Η λίστα ιστολογίων μου

Πέμπτη 13 Αυγούστου 2026

Αναγέννηση...




Ένας μονότονος αχός που θα μας αποκοιμίζει και δεν θα μας αφήνει να ονειρευτούμε στη γλώσσα μας, στη μουσική μας, στην κουλτούρα μας, να τραγουδήσουμε κατανοητά τον πόνο και τη χαρά μας... (Gail Holst Warhaft: Επικίνδυνες φωνές. Γυναικεία μοιρολόγια και ελληνική λογοτεχνία)


Μια σπίθα ήταν αρκετή πέρσι τέτοιες μέρες για να ρημάξει τον παρθένο τόπο της Αμανής στη βορειοδυτική Χίο. Αυτή η σπίθα όμως ήταν εξίσου αρκετή για να ανάψει ξανά τους πολλούς πολιτιστικούς συλλόγους και οι ανθρώποι των χωριών να ζωντανέψουν τον τόπο τους, που οι επίμονοι επισκέπτες του καλοκαιριού λογίζουν και δικό τους...

Αφίσες, αναρτήσεις, καλέσματα μας οδήγησαν στο ορεινό χωριό της Πισπιλούντας, στο σημείο μηδέν, που ξεκίνησε η καταστροφή. Μαθήματα ντοπιολαλιάς ήταν η εκδήλωση! Αμέσως χτύπησε η γλώσσα που τόσο αγαπάμε μέσα μας! Και μάλιστα μια γλώσσα που θα ήταν ξένη για εμάς αλλά η λαχτάρα μας να την γνωρίσουμε μεγάλη! Στο έρημο πια σχολείο του χωριού, αλλά φροντισμένο και μη αφήνοντάς το να ρημάξει οι ντόπιοι στην καταγωγή, που το επισκέπτονται κάθε καλοκαίρι, είχαν στηθεί καρέκλες, θρανία, πίνακας, χάρτης, καλούδια του τόπου. Η υποδοχή σε εμάς τους απόλυτα ξένους θερμή. Ερωτήσεις πανομοιότυπες σε όποιο χωριό της περιοχής επισκεπτόμαστε κάθε χρόνο... Και ξεκινά το "μάθημα"! Ενθουσιασμός και  όμορφα λόγια για το χωριό, νέες και νέοι, γιαγιάδες και παππούδες. Λίγες δεκάδες άνθρωποι ζωντανεύουν το χωριό. Κι εμείς χαμογελαστοί και χαρούμενοι να προσπαθούμε να μαντέψουμε τις λέξεις, να χαζεύουμε τους κατοίκους και τη χαρά και την αγάπη τους για τον τόπο. Και ίσως λίγο να τους ζηλεύουμε... Γιατί τελείως τόπος μας δεν είναι ακόμα... Γιατί τους δικούς μας τους "χάσαμε"... Και στον ταξικό πόλεμο και στη ζωή... (Ζάρκο) Και αργότερα η βραδιά να συνεχίζεται στο αυτοσχέδιο καφενείο σ' ένα ψηλό πλάτωμα που γλίτωσε από τη φωτιά και που το έκαναν χώρο συνάντησης! Καλοί άνθρωποι... Και πολύ καλή η φιλόλογος που μας έκανε το "μάθημα". Γιατί μόνο καλή φιλόλογος θα μπορούσε να ήταν μια νέα γυναίκα που πάντα διδάσκει στην τάξη της όπως μας είπε, και ξεκίνησε και στην εκδήλωση αυτή, με το παρακάτω κείμενο του μεγάλου Γιώργου Ιωάννου. Του Γιώργου Ιωάννου που το μικρό αυτό ιστολόγιο με τις μικρές του δυνάμεις αγαπά και παρουσιάζει κατά καιρούς. Κι έτσι, όσες και όσοι αγαπάμε αυτόν τον τόπο, τη γλώσσα του, τις λαϊκές του παραδόσεις και τον λαϊκό πολιτισμό προσπαθούμε να μην μας αποκοιμίσει ολοκληρωτικά ο μονότονος αχός αυτού του σάπιου συστήματος και να ονειρευόμαστε και να τραγουδάμε  στη γλώσσα μας. Εμείς κι όλοι οι λαοί του κόσμου αδελφωμένοι...  

