακιέρα...



Στη μνήμη του πατέρα μου (1944 - 2024)...


Όλα, όλα, και τ' άλογα μου θα σου δώσω 
Μονάχα ετούτο τον τρελό μου θα κρατήσω
που ξέρει μόνο σ' ένα χρώμα να πηγαίνει 
δρασκελώντας την μίαν άκρη ως την άλλη 

γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σου
μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά
αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις
Έλα να παίξουμε...

Κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα...

Μανώλης Αναγνωστάκης 

Τελείωσε η παρτίδα πατέρα. Όχι αυτή που σκάρωσες με τον φίλο σου και συμφοιτητή σου σ' εκείνη την αυτοσχέδια σκακιέρα που από τη φτώχια σας φτιάξατε σ' ένα χαρτόνι μιας κούτας ουίσκι. Ποιος ξέρει που μπορεί να τη βρήκατε. Ίσως σ' εκείνη την ταβέρνα που δούλευες χωρίς να πληρώνεσαι για ένα πιάτο φαΐ στη Θεσσαλονίκη όπου σπούδαζες. Τελείωσε η παρτίδα της ζωής σου κι εγώ τώρα έμεινα με αυτή τη σκακιέρα και τα πιόνια, τις βασίλισσες, τους βασιλιάδες, τους αξιωματικούς, τα άλογα, τους πύργους. Είδες! Τα πιόνια έβαλα πρώτα σε αυτές τις γραμμές πατέρα. Ίσως γιατί όταν τα θυσίαζα πρώτα στις μάχες στεναχωριόμουν πιο πολύ κι από όταν έχανα τον βασιλιά και έχανα την παρτίδα. Γιατί με τα "πιόνια" ήμουν πάντα στη ζωή μου κι όχι με τους βασιλιάδες. Ακόμα και τότε ασχημάτιστο παιδί... Ως βαθιά υλιστής ξέρω ότι σε κανένα άλλο κόσμο, σε καμία άλλη ζωή, από κανέναν άλλον ουρανό δεν θα δεις ποτέ αυτές τις γραμμές. Και είναι κρίμα γιατί σίγουρα θα σου άρεσε που είμαι με τα πιόνια... 


Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2024

Πάλεψε πατέρα... Όπως πάλευες πάντα...




Ανοίγει η πόρτα. Όταν άνοιγε λίγο καιρό πριν ήσουν εσύ εκεί και με περίμενες. Τώρα δεν είσαι. Μπαίνω και προχωρώ. Όταν έμπαινα πριν λίγο καιρό σε αγκάλιαζα και σε φιλούσα. Τώρα προχωρώ στο κενό. Λίγο πιο μέσα ξεπρόβαλε κι αυτή κι εσύ ακολουθούσες. Τώρα είναι μόνη. Δεν ξέρω τι μου στοιχίζει πιο πολύ... Η μοναξιά σου στο δωμάτιο του νοσοκομείου ή η μοναξιά της στο σπίτι. Στρίβω δεξιά. Μπαίνω στο δωμάτιο με τις βιβλιοθήκες από κάτω έως πάνω. Ένας θησαυρός δίπλα στο σαλόνι. Πίνακες και φωτογραφίες ασπρόμαυρες ανθρώπων που λείπουν χρόνια. Χιλιάδες ονόματα ανθρώπων σε ράχες βιβλίων. Μάλλον οι πιο πολλοί δεν ζουν. Ο θάνατος είναι μια αλλαγή της ύλης. Έτσι είναι... έγραφε λίγο πριν εκτελεστεί ο μεγάλος κομμουνιστής δάσκαλος Νίκος Πλουμπίδης. Αλλά αυτοί στις ράχες ζουν κάθε φορά που κοιτάζω και ξεφυλλίζω τα τυπογραφικά στοιχεία που συνέθεσαν και μας πρόσφεραν. Γιατί μπορεί ο θάνατος να είναι μια αλλαγή της ύλης αλλά αυτοί είναι αθάνατοι. Σηκώνω το κεφάλι και δεν ξέρω που να πρωτοκοιτάξω αν και και έχω κοιτάξει ξανά και ξανά και ξανά προς όλους τους καλυμμένους τοίχους. Πώς γίνεται όμως πάντα να βρίσκω κάτι που δεν έχω προσέξει τόσα χρόνια. Τόσα χρόνια που μπαίνω και βγαίνω σε αυτό το δωμάτιο. Μυθιστορήματα, ιστορία, λεξικά, δοκίμια, τέχνη, ποιήματα... Ανάθεμα αν ξέρω και τι άλλο. Βγαίνω και πηγαίνω στο βάθος στο άλλο δωμάτιο. Αντικρίζω την παλιά, πολύ παλιά βιβλιοθήκη. Μια μακρόστενη τεράστια και παλιά. Την πρώτη σας (με τη μάνα). Την πρώτη μας (με τον αδερφό μου) έστω κι αν δεν ήταν με δικά μας βιβλία. Με τις εκδόσεις του "Γαλαξία", αυτές με τα ροζοπορτοκαλί εξώφυλλα με τους συγγραφείς από όλο τον κόσμο και τις εκδόσεις της "Εστίας" με τα άσπρα πολυκαιρισμένα εξώφυλλα. Και όλα αυτά με τη σφραγίδα σου με χρονολογία 1968. Καλά! Πόσα βιβλία αγοράσατε τότε! Με ποια εφόδια! Και δεν εννοώ μόνο τα υλικά. Φοβερό! Πάντα ένιωθα ένα δέος μπροστά σε αυτά όταν ήμουν παιδάκι. Τα κοίταζα και τα ξανακοίταζα. Μετά από δεκαετίες κατάλαβα. Και άρχισα να σου τα ζητάω για να τα διαβάσω. Κι εσύ με χαρά μου τα έδινες! Με όλη σου την ψυχή! Μόνο που κατέγραφες πάντα τι έπαιρνα εγώ και τι ο άλλος σου γιος. Πώ πω! Σε εσάς χρωστάω τη γνωριμία με πολλούς συγγραφείς! Με τον κόσμο τους. Η μεγαλύτερη σας κληρονομιά μετά την αγάπη σας. Κάποια στιγμή σταμάτησα να σου ζητάω βιβλία. Ένιωθα ότι χαλούσα αυτή τη σειρά των βιβλιοθηκών. Δεν έπρεπε. Οι βιβλιοθήκες είναι σάρκα από τη σάρκα μας. Είναι οι χιλιάδες ώρες που έχουμε ξοδέψει με όλη μας την ψυχή για να τις γεμίσουμε. Είναι το αίμα μας, οι αγωνίες μας οι προσωπικές και οι πολιτικές. Είμαστε εμείς... Κι όταν το εγώ γίνεται εμείς με το μοίρασμα είναι η μέγιστη πράξη. Το νόημα αυτής της ζωής. Βγαίνω και από αυτό το δωμάτιο και προσπερνώ άλλο ένα που κι αυτό βιβλία έχει. Πηγαίνω προς την έξοδο. Ανοίγω την πόρτα και φεύγω. Και δεν θέλω τίποτα άλλο από το να μπω την επόμενη φορά και να με περιμένεις. Να με αγκαλιάσεις και να με φιλήσεις. Να μπω στα δωμάτια με τα βιβλία και να μου πεις: Πάρε ότι θες. Κι εγώ να σου πω: Πατέρα, πάρε να διαβάσεις κάτι καινούριο που έγραψα... Έως τότε, πάλεψε για τη ζωή σου κι εγώ έχω άπειρη υπομονή να σε περιμένω. Κι εγώ κι η μάνα κι ο άλλος σου γιος...




Τετάρτη 24 Ιανουαρίου 2024

Τραγούδι...




Σε σένα άγνωστη μεγάλη γυναίκα...

