Η λίστα ιστολογίων μου

Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026

Κώστας Κρυστάλλης: Ηπειρώτικαι αναμνήσεις


Στον Ηπειρώτη φίλο Αχιλλέα!

Τρεις χιλιάδες και πλειότερες πανηγυστιράδες τήραε κανένας σκορπισμένες ανάμεσα στ' ανοιχτά ρεπιθέμελα των παλαιών χτιρίων [...]. Κ' είχεν ολομπροστά του ο παρατηρητής σχεδόν όλες τες ενδυμασίες κι όλες τες φυσιογνωμίες των λαών της Ηπείρου. [...]. Κι έβλεπες τους Γιαννιώτες και τους Πρεβεζάνους [...], τους Αρτινούς, τους Σουλιώτες και τους Αρβανιτάδες [...], τους Λιάπηδες [...] και τότε Τσάμηδες [...],του Πίνδου τους λαούς [...], της Κόνιτσας και του Δελβίνου.



Δημήτρης Χατζής, Γιώργος Κοτζιούλας, Βασίλης Νιτσιάκος (και τους τρεις τους έχει φιλοξενήσει το μικρό αυτό ιστολόγιο). Και τώρα με καθυστέρηση, Κώστας Κρυστάλλης. Καθυστέρηση, δις χρονολογική. Γιατί από τη μία είναι ο πιο παλιός Ηπειρώτης που γεννήθηκε κι έγραψε για τον τόπο από τους τρεις, κι απ' την άλλη γιατί καθυστέρησα τόσο πολύ να τον ανακαλύψω.  Τα αδιάβαστα βιβλία μπορεί να περιμένουν τη σειρά τους στις βιβλιοθήκες με τα "προσεχώς", που αυτή η στιγμή μπορεί και να μην έρθει πότε, μπορεί όμως να έρθει και το επόμενο λεπτό. Αλλά όταν έρθει σίγουρα η στιγμή είναι αυτή! Και τότε αποκτούν μεγαλύτερη αξία! Έτσι κι ο Κρυστάλλης. Ο θησαυρός του Ηπειρώτη ποιητή και πεζογράφου! Και ήρθε σαν συμπλήρωμα στο χρόνο, στον πίσω από τον αιώνα που έγραψαν ο τόσο σπουδαίος διανοούμενος, κριτικός, μαχητής του ΔΣΕ, πεζογράφος αλλά ολιγογράφος,  Δημήτρης Χατζής, ο μεγάλος και με τεράστιο έργο ποιητής, πεζογράφος, μεταφραστής, διορθωτής, πολύγλωσσος, αντάρτης του ΕΛΑΣ, παρά την αρρώστια που τον ταλαιπωρούσε δεκαετίες, Γιώργος Κοτζιούλας και ο σπουδαίος εν ζωή Βασίλης Νιτσιάκος που με την αγάπη του για τον τόπο, μας δίνει ένα πιο σύγχρονο πανόραμα. 

Αλλά του Κρυστάλλη (1868-1894) το ηπειρωτικό πανόραμα είναι ένα όνειρο σε αυτές τις "αναμνήσεις" του τόσο νεαρού αυτού γραφιά. Περιγραφές, η αγωνία της λευτεριάς, ο κλέφτης και πρόδρομος του 1821 Κατσαντώνης, αυτός ο  αετός των βουνών, τα έθιμα, ο βαρύς καιρός και η ανάσταση της άνοιξης, τα ζώα, οι φλογέρες στα διάσελα, οι χοροί και τα τραγούδια, οι χιλιάδες πανηγυριστές με τις πολύχρωμες φορεσιές που ζώναν τα πανηγύρια, η σκληρή ζωή, οι χαρές και οι λύπες, οι βουνοκορφές που ακουμπούν τον ουρανό και οι ρίζες τους που βαστούν όλο αυτό το βάρος, στο βάθος τα νερά της θάλασσας των Κορφών, το Πάσχα και η Πρωτομαγιά. Μια μαγεία του τόπου του και της γλώσσας που βγήκε από την πένα του που τη βούτηξε τόσο βαθιά μέσα του. Ένα πανόραμα που νιώθεις ότι το παρακολουθείς από την κορυφή του Πίνδου... 