Πρόπερσι που φοιτούσα σ' ένα Γυμνάσιο της επαρχίας μάς είχε έρθει ένας νέος φιλόλογος με πολλή όρεξη για δουλειά. Αγαπούσε πολύ το σχολείο και τους μαθητές και βλέπαμε ότι ήθελε να γνωρίσει όχι μονάχα τους κατοίκους του τόπου και τα ζητήματά τους, αλλά και καθετί που είχε συμβεί στον τόπο από παλιά. Με λίγα λόγια, ήταν ένας ζωντανός και αξιαγάπητος άνθρωπος και οι εντόπιοι αμέσως τον αγάπησαν.

Καμιά φορά, όταν πηγαίναμε εκδρομή, έβαζε τα παιδιά που τον περιτριγύριζαν -και πάντοτε τον περιτριγύριζαν παιδιά- να λένε ιστορίες διάφορες από τον τόπο και κυρίως ιστορίες για το μέρος όπου είχαμε πάει εκδρομή. Ήταν ωραία μέσα στον καθαρό αέρα, στα λουλούδια και στα φυτά, ν' ακούς τις ιστορίες αυτές. Έλεγαν τα διάφορα ονόματα των χωραφιών, των βράχων, των πηγών, ακόμα και των μεγάλων δέντρων, κι εγώ τα άκουγα κατάπληκτος. Έλεγαν ιστορίες, παραμύθια, όμορφα ανέκδοτα, και προπάντων τραγουδούσαν δημοτικά τραγούδια. Αυτοί, φίλε μου, ξέρανε τη ρίζα τους και τη φύτρα τους πάππου προς πάππου, ενώ εμείς καλά καλά ούτε τον παππού μας δεν ξέραμε. Και ο καθηγητής μέσα σ' όλα, κι ας έλεγε ότι είναι απ' την Αθήνα. Πώς τα ήξερε τόσα πράγματα; Ακόμα και τα ίδια τα παιδιά απορούσαν με τον εαυτό τους. Πώς έγινε και τα θυμήθηκαν όλα αυτά, από πού τα βγάζαν, πότε τα είχαν μάθει και δεν το ξέραν; Τ' άκουγαν, βέβαια, να τα λένε οι μεγάλοι αλλά μόλις τώρα, που χρειάστηκε να τα πουν κι αυτοί, έβλεπαν πως τα είχαν μάθει. Και μάλιστα τα είχαν μάθει όλοι τους και τώρα έπαιρναν απ' αυτά. Σαν ένας θησαυρός κρυφός και αλογάριαστος, που ο ενθουσιασμός ενός ανθρώπου τον είχε ξυπνήσει.

Ο καθηγητής μάς έλεγε πως αυτά τα πατρογονικά έχουν μεγάλη σημασία, πρέπει να τα σεβόμαστε πολύ, να τα προσέχουμε σαν τα μάτια μας και προπαντός να τα τηρούμε. Είναι ο λαϊκός μας πολιτισμός, έλεγε. Αυτά που μας ταιριάζουν απόλυτα.

Και σε λίγο καιρό, όταν στο μάθημα των Νέων Ελληνικών μπήκαμε στα δημοτικά τραγούδια, ο καθηγητής μας έφεγγε πια ολόκληρος. Μας έφερνε από το σπίτι του βιβλία διάφορα, μας διάβαζε από μέσα. Έφερνε δίσκους, μαγνητόφωνα, σλάιντς. Μόλις τελείωνε το μάθημα του βιβλίου, μας έκαμνε προβολές, για να μας δείξει τόπους, φορεσιές, σπίτια, και έβαζε σιγανά στο μαγνητόφωνο ή στο πικάπ δίσκους με δημοτικά τραγούδια ν' ακούμε. Μας παρακινούσε μάλιστα ν' ακολουθούμε κι εμείς σιγοτραγουδώντας και έδινε αυτός πρώτος το παράδειγμα. Τα παιδιά ξεφοβήθηκαν και ξεντράπηκαν. Και μερικά που είχαν καλή φωνή, ζήτησαν από μόνα τους να πούνε τραγούδια του τόπου. Ο καθηγητής κατενθουσιάστηκε. Μας φάνηκε μάλιστα για μια στιγμή σαν δακρυσμένος, μα ίσως και να μην ήταν. Όσο τα άλλα τραγουδούσαν, δυο τρία παιδιά, αγόρια και κορίτσια χόρευαν το τραγούδι μες στην τάξη σιγανά. Στο τέλος, χειροκροτήσαμε αυθόρμητα και μόνο τότε είδαμε τον καθηγητή μας κάπως στενοχωρημένο. «Θ' ανησυχήσουμε τους άλλους», μας είπε. Πού να ήξερε, τι γινόταν προηγουμένως, με κάτι άλλους καθηγητές. Τι φασαρία και τι κακό, κι αυτό χωρίς χορούς και τραγούδια.

