Πέμπτη, 15 Απριλίου 2021

Ένας χρόνος "φύλλα"...



Το μικρό αυτό το περιβολάκι των γραμμάτων κλείνει σήμερα ένα χρόνο που καλλιεργείται! Σπάρθηκε με πολλή αγάπη και με όσο καλύτερους σπόρους μπορούσε! Άνθισε, κάρπισε και πλέον λογαριάζει τη συγκομιδή του! Ανάμεσα στα μονοπάτια του, κάτω από τις φυλλωσιές του, ο αέρας σκόρπισε λόγια για βιβλία, λόγια για τους γραφιάδες τους, κουβέντες γύρω από αυτά και μικρές μικρές ιστορίες του καλλιεργητή του... Με τις πενήντα έξι αυτές αναρτήσεις τους, τα "φύλλα" ευελπιστούν ότι, έστω και λίγο, φώτισαν τις ιστορίες που θα κάνουν τον άνθρωπο καλύτερο... Ο ζευγάς του θα συνεχίσει να το καλλιεργεί κι εσύ, φίλη και φίλε, κόπιασε να ξαποστάσεις και να σε φιλέψει με τα καρπίσματά του... 

Πέμπτη, 8 Απριλίου 2021

Αλκυόνη Παπαδάκη: Το πάλεμα



Ένα νέο κορίτσι, μόλις δεκαπέντε χρόνια από τη λήξη του εμφυλίου πολέμου, εποχές δύσκολες, έκανε το δικό της πάλεμα. Έγραψε και τα έβαλε με πράγματα ιερά για την τάξη του κόσμου τότε. Τον θεό, την οικογένεια, την εκμετάλλευση. Με τους πυλώνες στήριξης και τρομοκρατίας του μετεμφυλιακού κράτους. Οι ήρωές της, απλοί άνθρωποι του λαού τα βάζουν με τους παπάδες και την υποκρισία τους. Τους ξεσκεπάζουν. Κορίτσια που τα βάζουν με την ασφυκτική οικογενειακή πίεση. Άνθρωποι που αντιλαμβάνονται το ψέμα και το ρόλο της θρησκείας. Η φύση πανταχού παρούσα μέσα σε αυτά τα διηγήματα. Κι όλα αυτά με μια γλώσσα που σε μαγεύει. Δύσκολη λόγω της ντοπιολαλιάς της Κρήτης, αλλά συνάμα να σου δημιουργεί μια έξαψη με τον πλούτο της. Γλώσσα, σύλληψη, περιεχόμενο, όλα στην υπηρεσία της καλής λογοτεχνίας. Στην υπηρεσία της ανόρθωσης του ηθικού του απλού κόσμου εκείνης της εποχής. Και για εμάς τους τυχερούς που πέφτει στα χέρια μας αυτό το βιβλίο μια γλυκιά γαλήνια ζέστη χύνεται άξαφνα από τα φύλλα του, όχι πια φύλλα βιβλίου μα φύλλα δέντρου και μας κάνει να ταξιδεύουμε σ' εκείνη τη δύσκολη εποχή, να διακρίνουμε πώς οι εξουσίες δηλητηριάζουν τις ψυχές και τα μυαλά των ανθρώπων και πώς οι άνθρωποι που αντιλαμβάνονται τη θέση τους μπορούν να τις βάλουν κι αυτές στη θέση που πρέπει να ανήκουν. Στο καλάθι των αχρήστων...





Μιαν άλλη μέρα, ήρθε στην αυλή του Θοδωρή κι' ο παπάς, να κουβεδιάσει λέει με τον αθεόφοβο, μπας και τον -ε- γυρίσει στον ίσιο δρόμο. Μα ο Θοδωρής ο αθεόφοβος, είχε μεράκια εκείνη την ημέρα. Κι' εφύσα από το πρωΐ, κι' εχτύπα, κι' εχάριζε ψωμί στα ξυπόλητα, κι΄ εμπούκωνε το φούρνο ξύλα... Ως είδε τον παπά εταράχτηκε.

-Πίσω παπά. Πίσω! Γιατί ένα βήμα ακόμη, και θα σε στείλω με τα καθημρινά σου στον παράδεισο! Και δε σου πάει δα παπά μου να παρουσιαστείς του Θεού σου με τέτοια σουλούπια. Του λόγου σου πεθυμάς να φορτωθείς σαν έρθει η ώρα τα χρυσάφια σου, να φορτωθείς τ' ασήμια σου, τα μαλαματένια σου, να του γεμίσεις το μάτι που λέει ο λόγος! Με τον παλιοτζουμπέ, θα σε βγάλει όξω. Κι' είναι κρίμας μαθώς, να πάει μια ζωής μάχητα στον αέρα... Κρίμας!

-Δεν σε καταλαβαίνω Θοδωρή! Αστεία πρέπει κουβεδιάζεις...-Χαχαχα... Αστεία παπά μου, αστεία! Χαχαχα... Δε σε συμφέρνει μαθώς, και τόκαμες αστείο... Τότες, γιάντα δε γελάς, σαν είναι αστείο; Ε: Γιάντα δε γελάς; - Καλά, Ας πούμε τότες, πως κουβεδιάζεις σοβαρά. Δεν τα πολυνοιώθω 'γω ετούτα που μ' αραδιάζεις. 

-Πέφτεις όξω Θοδωρή και πρόσεξε! Πέφτεις όξω! Ο Θεός το φτωχοτζουμπέ προτιμά Και σε κείνο ανοίγει την πόρτα του παραδείσου. Τα χρυσάφια και τ' ασήμια που λέει δεν είναι βουλή δική του. Ετούτα τα προσταίσανε οι άθρωποι στη θρησκεία, Θοδωρή. Δεν τα διέταξε ο Θεός. 