Από την κορυφή του Περιστεριού, έχει κανείς μπροστά του δύο αδερφωμένες χώρες ακέριες. Η λεκάνη της Θεσσαλίας ανοίγεται [...], περιφραγμένη ολόγυρα απ' τ' αραδιαστά βουνά των Χασίων, του Ολύμπου, του Κισσάβου, της Ζαγοράς, της Γκούρας, των Αγράφων και τ' Ασπροπόταμου, που οι κορφές του μόλις σημαδεύονταν στα σύνορα τ' ουρανού γαλάζιες.

Απ' την άλλη μεριά, ζερβιά προβάλλει η Ήπειρος, μακρουλή, ορεινή και τραχιά, με λίγους και στενούς κάμπους κάπου κάπου με ποτάμια πολλά κι ολοκρέμαστα, με λόγγια απάτητα, παρθένα, με φοβερά πλήθοα βουνών, αδιάκοπα συγκρατούμενα, απόκρημνα, πολυπλεγμένα και πολύμορφα, που οι πολλές κι άγριες κορφές, χιονισμένες, φτάνουν ως τα σύννεφα πάνω, τα πόδια κάτω στυλώνονται σαν πόδια γιγάντων στη γη, κι οι άκρες βυθίζονται στα γαλάζια νερά του πελάου της Πάργας και του κόλπου της Πρέβεζας και της Άρτας.

Τα πλάγια γράμματα είναι αποσπάσματα από το βιβλίο.


Παρασκευή 29 Μαΐου 2026

Παντελής Μπουκάλας: ΕΙΚΟΣΙ




Παντελή, επίτρεψέ μου το "Παντελή", μιας και δύο φορές που συναντηθήκαμε στα δικά μας, αυτά τα δικά μας, των λίγων του Κόσμου των Ιδεών, χωρίς να με ξέρεις μου χαμογέλασες και με χαιρέτησες δείχνοντας ποιος είσαι εσύ ο σπουδαίος λαϊκός διανοούμενος του τόπου μας. Ένα από τα λίγα κεφάλαια που έχουν μείνει σε αυτό τον μοναχικό δρόμο. Παντελή, πώς το έγραψες αυτό; Πώς αυτόν τον ανείπωτο πόνο για κάθε γονιό τον έκανες είκοσι συν τρία, ποιήματα να πω, λόγια, οιμωγή, σπάραγμα, φως, διάδρομο προς τα εκεί που μόνο εσύ ξέρεις; Που βρήκες τη δύναμη να πεις λόγια που δεν λέγονται, δεν γράφονται στο χαρτί για το εικασάχρονο παλικάρι σου; Αυτό που χάθηκε γυρνώντας έναν καταραμένο Αύγουστο πριν από δεκαπέντε χρόνια από τον πατρικό στον γενέθλιο τοπο. Με τσάκισες φίλε θα έλεγα αν ήμουν εγωιστής. Εσύ, ο τσακισμένος. Μα δεν με τσάκισες. Μου έκανες δώρο έναν ακόμα φίλο. Όχι φίλο μόνο εξαιτίας του "κοινού μας κόσμου" αλλά φίλο απτό, προσιτό, ανθρώπινο, ζωντανό κι ας βρισκόμαστε μόνο στα δικά μας έστω και από μακριά... Την επόμενη φορά όμως επιτρέψέ μου να σε αγκαλιάσω και να φιλήσω το μέτωπό σου αδερφέ μου Παντελή Μπουκάλα...

Παντελής Μπουκάλας 
ΕΙΚΟΣΙ
εκδόσεις ΑΓΡΑ
Απρίλιος 2026

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2026

Δημήτρης Φωτιάδης: ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ




Κάθε αλήθεια που κατακτούμε μας οδηγεί στην ελευθερία

Δημήτρης Γληνός

Έπος! 

