Δευτέρα 20 Ιουνίου 2022

Ιάκωβος Καμπανέλλης: ΜΑΟΥΤΧΑΟΥΖΕΝ...




-Εδώ μέσα για να γλιτώσεις, χρειάζεσαι μια κρούστα τρέλας γύρω από το μυαλό. Μπορείς να το πετύχεις αυτό;
-Τί εννοείς;
-Είναι δύσκολο να σου εξηγήσω. Κοντολογίς, πρέπει να φροντίσεις να τρελαθείς λιγάκι. Μην πάθεις ό,τι πάθαμε εμείς όταν πρωτοήρθαμε.
-Τί πάθατε;
-Σκεφτόμασταν συνέχεια με το «γιατί;». Γιατί να δουλεύω έτσι; Γιατί να με δέρνουν έτσι; Γιατί να με ταΐζουν έτσι; Γιατί να με ορίζουν έτσι; Κατάλαβες; Αν σου 'χε κολλήσει αυτό το «γιατί» πιασ' το, καρύδωσέ το και ριξ' το στον καμπινέ, αλλιώς θα σε καρυδώσει αυτό. Ξέρεις πόσους συντρόφους χάσαμε; Δε θα γλιτώνανε όλοι!... Όχι... Ποτέ... Όμως, ξέρεις πόσους έφαγε αυτό το «γιατί»; Το είδες, το κατάλαβες... Βρισκόμαστε στα χέρια παντοδύναμων τρελών... Οι Ες-Ες όλοι, μέχρι τον τελευταίο στρατιώτη, είναι παντοδύναμοι, τρελοί και φονιάδες! Κι όλα όσα γίνονται μέσα σ' ένα στρατόπεδο είναι αφύσικα, παράφρονα, απίστευτα , τρομαχτικά... Άκου να δεις... Αν ξαφνικά ένα χέρι μ' έπαιρνε από 'δω μέσα και μ' άφηνε σ' ένα δρόμο στη Βαρκελώνη. στη Νέα Υόρκη, στη Στοκχόλμη κι άρχιζα να λέω για το Μαουτχάουζεν, ξέρεις τι θα γινόταν; Θα με παίρνανε για τρελό, θα με κλείνανε μέσα!...Ήρθες σ' έναν «άλλο» κόσμο... Κατάλαβέ το! Άρχισε, λοιπόν, να βάζεις την κρούστα γύρω στο μυαλό σου...Πρέπει να τρελαθείς λιγάκι! Πρέπει να εναρμονιστείς... Δεν είναι δύσκολο...Ο φόβος, η πείνα, οι πεθαμένοι θα σε βοηθήσουν.

Ξεκινώντας αυτό το βιβλίο, νιώθεις σαν ένα χέρι να σου σφίγγει το λαιμό κάθε φορά που γυρίζεις και μια σελίδα του... Τόσο δυνατά που δεν μπορείς να πάρεις ανάσα. Και μια απελπισία να σε τυλίγει γιατί, θέλοντας και μη, μπαίνεις στη θέση όλων αυτών καθώς και της παράνοιας, του τρόμου, του πόνου, της απελπισίας, του φόβου, της ακατάπαυστης σωματικής κόπωσης, της εξαντλητικής πείνας, του κρύου, της συνεχούς επιτήρησης που βίωναν κάθε δευτερόλεπτο της ζωής τους οι κρατούμενοι... Και ανάμεσα σε όλα αυτά να έχεις μέσα στη μύτη σου τη μυρωδιά ανθρώπινης σάρκας που βγαίνει από την καμινάδα του «Κρεματόριουμ» και ξεπηδάει από όλες τις σελίδες αυτού του βιβλίου. Τι σημασία έχει εάν έχεις δει τόσα ντοκιμαντέρ, τόσες ταινίες, έχεις διαβάσει κι άλλα τέτοιου είδους βιβλία. Δεν χωράει κάθε φορά εκ νέου ο νους του ανθρώπου όλο αυτό... Γιατί δεν είναι απλά εικόνες που κυλούν γρήγορα. Είναι σελίδες που γυρίζουν αργά και βασανιστικά κι όσο λες θα το σταματήσω, δεν αντέχω άλλο, τόσο εξακολουθείς να πηγαίνεις παρακάτω, ολοένα και παρακάτω... Έτσι για να δεις που μπορεί να φτάσει η ιδεολογία του μακριού χεριού του καπιταλισμού... Και για να ατσαλωθείς κι άλλο... Κι όχι μόνο για να κλάψεις -τι πιο φυσιολογικό κι ανθρώπινο άλλωστε- αλλά για να μισήσεις και να πολεμήσεις το τέρας κι αυτούς που το ανέχτηκαν και το γιγάντωσαν κάνοντας το δεξί τους χέρι, για να πολεμήσουν όσους και όσες αγωνίζονταν για κοινωνική αλλαγή...