Ηλεκτρικός σταθμός Πετραλώνων. Κάπου απορροφημένος στο διάβασμα. Προνόμιο. Έφτασε στ' αυτιά μου μια γλυκιά σπαρακτική φωνή. Σήκωσα το κεφάλι. Γλυκό ρυτιδιασμένο πρόσωπο, σπαρακτικό βλέμμα. Λίγα μαύρα, λίγα λευκά μαλλιά. Μποτάκια που χάνονταν μέσα σε μια φόρμα-κολλάν με τρεις χρυσές ρίγες απομίμηση γνωστής μάρκας. Κοίταξα τα γνωστής μάρκας παπούτσια μου. Προνόμιο. Μπουφάν απλό μακρύ για να την προστατεύει από το κρύο. Κοίταξα το δικό μου. Προνόμιο. Μας κοίταξα όλους γύρω. Ένα χαρτόνι στα χέρια της έγραφε ότι είναι από τη Σερβία κι έχει τρία παιδιά. Μια φωτογραφία μ' ένα παλικάρι την κοσμούσε. Δεν την κοίταξα αλλο. Ένα σπαρακτικό τραγούδι έβγαινε από το στόμα της. Τόσο γλυκό, τόσο πονεμένο. Με μάγεψε. Με συγκίνησε τόσο βαθιά κι ας μην καταλάβαινα τα λόγια του. Στα σερβικά το τραγουδούσε, στα τσιγγάνικα; Δεν ξέρω. Η γλώσσα του πόνου όμως και η έκφραση του πόνου παγκόσμια είναι. Ποιος ξέρει τι να τραγουδούσε. Τι να έλεγε αυτό το τραγούδι. Μόνο η ίδια κι ο άνθρωπος που το έχει γράψει σε κάποιον άλλο αιώνα. Έσκυψα το κεφάλι. Μου ήρθαν δάκρυα στα μάτια. Άνοιξα με τρεμάμενα χέρια την τσάντα βιαστικά μήπως και δεν προλάβω. Έβαλα χωρίς να την κοιτάζω ένα κέρμα στο άδειο χάρτινο ποτήρι της. Το ίδιο και δύο καλές ηλικιωμένες γυναίκες δίπλα μου. Ήταν απέναντι μου, πολύ κοντά, και για ένα γαμημένο κέρμα δεν έφυγε και συνέχισε να μου τραγουδάει απ' ότι κατάλαβα κοιτώντας με στα μάτια. Δεν άντεξα να την κοιτάξω. Έσκυψα το κεφάλι κι έκλεισα το βιβλίο μου χαζεύοντας το εξώφυλλο. Άνοιξαν οι πόρτες στον επόμενο σταθμό κι αυτή συνέχισε στο υπόλοιπο βαγόνι. Η ίδια γλυκιά και σπαρακτική φωνή. Το ίδιο σπαρακτικό τραγούδι. Ένας άντρας μ' ένα ακορντεόν πήρε τη σκυτάλη. Αυτή από λίγο πιο μακριά γύρισε και τον κοίταξε μ' ένα παρακλητικό βλέμμα "λέγοντας" του άσε με να τελειώσω. Άλλη μια μαχαιριά. Την άφησε για λίγο και μετά άρχισε να παίζει ένα σκυλοτράγουδο ενός γνωστού τραγουδιστή που πέθανε πριν από λίγο καιρό και, η ενασχόληση όλων των μέσων μαζί του, έδειξε το πολιτιστικό επίπεδο που έχουμε περιέλθει σαν κοινωνία. Η φωνή της χάθηκε. Βγήκε και προχώρησε στο επόμενο βαγόνι. Σκέφτηκα να την ακολουθήσω για να την ακούσω. Ντράπηκα. Τον πόνο της ν' ακούσω; Δεν ήταν διασκεδάστρια. Έσκυψα το κεφάλι στο εξώφυλλο του βιβλίου. Η φωτογραφία του επαναστάτη, η μοναδική που έχει τραβηχτεί με μουστάκι, με κοιτούσε ίσια στα μάτια. Τον κοιτούσα κι εγώ. Ένιωσα να μου λέει "Πάλεψα και μάτωσα για ν' αλλάξει ο κόσμος. Δεν κέρδισα. Δεν κερδίσαμε. Συνεχίστε εσείς." Δεν κερδίσαμε αλλά θα συνεχίσουμε να πολεμάμε πάντα, σκέφτηκα. Μέχρι αυτή η γυναίκα να πάψει να τραγουδάει για ένα κέρμα στα βαγόνια των τρένων. Μέχρι να τραγουδά χαρούμενα τραγούδια σε λαϊκές γιορτές και πανηγύρια, σε πλατείες και αυλές σπιτιών σε αυτοσχέδια γλέντια, σε καφενεία και ταβέρνες. Και καμιά φορά να τραγουδά και κανένα θλιμμένο τραγούδι για όλες αυτές κι αυτούς που δεν πρόλαβαν να δουν τον κόσμο αυτον ν' αλλάζει...


Διαβάστε ακόμα:

Παρασκευή 5 Μαΐου 2023

Μια βροντή...




Στον Αχιλλέα, για τα όμορφα πάντα και ανθρώπινα λόγια του...

Και σ' εσένα δάσκαλε... Ξέρεις εσύ καλύτερα από εμένα...


Το αεροπλάνο έπιανε αργά αργά να κατεβαίνει. Αυτός, ο μοναδικός ξάγρυπνος, με το ατομικό του φωτάκι ανοιχτό, πάλευε να διακρίνει μέσα από τα δάκρυα και τους βουβούς λυγμούς του, τις τελευταίες λέξεις του βιβλίου που διάβαζε.

Ταξιδεύουν στο Αιγαίο τα όνειρά μας.

Η γιαγιά μας κουράστηκε. Θέλει να γείρει το κεφάλι της στα στήθια του παππού, που έχει καρφωμένα πίσω τα μάτια του μπας και ξεχωρίσει τίποτα απ' τη στεριά, τίποτα απ' τα Κιμιντένια. Μα πια δε φαίνεται τίποτα. Η νύχτα ρούφηξε μέσα της τα σχήματα και τους όγκους.

Η γιαγιά γέρνει το κεφάλι της να το ακουμπήσει στα στήθια που την προστατέψανε όλες τις μέρες της ζωής της. Κάτι την μποδίζει και δεν μπορεί να βρει το κεφάλι ησυχία. Σαν ένας Βόλος να είναι κάτω απ' το πουκάμισο του γέροντα.

-Τί είναι αυτό εδώ; Ρωτά σχεδόν αδιάφορα.

Ο παππούς φέρνει το χέρι του. Το χώνει κάτω απ' το ρούχο, βρίσκει το μικρό ξένο σώμα που ακουμπά στο κορμί του και που ακούει τους χτύπους της καρδιάς του.

-Τι είναι;

- Δεν είναι τίποτα, λέει δειλά ο παππούς, σαν παιδί που έφταιξε. Δεν είναι τίποτα. Λίγο χώμα είναι.

-Χώμα!

Ναι, λίγο χώμα από τη γη τους. Για να φυτέψουν ένα βασιλικό, της λέει, στο ξένο τόπο που πάνε. Για να θυμούνται.

Αργά τα δάχτυλα του γέροντα ανοίγουν το μαντολίνο που είναι φυλαγμένο το χώμα. Ψάχνουν 'κει μέσα, ψάχνουν και τα δάχτυλα της γιαγιάς, σα να το χαϊδεύουν. Τα μάτια τους, δακρυσμένα, στέκουν εκεί.

-Δεν είναι τίποτα λέω. Λίγο χώμα.

Γη, Αιολική Γη, Γη του τόπου μου.

Κάτι σαν ένστικτο, μια βεβαιότητα για την κατάληξη των τελευταίων γραμμών τον βοήθησε να το διαβάσει. Έκλεισε το βιβλίο και το ακούμπησε πάνω στο στήθος του σαν φυλαχτό. Έσβησε το φωτάκι. Κοίταξε γύρω του. Όλοι κοιμούνταν κατάκοποι αλλά ευτυχισμένοι. Δίπλα του ο φίλος του. Μαζί από παιδάκια στην προσφυγική γειτονιά υποστήριξαν όχι μια προσφυγογεννή, αλλά μια προσφυγική ομάδα. Πήραν το δύσκολο δρόμο. Μακριά από φώτα και πολλές πολλές διακρίσεις... Τώρα, γύριζαν από την Ιβηρική Χερσόνησο, Κυπελλούχοι... Και πάλι όχι στο φωτεινό άθλημα των εκατομμυρίων αλλά σε κάτι πιο ερασιτεχνικό... Ας είναι... Πότε άλλωστε νοιάστηκαν αυτοί για τα εκατομμύρια; Εργατόπαιδα όπως όλη η οικογένεια. Σε μια βάρκα μπήκε ο πρόπαππους κι η πρόγιαγιά. Σε μια παράγκα γεννήθηκε ο παππούς και σε μια άλλη η γιαγιά. Ίσως όμως στο κύπελλο αυτό να κουβαλούσαν πίσω στη δεύτερη πατρίδα λίγο από τα χαμένα υποστατικά, τους χρυσούς ελαιώνες, τα προικιά των κοριτσιών τους που άφησαν, τα σπίτια και τις αυλές, τα μουσικά όργανα και τα καφενεία, τους μουσουλμάνους γείτονές τους που ζούσαν ειρηνικά μαζί τους.

Από το παράθυρο τα εκατομμύρια φώτα της Αθήνας έλαμπαν. Κάπου εκεί κάτω θα ήταν κάποτε η παράγκα του παππού του. Κάπου εκεί κάτω κι η προσφυγική γειτονιά. Η πτήση τσάρτερ πλησίαζε στον τόπο τους. Σε έναν άλλο τόπο πολλά χιλιόμετρα μακριά γεννήθηκε ο σύλλογός τους, μικρός σε κόσμο, αλλά τεράστιος σε ιστορία. Που μπήκε σε βάρκες εξαιτίας των ιμπεριαλιστικών πολέμων και των εθνικισμών και, ξαναγεννήθηκε στην Αθήνα. Αυτός ήταν ευτυχισμένος. Σκεφτόταν τα γεροντάκια που δεν πρόλαβαν αυτή τη χαρά. Και τα άλλα γεροντάκια που τους περίμεναν στην Αθήνα. Μα πιο πολύ εκείνη τη γιαγιά, γεννημένη το '34, που την είχε βοηθήσει ένα απόγευμα Τετάρτης σ' έναν ασήμαντο αγώνα κυπέλλου να κατέβει τα γεμάτα χιόνι σκαλιά για να μη γλιστρήσει. Να περάσει την πεζογέφυρα και να γυρίσει καταπαγωμένη στο σπίτι της. Ακόμα αντηχεί στα αυτιά του η κουβέντα της. Χάσαμε πάλι... 

Μόλις γυρίσει σπίτι θα γονατίσει μπροστά σ' εκείνη τη γλάστρα με το λίγο χώμα που είχε φέρει ο πρόπαππους από την Ανατολή. Θα μυρίσει το βασιλικό και θα τον ρωτήσει, κι αυτόν και τον παππού και τον πατέρα: 

Προπάππου, παππού, πατέρα, πως ακούστηκε αυτή η μεγάλη βροντή μέσα σε τρεις αιώνες ιστορίας, πώς είναι να έχεις δυο πατρίδες, γιατί αγαπούσατε τόσο πολύ αυτή την ομάδα...;


[Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο του μεγάλου μας συγγραφέα Ηλία Βενέζη, ΑΙΟΛΙΚΗ ΓΗ.]