Έπος είναι ο επιεικής χαρακτηρισμός του μεγάλου αυτού έργου του εαμίτη συγγραφέα με το τεράστιο ιστορικό έργο, διευθυντή του περιοδικού "ελεύθερα γράμματα", σε εποχές που όλα τα έσκιαζε η φοβέρα, ακούραστο εργάτη των γραμμάτων και του αγώνα για μια καλύτερη ζωή του λαού. Έπος γιατί μας δείχνει χωρίς αγιογραφίες, μύθους, παραμύθια, το αληθινό 21, τους αληθινούς ήρωες, πολεμιστές, αντιδραστικούς, τον αντιδραστικό ρόλο της εκκλησίας, του κοτσαμπασαδισμού, των Φαναριωτών. Τον αληθινό, τον ίδιο τον λαογέννητο Καραϊσκάκη, τον μούλο, τον γιο της καλογριάς, τον χτικιάρη που ψηνόταν σε όλη του τη ζωή στον πυρετό, χωρίς φωτοστέφανο αλλά με την αλήθεια. Που από μια "παιδική συμμορία" δεκαεξάχρονων με τουφέκια και χατζάρες έγινε αυτό που περιγράφει το βιβλιο. Αυτόν τον αγωνιστή που δεν πρέπει να χαρίσουμε εκεί που δεν ανήκει... Και δεν πρέπει και αυτόν και όλη αυτή την περίοδο εκείνης της εποχής των επαναστάσεων, όχι μόνο του τόπου μας, να προσπαθούν ημιμαθείς "προοδευτικοί" με μεταμοντερνισμούς να χτυπήσουν. Μια καλή αρχή θα ήταν για αυτούς αυτό το βιβλίο και γενικότερα το έργο του Δημήτρη Φωτιάδη... Γιατί μόνο έτσι θα χτυπηθεί η πρώτη κατηγορία...

Γιατί για το αληθινό 21 χρειάζεται να ξεκαθαρίσουμε τούτο δω: Ένας και μόνος είναι ο μεγάλος ήρωας του Εικοσιένα, ο λαός. Το πότισε με το αίμα του και τόθρεψε με τις θυσίες του. Δίχως τ' ανώνυμα παληκάρια που σβάρνιζαν τα βουνά και τους λόγγους μην έχοντας μήτε παλιοτσάρουχα να βάλουνε στα πόδια τους, λευτεριά δε βλέπαμε. Αυτοί, οι ταπεινοί και ξεχασμένοι, μας τη χάρισαν. Αυτούς λοιπόν να στολίσουμε με το χρυσό στεφάνι της δόξας. Στη μνήμη αυτού, του άγνωστου ήρωα - που είναι και άντρας και γυναίκα και παιδί - ας στήσουμε το λαμπρό άγαλμα της ευγνωμοσύνης μας. 

Έπειτα μονάχα απ' αυτούς έρχονται κι οι Κολοκοτρώνηδες, κι οι Μακρυγιάννηδες, κι οι Νικηταράδες, κι οι Παπαφλέσηδες, κι οι Αντρούτσοι, κι οι Κανάρηδες, κι οι Μιαούληδες. Κι ανάμεσα τους, ξεχωριστός στους ξεχωριστούς, είναι κι ο Καραϊσκάκης, γνήσιο τέκνο της πατρίδας ο μπάσταρδος τούτος γιος της καλόγριας.