Το ξέρεις ότι αυτούς που δούλευαν στο κρεματόριουμ, αυτούς που ρίχνανε τους όμοιους τους στη φωτιά, το ξέρεις πως οι Ες-Ες του; άλλαζαν κάθε τόσο; Και ξέρεις αγάπη μου, με τι τρόπο τους άλλαζαν; Τραβούσαν απ' το φούρνο ένα μισοκαμμένο πτώμα, τους δίνανε μαχαίρι και πιρούνι και τους λέγανε «φάτε». Όσους δεν υπακούανε, τους σκότωναν για ανυπακοή κι όσους τρώγανε, τους σκότωναν για ανθρωποφαγία.

Έτσι περνούν οι σελίδες της φρίκης. Ζωντανοί στόχοι για να μαθαίνουν σκοποβολή και που όταν ο ζωντανός στόχος ήταν κόσκινο πια απ' την άσκηση στη σκοποβολή, έβαλε να κόψουν τους βραχίονες και τις κνήμες, και ύστερα τα 'στειλε στο ξυλουργείο, στην πριονοκορδέλα, για να τα κόψουν σε μικρά κομμάτια, όπως τα ξύλα. [...] Και τι έκαμε με τα κομμένα χέρια και πόδια;... -Τα 'ριχνε στο τζάκι κι έλεγε «πρώτα οι Ρώσοι κι ύστερα τα ωραία μας γερμανικά δάση». Στη γιορτή για τα γενέθλια του, στο σπίτι του... με καλεσμένους! Και τι άλλο να πρωτογράψουμε για όλα αυτά... Ανάμεσά τους  παρεμβάλλονται και διάφορες αναμνήσεις της ζωής μετά την απελευθέρωση. Μέσα από εφιάλτες που έρχονται και ξανάρχονται στον ύπνο των επιζώντων... Αλλά και μιας τόσο φυσιολογικής ανάγκης για εκδίκηση... Και απέναντι στους πρωτεργάτες, αλλά και σε όλους αυτούς που έκαναν ότι δε γνώριζαν τι συνέβαινε δίπλα τους. Που δε μύριζαν. Που δεν έβλεπαν...

Στον επισιτισμό μας βοηθούσαμε κι οι ίδιοι. Κάθε βράδυ, πολλοί απ' αυτούς που είχαν πάει βόλτα στα γύρω αγροχτήματα, γυρίζανε κουβαλώντας ένα μοσχάρι, ένα χοίρο, γαλοπούλες, κουνέλια, χήνες, καλάθια αυγά, λεκάνες φρέσκο βούτυρο. Οι Αμερικάνοι στεναχωριούνταν μ' αυτή την κατάσταση. Δε θέλανε να γίνεται πλιάτσικο στα αγροκτήματα. Αυτοί οι αγρότες είναι αθώοι, λέγανε. Κι ένα βράδυ σταματήσανε στην πύλη τον κύριο Βαγγέλη και με συνοδεία ένα στρατιώτη του είπανε να πάει αμέσως πίσω το μοσχάρι που είχε φέρει.

Ο κύριος Βαγγέλης ήταν από την Πάτρα. [...] Όταν κατάλαβε πως θέλανε να πάει πίσω το μοσχάρι, ζήτησε διερμηνέα για να τους απαντήσει. Ήρθε ο διερμηνέας κι ο Βαγγέλης άρχισε να λέει:

«Να μεταφράζεις καλά ό,τι σου λέω. Θα τους εξηγήσω αμέσως γιατί πήρα το μοσχάρι και γιατί δεν πρόκειται να το πάω πίσω!

Σήμερα το πρωί πήγα μια βόλτα στην εξοχή, όπως κάνω κάθε μέρα. [...] Κατά τις δέκα η ώρα χτύπησα την πόρτα σ' ένα πλουσιόσπιτο αγροτόσπιτο και τους παρακάλεσα ευγενέστατα να μου δώσουν μια κούπα ζεστό γάλα και μια φέτα ψωμί. Μου είπαν πως δεν έχουν τίποτα και να φύγω:

Μετάφρασέ το.