Τετάρτη 29 Μαρτίου 2023

Τερματοφύλακας...



Στον Μι Δέλτα...


Έπαιξα τερματοφύλακας. Ίσως γιατί με είχε συνεπάρει η ιστορία του τερματοφύλακα γιατρού στο "Μπλεκ"! Έπαιξα τερματοφύλακας. Ίσως γιατί πίσω από την κοινωνικότητα μου κρυβόταν ένα μοναχικό παιδί. Έπαιξα τερματοφύλακας. Ίσως γιατί η μοναδικότητα της θέσης πρόσφερε στο συλλογικό καλό το υπέρτατο αγαθό μετά το γκολ. Τη φύλαξη της τελευταίας γραμμής άμυνας. Κι εγώ έδινα πάντοτε την ψυχή μου για το "εμείς". Έπαιξα τερματοφύλακας. Αγχωμένο παιδί μπρος στο άγνωστο ίσως  ξόρκιζα τους φόβους μου στην επικείμενη άγνωστη επιλογή του επιτιθέμενου σέντερ φορ. Έπαιξα τερματοφύλακας. Ίσως γιατί η μαύρη μπλούζα που έβλεπα να φορούν τη δεκαετία του ογδόντα να ταίριαζε με τη μαύρη μου ψυχή... Έπαιξα τερματοφύλακας. Ίσως επειδή τα γάντια και οι επιγονατίδες με έκαναν να νιώθω πιο άτρωτος απέναντι στον αντίπαλο. Έπαιξα τερματοφύλακας. Κι ακόμα ακούω το μπαμ που έκανε η μπάλα όταν περνούσε από εμένα και χτύπαγε στο κάγκελο που χρησίμευε για δίχτυ. Ήχο που σήμαινε ότι το "έφαγα" και έπρεπε να συμμαζέψω τα ψυχολογικά κομμάτια μου και να συνεχισω. Έπαιξα τερματοφύλακας. Σε τσιμεντένιες πλάκες πεζοδρομίων και πλατειών, ασφαλτοστρωμένες αυλές σχολείων, ελάχιστες φορές σε χορτάρι και κυρίως σε χωμάτινες αλάνες με πέτρες για δοκάρια. Έπαιξα τερματοφύλακας.  Με ματωμένα γόνατα και λασπωμένος από πάνω ως κάτω. Έπαιξα τερματοφύλακας. Κι ακόμα ακούω αυτό το παιδί που ήμουν κάποτε, να φυλάει τώρα πια, με τη μαύρη του ψυχή και τη μαυροκόκκινη σημαία, όχι την τελική γραμμή άμυνας, αλλά το τελευταίο και πιο πολύτιμο πράγμα που έμεινε στον κατάμαυρο καιρό μας. Την ανθρωπιά...

Διαβάστε ακόμα:



Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2022

6 Δεκέμβρη 2008




Στη μνήμη του "Κουλ" που για λίγο δεν πρόλαβε...

Στον " salop"...

Ένα συνηθισμένο απόγευμα Σαββάτου αρχές Δεκέμβρη ήταν. Το κινηματικό πρόγραμμα δεν έγραφε κάτι αξιόλογο. Το Κίνημα ήταν στα "κάτω" του. Αυτός, αφού έκλεισε τα "70 χρόνια φαγούρα" του Τσαρλς Μπουκόφσκι, σήκωσε το τηλέφωνο και κανόνισε να περάσει το Σαββατόβραδο στο διαμέρισμα της παλιάς αρχοντικής πολυκατοικίας που ξέπεσε στα Πατήσια. Το φάντασμα του Γιώργου "Κουλ" πλανιόταν ανάμεσα τους ακόμα μετά τον τραγικό χαμό του. Η συζήτηση που θα έπιαναν αργότερα θα προσπαθούσε να ξεδιαλύνει τα κίνητρα. Το χώμα που του πέταξαν πριν κλείσει ο τάφος λίγες μέρες πριν δεν είχε προλάβει να ξεραθεί, να υγραθεί, να πετρώσει όπως οι καρδιές τους. Μουσκεμένο ακόμα από το κλάμα των φίλων και συντρόφων του... 

Το τηλέφωνο του χτύπησε στις εννιά και κάτι. Πάγωσε. Δεν τόλμησε να ξεστομίσει το νέο. Δεν λέγονται έτσι αυτά. Ταυτόχρονα χτύπησε ξανά. Δεν πρόλαβε να το σηκώσει και άρχισαν να χτυπούν όλων τα τηλέφωνα. Οι λέξεις που πετούσαν στον αέρα ήταν: πεζόδρομος, Μεσολογγίου, νεκρός, πυροβολισμοί, πλαστικές σφαίρες. Μαλλιοκούβαρα στις μηχανές. Δικάβαλα περνώντας όλα τα κόκκινα της Πατησίων. Έτρεμαν. Κοιτάζονταν στα μάτια. Δεν άρθρωναν λέξη. Όχι, είναι ψέμα. Δεν μπορεί να είναι αλήθεια. Έστριψαν στη Σολωμού. Πλατεία. Μπενάκη. Ανάποδα την Αραχώβης. Παρκάραν έξω από τα μπαρ που περνούσαν τα βράδια τους. Κάδοι αναμμένοι. Το νέο επιβεβαιώνεται. Ξεσπούν σε λυγμούς. Κατεβαίνουν τη Στουρνάρη. Μπαίνουν στο Πολυτεχνείο. Ταμπουρώνονται. Στήνουν οδοφράγματα. Τα πρώτα από τα άπειρα που θα ακολουθήσουν. Ένας άνθρωπος με μαύρη καπαρντίνα μπροστά από τα οδοφραγματα ουρλιάζει με απόγνωση κοιτώντας κατάματα τα γουρούνια: Γιατί; Γιατί; Γιατί; Ήταν παιδί. Δολοφόνοι. Η κραυγή αυτή και η μορφή αυτού του προλετάριου πάντα θα στριφογυρίζει στο κεφάλι του κάθε τέτοια μέρα. Κάθε που σκέφτεται αυτή τη μέρα. Με κολλημένο το πρόσωπό του στα κάγκελα, ανάμεσα στις φωτιές και τα δακρυγόνα, άκουσε τον εαυτό του να φωνάζει. Πάμεεεεεεεεεεε....

Βρίσκεται μπροστά στα μάτια σου
στην άκρη των χειλιών σου
βρίσκεται στο αναγεννημένο σώμα
στο τέλος της αμαρτίας
στην καμπύλη της αγκαλιά σου
στη ζεστασιά του στήθους σου
στο βάθος των σπλάχνων σου
στην προσμονή του πρωινού
βρίσκεται στο πραγματοποιημένο όνειρο
στη χαρά και την οργή
στην καταστροφή του κλουβιού
στο θάνατο του σχολείου
στην άρνηση της εργασίας
στο έρημο εργοστάσιο
στο σπίτι δίχως πόρτα
βρίσκεται στη φαντασία
στη μουσική στο χορτάρι
βρίσκεται στην πρόκληση
στη δουλειά του τυφλοπόντικα
στην ιστορία του μέλλοντος
στο παρόν χωρίς ιστορία
στις ώρες του μεθυσιού
στις στιγμές της μνήμης
βρίσκεται στο μαύρο του δέρματος
στη συλλογική γιορτή
βρίσκεται στο πλιάτσικο του εμπορεύματος
στο ξήλωμα του πλακόστρωτου
στο κάψιμο της Αθήνας
στο ξύλο στους φασίστες 
στις πέτρες στις κλούβες
στα όνειρα των παράνομων
και στα παιχνίδια των παιδιών
στη γνώση του σώματος
στον οργασμό του μυαλού
στη θέληση για τα πάντα
στη διαυγή συζήτηση...

Μα ποιος είπε ότι δεν υπάρχει;
Μα ποιος είπε ότι δεν υπάρχει;
Υπάρχει στο βάθος των ματιών σου
υπάρχει στο αναγεννημένο σώμα
στο τέλος του κράτους.
Υπάρχει, υπάρχει!
Μα ποιος είπε ότι δεν υπάρχει;
Υπάρχει, υπάρχει!


Το ποίημα είναι ελαφρώς αλλαγμένο από ποίημα της ιταλικής αυονομίας 


Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου 2022

Επειδή σ' αγαπώ...




Σε 'σένα... 

Ευτυχώς! Η βεράντα είχε αρκετό χώρο! Λικνίζονταν πιασμένοι από τη μέση! Έτσι, όπως βλέπουμε τα βαλσάκια στις ταινίες εποχής. Ευτυχώς! Ο ουρανός ήταν απέραντος, χωρίς ψηλά κτίρια και κάθε είδους εμπόδια! Στροβιλίζονταν τα δύο χελιδονάκια ενώνοντας τα ράμφη τους σαν να φιλιούνται και, έπλεκαν τα φτερά τους σαν να αγκαλιάζονται! Ευτυχώς! Τα δύο κυπαρίσσια που σας είχα μιλήσει πιο παλιά, σφιχταγκαλιασμένα, μιας κι έτσι είχαν φυτευτεί, μπλεγμένα συντροφιά στον ανήφορο της ζωής χόρευαν κι αυτά! Έπαιρναν ρυθμό από τους δύο ανθρώπους και τα δύο χελιδονάκια... Παρακάτω, η θάλασσα ρυτίδιαζε ελαφρά από συγκίνηση κι ο φλοίσβος συνόδευε διακριτικά όλο αυτό που έκανε τους δυο ανθρώπους να λικνίζονται, τα δύο χελιδονάκια να στροβιλίζονται, τα δύο κυπαρίσσια να χορεύουν... Δεν μπορούσε κι αυτή να μείνει άπραγη σε αυτή τη χαρά της ζωής... Τα λόγια κι η μουσική έδιναν το ρυθμό! Μα πάνω απ' όλα η αγάπη κι η συντροφιά...