Και πραγματικά, βγαίνοντας διάλειμμα, από τις ερωτήσεις που μας έκαμναν τα άλλα παιδιά, διαπιστώσαμε πως μόνο το χειροκρότημά μας είχαν ακούσει. Τους εξηγήσαμε και μας κοίταζαν κατάπληκτοι. «Και δεν κάνετε μάθημα;», μας ρωτούσαν. «Μάθημα δεν είναι αυτό;», τους απαντούσαμε. «Εσείς, που κάνετε αλλιώτικο μάθημα, τι ξέρετε για δημοτικά τραγούδια, σκοπούς, ακόμα και χορούς; Ξέρετε αυτό, ξέρετε εκείνο, ξέρετε το άλλο;», τους αρχίσαμε. Δεν ήξεραν οι καημένοι τίποτα, περιττό να το πούμε. Αλλά ήξεραν πολύ καλά από κατάλογο, άγριες ή φαρμακερές φωνές και τρεμούλες.

«Να 'σαι καλά, δάσκαλε!», του είπε μια μέρα μέσα στην τάξη ένας συμμαθητής μας που ήταν κομμάτι χωρατατζής και είχε το θάρρος. «Μας έκανες και ξεφοβηθήκαμε. Εμείς, εδώ, ντρεπόμασταν ως τα τώρα για τα τραγούδια μας και τα εθίματά μας. Μας έλεγαν πως είναι παλιατσαρίες και πως, αφού δεν τα τραγουδούν στις ντισκοτέκ, δεν θα 'ναι καλά». «Τι λες, παιδί μου;», είπε ο δάσκαλος και βούρκωσε. Το είδαμε καθαρά. «Ποιος; Ποιος σας τα λέει αυτά; Η παράδοσή μας! Τα τραγούδια μας! Τα άγια των αγίων». Και ξαφνικά το πρόσωπό του έγινε κάπως αγριωπό και απόμακρο σαν να' βλεπε στα βάθη έναν σιχαμερό εχθρό, κάποιο τέρας. Εμείς σωπαίναμε, μα νιώθαμε πως μέσα στην ψυχή μας αποτυπωνόταν η σκηνή αυτή.

Σε μερικές μέρες, αφού μας έδωσε διάφορες οδηγίες, μας έβαλε να μαζέψουμε από τις γιαγιάδες, τους παππούδες και τις διάφορες θείες, τραγούδια, παραμύθια, εθίματα. Σε λίγο, το τι άρχισαν να φέρνουν εκείνα τα παιδιά, δε λέγεται. Ήταν τόσος ο ενθουσιασμός που σκορπίστηκε, ώστε όλο το χωριό αυτό συζητούσε. «Μπράβο στο δάσκαλο! Αυτός είναι δάσκαλος!», έλεγαν στο καφενείο. Και το θεωρούσαν τιμή τους, να καθίσει στο τραπέζι τους και να τον κεράσουν.

Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο του Γιώργου Ιωάννου "Εφήβων και μη"




 

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026

Λάκης Χαλκιάς (1943-2026)...