- Ναι, άγιε μου Δέσποτα! Ναι... Οι άθρωποι βέβαια, ζωή νάχεις! Ετούτο συλλογίζομαι κι΄ εγώ. Οι άθρωποι πως φταίνε. Μόνο, να σου πω ένα πράμα; Οι μισοί άθρωποι! Οι μισοί μπορεί και λιγότεροι, που νάχουνε την κατάρα μου... Σαν εχορτάσανε μαθώς φαγοπότι και καβάλλα, είπανε. Ήντα θα κάμομε μωρέ δα να γλεντήσομε και λιγάκι... Έφαε το κορμί, ας φάει κι' η πάντερμη η ψυχή... Κι' επιάσανε άγιε μου Δέσποτα κι' εκρεμάσανε λαμαρινάκια, κι' εγυαλίσανε τα μούτρα τω νε, επασαλίψανε και τα γένεια τώνε, κι' εκορδίσανε τσοι κοιλιές τώνε. Κι' ετσιδά, κορδισμένοι, σαν τους διάνους, ελαλήσανε... «Εδώ είμαστε του λόγου μας, οι ευκισμένοι του Θεού!! Τα παγώνια ντου! Ο Θεός, είναι δικός μας. Μας όρισε αφεντάδες! Εδά με την ευκή ντου, ήρθαμε να κάμωμε τσ' απατούς πράμα! Δούλους δικούς του! Στ' όνομα του σας ορκίζομε ν' ακούετε στις προσταγές μας;. Στ' όνομα του ορκιζούμαστε. να σας -ε- κάμωμε κατοχή.... Εκείνοι οι κακομοίρηδες, επιστέψανε... δεν είχανε μαθώς καλά γεμάτες τσ' κοιλιές τωνέ, κι' επιστέψανε... Κι' έτσι δα παπά μου, στ' όνομα του τάγιο, εμοιράστηκε ο κόσμος δυο στη μέση.

Έσκασε ο κόσμος, σαν την καρπούζα! Κι' εδά, δε νοιώθεις πράμα άγιε μου Δέσποτα; Εσάπισε μαθώς, και δε μπορεί άθρωπος να σταθεί από τη βρώμα... 

- Δεν κουβεδιάζεις σωστά Θοδωρή. Ο δούλος του Θεού, είναι ο γνήσια ελέφτερος άθρωπος. Γιατί δεν έχει πάθια να τον -ε-τρώνε, κι' ανθρώπινες πεθυμιές. 

- Κι' ήντα θα γυρεύει παπά στον κόσμο δίχως πεθυμιές; ε; και δίχως πάθια... Άθρωπος θάναι στο Θεό σου ύστερα, ή σγουραφιά; [...] Δούλος! Μακάριος άγιε μου Δέσποτα, Μακάριος! [...] Μακάριος όποιος του αστράψουνε ένα χαστούκι στο ένα μάγουλο, κι' αντίς για άλλη απόκριση, γυρίσει και τ' άλλο ντου μάγουλο, και πει. Χαστουκίστε με μωρέ, χαστουκίστε με, ώστε να σας ακούει. Πως τόπετε; Μακάριος; Δούλος του παραδείσου δηλαδη; Χαστουκίζετέ με αφεντάδες, χαστουκίζετέ με ας είστε ευλογημένοι, ώστε νάχετε πνοή. Τί λέτε; Θέλετε κι' άλλα; Και το ψωμί μου; Και το νερό μου; Και το κρέας μου; Πάρετέ τα ούλα, χαλάλι σας! Μόνο χαστουκίζετε με να ξαλαφρώνω... Να φεύγει η ζωή από πάνω μου, να φεύγουν τα πάθια, οι πεθυμιές... Χαστουκίζετέ με! Εσείς ας είστε τρισευτυχισμένοι, θα μεσιτέψετε ν' αρέσω τ΄ αφέντη μου. Θα του πείτε πως είμαι δούλος πιστός. Θα του πείτε πως σας τάδωσα ούλα, πως δεν άφηκα σάλιο στο στόμα του για χατήρι του. Και πως δε βαρυγκομώ. Πως δεν εβαρυγκόμησα ποτές μου! Μακάριος θάμαι, όχι ψευτιές! Μακάριος! Άγιος δηλαδή! Μεγάλο τ' όνομα σου Αφέντη!...


Το εξώφυλλο και η πολύ όμορφη εικονογράφηση του βιβλίου έγινε από τον ζωγράφο, σκιτσογράφο και ηθοποιό Μιχάλη Νικολινάκο, ο οποίος και έλαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση και παρά λίγο να είναι ένα από τα θύματα των ναζιστών στο μπλόκο της Κοκκινιάς. Γλίτωσε κρυμμένος σ' ένα ξεροπήγαδο. 

Το απόσπασμα με τα πλάγια γράμματα από το βιβλίο έχει μεταφερθεί στο μονοτονικό σύστημα, διατηρώντας παράλληλα την ορθογραφία του πρωτότυπου.

Το βιβλίο αυτό βρέθηκε μέσα σε μια κούτα και δίπλα σ' ένα καλάθι λαϊκής, γεμάτα και τα δύο με βιβλία - θησαυρούς, την ώρα που ένας άνθρωπος τ' άφηνε σ' ένα κάδο σκουπιδιών ξαλαφρώνοντας το σπίτι του από το περιττό βάρος... Γι' αυτό και η αξία του πολλαπλή..

Παρασκευή, 2 Απριλίου 2021

Ένα όνειρο...


Υπάρχουν μυθιστορήματα, διηγήματα, ακόμα και ποιήματα που με την έστω και μικρή τους έκταση μπορούν να πουν όσα λένε ολόκληροι τόμοι, χιλιάδες σελίδες πολιτικών μανιφέστων, αναλύσεις επί αναλύσεων. Πάντα βέβαια τα θεωρητικά όπλα είναι αυτά που δίνουν υπεροχή επιχειρημάτων στον αγώνα για έναν καλύτερο κόσμο και όλοι οι άνθρωποι οφείλουμε να τα μελετάμε, αλλά δεν μπορούν να δώσουν τη χαρά, την έμπνευση και τα φτερά έστω και κάποιων λίγων εμπνευσμένων σελίδων που κινούνται προς την πιο πάνω κατεύθυνση... Η σύλληψη και η προσπάθεια ενός ανθρώπου να εξηγήσει τον κόσμο μέσα από τη λογοτεχνία είναι αυτή η ανώτερη μορφή έκφρασης, η πιο περιεκτική σε νοήματα και συναισθήματα, που μας γεμίζει τα πνευμόνια με το οξυγόνο του «καθήκοντος», στο σύντομο αυτό πέρασμά μας από τη γη... Οι στεγνές αναλύσεις των μανιφέστων εξήγησαν, και πολύ καλά έκαναν, τον κόσμο σε εποχές που ήταν ακόμα πιο άμεση η ανάγκη τους. Και πάντα είναι επίκαιρες και χρήσιμες. Εδώ, όμως, σε αυτό το ιστολόγιο εκτός από την αγάπη μας για την αλλαγή αυτού του κόσμου με βοηθό τη θεωρία, αγαπάμε ακόμα πιο πολύ το όνειρό μας αυτό να υποστηριχθεί όχι μόνο στεγνά και υπολογιστικά. Αλλά να γίνει όνειρο ζεστό και τρυφερό μέσα από ιστορίες που επινόησε το ανθρώπινο μυαλό για να καταδείξει την αδικία σε αυτόν τον πλανήτη, με μέσα πιο προσιτά στον άνθρωπο. Με ιστορίες που θα μιλήσουν στην καρδιά και στο συναίσθημά του και θα τον μαγέψουν, ώστε να κατανοήσει τον κόσμο και μέσα από τις σελίδες της λογοτεχνίας να κάνει το βήμα παραπάνω... Και κυρίως να μη μείνει στεγνός, άδειος και στείρος από ανθρωπιά σε αυτή του την προσπάθεια...