Επειδή σ'  αγαπώ
ως κι οι πέτρες ανθίζουν στη γλαστρα
Επειδή σ' αγαπώ 
το φεγγάρι φιλιέται με τ' αστρα

Επειδή σ' αγαπώ
σ' αγαπώ γράφω σ' όλους τους τοιχους
Επειδή σ' αγαπώ 
ξαγρυπνώ στης καρδιάς σου τους ήχους

Επειδή σ' αγαπώ
τα φτερά ξαναράβω στους ώμους
Επειδή σ' αγαπώ 
ξαναβγαίνω με τσέρκι στους δρόμους 
και φωνάζω στους δρόμους σ' αγαπώ 

Επειδή σ' αγαπώ 
τα λαμπιόνια του ο ήλιος ανάβει 
Επειδή σ'  αγαπώ 
το κρεβάτι μας είναι καραβι
Επειδή σ' αγαπώ 
το ταξίδι αυτό δεν τελειώνει 
Επειδή σ' αγαπώ 
τούτη η λέξη ποτέ δεν παλιώνει

Επειδή σ' αγαπώ
τα φτερά ξαναράβω στους ώμους
Επειδή σ' αγαπώ 
ξαναβγαίνω με τσέρκι στους δρόμους 
και φωνάζω στους δρόμους σ' αγαπώ 

Τα όμορφα αυτά λόγια, οι στίχοι, ανήκουν στο μεγάλο στιχουργό Λευτέρη Παπαδόπουλο. Η μουσική στον Γιάννη Σπανό. Ερμήνευσε ο Μανώλης Μητσιάς. 





Παρασκευή 27 Μαΐου 2022

Η εποχή...


Ιδού κύριοι εφημερίδα! Ούτε διαφημίσεις, ούτε ανοησίες... Κείμενα, άρθρα, αναλύσεις, πολιτισμός! Αυτό είναι το περιεχόμενό της! Αυτά έλεγε σ' ένα παλιό βαγόνι του ηλεκτρικού σιδηρόδρομου, από εκείνα που είχαν για θέσεις αναπαυτικούς μαξιλαρένιους καναπέδες από δέρμα. Αυτούς που στα περισσότερα τρένα ήταν σκισμένοι. Εκείνο το ζεστό απόγευμα του Ιουλίου του 1991, ο γκριζομάλλης εκείνος πολύ κοντός κύριος, ο ευγενής, ο καλλιεργημένος, ο αγωνιστής της ζωής, συνόδευε τους δύο γιους του και τον φίλο τους στο κέντρο της Αθήνας. Σε μια διαδήλωση ενάντια στην επίσκεψη του τότε Αμερικανού προέδρου. Ναι κύριοι, «Η ΕΠΟΧΗ»! Και συνέχισε να τη διαβάζει, ενώ οι τρεις φίλοι συνέχιζαν να λένε τα δικά τους. Ίσως για το ποδόσφαιρο. Πάντως, σίγουρα δεν πήραν και πολύ σοβαρά αυτά που τους είπε. Τουλάχιστον για την ώρα... Το τρένο σιγά σιγά έφτανε στην Αθήνα. Αττική, Βικτώρια, Ομόνοια... Σε σταθμούς μιας άλλης εποχής. Το υπόγειο, τα σκαλιά, η άνοδος στην οδό Σταδίου. Μπροστά ο κοντός κύριος, με το παντελόνι και το πουκάμισο του. Πάντα περιποιημένος. Ακόμα και στο στενόχωρο υπογειάκι που χρησιμοποιούσε για το δικηγορικό του γραφείο κομψός με σακάκι και γραβάτα. Έστω κι αν δεν περίμενε κανέναν κι έγραφε, έγραφε, έγραφε ατελείωτα με το χέρι τις υποθέσεις του. Κι αυτοί να διαβάζουν τα μαθήματά τους ενοχλώντας τον με τη φασαρία τους! Πίσω λοιπόν αυτοί να ακολουθούν και να ανοίγουν την πόρτα σ' έναν άλλο κόσμο! Φωτεινό, σαν το μονοπάτι που ακολουθούσαν οι χιλιάδες άνθρωποι στην αναζήτηση ενός άλλου καλύτερου κόσμου, και σκοτεινό, σαν όλους αυτούς που στέκονταν εμπόδιο σε αυτήν τους την πορεία... Και το εφηβικό μυαλό του φίλου, που είχε οσμιστεί τη μυρωδιά της αδικίας λίγους μήνες πριν στις μαθητικές καταλήψεις του 1990-1991, στριφογύριζε, σκεφτόταν, ρουφούσε τα χρώματα από τα μαύρα και κόκκινα πανό, τα εφηβικά μάτια έψαχναν διψασμένα τα βλέμματα πίσω από τα μαντήλια και τις κουκούλες των νέων ριζοσπαστών ανθρώπων. Η διαδήλωση δεν πρέπει να ξεκίνησε καν και διαλύθηκε βίαια. Κι αυτός δίπλα στον κύριο με την «ΕΠΟΧΗ» στο χέρι και τα παιδιά του να τρέχει χωρίς να καταλαβαίνει και πολλά. Μόνο ότι κινδυνεύει. Σε μια στοά έστρίψαν κι ανεβήκαν στο δικηγορικό γραφείο ενός συναδέλφου του. Ποιος να θυμάται πόση ώρα να έμειναν κλεισμένοι εκεί. Χαραγμένη όμως στη μνήμη του έμεινε η λέξη του πατέρα των φίλων του. Προβοκάτορας. Αυτό είχε ξεστομίσει για κάποιον που κρατούσε ένα ξύλο και φορούσε ένα μαντήλι στο πρόσωπο του. Το εφηβικό μυαλό πάσχιζε να καταλάβει γιατί δεν ήταν διαδηλωτής αυτός που φορούσε μαντήλι και αμυνόταν αλλά ήταν κάτι κακό. Γιατί χωρίς να μπορεί να ερμηνεύσει ακριβώς τη λέξη αυτή του φαινόταν ότι σήμαινε κάτι κακό. Πολύ κακό! Αργότερα, μεγαλώνοντας, μελετώντας τις τάσεις, τις εφημερίδες, το κίνημα, στρατευμένος κι αυτός στην «Υπόθεση» κατανόησε, χωρίς βέβαια να συμφωνεί, τη στάση του ευγενικού αυτού αγωνιστή κυρίου. Του πατέρα του αγαπημένου του φίλου και συμμαθητή του. Και χαμογελάει και τον σκέφτεται γλυκά κάθε φορά που τον φέρνει στο μυαλό του. Γιατί έβαλε κι αυτός το λιθαράκι του στο πέρασμα του στη νέα εποχή της ζωής του... Κι ας, τον αφορούσε κι αυτόν στο μέλλον αυτός ο τιμητικός χαρακτηρισμός, «προβοκάτορας»...!

Πέμπτη 19 Μαΐου 2022

Λουκάς (Φούκας) Μ.




Στη μνήμη του φίλου και συντρόφου Λουκά (Φούκα) Μ., που τον πρόδωσε η μεγάλη του καρδιά στις 19 Μαΐου 2014...