Φυσικά εγώ δεν έφυγα. Τους είπα ότι, αν δε μου δώσουν αμέσως ό,τι είπα θα τους βάλω φωτιά. Φέρανε αστραπιαία μια φέτα ψωμί και λίγο γάλα σ' ένα ντενεκέδι και τ' αφήσανε χάμω λες και ήμουνα κανένας σκύλος.

Μετάφρασέ το

Τους είπα ότι θα πάρω το γάλα μου στην τραπεζαρία τους, αλλιώς θα ' χουν κακά ξεμπερδέματα. Μου ανοίξανε την πόρτα και με πήγανε στην τραπεζαρία. Μου φέρανε μια κούπα γάλα και μια φέτα ψωμί. Ούτε ένα ψίχουλο παραπάνω, ούτε μια σταγόνα γάλα. Μόλις τελείωσα, το αφεντικό μου είπε να φύγω. 

Μετάφρασέ το.

Τον ρώτησα γιατί είναι έτσι σκληρός μ' έναν άνθρωπο που ήταν δυό χρόνια στο κάτεργο. Απάντηση: Δε φταίω 'γω που ήσουνα στο Μαουτχάουζεν, ούτε ξέρω τι γινόταν εκεί! Το στρατόπεδο, του λέω, είναι μόνο μισή ώρα από 'δω και τα συνεργεία δουλεύανε στα χωράφια! Μπορεί και στα δικά σου χωράφια! Πως δεν ξέρεις τι γινόταν εκεί! Απάντηση: Δεν ξέρω απολύτως τίποτα.

Μετάφρασέ το.

Επειδή, του λέω, είσαι τέτοιο κοπρόσκυλο, πες να μου ετοιμάσουν για το μεσημέρι ένα κοτόπουλο βραστό, άνοιξε μου το ραδόφωνο και καθάρισέ μου μερικά μήλα. Μου φέρανε ό,τι ζήτησα, γιατί είδανε πως δεν αστειεύομαι. Όμως όλη την ημέρα κανείς τους δε με ρώτησε τι είμαι, ποιος είμαι, τι ήταν το στρατόπεδο, τι γινόταν εκεί μέσα. Λέξη.

Μετάφρασέ το.

Το απογευματάκι ακούω φωνές στην πόρτα. Δυό Ρώσοι απ' το Μαουτχάουζεν ζητούσανε λάχανα. Οι αθώοι Γερμανοί αγρότες τους βρίζανε και τους διώχνανε. Πήγα, άνοιξα την πόρτα, τους έβαλα μέσα και τους είπα να πάρουνε όσα λάχανα θέλουνε.

Με την ευκαιρία έκανα και μια βόλτα στο χτήμα και στις αποθήκες. Από ζωντανά και πετούμενα άλλο τίποτα. Και στις αποθήκες τους φίσκα τα καπνιστά χοιρινά, τα λουκάνικα, τα σαλάμια, τα βούτυρα και τ' αλεύρια. Είπα στους Ρώσους να πάρουνε κι ό,τι άλλο θένε. Ύστερα ειδοποίησα τους αθώους Γερμανούς αγρότες  ότι, ώσπου να γίνουνε άνθρωποι, θα τους κάνω παρέα κάθε μέρα απ' το πρωί ως το βράδυ. Ως πρώτη δόση πήρα το άσπρο μοσχάρι. Αύριο θα πάρω άλλο χρώμα.

Μετάφρασέ το και τελειώσαμε.»

Ο κύριος Βαγγέλης πέρασε την πύλη παρέα με το άσπρο μοσχάρι και το παρέδωσε στην κουζίνα.

Κι από τη ζωή μετά τον Μάιο του 1945 και τη λαχτάρα να γυρίσουν πίσω στις πατρίδες τους, ξανά στις μνήμες από τα στρατόπεδα. Μνήμες που δεν μπορούν να σβήσουν... 

-Κάθε πρωί, πριν πιάσουμε δουλειά, οι Ες-Ες σέρνανε τις γυναίκες και τα παιδιά στην τάφρο και τους σκοτώνανε. Ύστερα, άμα πηγαίναμε εμείς, η πρώτη μας δουλειά ήταν να τους θάψουμε. Έχεις δει παιδιά σκοτωμένα;

-Όχι, παιδιά δεν είδα!