Το διήγημα «ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ» του Στάθη Αλημίση, που ακολουθεί είναι εκτενές,  αλλά αξίζει να διαβαστεί για όλους τους παραπάνω λόγους... Βρίσκεται στη συλλογή διηγημάτων «Ο ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΣ» σε έκδοση του 1953. Το κείμενο μεταφέρθηκε στο μονοτονικό σύστημα διατηρώντας παράλληλα την ορθογραφία του πρωτότυπου.

Τώρα πάει μισή ώρα που έχω στο στόμα μου ένα κουκούτσι εληάς και το γλύφω, το γλύφω, όπως η ρίζα του πεύκου το βράχο, προσπαθώντας να απομυζήσω και το τελευταίο ίχνος τροφής, που μπορεί να του μένει ακόμα.

Έτσι πεινασμένος και παραλοϊσμένος τράβηξα κατά τον Υμηττό. Είναι άνοιξη πια, είκοσι του Απρίλη και η γη ανασκαμμένη λες από χιλιάδες τυφλοπόντικες. Δεν υπάρχει βόρβος, ούτε χόρτο, ούτε βέβαια θάμνος που να μην έχει ξεριζωθεί. Νομίζεις πως βρίσκεσαι σ' ένα πεδίο μάχης, που το ανάσκαψαν οι όλμοι και το πυροβολικό. Μα δεν είναι τίποτ' απ' αυτά. Εδώ έχει περάσει ο άνθρωπος! Κι' εγώ πίστευα πως θάβρισκα καμμιά ρίζα γλυκειά, κανένα χόρτο, να ικανοποιήσω το φυσικότερο μου δικαίωμα.

Δεν ξέρω αν εκείνη τη στιγμή λυπάσαι πιότερο τον εαυτό σου, παρά τη φύση να τη βλέπεις έτσι ρημαγμένη.

Όσο προχωρούσα, η ζέστη, η εξάντληση και η πείνα, μου βάραιναν τα μάτια, το κεφάλι. Ένα κεφάλι που λες κι' είχε χυμήξει μέσα του ολάκερη η δημιουργία, κι' έπλεε σαν ασπρονήσι μες στην άβυσσο...

Έπεσα στη ρίζα ενός πεύκου σακάτικου και ρικνομένου από τις κάμπιες, πούχε φυτρώσει πα στο βράχο. Ένας ύπνος βαρύς κι αφύσικος σα λιγοθυμιά με χτύπησε. Ανήσυχος και τρομαγμένος, χωρίς να μπορώ να του φέρω αντίσταση, του παραδόθηκα. Μα κάτι δουλεύει, κάτι αγρυπνάει μέσα μου, το νοιώθω. Δεν πέθανα ακόμα. Ένας πανάλαφρος ψίθυρος, μεταμορφωμένος σε απαλό αεράκι, μου μιλάει... ίδια φωνή της φύσης...

...Κάποτες η γη ήτανε σκεπασμένη από ισκιερά ρουμάνια. Εκατομμύρια δέντρα βούιζαν βαθύλαλα ωσάννα στο δημιουργό τους. Μα ενώ όλες οι ψυχές των δέντρων ψέλναν το ίδιο απόκοσμο τραγούδι, ήτανε γραφτό τους σ' αυτή τη γη, να μη ζουν ειρηνικά. Το καθένα κύτταγε πως να ζήσει, μόνο γι' τον εαυτό του, υπακούοντας στο μεγάλο νόμο της φύσης...

Τα πιο γερά πούχανε δυναμώσει σε βάρος των άλλων, θέριεψαν κι' ερρίξαν τα ριζοπλοκάμια τους στους κάμπους. Κι' έτσι οργώνοντας και κυριεύοντας τις παχειές γαίες, τις άφηναν κληρονομιά στους επιγόνους τους.

Μες στα νικημένα ήτανε και τα πεύκα, που πήρανε το δρόμο για τα βουνά, τ' ακολουθούσαν η πικρή ρίγανη και το θυμάρι. Στις παχειές φυλλωσιές των καμπίσιων δέντρων, πούχανε ξαπλωθεί σαν προϊστορικοί δεινόσαυροι στα φιδωτά ποτάμια και πίναν, πίναν ναρκωμένοι κι ατάραχοι, εκεί στα πανύψηλα καβάκια και χιλιόχρονα πλατάνια, χτίσαν τις φωληές τους τα γλυκοκέλαδα πουλιά. Μα το θυμάρι τράβηξε τις μέλισσες στα γδυμνά βουνά.

Από τότε ρημαγμένα κι έρημα τα φτωχά δέντρα των λόγγων, προσπαθούσαν να τρυπήσουνε μόνα τους τους άγονους βράχους, γλύφοντάς τους αιώνες, για να μπορέσουν ν' αναπτυχθούνε και να στεριώσουν. Συγχρόνως νοιώθαν ένα μίσος θανάσιμο για τα δέντρα του κάμπου, γιατί καταλάβαιναν πως οι νεροπηγές που τρέχαν μουρμουριστά και κλαίγοντας τρέφαν εκείνα πούταν πάντα αχόρταγα. Κι' οι νεροπηγές ανάβλυζαν απ' το μόχτο το δικό τους, των ριζών τους, που τρυπούσανε το βράχο. Γι' αυτά δεν υπήρχε θέση εκεί κάτω. Κάποια μοίρα τους είχε ορίσει το ρόλο του σκλάβου εργάτη, του μυθικού Άτλαντα, που βαστάει τις πέτρες και τα χώματα να μην κυλήσουν οι χειμωνιάτικες βροχές και χερσώσουνε τον κάμπο.

Όσο τρυπούσανε το βράχο, τόσο δυνάμωναν, αλλά μαζί βλέπανε και την τρομερή ανισότητα και αδικία που τα μάστιζε. Τίποτε δεν έμενε από το έργο τους.

Γι' αυτούς οι πηγές τρέχαν, πότε με θυμωμένους αφρούς, μα τις περισσότερες φορές κλαίγοντας προς τους αφέντες του κάμπου. Ανυπεράσπιστα και χωρίς αντίσταση βλέπαν να χάνεται η δύναμη τους, η εργασία τους, η δροσιά τους... Πονούσαν!... Πονούσαν τρομερά! Ω! πόσο πονούσαν... Κι' έτσι ένα μεσημέρι, κάτω απ' το μικρό τους ίσκιο, γεννήθηκε μες στα γοερά βογγητά τους ο θείος Στοχασμός. Ήταν ένα παιδί αμούστακο, ξανθό σαν έρωτας, ένας πόθος για λύτρωση, ένας Θεός των αδικημένων, ένας μεσσίας. Α! τι γλυκά νανουρίσματα πούχε το κάθε δέντρο για το νιογέννητο, πόσα παραμύθια, πόσες λαχτάρες και πόνους, πόσα όνειρα δεν τούψελναν θροϊστικά... Μα η αψιά μυρωδιά των κέδρων τον ενάρκωνε.

Σιγά-σιγά σαν αντρώθηκε αυτός, άρχισε αυτός, άρχισε να μη του αρέσουνε τα πρώτινα τραγούδια. Δεν αρνήθηκε όμως ούτε την καταγωγή του ούτε την αποστολή του σα θεός τους.

Έτσι κατέβηκε στον κάμπο, να δει από κοντά και να γνωρίσει τους εχτρούς του.

Μόλις τους πλησίασε κι' αμέσως κατάλαβε. Τα χαμόδεντρα που ζούσανε στα πόδια των περήφανων δέντρων, το ίδιο άθλια και βασανισμένα σαν τα δέντρα των λόγγων, υποδέχτηκαν με συμπάθεια κι' άλλα μ' ενθουσιασμό το κήρυγμα του καινούργιου θεού.

Τότε μια μυριόστομη, τρομερή κραυγή ακούστηκε στον κάμπο. Τα πουλιά πέταξαν και τρομαγμένα τρέξανε να χωθούν μες στις φωλιές τους.

Οι ισκιερές λεύκες και τα κατοχρονίτικα πλατάνια, σκύψανε κομπιαστικά μα και με φανερή ανησυχία, να δούνε στα πόδια τους, γιατί από κει τους φάνηκε πως ξεχύθηκε η κραυγή. Κι' αντίκρυσαν για πρώτη φορά τα χαμόκλαδα, που όσο πιο χαμηλά φύτρωναν, με τόσο απειλητικό μάτι τα κύτταζαν... Τότε με τη σειρά τους κατάλαβαν κι' αυτά. Κάτι σα να τους πίεζε τις ρίζες, κάτι που προσπάθαε να τ' ανατρέψει, κι' οι περικοκλάδες που ζούσανε χρόνια μπλεγμένες απάνω τους, τώρα τα ενοχλούσαν.

Ένας αέρας όλο σαρκασμό συγκλόνισε τα κλαριά. και τα φύλλα θροΐσαν ειρωνικά και φλύαρα. Κι' από τότε, όσο πιο πολλές ενισχύσεις στέλναν τα φύλλα προς τα κάτω για να χτυπηθεί ο εχτρός, τόσο και πιο πολύ τα χαμόδεντρα μπλέκονταν στις ρίζες τους, για να τους αντισκόψουνε το δρόμο. Κι' έτσι πλήθαινε η βουή πούρχονταν από κάτω, μα κι' απ' τα μακρινά δέντρα των λόγγων.

Σιγά-σιγά μες απ' την άναρθρη έχτρα , τη γιομάτη νόημα, άλλα δίχως σκοπό, βγήκε μια φωνή βαθιά κι' ανθρώπινη, που γιόμισε τη γη. Την είχε γεννήσει πάλι ο θείος Στοχασμός και πρόσταζε: «Ανάγκη να λείψουν τ' ανώφελα δέντρα. Εδώ θα γίνει ο ναός μας». Οι πηγές τρέξαν κελαρύζοντας χαρούμενα στον κάμπο, να δώσουν τη βοήθεια τους στο επίμοχθο έργο.

Απ' την άλλη μεριά τα δέντρα του κάμπου, προσπαθώντας να εξαφανίσουν τον εχτρό, όλο και πάχαιναν... πάχαιναν... ώσπου δεν μπορούσαν πια να σκεφτούν, ναρκώνονταν. Κι' άρχισε η γκρίνια ανάμεσα τους, που ζούσε χρόνια μες στη φλούδα τους., αλλά τώρα πιο αιρετική και πιο δυναμωμένη. Η απληστία τους γινόταν τώρα πιο μεγάλη απ' τη στέρηση της εύκολης τροφής. Μπορούσες να προβλέψεις πως γρήγορα θάρχιζε το αλληλοφάγωμα, ξεχνώντας τον κοινόν εχτρό.

Τότε πια έφτασε ο καιρός που περίμεναν άλλοι με λαχτάρα κι άλλοι με κρυφό τρόμο. Μ' ένα βουητό π' αντιλάλησαν οι ηχεροί και σκοτεινοί αιώνες, ένας απειλητικός σίφουνας από δεντρομάζωμα, χύθηκαν τα βουνίσια δέντρα ενάντια στα λιγοστά μα γιγάντια και χιλιόριζα καμπίσια. Ήταν κάτι το μεγαλειώδες πούμοιαζε με δημιουργία. Κι' άρχισε ένα μαλλιοτράβηγμα, ένα χλαλοητό...

Έβλεπες αρχόντισσες λευκές με γαλατένιους λαιμούς, να ξεριζώνονται μ' ένα τραγικό και τρομερό κρώξιμο, χώματα μαύρα και παχειά ανασκάβονταν... Οι σάπιες ρίζες, σαρακοφαγωμένες, μη μπρώντας να βαστάξουνε το βάρος των γιγαντένιων κορμών, τινάζονταν, πετάγοντας βούρκο με οσμή σαπίλας στα μάτια... Όγκοι από χώματα υψώνονταν κι' αλλού έχαιναν λάκκοι, σαν από βλήματα που σφεντονίζονταν απ' το άπειρο... Η γης, το σύμπαν είχανε χάσει πια έλεες την ισορροπία τους· αυτή την άδικη και καταραμένη ισορροπία.

Αυτή τη δεντροχαλασιά τη ζούσα σαν ένας Νέρωνας, μα χωρίς κακία και δίχως χαρά. Άνοιγα τα μάτια μου, μια στις χαίνουσες λάκκες και μια στον καταγάλανο ουρανό, που ξάνοιγε απ' το γκρέμισμα των ισκερών φραγμών

Για μια στιγμή ανατρίχιασα σύγκορμος. «Τα πουλιά! φώναξα, τ' αηδόνια, οι φωλιές τους· δεν είναι κρίμα;» Τότε, αφού ήμουν κι' εγώ ένα δέντρο ρυκνό κι' αδύναμο, μπόρεσα κι' άκουσα τη φωνή ενός συντρόφου μου: «Μη χολοσκάς παληκάρι μου. Τα πουλιά είναι δικά μας. Πάλι θα πετάξουν όσα είναι γερά κι' αντέχουν, στα φτωχά μας κλαριά, να φαιδρύνουν το μόχτο μας. Μα και κανένα να μην έρθει, μεις που γεννήσαμε ένα θεό, θα χαιρόμαστε ακούγοντας τους μυστικούς αυλούς του δάσους, τις νεροσυρμές και το βούισμα των μελισσιών, που θα υμνούμε στο έργο μας. Μέσα απ' αυτό το έργο θα ξεπηδήσει το καινούριο τραγούδι».

Σαν ησύχασε το κακό, η γης ήτανε ένα κομμάτι χάους ασβολερού. Ξεκλαρισμένα δέντρα, χαμόδεντρα πεθαμένα, περικοκλάδες βουτηγμένες στη λάσπη, κοίτονταν πα στην ανασκαμμένη γη.

Τότε, μες στη φαινομενική σύγχυση, ακούστηκε πάλι η βαθύλαλη φωνή του θείου Στοχασμού: «Σύντροφοι! εμείς που τρυπήσαμε το βράχο, εμείς που τόσα χρόνια υποφέραμε την αδικία των δυνατών, εμείς που ήρθαμε εκδικητές και τιμωροί, διψώντας για δικαιοσύνη, δεν μπορούμε να μείνουμε δω. Η θέση μας είναι κει πάνω. Μες στη φλούδα μας κυλάει το ρετσίνι σαν τον πικρόν ιδρώτα, που είναι ανάγκη να χυθεί πα στη ματωβαμένη γη, σπονδή για τους παραγνωρισμένους μας θεούς. Πρώτος εγώ παίρνω τους δρόμο για την παληά μας πατρίδα, εκεί που μας αγαπούν και μας χαίρονται τα χώματα. Θα συνεχίσουμε το τρύπημα του βράχου, ώσπου τα νερά θα κυλάν βρυσομάνες στον καινούριο μας κάμπο. Θα κλείσουν τους λάκκους, τα λαγούμια, και γαλήνια και ειρηνικά θα γυρίζουν τον πελώριο τροχό του ναού μας. Κι' ο κόκκινος ήλιος, στηλώνοντας τα έκθαμβα του μάτια στον καθρέφτη των γαλήνιων ποταμιών μας, θα φουσκώνει τα κατάλευκα σύννεφα, που θα πέφτουν σα δροσιά κι' ευλογία στα κουρασμένα μας μέλη».

Αυτά είπε ο θείος Στοχασμός και τράβηξε πρώτος, ενώ με αλάλητο χαράς ακολουθούσαν τα κυρίαρχα δέντρα.

Σιγά-σιγά χύθηκε γύρω μου, ευφραντική σιωπή. Άνοιξα τα μάτια μου. Στο πεύκο μου ένα αποδιωγμένο αηδόνι τραγουδούσε, ένα τραγούδι χωρίς αρχή και τέλος, που έσταζε ολόπικρο δάκρυ, σαν τα τραγούδια της ανατολής. Ένα τραγούδι όμως χωρίς μοιρολατρεία...
                                                                            
Απρίλης 1942 



Πέμπτη, 25 Μαρτίου 2021

Αντρέας Φραγκιάς: Άνθρωποι και σπίτια



Η γειτονιά μας ξάπλωσε απόψε με βρεμένα ρούχα. Κουκουλώθηκε με τη νοτισμένη κουβέρτα της βροχής και θέλει να κλείσει με το ζόρι τα μάτια της. Αύριο έχει δουλειά. Θέλει να μαζέψει το νου της και να συλλογιστεί τι ανάποδο έχει γίνει στη ζωή μας που δε σ' αφήνει να κοιμηθείς ούτε να σταθείς ξεκάθαρα και να λογαριάσεις τα πράματα. Απ' τα υγρά πόδια ανεβαίνει ρίγος. Η γειτονιά έχει την ιστορία της που κατακάθεται πάνω στις στέγες και τη βαραίνει. Δεν χρειάζεται να ξεκαπακώσεις τα σπίτια για να δεις πως σιγοβράζει η κάθε κάμαρη, Οι πιο πολλοί, απ' όσους δουλεύουνε, είναι στις μικροφάμπρικες και τα εργαστήρια εδώ γύρω. Κι' αυτά κανονίζουν το τσουκάλι και το δείπνο της γειτονιάς. Και τις κουβέντες και το γέλιο της. Ακούς τη μουρμούρα της βροχής κι' ανασηκώνεσαι με κομμένα μάτια. Δε σε παίρνει ούτε ένα λεφτό ο ύπνος, ούτε κοιμήθηκες καμιά βραδιά μπόλικα, να τον χορτάσεις.

Ο δρόμοι γύρω από το δρόμο με την άσφαλτο είναι χωμάτινοι, είναι λασπωμένοι το χειμώνα, σκονισμένοι το καλοκαίρι, λυπημένοι όλο το χρόνο... Ο πόλεμος παρόλο που έχει τελειώσει ένα χρόνο είναι πάντα παρών. Τα καμένα σπίτια στο τέλος του δρόμου τον θυμίζουν. Τα έκαψαν οι βάρβαροι. Το ρημαγμένο εργοστάσιο γίνεται αξιοθέατο λύπης. Όλα τα όνειρα των ανθρώπων περιστρέφονται γύρω από το αν θα λειτουργήσει ξανά. Και τα όνειρά τους είναι ένα κομμάτι ψωμί, ν' ανάψει η φωτιά για να μπει το τσουκάλι απάνω, να μην είναι τρύπια τα παπούτσια, να μη στάζει νερό η στέγη, να γεννηθεί ένα παιδί... 