-Καλώς τον! Άργησες οκτώ χρόνια...
-Το ξέρω. Ησύχαζα... Αλλά αποφάσισα να σας επισκεφτώ έναν έναν ξεχωριστά αλλά και όλους και όλες μαζί...
-Καλά έκανες. Ξέρεις, είμαστε αρκετοί που σε φέρνουμε συχνά στο μυαλό μας. Κάποιοι, κι ας εξαφανίστηκες, σε συναντάμε κάθε μέρα. Σε βλέπουμε σε φωτογραφίες στους πίνακες από φελιζόλ και στα ψυγεία μας, πάνω στο παπί σου, να μας χαμογελάς.
-Ναι, το παπί μου! Το εργαλείο της δουλειάς μου! Αλλά αλήθεια, τι γυρεύεις εδώ εσύ; Στην αγαπημένη μου αυτή κρυμμένη πλατεία της γειτονιάς μου;
-Έρχομαι τα τελευταία χρόνια. Είναι το ησυχαστήριο μου. Κάθομαι, παίρνω ένα τσάι και διαβάζω τα πρωϊνά.
-Θυμάσαι ένα βράδυ που είχαμε αράξει εδώ; Πολύ πριν «φύγω»...
-Ναι, πως! Είχαμε πάρει κουτάκια μπύρες και βλέπαμε μια πανκ συναυλία!. Από τότε είχα να περάσω, μέχρι που την ανακάλυψα ξανά.
-Ναι, αλλά δεν σε βλέπω να πίνεις τσάι τώρα. Amstel πίνεις; Τι έπαθες; Ούτε την άγγιζες κάποτε! Heineken έπινες! Τουλάχιστον δεν έπινες Kaizer!......
-Ε, τώρα που έγιναν της μόδας οι χιπστερομπύρες του Κουκακίου και του Μεταξουργείου, είπα να αλλάξω προς το πιο λαϊκό! Εδώ, μέχρι και η ωραία γειτονιά σου, το Παγκράτι, άλλαξε και χιπστέριασε!
-Χιπστέριασε; Τι είναι πάλι τούτο;
-Άστο, θα πάρει χρόνο να σου εξηγήσω και σε βλέπω βιαστικό... Κάνε μια βόλτα και θα καταλάβεις...
-Είμαι ναι, λίγος ο χρόνος για να σας προλάβω όλες και όλους... Φαντάζομαι πόση κίνηση θα έχει ακόμα το κέντρο για να ακούω τόσα κορναρίσματα.
-Τα κορναρίσματα, ειδικά σήμερα, δεν είναι τα συνηθισμένα. Σήμερα απεργούν οι οδηγοί δίκυκλων! Οι κούριερ! Οι παλιοί συνάδελφοί σου! Έλειπες δυστυχώς και δεν μπόρεσες να παρακολουθήσεις, να συνδιοργανώσεις, να συμμετάσχεις στη χαρά αυτή! Που να δεις φίλε πόσες εκατοντάδες μηχανάκια διαδηλώνουν, κατακλύζουν τους δρόμους, κλείνουν τα μαγαζιά των αφεντικών που εκμεταλλεύονται την Τάξη σας... 
-Συγκινούμαι που έβαλα ένα λιθαράκι κι εγώ σε αυτό το οικοδόμημα του ταξικού αγώνα. Τα κορναρίσματά τους ακούγονται όμορφα κι αποφασιστικά. Πρέπει να έχασα πολλά όλα αυτά τα χρόνια. Τι άλλο σημαντικό έγινε;
-Α, είχαμε και την πρώτη φορά αριστερά!
-Τιιιιι;
-Ναι, κυβέρνησε ξανά ο μικροαστισμός του ΠΑΣΟΚ. Μεγάλη ιστορία. Οι επόμενοι που θα συναντήσεις θα σου εξηγήσουν. Μην σε κρατάω άλλο. Σίγουρα έχεις κόσμο να δεις...
-Ναι, κάτι θυμάμαι ότι γεννιόταν... Ήταν τις μέρες που «έφευγα»...
-Η ιστορία του τόπου Λουκά δεν αλλάζει με τίποτα. Είναι αυτό το κάτι που μας διαφεύγει συνέχεια και προδίδεται αυτός ο λαός που πέφτει συνέχεια στα ίδια λάθη ψάχνοντας Μεσσίες... Δεν στηρίζεται στις δυνάμεις του... Δεν διαβάζει την Ιστορία του τόπου του, της Τάξης του... 
-Της Τάξης μου, της Τάξης μας... Πρέπει να φύγω φίλε... Χάρηκα... Όταν πια πίνεις την Amstel σου, άφηνε την λίγο στο τραπέζι χωρίς να την κοιτάς. Έτσι, να έρχομαι λαθραία να πίνω καμιά γουλιά κι εγώ... Κουτάκι θα προτιμούσα να είναι... Έτσι, όπως στις συναυλίες στη Villa Amalias παλιά...
-Ναι, θα το κάνω... Θα σε περιμένει... Καλή αντάμωση... 

Δευτέρα 2 Μαΐου 2022

ΤΟ ΘΥΣΙΑΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΛΕΥΤΕΡΙΑΣ...




Οδήγησε και φέτος την Πρωτομαγιά προς την ανατολική συνοικία. Φτάνοντας στην κεντρική της οδό, την «Εθνικής Αντιστάσεως», ένιωσε το σύνηθες γνώριμο συναίσθημα να τον πλημμυρίζει. Ήταν η πρώτη γειτονιά του. Η παιδική γειτονιά του. Η Καισαριανή! Ανηφόρισε τον κεντρικό δρόμο, πέρασε από την πλατεία, είδε με την άκρη του ματιού του τις τιμητικές πλάκες. Κάθε γωνιά αυτής της συνοικίας και μια ιστορία αντίστασης και αγώνα. Παντού και ένας εκτελεσμένος άνθρωπος στη διάρκεια της Κατοχής. Διέσχισε τους δρόμους της για να καταλήξει στην αρχή της οδού «Ηρώων Σκοπευτηρίου». Πέρασε κάτω από το μικρό μπαλκόνι του δεύτερου ορόφου μια κλασσικής πολυκατοικίας που μεγάλωσε τα πρώτα χρόνια της ζωής του. Ο δρόμος που έπαιξε μπάλα ίδιος κι απαράλλαχτος. ίσως μια-δυο καινούριες πολυκατοικίες να είχαν αντικαταστήσει παλιές μονοκατοικίες. Ανεβαίνοντας το δρόμο, στην κατάληξή του ήξερε τι θα αντικρύσει... Αυτό που τα παιδικά του μάτια αντίκρυζαν σχεδόν κάθε μέρα. Την περήφανη ταμπέλα που έγραφε «ΤΟ ΘΥΣΙΑΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΛΕΥΤΕΡΙΑΣ». Η συναισθηματική φόρτιση κάθε φορά που αντικρύζει την ταμπέλα είναι σε κάθε επίσκεψή του και μεγαλύτερη. Παιδί, κάτι είχε πιάσει ότι σήμαιναν αυτά τα γραμμένα λόγια... Αργότερα, διψασμένος για την Ιστορία του τόπου έκανε το χρέος του κι έμαθε... Πάρκαρε και μπήκε στο άλσος. Ανηφόρισε με την καρδιά να χτυπάει δυνατά και αυτή τη φορά... Μικρά παιδιά, σαν και αυτόν τότε, έπαιζαν μπάλα, έκαναν κούνιες, έτρεχαν με ποδήλατα και πατίνια. Έφτασε στα πρώτα τρία σκαλάκια. Τα ανέβηκε. Κι αμέσως και τα επόμενα τρία. Θυμήθηκε τον εαυτό του να κλαίει ένα πρωϊνό επειδή ένα παιδάκι δίπλα του πατούσε με φοβερή βία πολλά μυρμήγκια που έκαναν ένα μεγάλο δρομολόγιο για να πάνε φορτωμένα τον κόπο τους στη φωλιά τους. Ίσως ένιωσε πρώιμα την αδικία δίπλα σε αυτή τη μάντρα που σαράντα χρόνια πριν εκτυλισσόταν άλλη μία ανθρώπινη αδικία... Εφτακόσιοι πενήντα άνθρωποι είχαν ποτίσει με το αίμα τους το χώμα που μούσκευε τώρα αυτός με τα δάκρυά του για τα τσαλαπατημένα μυρμηγκάκια... Προσπέρασε τα σκαλιά, συνέχισε το δρόμο του, έστριψε και μπήκε μέσα στον ιερό αυτό χώρο. Μαζί του είχε δύο γεράνια από μια γλάστρα της βεράντας του. Τα άφησε στην πρώτη στήλη που ανάμεσα στα ονόματα βρίσκονταν και τριάντα άγνωστων στοιχείων εκτελεσμένοι άνθρωποι. Σιγοψυθίρισε τη Διεθνή. Για όλες τις γυναίκες και άντρες που έπεσαν στον αγώνα για έναν καλύτερο κόσμο. Εδώ, στην πρώτη γειτονιά του, την Καισαριανή. Παντού, σε όλες τις αδούλωτες «Καισαριανές» του κόσμου...







[Το πυροβόλο στη φωτογραφία είναι γερμανικό. Με αυτό και άλλα τρία που παράτησαν οι Γερμανοί όταν έφυγαν από την Αθήνα έκαναν τις εκτελέσεις όταν ήθελαν να σκοτώσουν πολύ κόσμο μαζί. Την Πρωτομαγιά του 1944, τους διακόσιους της Καισαριανής, τους εκτέλεσαν ανά εικοσάδες μέσα σε δύο ώρες.] 

Πέμπτη 3 Μαρτίου 2022

Πρωϊνό τραγούδι...

Συ το βρήκες το φαρμάκι και να πιει του το 'δώσες δεν θα βρεις άλλη αγάπη σαν κι αυτή που πρόδωσες... Σκυμμένος πάνω από τον πάγκο της λαϊκής ήταν, με μια σακούλα στα χέρια, όταν άκουσε τη φωνή της να σιγοτραγουδά... Σήκωσε το κεφάλι και της είπε: Ωραίο τραγούδι  τραγουδάτε! Δεν την είχε πολυπροσέξει όταν είχε πλησιάσει στον πάγκο της. Του φάνηκε ευγενική φυσιογνωμία αυτή η βιοπαλαίστρια της ζωής, αλλά τώρα που η φωνή της γλύκανε την ψυχή του αυτό το πεζό πρωινό του Φεβρουαρίου, την κοίταξε μ' ένα χαμόγελο που ζέστανε μάλλον τις καρδιές και των δύο.  Ε! Τι να κάνω! Τραγουδάω να περάσει κι η ώρα... Ραδιοφωνικό τραγούδι της απάντησε. Ναι, τι άλλο, είπε αυτή. Και πικραμένο πολύ, της ξανάπε. Μια σκιά πέρασε στο βλέμμα της... Δεν συνέχισε την κουβέντα. Ποιος ξέρει τι βάσανα και τι θύμησες της ξύπνησε... Αντάλλαξαν τον κόπο της γης με χρήματα κι αποχαιρετίστηκαν. Μια πίκρα για τη γυναίκα αυτή πήρε τη θέση της προηγούμενης γλύκας στην καρδιά του. Προχώρησε και στ' αυτιά του έσβηνε σιγά σιγά η φωνή της που είχε πιάσει και πάλι το τραγούδι... δεν θα βρεις άλλη αγάπη σαν κι αυτή που πρόδωσες...



Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2021

Τα διαμάντια είναι παντοτινά...




«Τα διαμάντια είναι παντοτινά», ήταν ο τίτλος της ραδιοφωνικής εκπομπής που άκουγε κι αυτή την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Πριν από μια εβδομάδα ακριβώς είχε ακούσει και τη Χριστουγεννιάτικη εκπομπή. Όμορφα ροκ τραγούδια μιας άλλης εποχής με τα νεότερα να φτάνουν μέχρι την εποχή της «σκηνής του Μάντσεστερ». Η ευγενική φωνή του παραγωγού της ήταν μια όμορφη και συγκινητική παρέα κι αυτή τη μοναχική παραμονή Πρωτοχρονιάς. Όπως και της προηγούμενης και αυτής πριν από την προηγούμενη.  Προσπαθούσε να θυμηθεί τι ακριβώς έκανε εκείνες τις τελευταίες χρονιές που άκουγε την εκπομπή. Δεν είχε να θυμηθεί κάτι, παρά άλλοτε μια θολή ανάμνηση ενός τόσο δυνατού αέρα που κόντευε να πάρει το σπίτι, άλλοτε μια δυνατής βροχής κι άλλοτε ενός εντελώς αδιάφορου καιρού λες και δεν ήταν ούτε χειμώνας, ούτε άνοιξη, φθινόπωρο ή καλοκαίρι. Πως να μην ήταν όμως κάτι απ' όλα αυτά; Ήταν, βέβαια, ήταν. Αδιαφορούσε όμως για τον καιρό όπως και για όλο αυτό που γινόταν εκεί έξω. Γι' αυτό και βολευόταν με τους ήχους από τις κιθάρες που πλημμύριζαν έστω και σε χαμηλή ένταση το σαλόνι του σπιτιού του. Τα παντοτινά αυτά διαμάντια ήταν λες και έκαναν κατάληψη στο σπίτι του κάθε χρόνο τέτοια μέρα και τον οδηγούσαν να σκέφτεται το χρόνο που πέρασε για άλλη μια φορά. Σαν να μην άλλαζε τίποτα στη ζωή του από εκπομπή σε εκπομπή κάθε χρόνο. Κι αυτό το συνειδητοποίησε μόλις άκουσε το «New years day» των U2, ακριβώς με το που άλλαξε ο χρόνος. Ναι, αυτό ήταν! Η εκπομπή τελείωνε, ο παραγωγός ευχόταν καλή χρονιά και μια άλλη ψυχρή γυναικεία φωνή ανακοίνωσε ότι η εκπομπή ήταν από το πολύτιμο αρχείο του σταθμού. Πάγωσε. Κατάλαβε ότι όλα αυτά τα χρόνια άκουγε μια κονσέρβα. Μια κονσέρβα που την είχε ακούσει κάποτε ζωντανά αλλά στη συνέχεια πάντα σε επανάληψη. Και δάκρυσε, γιατί κατάλαβε ότι αυτό που τον πείραζε πιο πολύ ήταν ότι είχε βάλει τη ζωή του σε επανάληψη... Και μάλιστα σχεδόν στη σίγαση. Έκλεισε το ραδιόφωνο, έβγαλε τη συχνότητα από τη μνήμη, βγήκε στο μπαλκόνι να δει τα βεγγαλικά και, η νύχτα, ο καιρός, η αυριανή μέρα και η κάθε μία που θα την ακολουθούσε, αποφάσισε να μην του φανεί ποτέ πια αδιάφορη. Χωρίς όμως, ποτέ μα ποτέ, να ξεχάσει αυτούς και αυτές που δεν θα καταφέρουν να βγάλουν από τη μνήμη του ραδιοφώνου τους, αυτή την καταραμένη συχνότητα...  Να ξεριζώσουν από την καρδιά τους τη μοναξιά... Ποτέ...

Κυριακή 26 Δεκεμβρίου 2021

Ένα τέταρτο του αιώνα...




Άνοιξε την πόρτα της βεράντας κι έσυρε έξω μια καρέκλα. Ήταν ανήμερα των Χριστουγέννων κι ο καιρός ανοιξιάτικος. Σχεδόν καλοκαιρινό θα τον έλεγε! Ίσως στην υπερβολή του χαρακτηρισμού καλοκαιρινός να βοηθούσαν και τα νιάτα του. Ακριβώς είκοσι πέντε χρόνια πριν. Ένα τέταρτο του αιώνα. Παραμονές του 1997. Ο ήλιος έπεφτε απαλά πάνω στη βορειοδυτική βεράντα εκείνο το μεσημεροαπόγευμα. Η αγαπημένη του ώρα. Κάθισε όσο πιο αναπαυτικά μπορούσε. Στα πόδια του αφημένο ένα βιβλίο του Τζωρτζ Όργουελ, όχι κάποιο από τα πολύ γνωστά του. Αυτά τα είχε καταβροχθίσει πριν από λίγο καιρό προσπαθώντας να κατανοήσει τον παλιό κόσμο. Μαζί με το βιβλίο κι ένα μεγάλο σε μέγεθος αντιεξουσιαστικό περιοδικό που διαβάζοντας το προσπαθούσε να κατανοήσει τον καινούριο κόσμο. Αυτόν που ζούσε κι ανάπνεε στο τώρα κι αυτόν που ανοιγόταν μπροστά του. Η δίψα του άσβεστη. Για μάθηση, για δράση, για ζωή. Σηκώθηκε και κοίταξε την πόλη που απλωνόταν πέρα μακριά από τη βεράντα. Τα δυτικά προάστια, το κέντρο της Αθήνας, τη θάλασσα... Ένας ολόκληρος κόσμος ν' ανακαλύψει μπροστά του... Γύρισε το βλέμμα του παντού. Τίποτα δεν τον κράταγε και τίποτα δεν τον κρατούσε. Μόλις ελάχιστα χρόνια πριν είχε αρχίσει να συνειδητοποιεί τη ζωή. Κι ήθελε να τη ζήσει στο τέρμα. Ήθελε να αλλάξει την τροχιά της. Και προσπάθησε. Κι ακόμα προσπαθεί. Γύρισε στους δρόμους της, εξερεύνησε τους λαβύρινθούς της, όργωσε τις πλατείες της, αλώνισε όλα τα μήκη και τα πλάτη της, γνώρισε και μίλησε με τους ανθρώπους της, Και κάθε χρόνο τέτοια μέρα βρίσκεται πάντα σε αυτό το σπίτι όπως και πριν από ένα τέταρτο του αιώνα... Χαζεύει τα αντικείμενα τέχνης του, τις πολλές και μεγάλες βιβλιοθήκες του, βγαίνει πάντα μα πάντα στην βεράντα που είχε κάτσει και τότε, χαζεύει τις ίδιες περιοχές. Ένα σπίτι που τότε τον «έδιωχνε» αλλά τώρα πια όποτε επιστρέφει, ένα τέταρτο του αιώνα πιο μεγάλος, νοσταλγεί εκείνη τη μέρα και είναι σίγουρος ότι εκείνο το παιδί διάλεξε τότε τη σωστή πλευρά του δρόμου για να πορευτεί στη ζωή του... 

Σάββατο 20 Νοεμβρίου 2021

Φύλλα...