-Την τελευταία ομάδα τη φέρανε απόγεμα, λίγο πριν σκολάσουμε. Κι ήταν μια γυναίκα μαζί που είχε ένα μικρό παιδί στην αγκαλιά, ένα μωρό. Τις βάλανε στη γραμμή έτσι, μισοξαπλωτά πάνω στο πλευρό της τάφρου. Τ' άλλα παιδιά κλαίγανε. Μόνο το μωρό δεν έκλαιγε. Η μάνα του είχε το βυζί έξω, το μωρό βύζαινε με μια πείνα... Ο υπαξιωματικός πήγε και το πήρε απ' τα χέρια της. Το γαργάλησε λίγο, του γέλασε και το μωρό άρχισε να παίζει, να τραβά τα κουμπιά που γυαλίζανε, το καπέλο. Η μάνα νόμιζε πως το μωρό γλίτωσε. Γονάτισε και φώναζε κλαίγοντας :«Γκράτσια, γκράτσια»... Τα πολυβόλα αρχίσανε... Να 'βλεπες πως σπαράζανε οι γυναίκες, τα παιδιά... Πως μουγκρίζανε, πως τρώγανε το χώμα...

-Και το μωρό;

-Η μάνα του μωρού είχε πέσει μονόπαντα, να, έτσι... Ο υπαξιωματικός την έσπρωξε με το πόδι του, τη γύρισε ανάσκελα. Έπιασε το φουστάνι της απ' το λαιμό και το 'σκισε... Το τράβηξε κάτω. ως τη μέση, κι έβαλε το μωρό να βυζάξει. Το μωρό βρήκε πιο εύκολα το αίμα απ' το γάλα κι έγλειφε αίμα...

-Πάψε, μούγκρισα.

Και πως να σβήσουν αυτές οι μνήμες άλλωστε... Όπως ακόμα πιο σημαντικό είναι να μη σβήσουν και οι άλλες μνήμες... Αυτές που πρέπει να μας θυμίζουν ποιοι έθρεψαν αυτό το φίδι... Ποιοι είναι ηθικοί αυτουργοί όλων αυτών των εγκλημάτων... Και ακόμα ποιοι το πολέμησαν δίνοντας τα πάντα... Και κλείνοντας αυτό το βιβλίο, αν κάποιοι και κάποιες ταυτίζονται με τις σύγχρονες απόψεις των αναθεωρητών της Ιστορίας που εξισώνουν τους εγκληματίες με αυτούς που τους πολέμησαν, ας κάνουν ένα κόπο να κοιταχτούν στον καθρέφτη τους. Ίσως στο πέτο του ρούχου τους να αχνοφαίνεται το σήμα με τη νεκροκεφαλή που φορούσαν οι Ες-Ες...

Μια μέρα η Ιστορία θα γράψει πως οι αστικές δημοκρατίες θρέψανε τις δικτατορίες κι όταν οι τελευταίες παχύνανε, άρχισε ο καβγάς... Αυτά εμένα μου θυμίζουν την ιστορία της Αγγλίδας κυρίας με το μπουλντόκ... Το είχε από κουταβάκι, το τάιζε, το μεγάλωνε, ώσπου έγινε ένα μπουλντόκ σωστό θηρίο. Ήθελε δύο κιλά κρέας για να χορτάσει. Η κυρία δεν μπορούσε να ανεχτεί τη λαιμαργία του μπουλντόκ κι αποφάσισε να το δώσει. [...] Τι το διαφορετικό κάνανε οι αστικές δημοκρατίες με το φασισμό και το ναζισμό; 

[Τα αποσπάσματα με τα πλάγια γράμματα είναι από το βιβλίο, κρατώντας πάντα την ορθογραφία του πρωτότυπου]




Παρασκευή 27 Μαΐου 2022

Η εποχή...