Γεννήθηκε σε μια σπηλιά, κρυφά από τον κόσμο, κι όμως στη θανή του"χάσαμε τον πατέρα μας" φώναζε ολόκληρος ένας λαός. Πώς το κατόρθωσε αυτό; Μόρφωση δεν πήρε άλλη, εξόν από κείνη που δίνει η πείρα της ζωής. Γράμματα δεν ήξερε. Με δυσκολία έμαθε να βάζει την υπογραφή του: καραησκάκης. Δεν είχε μήτε σωματική Ρώμη. Ένας χτικιαρης. Τότε πως έφτασε εκεί που έφτασε; Μα με τη δύναμη της θέλησής του και τη μεγαλοσύνη της καρδιάς του. Ανέβηκε σκαλί - σκαλί το δύσκολο δρόμο. Από τ' αλητόπαιδο της Πίνδου, ο ήρωας του Διστόμου. Από τζονταραίος του Αλή Πασά, στρατάρχης της Ελλάδας. Από το Κομπότι που καταφρόνεσε τους εχθρούς δείχνοντας τον πισινό του, ο ένοχος νους της εκστρατείας της Ρούμελης κι ο άνθρωπος που στύλωσε το ανάστημά του μπροστά στο χρυσοφορεμένο ναύαρχο Κόχραν, λόρδο του Ντάντιολαντ. Στη Γράλιστα, όταν ήταν παιδί, οι μάνες λέγανε γι' αυτόν: "Σαν τον Καραϊσκάκη καταντήσατε βρε!" Κι έπειτα οι λεβεντομάνες όλου του τόπου μας εύχονταν στα παιδιά τους: "Μοιάσετε στον Καραϊσκάκη!"

Στάθηκε τίμιος απέναντι στους άλλους, γιατί ήταν τίμιος αντίκρυ στον ίδιο τον εαυτό του. Παίρνοντας μέρος στον αγώνα ενός λαού για την λευτεριά του, αδιάκοπα διορθωνόταν. Κι άμα γίνηκε ηγέτης, δήλωσε μέσα του το μέγα χρέος της θυσίας. Τότες γίνηκε μεγάλος. 

Αυτό στέκεται το δίδαγμα που κερδίσαμε ανιστορώντας τη ζωή του. 

Κι αυτό θα σταθεί το δίδαγμα διαβάζοντας το βιβλίο αυτό και γενικότερα το έργο του Δημήτρη Φωτιάδη για την ιστορία του τόπου μας, για το αληθινό 21. Γιατί μόνο τότε, η ανολοκλήρωτη επανάσταση του λαού μας θα ολοκληρωθεί... Και μόνο με την ολοκληρωμένη γνώση της θα φωτίσουμε το δρόμο προς αυτή, μακριά από αφορισμούς και αγιοποιήσεις... 



Παρασκευή 6 Μαρτίου 2026

ΑΛ ΖΑΪΤΟΥΝ: Ποιητική συλλογή (εκδόσεις προλετκουλτ)




Πατρίδα μου, ακόμα κι αν με απασχολούσε η Αιωνιότητα,
Η ψυχή μου δεν θα σταματούσε να σε λαχταράει

(του Αιγύπτιου ποιητή Άχμαντ Σαούκι, 1868-1932)

Τα παιδιά σου, τα λουλούδια σου, οι γυναίκες, οι άντρες, οι μαχητές, οι ταξιαρχίες σου, οι ποιητές, οι συγγραφείς, οι μανάδες, τα άνθη των πορτοκαλιών σου, οι κορδέλες που φορά ο ένας μαχητής στον άλλον και τα φιλιά στο μέτωπο, η Τζενίν, η Γάζα, Δυτική Όχθη, τα κατεχόμενα από το 1948 χώματά σου, οι προαιώνιες ελιές σου... Αχ αυτές οι ελιές σου, που πάντα οι στρατοί κατοχής ξερίζωναν και έκαιγαν. Γιατί ο καρπός τους είναι η ζωή του τόπου. Το έκαναν και στον τόπο μας οι Μπραίμηδες, οι Ούννοι που μάζευαν τη σοδειά για αυτούς οι ντόπιοι συνεργάτες τους. Γι' αυτό μεγάλε Λαέ της Παλαιστίνης τις αγκαλιάζεις έτσι...