Το μπαλκόνι κύκλωνε, για την ακρίβεια έκανε μια ορθή γωνία και αγκάλιαζε τον τρίτο όροφο του σπιτιού. Του άρεσε να ακουμπάει τους αγκώνες του στο μεταλλικό κάγκελο και να χαζεύει με τις ώρες τα φύλλα των μεγάλων δέντρων που έφταναν και ξεπερνούσαν ακόμα και τον τρίτο όροφο. Μια καρυδιά, αυτή που λένε ότι μόνο ένας καλός άνθρωπος μπορεί να φυτέψει, μιας και μεγαλώνει αργά και δεν θα προλάβει να τη χαρεί ο ίδιος και κάτι λεύκες φυτεμένες δίπλα δίπλα η μία στην άλλη. Και τι χαρά κάθε άνοιξη όταν άρχιζαν να μπουμπουκιάζουν τα δέντρα. Έβγαινε κάθε μέρα στο μπαλκόνι και τα κοιτούσε να μεγαλώνουν. Τα μικρά ματάκια που έβγαζαν στην αρχή και το μεγάλωμά τους μέρα με τη μέρα. Παρακαλούσε να βρέξει για να ποτιστούν και να μεγαλώσουν γρήγορα. Κι όταν μεγάλωναν πια κι οι βροχές σταματούσαν παρακαλούσε να φυσάει για να τα βλέπει να χορεύουν και κυρίως να τα ακούει. Να ακούει τη μουσική τους! Αχ, αυτή η μουσική τους... Κι όταν σιγούσε γιατί έπαυε ο αέρας έρχονταν τα αγαπημένα του μικρά σπουργιτάκια και τα χελιδόνια να στήσουν τη δική τους συναυλία... Κι ενώ την άνοιξη όλοι ερωτευόντουσαν τα πολύχρωμα λουλούδια στις γλάστρες και  τις παπαρούνες, τις μαργαρίτες και τα χαμομηλάκια στα χωράφια, αυτός, ναι, αυτός, ερωτευόταν τα φύλλα κι αυτό τους το ξαναγέννημα... Περνούσε όμως κάποτε η άνοιξη. Περνούσε και το καλοκαίρι κι ερχόταν το φθινόπωρο. Η μέρα άρχιζε σιγά σιγά να μικραίνει. Ο αέρας ψύχραινε και σταματούσε να είναι πια ευλογία όπως ήταν τις ζεστές μέρες. Τα μπάνια τελείωναν, τα παγωτά λιγόστευαν στα ψυγεία των περιπτέρων, τα σχολεία ξεκινούσαν και το χασομέρι στο μπαλκόνι έπρεπε να σταματήσει... Από μικρός έπρεπε να μπει δυνατά στο στίβο της ζωής... Και μόλις είχε αρχίσει να ανακαλύπτει το όνειρο έπρεπε να το διακόψει βίαια για να γεμίσει το κεφάλι του με τους ορθολογισμούς που έγραφαν τα χαρτιά... Κι όπως έπρεπε  να γυρίσει ο κάθε κατεργάρης στον πάγκο του, λες κι η απόλαυση της ζωής και το όνειρο είναι κατεργαριά, έτσι και τα φύλλα ξεκινούσαν κι αυτά το ταξίδι τους από τα κλαδιά για το χώμα. Να θαφτούν για να γίνουν λίπασμα για τα επόμενα, όπως θάβετε κι η ζωή από τους καταναγκασμούς αυτού του κόσμου που ζούμε... Παρόλα αυτά θα ξέκλεβε λίγο χρόνο ακόμα και τον χειμώνα για να κοιτάζει από τον τρίτο όροφο της πολυκατοικίας που μεγάλωνε τα ξερά κλαδιά. Περιμένοντας την επόμενη άνοιξη  για να τα δει πάλι να μεγαλώνουν...  Τα χρόνια περνούσαν κι η συνήθεια αυτή δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Νόμιζε μάλιστα ότι, ήταν ο μοναδικός άνθρωπος, που έδινε τόση μεγάλη σημασία στα φύλλα και τον κύκλο της ζωής τους. Νόμιζε λάθος μέχρι που έπεσε πάνω σε αυτόν το γλυκό Πειραιώτη ποιητή του προπερασμένου αιώνα. Που λάμπρυνε και χρωμάτισε πορφυρά τα γράμματα μας. Τα τόσο πολύτιμα γράμματα μας. Γιατί από αυτά κατάλαβε ότι, στο ταξίδι των συναισθημάτων και στο ταξίδι στο όνειρο, δεν είναι μόνος στη γη... 


ΦΥΛΛΑ

Φύλλα απ' τ' αγέρι του βουνού ξελλογιασμένα πάλι,
Κανένα δεν αγάπησα στον κόσμο εγώ λουλούδι
Ωσάν εσάς, που σμίγετε και τραγουδάτε αγάλι 
Τ' αξέννοιαστό σας, το τρελλό μέσα στο φως τραγούδι.

Ολ' η ζωή σας είν' αυτό! Το λέτε νύχτα-μέρα
Το λέτε απάνω στα βουνά και στη θλιμμένη χώρα 
Το λέτε δίπλα στο γιαλό, στον κάμπο πέρα ως πέρα,
Και τέλος, σαν ξανάρχεται του φθινοπώρου η μπόρα, 

Σαν έρχεται και σας μαδά και σας κυλά στο χώμα
Εσείς εκεί που πέφτετε και φεύγετε και πάτε,
-Ω! πως να μη σας αγαπώ; -που εσείς και τότε ακόμα
Ενώ σκορπάτε, αξέννοιαστα σαν πριν το τραγουδάτε!

Λάμπρος Πορφύρας

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1894-1932) 
ΙΔΡΥΜΑ ΚΩΣΤΑ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗΣ ΟΥΡΑΝΗ

Πέμπτη 28 Οκτωβρίου 2021

Λυπάμαι... (28 Οκτωβρίου 1940...)




Στη μνήμη των δύο παππούδων και των δύο γιαγιάδων μου...

Κάθε φορά που ξημερώνει 28η Οκτωβρίου θυμάμαι τη γιαγιά μου να λέει, τέτοια μέρα κάθε χρόνο σκέφτομαι τον παππού σου... Κι εγώ κάθε χρόνο τέτοια μέρα θυμάμαι και τους δυο μου παππούδες. Ποιος ξέρει πως μπορεί να υποδέχτηκαν την είδηση του πολέμου. Με ενθουσιασμό; Με φόβο; Να φαντάζονταν άραγε τι θα αντιμετωπίσουν; Τους σκοτωμούς. Το κρύο που θα τους πάγωνε μέχρι και την ψυχή. Όχι, ο πόλεμος δεν είναι μόνο «ηρωισμός». Ούτε μόνο οι μάχες. Είναι κι οι ατελείωτες ταλαιπωρίες της καθημερινής ζωής. 

Κάθε χρόνο σκέφτομαι λοιπόν, πως από την ορεινή Πελοπόννησο να έφτασαν στην Ήπειρο; Κι αργότερα, την άνοιξη του 1941, με τι ηθικό να γύρισαν; Τον τρόπο τον ήξερα. Και τον είχα διαβάσει και τον είχαν ακούσει τα παιδικά μου αυτιά από τις διηγήσεις. Με τα πόδια από την Αλβανία στην Τρίπολη... Όπως όλοι οι φαντάροι. Με τις ατελείωτες στερήσεις, την ατέλειωτη πείνα, το ατελείωτο περπάτημα... Την ώρα που η ελίτ της χώρας την κοπανούσε και η αστική τάξη κοιτούσε να τα βρει με τα νέα της αφεντικά. Φαντάζομαι την ώρα που χτυπούσαν την πόρτα του σπιτιού τους και τις γιαγιάδες μου να τους αντικρύζουν στο πλατύσκαλο του φτωχικού σπιτιού. Αδύνατους, βρόμικους, ταλαιπωρημένους, συγκινημένους. Πόσο καιρό   θα τις έπνιγε η αγωνία για το αν ήταν ζωντανοί ή θαμμένοι κάτω από τα χιόνια σ' ένα βουνό της Αλβανίας. Πόσους μήνες θα είχαν να λάβουν νέα τους... Προσπαθώ να φανταστώ εκείνες τις αγκαλιές της ξαναντάμωσης που θα κράτησαν μια αιωνιότητα... Γι' αυτό ίσως κι αυτός ο θρήνος όταν μετά από χρόνια τους έχασαν. Κι αυτή η επιμονή στα μαύρα που εγώ δεν καταλάβαινα... Άλλοι καιροί. Σκληροί. 

Ναι. Ο πόλεμος δεν είναι μόνο η «δόξα»...

Είναι κι η στιγμή που ο ένας μου παππούς ανέβαινε σ' ένα ύψωμα και γύρω του έσκαγαν παντού όλμοι και οβίδες...

Είναι κι η στιγμή που ο άλλος μου παππούς, ένα ολόκληρο βράδυ καθώς κοιμόταν σ' ένα παγωμένο βουνό, δίπλα δίπλα κι όσο πιο κολλητά μπορούσε σ' έναν συμπολεμιστή του, ξύπνησε το πρωί και τον σκούντηξε για να σηκωθεί κι αυτός. Μία, δύο τρεις... Κι ο παγωμένος του σύντροφος, αυτός, που όλο το βράδυ του κολλούσε για να ζεσταθούν, ήταν νεκρός...

Τον έναν παππού μου τον έχασα όταν ήμουν επτά χρονών. Ακόμα τον θυμάμαι ν' ανασηκώνεται για να αποχαιρετήσει τα εγγόνια του σ' ένα δωμάτιο ενός μίζερου επαρχιακού νοσοκομείου. Λίγες μέρες μετά, από τα μαύρα ρούχα των γονιών μου, θα καταλάβαινα και θα ρωτούσα με μια βεβαιότητα που θα προτιμούσα να μην είναι πραγματική. Πέθανε ο παππούς;

Τον άλλο μου τον παππού τον έχασα στα είκοσι μου χρόνια. Σαν παιδί με απασχολούσαν τα παιχνίδια μου. Σαν έφηβο, οι εφηβικές μου ανησυχίες. Ρώτησα κάποια πράγματα για εκείνη την εποχή. Λίγα. Μπορεί κιόλας να αποθαρρυνόμουν από τους λιγομίλητους ανθρώπους για εκείνα τα γεγονότα.

Και τώρα που μεγάλωσα λυπάμαι που δε ρώτησα περισσότερα κι αφήνομαι στα βιβλία να μάθω για εκείνη τη μεγάλη μέρα, για τη ζωή τους εκείνη τη χρονιά... Τη ζωή των αντρών στο Μέτωπο και των ακόμα πιο γενναίων και δυνατών γυναικών στα σπίτια... Λυπάμαι πολύ...

Κυριακή 17 Οκτωβρίου 2021

Η αυλή...



Και πάλι στον Γ. Σεραφίνο...