 


Τον δάσκαλο, τον δάσκαλο
αυτόν τον σαρδανάπαλο
να μου τον φέρετε στο στρώμα
που λέει στους χουσμεκιάρηδες
που λέει στους μεσιακάρηδες
ότι δικό τους είν’ το χώμα.
Τον δάσκαλο, τον δάσκαλο
αυτόν τον σαρδανάπαλο
να σταματήσει πια να δασκαλεύει
με λόγια σαν και τούτα της φωτιάς
πως όποιος για το δίκιο δεν παλεύει
θα ζει και θα πεθαίνει σαν ραγιάς.
Τον δάσκαλο, τον δάσκαλο
αυτόν τον σαρδανάπαλο
που κατσαπλιάδες έχει γύρω,
παράδες θα γεμίσετε
το στόμα αν του κλείσετε
που τάζει στου κολίγους κλήρο.
Τον δάσκαλο, τον δάσκαλο
αυτόν τον σαρδανάπαλο
να σταματήσει πια να δασκαλεύει
με λόγια σαν και τούτα της φωτιάς
πως όποιος για το δίκιο δεν παλεύει
θα ζει και θα πεθαίνει σαν ραγιάς.

Αυτά τα λόγια της φωτιάς, κάποτε, από το ραδιόφωνο τα άκουσα. Φλογίστηκε η καρδιά μου, όπως φλογιζόταν από τα βιβλία, τους στίχους, τα λόγια που διεκδικούσαν την αλλαγή των υλικών όρων του κόσμου. Δεν πρόλαβα να ακούσω τον εκφωνητή να αναγγέλλει ποιος τα έγραψε, ποιος τα μελοποίησε, ποιος τα τραγούδησε... Συνέχισα όμως να τα ψιθυρίζω ανά τα χρόνια..."τον δάσκαλο τον δάσκαλο αυτόν τον σαρδανάπαλο"... Άλλες εποχές. Αργότερα, χρόνια πολλά μετά, η έλευση του διαδικτύου με έκανε να συναντηθώ με αυτό το τραγούδι και να μάθω ότι ήταν η γνώριμη φωνή του Ηπειρώτη τραγουδιστή της φάμπρικας, της μετανάστευσης, της εργατιάς, του Λαού μας... Αυτός αποθέωσε τα λόγια του μεγάλου Κώστα Βίρβου και τη μουσική του άλλου μεγάλου Γιάννη Μαρκόπουλου... Αυτός με τα τριακόσια πενήντα τραγούδια του μίλησε στην καρδιά του κάθε κολασμένου... Αθάνατος! 






Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026

Κώστας Κρυστάλλης: Ηπειρώτικαι αναμνήσεις


Στον Ηπειρώτη φίλο Αχιλλέα!

Τρεις χιλιάδες και πλειότερες πανηγυστιράδες τήραε κανένας σκορπισμένες ανάμεσα στ' ανοιχτά ρεπιθέμελα των παλαιών χτιρίων [...]. Κ' είχεν ολομπροστά του ο παρατηρητής σχεδόν όλες τες ενδυμασίες κι όλες τες φυσιογνωμίες των λαών της Ηπείρου. [...]. Κι έβλεπες τους Γιαννιώτες και τους Πρεβεζάνους [...], τους Αρτινούς, τους Σουλιώτες και τους Αρβανιτάδες [...], τους Λιάπηδες [...] και τότε Τσάμηδες [...],του Πίνδου τους λαούς [...], της Κόνιτσας και του Δελβίνου.



Δημήτρης Χατζής, Γιώργος Κοτζιούλας, Βασίλης Νιτσιάκος (και τους τρεις τους έχει φιλοξενήσει το μικρό αυτό ιστολόγιο). Και τώρα με καθυστέρηση, Κώστας Κρυστάλλης. Καθυστέρηση, δις χρονολογική. Γιατί από τη μία είναι ο πιο παλιός Ηπειρώτης που γεννήθηκε κι έγραψε για τον τόπο από τους τρεις, κι απ' την άλλη γιατί καθυστέρησα τόσο πολύ να τον ανακαλύψω.  Τα αδιάβαστα βιβλία μπορεί να περιμένουν τη σειρά τους στις βιβλιοθήκες με τα "προσεχώς", που αυτή η στιγμή μπορεί και να μην έρθει πότε, μπορεί όμως να έρθει και το επόμενο λεπτό. Αλλά όταν έρθει σίγουρα η στιγμή είναι αυτή! Και τότε αποκτούν μεγαλύτερη αξία! Έτσι κι ο Κρυστάλλης. Ο θησαυρός του Ηπειρώτη ποιητή και πεζογράφου! Και ήρθε σαν συμπλήρωμα στο χρόνο, στον πίσω από τον αιώνα που έγραψαν ο τόσο σπουδαίος διανοούμενος, κριτικός, μαχητής του ΔΣΕ, πεζογράφος αλλά ολιγογράφος,  Δημήτρης Χατζής, ο μεγάλος και με τεράστιο έργο ποιητής, πεζογράφος, μεταφραστής, διορθωτής, πολύγλωσσος, αντάρτης του ΕΛΑΣ, παρά την αρρώστια που τον ταλαιπωρούσε δεκαετίες, Γιώργος Κοτζιούλας και ο σπουδαίος εν ζωή Βασίλης Νιτσιάκος που με την αγάπη του για τον τόπο, μας δίνει ένα πιο σύγχρονο πανόραμα. 

Αλλά του Κρυστάλλη (1868-1894) το ηπειρωτικό πανόραμα είναι ένα όνειρο σε αυτές τις "αναμνήσεις" του τόσο νεαρού αυτού γραφιά. Περιγραφές, η αγωνία της λευτεριάς, ο κλέφτης και πρόδρομος του 1821 Κατσαντώνης, αυτός ο  αετός των βουνών, τα έθιμα, ο βαρύς καιρός και η ανάσταση της άνοιξης, τα ζώα, οι φλογέρες στα διάσελα, οι χοροί και τα τραγούδια, οι χιλιάδες πανηγυριστές με τις πολύχρωμες φορεσιές που ζώναν τα πανηγύρια, η σκληρή ζωή, οι χαρές και οι λύπες, οι βουνοκορφές που ακουμπούν τον ουρανό και οι ρίζες τους που βαστούν όλο αυτό το βάρος, στο βάθος τα νερά της θάλασσας των Κορφών, το Πάσχα και η Πρωτομαγιά. Μια μαγεία του τόπου του και της γλώσσας που βγήκε από την πένα του που τη βούτηξε τόσο βαθιά μέσα του. Ένα πανόραμα που νιώθεις ότι το παρακολουθείς από την κορυφή του Πίνδου... 

Από την κορυφή του Περιστεριού, έχει κανείς μπροστά του δύο αδερφωμένες χώρες ακέριες. Η λεκάνη της Θεσσαλίας ανοίγεται [...], περιφραγμένη ολόγυρα απ' τ' αραδιαστά βουνά των Χασίων, του Ολύμπου, του Κισσάβου, της Ζαγοράς, της Γκούρας, των Αγράφων και τ' Ασπροπόταμου, που οι κορφές του μόλις σημαδεύονταν στα σύνορα τ' ουρανού γαλάζιες.

Απ' την άλλη μεριά, ζερβιά προβάλλει η Ήπειρος, μακρουλή, ορεινή και τραχιά, με λίγους και στενούς κάμπους κάπου κάπου με ποτάμια πολλά κι ολοκρέμαστα, με λόγγια απάτητα, παρθένα, με φοβερά πλήθοα βουνών, αδιάκοπα συγκρατούμενα, απόκρημνα, πολυπλεγμένα και πολύμορφα, που οι πολλές κι άγριες κορφές, χιονισμένες, φτάνουν ως τα σύννεφα πάνω, τα πόδια κάτω στυλώνονται σαν πόδια γιγάντων στη γη, κι οι άκρες βυθίζονται στα γαλάζια νερά του πελάου της Πάργας και του κόλπου της Πρέβεζας και της Άρτας.

Τα πλάγια γράμματα είναι αποσπάσματα από το βιβλίο.