Οι άνθρωποι της γειτονιάς φτάνουν μέχρι τη γέφυρα που τους χωρίζει από τον υπόλοιπο κόσμο. Λίγο πιο κάτω απ' τα «καμένα». Κανείς δεν θέλει να τα κοιτά. Οι άνθρωποί τους έφυγαν. Ανέβηκαν στην Αθήνα. Σ' ένα καρότσι χώρεσε ό,τι τους είχε απομείνει. Ένα σημάδι άφησαν στα γκρεμίσματα, ένα μήνυμα γραμμένο με καρβουνόσκονη με την καινούρια τους διεύθυνση, το μίτο για τους ανθρώπους τους, που αγνοούνται χρόνια εξαιτίας του πολέμου.

Έτσι κυλούν οι μέρες, οι εβδομάδες, αλλάζουν οι εποχές για όσους έμειναν. Με την αγωνία του μεροκάματου, με τις μνήμες, με τον αγώνα για το ψωμί. Μια μέρα μόνο ο ήλιος ανατέλλει πιο αργά. Τα παράθυρα ανοίγουν με λιγότερη βιάση. Τα κορίτσια φορούν ένα πολύχρωμο και καλύτερο φουστάνι χωρίς μπαλώματα. Κι οι άντρες ένα πουκάμισο με όλα του τα κουμπιά στη θέση τους. Η Κυριακή! Και ξεχύνονται στο δρόμο με την άσφαλτο. Κάθονται στο καφενείο. Σε όποιον έχει περισσέψει κανένας παράς πίνει κι ένα ούζο. Τα κορίτσια αγκαζέ κάνουν τη βόλτα τους. Ο καφετζής έχει βάλει το μεγάφωνο στη διαπασών. Και λίγο παρακάτω ο κόσμος μαζεύεται στο γήπεδο της συνοικίας να δει τις μπλε φανέλες της ομάδας της γειτονιάς του. Έτσι κυλάνε οι Κυριακές μέχρι που το σκοτάδι ν' αρχίσει να πέφτει και το σκοτάδι της επόμενης εβδομάδας να πλακώνει τη φτωχογειτονιά για τις επόμενες έξι μέρες και πάλι...

Όμως αυτοί οι άνθρωποι, ο Αργύρης, η Γεωργία, ο Ηλίας, ο Κοσμάς, η Βάσω, η Στέλλα, ο Νίκος, η Αγγελική, οι απλοί φτωχοί άνθρωποι χίλιες φορές θα πέσουν και χίλιες μία θα ξανασηκωθούν. Είναι το αντίθετο των τρωκτικών που έκατσαν στο σβέρκο αυτού του τόπου. Είναι αυτοί που μάτωσαν στην Κατοχή, αυτοί που πείνασαν και πέθαναν, κρύωσαν και βράχηκαν αλλά και αγάπησαν και αγωνίστηκαν, που δεν το έβαλαν κάτω και με τα λίγα μέσα τους απ' τον πηλό 'φτιάξαν λουλούδι...

https://www.youtube.com/watch?v=fVTcg3ZWlS0



Φτωχολογιά, για σένα κάθε μου τραγούδι
για τους καημούς σου, που σεργιανούν στη γειτονιά.
Φτωχολογιά, που απ' τον πηλό φτιάχνεις λουλούδι
και τους καημούς σου τους πλέκεις ψιλοβελονιά...


Το απόσπασμα με τα πλάγια γράμματα μεταφέρθηκε από το βιβλίο στο μονοτονικό σύστημα, διατηρώντας παράλληλα την ορθογραφία του πρωτότυπου.

Αντρέας Φραγκιάς
Άνθρωποι και σπίτια
Εκδόσεις: ΚΕΔΡΟΣ

Δευτέρα, 15 Μαρτίου 2021

Ο χαρταετός





Το κόκκινο αυτοκινητάκι της δεκαετίας του '80 έτρεχε στο μικρό επαρχιακό δρόμο, ανάμεσα σε δύο σειρές με τεράστιους ευκαλύπτους, αφήνοντας πίσω τη μικρή επαρχιακή παραλιακή πόλη. Τα δύο αγόρια γύριζαν το κεφάλι πίσω γεμάτα στεναχώρια και την αποχαιρετούσαν. Το κάστρο σκαρφαλωμένο ψηλά στα βράχια χανόταν πια απ' τα μάτια τους. Ένα ωραίο τριήμερο γεμάτο ανεμελιά τελείωνε πιο νωρίς γι' αυτά. Έπρεπε να προλάβουν την κίνηση της επιστροφής. Το σύντομο αυτό ταξίδι, με τους καινούριους δρόμους τώρα πια, τότε ήταν μια πραγματική δοκιμασία. Άλλοι δρόμοι, άλλα αυτοκίνητα... Τα ξαδέρφια τους και τα υπόλοιπα παιδιά έμεναν πίσω και παρακαλούσαν τον αέρα και τον πατέρα τους να κάνουν σωστά τη δουλειά τους κι ο χαρταετός τους να πετάξει πιο ψηλά απ' όλους τους άλλους! Αυτά, μέσα στο αυτοκινητάκι, σκέφτονταν ήδη ότι την επόμενη μέρα θα πήγαιναν στο σχολείο και ότι με κάποιο τρόπο μετά απ' όλες αυτές τις μάχες με τις σερπαντίνες, το χαρτοπόλεμο, τα σπαθιά, τους ινδιάνους και τους καουμπόηδες θα έπρεπε να ετοιμάσουν τα μαθήματά τους, όταν επιτέλους θα τελείωνε το ατελείωτο αυτό μποτιλιάρισμα στην Κακιά Σκάλα και θα έφταναν σπίτι. Τι θλίψη! Το ραδιόφωνο στα μεσαία κύματα έπαψε να ακούγεται καθαρά κι η φωνή της αθλητικής δευτεριάτικης εκπομπής «Τρεις και πέντε ώρα για σπορ» χανόταν ανάμεσα σε παράσιτα, καθώς τα αυτοκίνητο διέσχιζε τα Δερβενάκια την ώρα που το άγαλμα του Κολοκοτρώνη κοίταζε βλοσυρά όλη αυτή την κίνηση. Ο μεγάλος αδελφός που περίμενε πως και πως αυτή την εκπομπή κάθε Δευτέρα μεσημέρι νευρίαζε κάθε χρόνο μ' αυτή την απαράδεκτη κατάσταση! Το ραδιόφωνο έκλεινε κι η κασέτα έπαιρνε τη θέση του. Ακόμα και τώρα, πολλά χρόνια μετά, το συγκεκριμένο αυτό τραγούδι που έπαιζε εκείνη τη στιγμή μου θυμίζει εκείνο το δευτεριάτικο πέρασμά μας από τα Δερβενάκια...

Το ταξίδι συνεχιζόταν στον επαρχιακό δρόμο κι αργότερα στην Εθνική Οδό. Κι εμένα, πίσω από τη θέση του οδηγού, μου άρεσε να κολλάω το μουτράκι μου στο τζάμι και να χαζεύω τους χαρταετούς. Να μετράω πόσοι είναι και ποιος πετάει πιο ψηλά. Και τι μεγάλη στεναχώρια με όσους δεν κατάφεραν να ολοκληρώσουν το ταξίδι τους και καρφώθηκαν σε δέντρα και καλώδια! Έχασκαν ξεδοντιασμένοι και διαλυμένοι πριν προλάβουν να ταξιδέψουν στον άλλοτε μπλε κι άλλοτε συννεφιασμένο και γκρίζο ουρανό. Μερικοί πιο θαρραλέοι πετούσαν και με βροχή αψηφώντας πιθανό κεραυνό. Και κάποιοι ακόμα πιο θαρραλέοι έσπαγαν τα δεσμά τους, ξέφευγαν από ανθρώπινα χέρια και καλούμπες και ταξίδευαν στον ουρανό, άλλοι για χιλιόμετρα κι άλλοι για λίγα μέτρα. Ο αέρας της ελευθερίας, που φύσαγε στο χαρτί και τις ουρές τους, τους έκανε έστω και για λίγο πανελεύθερους και κυρίους του εαυτού τους. Κι ας τσακίζονταν αργότερα, κι ας έπεφταν σε καλώδια. Κάποια στιγμή θα βρουν κι αυτοί το δρόμο προς την ελευθερία. Όπως κι ο άνθρωπος...


Σάββατο, 13 Μαρτίου 2021

Το καραβάκι




Στεκόταν στη γωνία έξω από το φούρνο. Χαριλάου Τρικούπη και Ερεσού. Γύρω στα εξήντα πέντε. Φορούσε τζιν και ένα μαύρο λεπτό μπουφανάκι. Μια σχολική τσάντα γεμάτη κρεμόταν στην πλάτη του. Το πρόσωπό του σχεδόν κρυμμένο από την άντι-κόβιντ μάσκα και έναν επίδεσμο στο μάτι. Και με το ένα μάτι του με κοίταξε με μια όμορφη αξιοπρέπεια δείχνοντάς μου δύο σκαλιστά καραβάκια που πουλούσε. Μπήκα στο φούρνο, ψώνισα, βγήκα, τον είδα ξανά εκεί. Ακίνητο. Έδειχνε την πραμάτεια του με τον ίδιο αξιοπρεπή τρόπο. Στα χέρια μου κάτι κριτσίνια και μια μπύρα... Πολυτέλεια... Ντράπηκα να τον κοιτάξω στα μάτια. Βούρκωσα. Πέρασα απέναντι. Ένα ταξί κόντεψε να με πατήσει. Το βλέμμα του διαρκώς στριφογύριζε στο μυαλό μου, σαν ο χρόνος να είχε παγώσει. Ποιος, που, γιατί... Η Κ. ήταν στο απέναντι πεζοδρόμιο. Της είπα κοίτα τον. Δες τον. Να πάρω ένα καραβάκι; Να πάρεις. Δεν μπορώ να δείξω ότι κάνω ελεημοσύνη. Ντρέπομαι. Ντρέπομαι τα χρόνια του. Ντρέπομαι που έχω αυτή τη δυνατότητα. Κάνε το εσύ, της λέω. Όχι, πάμε μαζί. Περνάμε απέναντι. Μας βλέπει, με βλέπει. Αναθαρρεί. Δώσε. Πάρε. Όχι δώσε πάρε με τη χυδαία έννοια. Το πρόσωπό του φωτίστηκε. Το πρόσωπό μου σκοτείνιασε. Το πρόσωπο της Κ. δεν μπορούσα να το δω. Μας ευχαρίστησε τόσο γλυκά. Μη λες ευχαριστώ φίλε... 

Μη λες ευχαριστώ φίλε. Σου χρωστάμε. Δεν μας χρωστάς. Σου χρωστάει η συνείδηση του κάθε ανθρώπου. Να υπάρχει μια γωνίτσα σε αυτήν που να του θυμίζει κάθε φορά που πέφτει η ματιά της σε αυτήν ότι είναι άνθρωπος. Όχι φιλάνθρωπος, αλλά άνθρωπος. Το καραβάκι σου αυτή τη στιγμή είναι σε μια γωνιά του σπιτιού. Και θα είναι πάντα εκεί να θυμίζει αυτή την ημέρα, αυτόν τον άνθρωπο με το γλυκό και αξιοπρεπές βλέμμα. Και τη θέλησή του να κερδίσει τόσο ταπεινά τη ζωή του...

Τετάρτη, 10 Μαρτίου 2021

Τσαρλς Μπουκόφσκι, 9 Μαρτίου 1994: Τότε που βουτούσα στον κόσμο σου Χένρι, Χένρι Τσινάσκι...












Όλοι βαδίζουμε προς το θάνατο,
όλοι μαζί, όπως ένα τσίρκο!
Αυτό και μόνο θα έπρεπε να μας κάνει
να αγαπάμε ο ένας τον άλλο.
Αντί γι' αυτού, είμαστε ισοπεδωτικοί,
αλληλοφοβόμαστε και
αλληλοτρωγόμαστε για το τίποτε.



Μπουκόφσκι - τρομερές ζωές και ο θάνατος - Επιμύθιο - Ιστοροές


Μακρινό 1998. Τα σκαλάκια οδηγούσαν στο υπόγειο του μεγάλου βιβλιοπωλείου. Και το βλέμμα έπεφτε στα ράφια της ξενόγλωσσης λογοτεχνίας. Ποιος ξέρει τι με έκανε να οδηγηθώ στην αλφαβητική σειρά και να φτάσω στο γράμμα Μ για να "συναντήσω" τον Τσαρλς Μπουκόφσκι. Το ένθετο της κυριακάτικης εφημερίδας για τα βιβλία, η κουβέντα με κάποιον φίλο αναγνώστη, κάποιο βιβλίο του που έπιασα τυχαία στα χέρια μου εκεί και μου κίνησε την περιέργεια με αυτά που έγραφε στο οπισθόφυλλο; Κάτι απ' όλα αυτά ήταν η αφορμή εκείνα τα χρόνια για να γνωρίσουμε έναν συγγραφέα! Η εφημερίδα, οι φίλοι, οι βόλτες με τις ώρες στα βιβλιοπωλεία... 

«Βρόμικος κόσμος», έγραφε ο τίτλος του πρώτου του βιβλίου που είχα διαβάσει. Ποιήματα. Τι διαβάζω; Σκέφτηκα... Δεν πολυκαταλάβαινα... Προσπαθούσα τότε να ανακαλύψω το σύγχρονο κόσμο της λογοτεχνίας. Τα ερεθίσματα από το σπίτι ήταν άλλα. Κλασσική ελληνική και ξένη λογοτεχνία κυρίως. Δε με άγγιζαν καν τότε! Λογικό για έναν νέο της μητρόπολης με αγωνίες και δίψα για τον καινούριο κόσμο... Καλύτερα από την άλλη, αφού αργότερα, σε πιο ώριμη ηλικία άρχισα να τα διαβάζω και να τα καταβροχθίζω, να τα κατανοώ και να τα απολαμβάνω με άλλο μάτι.

Ας γυρίσουμε λοιπόν στον «Βρόμικο κόσμο», στις «Σημειώσεις...», στην «Αγάπη που είναι ένας σκύλος από την κόλαση». Διάβαζα, προσπαθούσα να μπω στον κόσμο του, διάβαζα εισαγωγές, επίμετρα. Υπερβολικά όλα. Λόγια κούφια. Αλήθεια ποιοι είναι όλοι αυτοί που γίνονται ειδικοί σε έναν συγγραφέα, ζωγράφο, ποιητή! Ας μας αφήσουν ήσυχους να μπούμε στον κόσμο τους και να καταλάβουμε ό,τι καταλάβουμε. Κι η αλήθεια είναι ότι με μπέρδευαν. Έψαχνα να βρω αυτό που είχαν βρει αυτοί. Ανοησίες. Συνέχισα να ψάχνω μόνος για να τον καταλάβω... Κάτι με γοήτευε που δεν μπορούσα να το βρω.. Συνέχισα. Διάβασα κι άλλα, κι άλλα, κι άλλα...

Ο Μπουκόφσκι είναι ένας παρεξηγημένος συγγραφέας. Ο μεγαλύτερος ποιητής και συγγραφέας των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο απομυθοποιητής του αμερικανικού ονείρου...! Κακοποιημένος από τον κυρ-Παντελή πατέρα του. Τον Πολωνό μετανάστη που πήγε στη «Γη της Επαγγελίας» και έκανε μότο της ζωής του το «δουλειά, δουλειά, δουλειά» Με το ωραίο του σπιτάκι με το γκαζόν, που κάθε Κυριακή κούρευε o μικρός Τσαρλς, κι αν ένα χορταράκι προεξείχε λίγο παραπάνω, τον έσπαγε στο ξύλο. Ο ηθικός αυτός πατέρας τού «Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια» της Αμερικής... Μεγαλωμένος από μια μάνα δούλα του άντρα της. «Πατρίς Θρησκεία, Οικογένεια» και αμερικανικό όνειρο βλέπεις.... 

Και τα μάζεψε κι έφυγε. Με μια γραφομηχανή παραμάσχαλα που τον ακολουθούσε από κακόφημο ξενοδοχείο σε κακόφημο ξενοδοχείο. Από βρόμικο δωμάτιο σε βρόμικο δωμάτιο. Από το σπίτι που τον πέταγαν έξω επειδή ήταν πάντα άφραγκος σε άλλο σπίτι, μέχρι να τον ξαναπετάξουν έξω. Είχε βλέπεις χαλάσει τα τελευταία του δολάρια σε ένα μπουκάλι κρασί ή σε μια εξάδα μπύρες ή σε δύο ουίσκι σ' ένα μπαρ. Το δεύτερο το είχε κεράσει στον άγνωστο διπλανό αδερφό του στα βάσανα... Έγινε αλκοολικός. Μπεκρής για τους καθώς πρέπει μικροαστούς. Παραβατικός για τον νόμο. Κυκλοφορούσε με τη χάρτινη σακούλα με το μπουκάλι κρυμμένο μέσα και κοιμόταν έξω. Τέτοιο έγκλημα καθοσιώσεως... Δεν υπηρέτησε τη μητέρα πατρίδα. Έγραφε για τη ζωή. Την αληθινή ζωή που κρυβόταν κάτω από το χαλάκι του αμερικανικού τρόπου ζωής. Για τα κακόφημα μπαρ, για τους φτωχούς, για τους αλογομούρηδες, για τ' αφεντικά που του φέρονταν σαν σκουπίδι. Όλα αυτά δεν συγχωρούνται...

«Ο άνθρωπος για όλες τις δουλειές», «Το ταχυδρομείο», το «Τοστ ζαμπόν» κι άλλες συλλογές ποιημάτων της «Ηλέκτρας », του «Ηριδανού» και της «Απόπειρας», αυτοεκδόσεις, όλα αυτά για χρόνια με οδήγησαν τελικά στον κόσμο του... Κι άρχισα να τον «καταλαβαίνω»... Αυτόν του μηδενιστή, του αρνητή χωρίς πολιτική στράτευση. Του αναχωρητή, Του μοναχικού λύκου. Του λάτρη των γατών. Με τις καταστροφικές σχέσεις με γυναίκες που αγάπησε πολύ με τον δικό του τρόπο. Και που κι αυτές τον αγάπησαν με τον δικό τους αυτοκταστροφικό τρόπο. Βρόμικη κοινωνία των χρημάτων, κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν και τα πρόβατα της... 

Γι' αυτό λοιπόν του χρωστάμε για το έργο του... Χρωστάμε σ' όλους αυτούς τους άντρες και τις γυναίκες που όπως είχε γράψει και σ' ένα ποίημα του 

«οι άντρες και οι γυναίκες 
του παρόντος και του παρελθόντος
που δημιουργούσαν και δημιουργούν 
καινούριους κόσμους 
για μας τους υπόλοιπους.
.........................
όλοι τους
ήρωες που πρέπει 
να ευγνωμονείς
ενώ ξυπνάς
από τα συνηθισμένα σου όνειρα 
κάθε πρωί.

Ο Χένρι Τσινάσκι είναι ο «ήρωας» του Τσαρλς Μπουκόφσκι στα μυθιστορήματα και τα βιβλία του, στην ουσία είναι ο ίδιος.


6 ποιήματα του Μπουκόφσκι για να θυμάσαι πως έχεις ακόμα... - Provocateur