Κάθονταν στην αυλή. Για την ακρίβεια στο ταβερνάκι που φιλοξενούσε η παλιά αυτή η αυλή του κέντρου της Αθήνας στου Ψυρρή. Απολάμβαναν τη σκουρόχρωμη βαρελίσια ρετσίνα και χάζευαν τα δωμάτια, όμοια με αυτά, που τόσες φορές είχαν δει μικροί στις ταινίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου. Ήταν τόσο στενή, που ο σερβιτόρος, πραγματικός σωσίας του ηθοποιού Στιβ Μακ Κουίν, ίσα που χωρούσε να κάνει το νευρικό του πέρασμα για να σερβίρει τους μεζέδες. Οι συναντήσεις τους σε καφενεία, όπως άλλωστε και οι περιπλανήσεις τους - ντεριβέ τις ονόμαζαν έτσι για να θυμηθούν τα αφελή καταστασιακά διαβάσματά τους πιτσιρικάδες - πάντα εκτός από πολιτική, η συζήτηση εκτεινόταν ακόμα πιο πολύ στη λογοτεχνία. Ήταν η κοινή τους αγάπη! Αμετανόητοι αναγνώστες! Πλάταιναν συνεχώς τους ορίζοντες τους παρακινώντας ο ένας τον άλλο! Πόσες φορές ήταν που, χαμογελώντας συνωμοτικά, άνοιγαν με τρόπο την τσάντα τους και έβγαζαν ένα μικρό εξαντλημένο θησαυρό, ένα διαμαντάκι που είχε παραπέσει σ' ένα σκονισμένο πάγκο ενός παλαιοβιβλιοπωλείου και μοιράζονταν τη χαρά τους! Το ίδιο και με αυτά που έγραφαν. Με την ίδια αγωνία περίμεναν την απόκριση του φίλου τους! 

Χαζεύοντας λοιπόν την αυλή που κάθονταν, ο Γ. Σεραφίνος, που πρώτη φορά την επισκεπτόταν, μ' ένα χαμόγελο μέχρι τ' αυτιά από τα τραγούδια που άκουγε κι από τη γλυκιά ρετσίνα, θυμήθηκε την αυλή που γεννήθηκε και έζησε μέχρι τα είκοσι πέντε του χρόνια ο μεγάλος στιχουργός της φτωχολογιάς. Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος! Τους ήρθαν στο νου λοιπόν, τα δύο από τα πιο χαρακτηριστικά βιβλία για τη δεκαετία του '40 και τη ζωή του βασανισμένου λαού στο κέντρο της Αθήνας. «Τους παλιούς συμμαθητές και τον γλεντζέ που πίνει γάλα»... Κι όλα αυτά, με αφορμή την αυλή που έτρωγαν κι έπιναν, ενώ το βλέμμα και η φαντασία τους περιπλανιόταν στα καμιά δεκαπεντάρια δωματιάκια που μέσα τους πόνεσε και μάτωσε η φτωχολογιά... Μεταφέρθηκαν στην οδό Φωκαίας 18 στην πλατεία Κυριακού, που δουλικά ονομάστηκε πλατεία Βικτωρίας για να τιμήσει μια κάποια βασίλισσα της Αγγλίας, στην αυλή και στη γειτονιά που τόσο τραγουδήθηκε από τους στίχους του και διαβάστηκε μέσα από αυτά τα δύο ονειρικά του βιβλία... 

Αργότερα, γυρίζοντας σπίτι, θα άνοιγαν κι οι δύο την εισαγωγή του Αντώνη Σαμαράκη στο ένα από τα δύο βιβλία. Η αυλόπορτα της οδού Φωκαίας 18 άνοιγε δειλά δειλά...


Τον είχε βάλει στη σκάφη η μάνα του, να πάει καθαρός αύριο πρωί στην εκκλησία.

«Σιγά ρε μάνα, σιγά. Με το μαλακό. Εντάξει, είπαμε μα μπω πρωί πρωί στη σκάφη να μου ρίχνεις με την κατσαρόλα ζεστό νερό να πλυθώ αλλά όχι κι έτσι. Εσύ το ρίχνεις καυτό, με ζεμάτισες, γαμώτο!»

Του δίνει δυο γερές στον κώλο, του χώνει και μια τσιμπιά, μα τι τσιμπιά! Αρχίζει, λοιπόν. και αυτός, τσίτσιδος, να σουτάρει στη σκάφη ένα, δύο, τρία, τέσσερα σουτ, συρτά, γωνιακά. Πάει το νερό, «πλάτσα πλούτσα» χύνεται όλο έξω, μούσκεμα το σαρακοφαγωμένο ξύλινο πάτωμα. όλα αυτά στο ένα και μόνο δωματιάκι στη μικρή αυλή. άλλα εφτά δωμάτια γύρω γύρω, άλλες εφτά οικογένειες - η δική τους: ο Παναγιώτης, ο πατέρας, η Λίζα, η μάνα, ο Γιάννης. ο τέσσερα χρόνια μικρότερος αδερφός του και ο ίδιος.

Βέβαια, το δωμάτιο τους με την πόρτα ανοιχτή και τα άλλα δωμάτια σχεδόν πάντα το ίδιο. Το θεατράκι της αυλής είναι γεμάτο μέρα νύχτα, θεατές και ακροατές. Τα πάντα παίζονται δημόσια· ε, είναι και κάτι ώρες, εννοείται, ιδιαίτερες, που λένε· αλλάζει τότε το σκηνικό. Ειδάλλως, πόρτες και καρδιές ανοιχτές. [...]

Φωκαίας 18, εκεί που γεννήθηκε κι έζησε ως τα είκοσι πέντε του χρόνια. Σ' αυτόν το μικρό, στενό δρόμο που πιάνει από την Αριστοτέλους και τερματίζει στην Αλκιβιάδου. Δυο βήματα από την αρχή της Φωκαίας είναι η πλατεία Κυριακού, όπως λεγόταν τότε αυτή η όμορφη πλατεία της Αθήνας - αργότερα, μετονομάστηκε σε πλατεία Βικτωρίας για να τιμηθεί η εν λόγω βασίλισσα της Αγγλίας, παρόλο που δεν είχε καμιά σχέση με την Ελλάδα. Φωκαίας 18. Μια ψυχρή, απρόσωπη πολυκατοικία υψώνεται τώρα, πάει πια εκείνην η τόσο ζεστή ανθρώπινη, πού ανθρώπινη αυλή. Μονάχα στον ακάλυπτο χώρο πίσω από το υπόγειο μια μικρή αυλή, τρία επί τρία. Και πάνω από την αυλή, ο κοφτός αμείλικτος τοίχος της αντικρινής πολυκατοικίας. Μα, καλά, πως τα ήξερε όλα αυτά, αφού τόσα χρόνια έμενε αλλού, στην άλλη άκρη της Αθήνας; Ας είναι καλά ο Νησιώτης, ο παλιός συμμαθητής του στο Γυμνάσιο, το Β' Αρρένων Αθηνών, Χέυδεν και Αχαρνών. Πάτος στα μαθήματα ο Νησιώτης, πρώτος, όμως, στο μάθημα της μπάλας. Έξω αριστερά έπαιζε. [...]

Η αποστολή του ήταν να περνάει από την πολυκατοικία τουλάχιστον δυο φορές την εβδομάδα, μη δει και νοικιάζεται ή πωλείται κανένα διαμέρισμα. Γιατί είχε το σχέδιο του: να ξαναμπεί επιτέλους στον ίδιο χώρο που γεννήθηκε κι έζησε τόσα χρόνια, χώρο αλλιώτικο πια, αλλά εκεί θα ξαναγινόταν παιδί, θα ξανάβρισκε το παιδί που είχε πάντα μείνει.

Η Ραία, η Υακίνθη, ο Νότης, ο γιος του από τον πρώτο του γάμο με τη Μάιρα, δεν είχαν ιδέα για το σχέδιο του. Μονάχα ο ίδιος θα πήγαινε στο κρησφύγετο του [...]

Οπότε, του τηλεφωνεί ένα απόγευμα ο Νησιώτης. « Επείγον, πρέπει να σε δω τώρα, σε περιμένω στο γνωστό καφενείο». Λοιπόν, θρίαμβος, νοικιάζεται για ένα χρόνο το υπόγειο, ένα δωμάτιο, χολ, μπάνιο, κουζινίτσα και μικρή αυλή δική του στον ακάλυπτο, δική του αποκλειστικά. Α, η είσοδος επί της Φωκαίας, ώστε κατευθείαν μέσα.

Πρεμιέρα απόψε. Η καρδιά του φτεροκοπάει από τη συγκίνηση. Δεν το πιστεύει ακόμα,

Το δωμάτιο δεν είναι τώρα άδειο, γεμίζει σιγά σιγάμε τις μνήμες από τα ωραία εκείνα χρόνια που ήταν παιδί. Την πόρτα που βγάζει στην αυλή την έχει βαφτίσει: «Εξώθυρα προς τη Φωκαίας». Στο τοίχο αριστερά, ψηλά, γράφει με μπικ:« Εδώ είναι η κληματαριά». Στο δεξί τοίχο, χαμηλά, γράφει<ς « Εδώ είναι η βρύση». Ολόγυρα του, τον περικυκλώνουν, αυτοί που έφυγαν από τούτη την άπονη ζωή.

Μια συγκίνηση κατέκλυσε τους δύο αναγνώστες. Έφταιγε η ρετσίνα; Έφταιγαν οι θύμισες που τους κατέκλυσαν για άλλη μια φορά διαβάζοντας την εισαγωγή αυτού του βιβλίου; Το όμορφο ήταν ότι σε αυτή την συνάντηση τους θυμήθηκαν αυτά τα δύο διαμαντάκια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Την ιστορία νεοελληνικής ζωής...

[Το απόσπασμα με τα πλάγια γράμματα είναι από την εισαγωγή του βιβλίου του Λευτέρη Παπαδόπουλου «Είναι γλεντζές, πίνει γάλα», μια συνέχεια του βιβλίου του ίδιου « Οι παλιοί συμμαθητές», που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Καστανιώτη και αξίζουν να διαβαστούν!]