Ιδού κύριοι εφημερίδα! Ούτε διαφημίσεις, ούτε ανοησίες... Κείμενα, άρθρα, αναλύσεις, πολιτισμός! Αυτό είναι το περιεχόμενό της! Αυτά έλεγε σ' ένα παλιό βαγόνι του ηλεκτρικού σιδηρόδρομου, από εκείνα που είχαν για θέσεις αναπαυτικούς μαξιλαρένιους καναπέδες από δέρμα. Αυτούς που στα περισσότερα τρένα ήταν σκισμένοι. Εκείνο το ζεστό απόγευμα του Ιουλίου του 1991, ο γκριζομάλλης εκείνος πολύ κοντός κύριος, ο ευγενής, ο καλλιεργημένος, ο αγωνιστής της ζωής, συνόδευε τους δύο γιους του και τον φίλο τους στο κέντρο της Αθήνας. Σε μια διαδήλωση ενάντια στην επίσκεψη του τότε Αμερικανού προέδρου. Ναι κύριοι, «Η ΕΠΟΧΗ»! Και συνέχισε να τη διαβάζει, ενώ οι τρεις φίλοι συνέχιζαν να λένε τα δικά τους. Ίσως για το ποδόσφαιρο. Πάντως, σίγουρα δεν πήραν και πολύ σοβαρά αυτά που τους είπε. Τουλάχιστον για την ώρα... Το τρένο σιγά σιγά έφτανε στην Αθήνα. Αττική, Βικτώρια, Ομόνοια... Σε σταθμούς μιας άλλης εποχής. Το υπόγειο, τα σκαλιά, η άνοδος στην οδό Σταδίου. Μπροστά ο κοντός κύριος, με το παντελόνι και το πουκάμισο του. Πάντα περιποιημένος. Ακόμα και στο στενόχωρο υπογειάκι που χρησιμοποιούσε για το δικηγορικό του γραφείο κομψός με σακάκι και γραβάτα. Έστω κι αν δεν περίμενε κανέναν κι έγραφε, έγραφε, έγραφε ατελείωτα με το χέρι τις υποθέσεις του. Κι αυτοί να διαβάζουν τα μαθήματά τους ενοχλώντας τον με τη φασαρία τους! Πίσω λοιπόν αυτοί να ακολουθούν και να ανοίγουν την πόρτα σ' έναν άλλο κόσμο! Φωτεινό, σαν το μονοπάτι που ακολουθούσαν οι χιλιάδες άνθρωποι στην αναζήτηση ενός άλλου καλύτερου κόσμου, και σκοτεινό, σαν όλους αυτούς που στέκονταν εμπόδιο σε αυτήν τους την πορεία... Και το εφηβικό μυαλό του φίλου, που είχε οσμιστεί τη μυρωδιά της αδικίας λίγους μήνες πριν στις μαθητικές καταλήψεις του 1990-1991, στριφογύριζε, σκεφτόταν, ρουφούσε τα χρώματα από τα μαύρα και κόκκινα πανό, τα εφηβικά μάτια έψαχναν διψασμένα τα βλέμματα πίσω από τα μαντήλια και τις κουκούλες των νέων ριζοσπαστών ανθρώπων. Η διαδήλωση δεν πρέπει να ξεκίνησε καν και διαλύθηκε βίαια. Κι αυτός δίπλα στον κύριο με την «ΕΠΟΧΗ» στο χέρι και τα παιδιά του να τρέχει χωρίς να καταλαβαίνει και πολλά. Μόνο ότι κινδυνεύει. Σε μια στοά έστρίψαν κι ανεβήκαν στο δικηγορικό γραφείο ενός συναδέλφου του. Ποιος να θυμάται πόση ώρα να έμειναν κλεισμένοι εκεί. Χαραγμένη όμως στη μνήμη του έμεινε η λέξη του πατέρα των φίλων του. Προβοκάτορας. Αυτό είχε ξεστομίσει για κάποιον που κρατούσε ένα ξύλο και φορούσε ένα μαντήλι στο πρόσωπο του. Το εφηβικό μυαλό πάσχιζε να καταλάβει γιατί δεν ήταν διαδηλωτής αυτός που φορούσε μαντήλι και αμυνόταν αλλά ήταν κάτι κακό. Γιατί χωρίς να μπορεί να ερμηνεύσει ακριβώς τη λέξη αυτή του φαινόταν ότι σήμαινε κάτι κακό. Πολύ κακό! Αργότερα, μεγαλώνοντας, μελετώντας τις τάσεις, τις εφημερίδες, το κίνημα, στρατευμένος κι αυτός στην «Υπόθεση» κατανόησε, χωρίς βέβαια να συμφωνεί, τη στάση του ευγενικού αυτού αγωνιστή κυρίου. Του πατέρα του αγαπημένου του φίλου και συμμαθητή του. Και χαμογελάει και τον σκέφτεται γλυκά κάθε φορά που τον φέρνει στο μυαλό του. Γιατί έβαλε κι αυτός το λιθαράκι του στο πέρασμα του στη νέα εποχή της ζωής του... Κι ας, θα τον αφορούσε κι αυτόν στο μέλλον αυτός ο τιμητικός χαρακτηρισμός, «προβοκάτορας»...!

Πέμπτη 19 Μαΐου 2022

Λουκάς (Φούκας) Μ.




Στη μνήμη του φίλου και συντρόφου Λουκά (Φούκα) Μ., που τον πρόδωσε η μεγάλη του καρδιά στις 19 Μαΐου 2014...

-Καλώς τον! Άργησες οκτώ χρόνια...
-Το ξέρω. Ησύχαζα... Αλλά αποφάσισα να σας επισκεφτώ έναν έναν ξεχωριστά αλλά και όλους και όλες μαζί...
-Καλά έκανες. Ξέρεις, είμαστε αρκετοί που σε φέρνουμε συχνά στο μυαλό μας. Κάποιοι, κι ας εξαφανίστηκες, σε συναντάμε κάθε μέρα. Σε βλέπουμε σε φωτογραφίες στους πίνακες από φελιζόλ και στα ψυγεία μας, πάνω στο παπί σου, να μας χαμογελάς.
-Ναι, το παπί μου! Το εργαλείο της δουλειάς μου! Αλλά αλήθεια, τι γυρεύεις εδώ εσύ; Στην αγαπημένη μου αυτή κρυμμένη πλατεία της γειτονιάς μου;
-Έρχομαι τα τελευταία χρόνια. Είναι το ησυχαστήριο μου. Κάθομαι, παίρνω ένα τσάι και διαβάζω τα πρωϊνά.
-Θυμάσαι ένα βράδυ που είχαμε αράξει εδώ; Πολύ πριν «φύγω»...
-Ναι, πως! Είχαμε πάρει κουτάκια μπύρες και βλέπαμε μια πανκ συναυλία!. Από τότε είχα να περάσω, μέχρι που την ανακάλυψα ξανά.
-Ναι, αλλά δεν σε βλέπω να πίνεις τσάι τώρα. Amstel πίνεις; Τι έπαθες; Ούτε την άγγιζες κάποτε! Heineken έπινες! Τουλάχιστον δεν έπινες Kaizer!......
-Ε, τώρα που έγιναν της μόδας οι χιπστερομπύρες του Κουκακίου και του Μεταξουργείου, είπα να αλλάξω προς το πιο λαϊκό! Εδώ, μέχρι και η ωραία γειτονιά σου, το Παγκράτι, άλλαξε και χιπστέριασε!
-Χιπστέριασε; Τι είναι πάλι τούτο;
-Άστο, θα πάρει χρόνο να σου εξηγήσω και σε βλέπω βιαστικό... Κάνε μια βόλτα και θα καταλάβεις...
-Είμαι ναι, λίγος ο χρόνος για να σας προλάβω όλες και όλους... Φαντάζομαι πόση κίνηση θα έχει ακόμα το κέντρο για να ακούω τόσα κορναρίσματα.
-Τα κορναρίσματα, ειδικά σήμερα, δεν είναι τα συνηθισμένα. Σήμερα απεργούν οι οδηγοί δίκυκλων! Οι κούριερ! Οι παλιοί συνάδελφοί σου! Έλειπες δυστυχώς και δεν μπόρεσες να παρακολουθήσεις, να συνδιοργανώσεις, να συμμετάσχεις στη χαρά αυτή! Που να δεις φίλε πόσες εκατοντάδες μηχανάκια διαδηλώνουν, κατακλύζουν τους δρόμους, κλείνουν τα μαγαζιά των αφεντικών που εκμεταλλεύονται την Τάξη σας... 
-Συγκινούμαι που έβαλα ένα λιθαράκι κι εγώ σε αυτό το οικοδόμημα του ταξικού αγώνα. Τα κορναρίσματά τους ακούγονται όμορφα κι αποφασιστικά. Πρέπει να έχασα πολλά όλα αυτά τα χρόνια. Τι άλλο σημαντικό έγινε;
-Α, είχαμε και την πρώτη φορά αριστερά!
-Τιιιιι;
-Ναι, κυβέρνησε ξανά ο μικροαστισμός του ΠΑΣΟΚ. Μεγάλη ιστορία. Οι επόμενοι που θα συναντήσεις θα σου εξηγήσουν. Μην σε κρατάω άλλο. Σίγουρα έχεις κόσμο να δεις...
-Ναι, κάτι θυμάμαι ότι γεννιόταν... Ήταν τις μέρες που «έφευγα»...
-Η ιστορία του τόπου Λουκά δεν αλλάζει με τίποτα. Είναι αυτό το κάτι που μας διαφεύγει συνέχεια και προδίδεται αυτός ο λαός που πέφτει συνέχεια στα ίδια λάθη ψάχνοντας Μεσσίες... Δεν στηρίζεται στις δυνάμεις του... Δεν διαβάζει την Ιστορία του τόπου του, της Τάξης του... 
-Της Τάξης μου, της Τάξης μας... Πρέπει να φύγω φίλε... Χάρηκα... Όταν πια πίνεις την Amstel σου, άφηνε την λίγο στο τραπέζι χωρίς να την κοιτάς. Έτσι, να έρχομαι λαθραία να πίνω καμιά γουλιά κι εγώ... Κουτάκι θα προτιμούσα να είναι... Έτσι, όπως στις συναυλίες στη Villa Amalias παλιά...
-Ναι, θα το κάνω... Θα σε περιμένει... Καλή αντάμωση... 