Όλα αυτά πέρασαν μέσα από αυτή την έκδοση. Μα τι έκδοση! Τι φόρος τιμής, ο καλύτερος, για αυτόν τον τιτάνιο αγώνα που κάνεις. Και μαζί με άλλες προσεγμένες εκδόσεις αυτά τα τρία χρόνια της γενοκτονίας ανέβασε κι άλλο το πολιτιστικό επίπεδο. Με μια διαφορά. Τα ποιήματα γραμμένα από τρεις προλετάριες γυναίκες της πόλης μας! Που έγραψαν με το αίμα του Γίγαντα Λαού της Παλαιστίνης, που δεν γνώρισαν τώρα αυτό τον λαό και τους αγώνες του... Τις φαντάζομαι την ώρα που έγραφαν αυτά τα ποιήματα να ανακατεύεται το στομάχι τους, να δακρύζουν, να γεμίζουν δύναμη, να κάνουν σινιάλο που να διαπερνά όλη τη Μεσόγειο, τους σιδερένιους θόλους και να το μαζεύουν από τα δίχτυα τους οι ψαράδες της Γάζας... Φίλη αναγνώστρια και φίλε αναγνώστη αναζήτησέ το. Είναι ένα βάλσαμο ψυχής αυτές οι σελίδες. Ένα ακόμα ατσάλωμαΣυνεχίζουμε... 

Γιατί,  

Δεν είμαι από τον τόπο σου. Είμαι από μακριά.[...]
Σ' αγαπάω όπως αγαπάω το χώμα του τόπου μου.
Κι ακόμα παραπάνω.

Γυναίκες της έκδοσης, σας ευχαριστούμε...


Το βιβλίο ΑΛ ΖΑΪΤΟΥΝ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις προλετκουλτ και η κεντρική διάθεση γίνεται στο βιβλιοπωλείο Ναυτίλος, Χαριλάου Τρικούπη 28, Αθήνα.

Τα ποιήματα πρωτοδημοσιεύτηκαν στη σελίδα της Ταξικής Πολιτικής Οργάνωσης Βίδα στη διεύθυνση: https://proletconnect.gr/






Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

Λογοτεχνικές λεπτομέρειες #5 Ο Γιώργος Ιωάννου για τον Δημήτρη Χατζή...




Στον Γ. Σεραφίνο

Έπιασα τον Γιώργο Ιωάννου πρώτη φορά στα χέρια μου το 2003. Για την ακρίβεια, σύμφωνα με τη συνήθη σημείωσή μου στην πρώτη σελίδα, έπιασα το Κατοχικό του Ημερολόγιο μια Τέταρτη 5 Φεβρουαρίου του 2003. Ύστερα το 2015 μια συλλογή πεζογραφημάτων. Πεζογραφήματα άλλωστε είναι η συντριπτική πλειοψηφία των πολλών βιβλίων του. Το περιοδικό του, το "Φυλλάδιο", τρία χρονιά μετά και μετά από πολλά χρόνια πάλι εκ νέου μια συλλογή με πεζογραφήματα. αυτή τη φορά την εμβληματική "η πρωτεύουσα των προσφύγων". Πέρα από τα, έτσι κι αλλιώς, κοσμήματα της συλλογής αυτής, υπάρχουν εβδομήντα σελίδες επιμέτρου με τίτλο "Εις εαυτόν". Το μεγαλύτερο δώρο και κόσμημα για εμάς που αγάπαμε τα Νέα Ελληνικά Γράμματα και τον Γιώργο Ιωάννου! Ένα εσωτερικό αλλά και τόσο εξωστρεφές συνάμα γενναιόδωρο χάρισμά του προς εμάς! Όλη του η τριαντάχρονη,  έως τότε το 1984, πορεία στα γράμματα και στην εκπαίδευση διατρέχουν αυτό το κείμενο! Οι φίλοι και οι φίλες του, μέσω αυτής της αυτοβιογραφίας, γίνονται ακόμα πιο πλούσιοι μετά απο αυτή τη γνωριμία.  

Τα "φύλλα" με αφορμή την εκ νέου, αλλά αυτή τη φορά πιο συστηματική ασχολία του συντάκτη τους, με τον Γιώργο Ιωάννου, στην αγαπημένη τους ενότητα "Λογοτεχνικές λεπτομέρειες" που μπορείτε να βρείτε σε αυτόν τον σύνδεσμο https://fyllabooks.blogspot.com/search/label/%CE%9B%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82%20%CE%BB%CE%B5%CF%80%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CF%81%CE%B5%CE%B9%CE%B5%CF%82, με χαρά και περηφάνια παρουσιάζουν το παρακάτω κείμενο από την τελευταία συνάντηση του Γιώργου Ιωάννου με τον Δημήτρη Χατζή λίγες μέρες πριν τον θάνατο του τελευταίου με την ελπίδα να συμβάλλουν με τις μικρές τους δυνάμεις έστω και λίγο στην πολιτιστική ανάταση του τόπου μας...