Παρασκευή 29 Μαΐου 2026

Παντελής Μπουκάλας: ΕΙΚΟΣΙ




Παντελή, επίτρεψέ μου το "Παντελή", μιας και δύο φορές που συναντηθήκαμε στα δικά μας, αυτά τα δικά μας, των λίγων του Κόσμου των Ιδεών, χωρίς να με ξέρεις μου χαμογέλασες και με χαιρέτησες δείχνοντας ποιος είσαι εσύ ο σπουδαίος λαϊκός διανοούμενος του τόπου μας. Ένα από τα λίγα κεφάλαια που έχουν μείνει σε αυτό τον μοναχικό δρόμο. Παντελή, πώς το έγραψες αυτό; Πώς αυτόν τον ανείπωτο πόνο για κάθε γονιό τον έκανες είκοσι συν τρία, ποιήματα να πω, λόγια, οιμωγή, σπάραγμα, φως, διάδρομο προς τα εκεί που μόνο εσύ ξέρεις; Που βρήκες τη δύναμη να πεις λόγια που δεν λέγονται, δεν γράφονται στο χαρτί για το εικασάχρονο παλικάρι σου; Αυτό που χάθηκε γυρνώντας έναν καταραμένο Αύγουστο πριν από δεκαπέντε χρόνια από τον πατρικό στον γενέθλιο τοπο. Με τσάκισες φίλε θα έλεγα αν ήμουν εγωιστής. Εσύ, ο τσακισμένος. Μα δεν με τσάκισες. Μου έκανες δώρο έναν ακόμα φίλο. Όχι φίλο μόνο εξαιτίας του "κοινού μας κόσμου" αλλά φίλο απτό, προσιτό, ανθρώπινο, ζωντανό κι ας βρισκόμαστε μόνο στα δικά μας έστω και από μακριά... Την επόμενη φορά όμως επιτρέψέ μου να σε αγκαλιάσω και να φιλήσω το μέτωπό σου αδερφέ μου Παντελή Μπουκάλα...

Παντελής Μπουκάλας 
ΕΙΚΟΣΙ
εκδόσεις ΑΓΡΑ
Απρίλιος 2026

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2026

Δημήτρης Φωτιάδης: ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ




Κάθε αλήθεια που κατακτούμε μας οδηγεί στην ελευθερία

Δημήτρης Γληνός

Έπος! 

Έπος είναι ο επιεικής χαρακτηρισμός του μεγάλου αυτού έργου του εαμίτη συγγραφέα με το τεράστιο ιστορικό έργο, διευθυντή του περιοδικού "ελεύθερα γράμματα", σε εποχές που όλα τα έσκιαζε η φοβέρα, ακούραστο εργάτη των γραμμάτων και του αγώνα για μια καλύτερη ζωή του λαού. Έπος γιατί μας δείχνει χωρίς αγιογραφίες, μύθους, παραμύθια, το αληθινό 21, τους αληθινούς ήρωες, πολεμιστές, αντιδραστικούς, τον αντιδραστικό ρόλο της εκκλησίας, του κοτσαμπασαδισμού, των Φαναριωτών. Τον αληθινό, τον ίδιο τον λαογέννητο Καραϊσκάκη, τον μούλο, τον γιο της καλογριάς, τον χτικιάρη που ψηνόταν σε όλη του τη ζωή στον πυρετό, χωρίς φωτοστέφανο αλλά με την αλήθεια. Που από μια "παιδική συμμορία" δεκαεξάχρονων με τουφέκια και χατζάρες έγινε αυτό που περιγράφει το βιβλιο. Αυτόν τον αγωνιστή που δεν πρέπει να χαρίσουμε εκεί που δεν ανήκει... Και δεν πρέπει και αυτόν και όλη αυτή την περίοδο εκείνης της εποχής των επαναστάσεων, όχι μόνο του τόπου μας, να προσπαθούν ημιμαθείς "προοδευτικοί" με μεταμοντερνισμούς να χτυπήσουν. Μια καλή αρχή θα ήταν για αυτούς αυτό το βιβλίο και γενικότερα το έργο του Δημήτρη Φωτιάδη... Γιατί μόνο έτσι θα χτυπηθεί η πρώτη κατηγορία...

Γιατί για το αληθινό 21 χρειάζεται να ξεκαθαρίσουμε τούτο δω: Ένας και μόνος είναι ο μεγάλος ήρωας του Εικοσιένα, ο λαός. Το πότισε με το αίμα του και τόθρεψε με τις θυσίες του. Δίχως τ' ανώνυμα παληκάρια που σβάρνιζαν τα βουνά και τους λόγγους μην έχοντας μήτε παλιοτσάρουχα να βάλουνε στα πόδια τους, λευτεριά δε βλέπαμε. Αυτοί, οι ταπεινοί και ξεχασμένοι, μας τη χάρισαν. Αυτούς λοιπόν να στολίσουμε με το χρυσό στεφάνι της δόξας. Στη μνήμη αυτού, του άγνωστου ήρωα - που είναι και άντρας και γυναίκα και παιδί - ας στήσουμε το λαμπρό άγαλμα της ευγνωμοσύνης μας. 

Έπειτα μονάχα απ' αυτούς έρχονται κι οι Κολοκοτρώνηδες, κι οι Μακρυγιάννηδες, κι οι Νικηταράδες, κι οι Παπαφλέσηδες, κι οι Αντρούτσοι, κι οι Κανάρηδες, κι οι Μιαούληδες. Κι ανάμεσα τους, ξεχωριστός στους ξεχωριστούς, είναι κι ο Καραϊσκάκης, γνήσιο τέκνο της πατρίδας ο μπάσταρδος τούτος γιος της καλόγριας.

Γεννήθηκε σε μια σπηλιά, κρυφά από τον κόσμο, κι όμως στη θανή του"χάσαμε τον πατέρα μας" φώναζε ολόκληρος ένας λαός. Πώς το κατόρθωσε αυτό; Μόρφωση δεν πήρε άλλη, εξόν από κείνη που δίνει η πείρα της ζωής. Γράμματα δεν ήξερε. Με δυσκολία έμαθε να βάζει την υπογραφή του: καραησκάκης. Δεν είχε μήτε σωματική Ρώμη. Ένας χτικιαρης. Τότε πως έφτασε εκεί που έφτασε; Μα με τη δύναμη της θέλησής του και τη μεγαλοσύνη της καρδιάς του. Ανέβηκε σκαλί - σκαλί το δύσκολο δρόμο. Από τ' αλητόπαιδο της Πίνδου, ο ήρωας του Διστόμου. Από τζονταραίος του Αλή Πασά, στρατάρχης της Ελλάδας. Από το Κομπότι που καταφρόνεσε τους εχθρούς δείχνοντας τον πισινό του, ο ένοχος νους της εκστρατείας της Ρούμελης κι ο άνθρωπος που στύλωσε το ανάστημά του μπροστά στο χρυσοφορεμένο ναύαρχο Κόχραν, λόρδο του Ντάντιολαντ. Στη Γράλιστα, όταν ήταν παιδί, οι μάνες λέγανε γι' αυτόν: "Σαν τον Καραϊσκάκη καταντήσατε βρε!" Κι έπειτα οι λεβεντομάνες όλου του τόπου μας εύχονταν στα παιδιά τους: "Μοιάσετε στον Καραϊσκάκη!"

Στάθηκε τίμιος απέναντι στους άλλους, γιατί ήταν τίμιος αντίκρυ στον ίδιο τον εαυτό του. Παίρνοντας μέρος στον αγώνα ενός λαού για την λευτεριά του, αδιάκοπα διορθωνόταν. Κι άμα γίνηκε ηγέτης, δήλωσε μέσα του το μέγα χρέος της θυσίας. Τότες γίνηκε μεγάλος. 

Αυτό στέκεται το δίδαγμα που κερδίσαμε ανιστορώντας τη ζωή του. 

Κι αυτό θα σταθεί το δίδαγμα διαβάζοντας το βιβλίο αυτό και γενικότερα το έργο του Δημήτρη Φωτιάδη για την ιστορία του τόπου μας, για το αληθινό 21. Γιατί μόνο τότε, η ανολοκλήρωτη επανάσταση του λαού μας θα ολοκληρωθεί... Και μόνο με την ολοκληρωμένη γνώση της θα φωτίσουμε το δρόμο προς αυτή, μακριά από αφορισμούς και αγιοποιήσεις...