Δευτέρα 9 Μαΐου 2022

Εκατό αναρτήσεις «φύλλα»...

 



Εκατό αναρτήσεις... Λίγο παραπάνω από δύο χρόνια «φύλλα». Ακόμα θυμάμαι εκείνη τη μέρα που ανέβασα την πρώτη ανάρτηση. Πατώντας το κουμπί της επιβεβαίωσής της, ένιωσα ότι, βούτηξα σ' έναν άγνωστο ωκεανό. Κι αν, σκέφτηκα, δεν τα καταφέρω; Αν δεν ανεβάσω τίποτα άλλο ξανά; Πάει η υπόσχεση που έδωσα στον εαυτό μου. Να γράψω την «αλήθεια» μου... Να μιλήσω για βιβλία και συγγραφείς. Για τη μεγάλη αυτή αγάπη που καίει την ψυχή μου. Μέρες, βδομάδες, μήνες, χρόνια, σχεδόν τρεις δεκαετίες τώρα... Κι όμως... Η μία ανάρτηση έφερε την άλλη. Και η άλλη την επόμενη... Πολλές φορές τρόμαξα... Η σιωπή μέσα μου με τρόμαζε... Θα τα καταφέρω να κρατήσω τα «φυλλαράκια» μου ζωντανά; Να συνεχίσω να γράφω για ό,τι αγαπώ; Γι' αυτή τη φωτιά της ανάγνωσης και της γραφής που καίει μέσα μου; Γι' αυτή την ανάσα μου; Το κέφι μου; Να προσφέρω ένα τόσο δα σποράκι στον ατελείωτο σιτοβολώνα της γνώσης;


Το μικρό αυτό το περιβολάκι των γραμμάτων λοιπόν, κλείνει δύο και κάτι χρόνια που καλλιεργείται! Σπάρθηκε με πολλή αγάπη και με  όσο καλύτερους σπόρους μπορούσε! Άνθισε, κάρπισε και πλέον λογαριάζει τη συγκομιδή του! Ανάμεσα στα μονοπάτια του, κάτω από τις φυλλωσιές του, ο αέρας σκόρπισε λόγια για βιβλία, λόγια για τους γραφιάδες τους, κουβέντες γύρω από αυτά και μικρές μικρές ιστορίες του καλλιεργητή του... Με τις εκατό αυτές αναρτήσεις τους, τα "φύλλα", ευελπιστούν ότι, έστω και λίγο, φώτισαν τις ιστορίες που θα κάνουν τον άνθρωπο καλύτερο... Ο ζευγάς του θα συνεχίσει να το καλλιεργεί κι εσύ, φίλη και φίλε, κόπιασε να ξαποστάσεις και να σε φιλέψει με τα καρπίσματά του... Συνεχίζουμε...

Δευτέρα 2 Μαΐου 2022

ΤΟ ΘΥΣΙΑΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΛΕΥΤΕΡΙΑΣ...