Και ερχόμαστε στον τελευταίο εκ λογοτεχνίας φίλο, που πέθανε πρόσφατα. Είναι ο αλησμόνητος Δημήτρης Χατζής. Πέθανε μες στο ντάλα καλοκαίρι του '81, στα τέλη Ιουλίου. Οι περισσότεροι φίλοι έλειπαν από Αθήνα, είμασταν σε διακοπές. [...] Εντούτοις δεν μπορώ να πω, ότι ο θάνατος ήταν ξαφνικός. Όχι! Τον περιμέναμε μέρα μέρα όλο μας, γιατί από μήνες ο Χατζής ήταν βαρύτατα άρρωστος. Είχε καρκίνο στο δεξιό πνεύμονα. Θα παραμερίσω όλα τα άλλα, που θα μπορούσα να πω, και θα μιλήσω για την τελευταία φορά που τον είδα - που τον είδαμε, μάλλον. Αυτό συνέβη δέκα-δεκαπέντε μέρες προτού πεθάνει. Στις 7 Ιουλίου τον απόγευμα με πήρε ο Κώστας Ταχτσής και με πήγε με το αυτοκίνητό του στη Σαρωνίδα, για να δούμε τον Χατζή, που δεν ήταν πια καθόλου καλά. Πράγματι, τον βρήκαμε σε κακά χάλια. Κοντά του ήταν η γυναίκα του η Καίτη. [...] Περάσαμε με τον Ταχτσή την αυλόπορτα κυριευμένοι από πολύ βαριές σκέψεις. Εγώ τουλάχιστον φαντάζουν κρεβάτια, σεντόνια, φυσήγματα κι ενέσεις. Όμως, προτού ακόμα μπούμε μες στο σπίτι, είδαμε από την τζαμαρία της βεράντας τον Τάκη ξαπλωμένο σε ένα ωραίο καναπέ. Συγκινηθηκε πολύ και μας φιλούσε. Ήταν σαν να είχαμε ένα φίλο στην εξοχή του κι αυτός το καταχάρηκε. Τον κοίταζα με τρόπο, ενώ ξεφούρνιζα διάφορα ευχάριστα και μάλλον άσχετα ανέκδοτα. Είχε μικρύνει, βέβαια, από την αρρώστια, αλλά όχι και πολύ. Πάντα του, άλλωστε, ήταν μικρόσωμος, όπως θα θυμόμαστε όσοι τον γνωρίσαμε. Ήταν ζωηρός εκείνο το απόγευμα, όπως τον καλό καιρό, και μπορώ να πω ότι είχε ιδιαίτερη ομορφιά, κάτι σαν νεανικότητα στο αποκαθαρμένο από τα εποικοδομήματα του χρόνου πρόσωπό του. Είπαμε πάρα πολλά, ακόμα και αστεία διάφορα. Μιλήσαμε και για την καινούργια ένωση συγγραφέων, που βρισκόταν στα σκαριά. Ήθελε λεπτομέρειες για πρόσωπα, συζητήσεις και συμβάντα. Μας μίλησε και για την αρρώστια του. Ήξερε πολύ καλά τι είχε. Τον θυμάμαι να μας δείχνει το δεξί μέρος του θώρακα και να μας λέγει χωρίς ιδιαίτερη κατήφεια: "Να, εδώ έχω καρκίνο, αλλά όπως μας είπαν οι γιατροί είναι τοπικός". Νομίζω πως αυτό το τελευταίο δεν ήταν αλήθεια. Αλλά ήταν η κλωστή που του έδωσαν οι γιατροί, για να πιάνεται και να υπομένει τις φριχτές ταλαιπωρίες. Μας είπε ο ίδιος και τις γνώμες και τις προσπάθειες των γιατρών της Αγγλίας, όπου ματαίως είχαν προσφύγει. Του είχαν σταματήσει τις ακτινοβολίες, λέγοντάς του ότι του κάνουν και παρά καλό. [...] Μας τα διηγόταν όλα ο ίδιος, κοντανασαίνοντας κάπως. Τα μαγουλάκια του κόκκινα και τα μάτια του κάρβουνα ζωηρά. Είχε πάρει να βραδιάζει και πέρα φαινόταν η θάλασσα. Πέθαινε ένας συγγραφέας, ένας αληθινός συγγραφέας, και γύρω του πύκνωνε η γαλήνη και παρέμενε αθόλωτο του φωτάκι της ζωής. Μόνο στο κελί του Στρατή Δούκα έχω νιώσει να αιωρείται αυ5η η ατμόσφαιρα. Κάποια στιγμή ένιωσε δυσφορία και καλύφθηκε από εφίδρωση. Τίποτε το δραματικό κι εδώ. Με αδιόρατες ματιές συνεννοήθηκε με την Καίτη. Βγήκαμε στον κήπο, για να αλλάξει και να ησυχάσει. Καθίσαμε ώρα πολλή ο Ταχτσής κι εγώ συζητώντας γι' αλλά. Είχε νυχτώσει ολότελα, αλλά είχε φεγγάρι. Μέσα στο σπίτι το φως ήταν πολύ κατεβασμένο, θα τον ενοχλούσε. Κάποτε ήρθε η Καίτη και τότε μιλήσαμε περισσότερο γι' αυτήν και για τις οικογενειακές, της εκ πατρικής της οικογένειας, δυσκολίες. Άλλη ιστορία, άλλο έπος, θέλησης αυτή. Η Καίτη μας είπε, ότι ο Τάκης θέλει να στείλει οπωσδήποτε ο Ταχτσής εκείνο το κείμενο, που είχαν πει, στο περιοδικό "Πρίσμα", και, ακόμα, να στείλω κι εγώ κάτι τέτοιο, που ήταν, νομίζω, σχετικό με τις επιδράσεις που δέχτηκα από συγγραφείς ξένους. 