Οδήγησε και φέτος την Πρωτομαγιά προς την ανατολική συνοικία. Φτάνοντας στην κεντρική της οδό, την «Εθνικής Αντιστάσεως», ένιωσε το σύνηθες γνώριμο συναίσθημα να τον πλημμυρίζει. Ήταν η πρώτη γειτονιά του. Η παιδική γειτονιά του. Η Καισαριανή! Ανηφόρισε τον κεντρικό δρόμο, πέρασε από την πλατεία, είδε με την άκρη του ματιού του τις τιμητικές πλάκες. Κάθε γωνιά αυτής της συνοικίας και μια ιστορία αντίστασης και αγώνα. Παντού και ένας εκτελεσμένος άνθρωπος στη διάρκεια της Κατοχής. Διέσχισε τους δρόμους της για να καταλήξει στην αρχή της οδού «Ηρώων Σκοπευτηρίου». Πέρασε κάτω από το μικρό μπαλκόνι του δεύτερου ορόφου μια κλασσικής πολυκατοικίας που μεγάλωσε τα πρώτα χρόνια της ζωής του. Ο δρόμος που έπαιξε μπάλα ίδιος κι απαράλλαχτος. ίσως μια-δυο καινούριες πολυκατοικίες να είχαν αντικαταστήσει παλιές μονοκατοικίες. Ανεβαίνοντας το δρόμο, στην κατάληξή του ήξερε τι θα αντικρύσει... Αυτό που τα παιδικά του μάτια αντίκρυζαν σχεδόν κάθε μέρα. Την περήφανη ταμπέλα που έγραφε «ΤΟ ΘΥΣΙΑΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΛΕΥΤΕΡΙΑΣ». Η συναισθηματική φόρτιση κάθε φορά που αντικρύζει την ταμπέλα είναι σε κάθε επίσκεψή του και μεγαλύτερη. Παιδί, κάτι είχε πιάσει ότι σήμαιναν αυτά τα γραμμένα λόγια... Αργότερα, διψασμένος για την Ιστορία του τόπου έκανε το χρέος του κι έμαθε... Πάρκαρε και μπήκε στο άλσος. Ανηφόρισε με την καρδιά να χτυπάει δυνατά και αυτή τη φορά... Μικρά παιδιά, σαν και αυτόν τότε, έπαιζαν μπάλα, έκαναν κούνιες, έτρεχαν με ποδήλατα και πατίνια. Έφτασε στα πρώτα τρία σκαλάκια. Τα ανέβηκε. Κι αμέσως και τα επόμενα τρία. Θυμήθηκε τον εαυτό του να κλαίει ένα πρωϊνό επειδή ένα παιδάκι δίπλα του πατούσε με φοβερή βία πολλά μυρμήγκια που έκαναν ένα μεγάλο δρομολόγιο για να πάνε φορτωμένα τον κόπο τους στη φωλιά τους. Ίσως ένιωσε πρώιμα την αδικία δίπλα σε αυτή τη μάντρα που σαράντα χρόνια πριν εκτυλισσόταν άλλη μία ανθρώπινη αδικία... Εφτακόσιοι πενήντα άνθρωποι είχαν ποτίσει με το αίμα τους το χώμα που μούσκευε τώρα αυτός με τα δάκρυά του για τα τσαλαπατημένα μυρμηγκάκια... Προσπέρασε τα σκαλιά, συνέχισε το δρόμο του, έστριψε και μπήκε μέσα στον ιερό αυτό χώρο. Μαζί του είχε δύο γεράνια από μια γλάστρα της βεράντας του. Τα άφησε στην πρώτη στήλη που ανάμεσα στα ονόματα βρίσκονταν και τριάντα άγνωστων στοιχείων εκτελεσμένοι άνθρωποι. Σιγοψυθίρισε τη Διεθνή. Για όλες τις γυναίκες και άντρες που έπεσαν στον αγώνα για έναν καλύτερο κόσμο. Εδώ, στην πρώτη γειτονιά του, την Καισαριανή. Παντού, σε όλες τις αδούλωτες «Καισαριανές» του κόσμου...







[Το πυροβόλο στη φωτογραφία είναι γερμανικό. Με αυτό και άλλα τρία που παράτησαν οι Γερμανοί όταν έφυγαν από την Αθήνα έκαναν τις εκτελέσεις όταν ήθελαν να σκοτώσουν πολύ κόσμο μαζί. Την Πρωτομαγιά του 1944, τους διακόσιους της Καισαριανής, τους εκτέλεσαν ανά εικοσάδες μέσα σε δύο ώρες.]