Πέθαινε, αλλά φρόντισε ως το τέλος για το περιοδικό του. Θα 'ταν η ώρα δέκα, όταν σηκώθηκα με να φύγουμε. Πήγαμε να τον χαιρετήσουμε, να τον αποχαιρετήσουμε μάλλον. Υπήρχε πολλή συγκίνηση, συγκρατημένη. Τώρα η ανάσα του ήταν πιο κοντή, είχε έντονο λαχάνιασμα στην ομιλία. Τα τελευταία λόγια του σε 'μας ήταν: "Έργο, παιδιά, έργο! Γράφετε όσο μπορείτε πιο πολύ". Ναι, έργο! 

Το θάνατο του τον έμαθα στην Κασσάνδρα όπου είχα πάει για λίγο κοντά στους δικούς μου. Είχα πάρει μαζί μου τα βιβλία του, πρόβλεπαν το θα συμβεί και τα πήρα. Αυτά ήταν το ανάγνωσμα εκείνων των ημερών. "Ήταν δυνατός και μοντέρνος πεζογράφος ο Δημήτρης Χατζής. Τεχνίτης μαγευτικός στην αφήγηση, με γλωσσικό γούστο εντελώς σημερινό και καθημερινό. Μεγάλη η απώλειά του για την τωρινή φάση της λογοτεχνίας μας". Όλο κάτι τέτοια σκεφτόμουν, καθώς κοίταζα τα ελάχιστα βιβλία του, πως είχε γράψει σχετικώς ελάχιστα κείμενα. Σπουδαίας ποιότητας αλλά λιγοστά. Γι' αυτό, πιστεύω, μας είπε, αυτά που μας είπε στο τέλος. Ήταν ο προσωπικός καημός του και θέλησε να προφυλάξει εμάς τουλάχιστο. [...]

Περιοδικό ¨Φυλλάδιο¨, τεύχη 5-6, σελίδες 57-58, 1982


Διαβάστε ακόμα: