Η λίστα ιστολογίων μου

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συγγραφείς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συγγραφείς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 20 Αυγούστου 2025

Γιώργος Κοτζιούλας(1909-1956): Αλληλογραφία και ημερολόγια... Δύο βιβλία!




Αυτοβιογραφίες, βιογραφίες, συνομιλίες... Είναι οι μαγικοί τρόποι να γνωρίσουμε αυτούς που μας έκλεψαν την καρδιά γράφοντας...
Αυτά έγραφα μεταξύ άλλων σε μια παλιότερη ανάρτηση (που μπορείτε να διαβάσετε εδώ: Αυτοβιογραφίες, βιογραφίες, συνομιλίες...) που και πάλι από αυτή περνούσε ο Γιώργος Κοτζιούλας! 

Αυτή τη φορά όμως εμφανίζονται ταπεινά στο προσκήνιο και η αλληλογραφία και τα ημερολόγια. Ταπεινά γιατί τα γράμματα που του έστελναν τέτοια ήταν. Γεμάτα από ανθρωπιά και αληθινό νοιάξιμο. Μακάρι όλοι να είχαμε τέτοιους φίλους σαν αυτούς και αυτές που είχε ο συγγραφέας, ποιητής, αντάρτης, ιδρυτής της λαϊκής σκηνής του θεάτρου στα βουνά της Ηπείρου κατά τη διάρκεια της Εθνικής Αντίστασης, μεταφραστής, δοκιμιογράφος, κριτικός, εργάτης των γραμμάτων, Γιώργος Κοτζιούλας! 

Αγαπητέ Γιώργο. Αγαπητέ μου. Γιώργο μου. Αγαπητέ μου Κοτζιούλα. Πολυαγαπητέ μου Κοτζιούλα. Φίλε κ. Κοτζιούλα. Αγαπητότατέ μου ποιητή...

Μέσα από την αλληλογραφία αυτή, ο αφοσιωμένος αναγνώστης και ο ερευνητής, όπως και από τις βιογραφίες και τις συζητήσεις ανακαλύπτει όλο το πλαίσιο της εποχής, το χαρακτήρα και την αξία του σαν ανθρώπου πρώτα απ' όλα. Δεν ήταν τυχαία η αγάπη που του είχαν. Από τις σελίδες του βιβλίου παίρνουν μεγάλες μορφές των Νέων Ελληνικών Γραμμάτων της εποχής! Περνούν τα προβλήματα επιβίωσης, η φτώχια, η αγωνία για την απελευθέρωση, η αγωνία των εργατών των γραμμάτων για τα γραπτά τους. Η ζωή η ίδια.

Και τι άλλο παρά ταπεινά θα μπορούσαν να είναι και τα ημερολόγια του! Από αυτά κι αν βλέπουμε να περνά όλη του η ζωή τα μαύρα χρόνια της σκλαβιάς 1941-1948. Η ζωή του στο χωριό του στην Ήπειρο μετά από πολλά χρόνια απουσίας. Η αναγκαστική επιστροφή λόγω του λιμού της Αθήνας τον μαύρο χειμώνα 1941-1942. Μπαίνω στο χωριό το μεσημέρι. Λείπω οχτώμισι χρόνια σωστά και πολλά έχουν αλλάξει από τότε. Με δυσκολία αναγνωρίζω τα μέρη απ' όπου περνώ, προπάντων γύρω απ' το ρέμα. Ανθρώπους όμως δεν απαντώ πάρα εδώ κι εκεί• όλοι τους είναι κακοντυμένοι, φαντάσματα του εαυτού τους. Η ζωή του στο αντάρτικο, και τέλος στην εμφυλιακή Αθήνα. Και παντού η επιβίωση και τα γράμματα. Η μεγαλύτερη του αγάπη. Συγγραφείς, μεταφράσεις, λογοτεχνικά περιοδικά!

Και κάπως έτσι, μπαίνουν όσοι και όσες αγαπούν τον Γιώργο Κοτζιούλα στον κόσμο του! Και στον κόσμο του κάθε ανθρώπου των γραμμάτων που θαυμάζουν αν ο ίδιος ή άλλοι έχουν γράψει βιογραφίες, γράμματα, ημερολόγια, κριτικές! Και το ταξίδι στη χώρα των γραμμάτων και κυρίως των ανθρώπων τους συνεχίζεται! 


Αγαπητέ Κοτζιούλα: Η ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑ (1927-1956), εκδόσεις ΟΔΥΣΣΕΑΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΖΙΟΥΛΑΣ: Ημερολόγια 1941-1948, εκδόσεις ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ


Κυριακή 8 Ιουνίου 2025

Είναι εξωπολιτική η τέχνη; Ή αλλιώς βάλε τους λύκους να φυλάνε τα πρόβατα...




Μία τέχνη και μία λογοτεχνία τόσο μακριάν από την μουσικήν ψυχήν των πραγμάτων, ώστε να είνε ατεχνία. Τόσον υπηρέτρια του γλωσσικού ζητήματος ώστε να καθίσταται θεματογραφία. Τόσο φλύαρη και φωναστική ώστε να γίνεται πολυλογία. Μία τέχνη χωρίς κατεύθυνσιν που δεν προέρχεται από καμμίαν συνείδηση, περισσότερον από ασυνειδησίαν. Η ποίησις: στιχομυθία από τα ερωτικά επιστολάρια• απέραντη ομφαλοσκοπία. Το διήγημα συνθηματική ηθογραφία που σχετίζεται περισσότερον με την επιστήμην της λαογραφίας παρά με την τέχνην. Κάθε φιλοσοφική πνοή μακριά μας. Κάθε αφιλοσόφητη μικροκακία είνε μέσα στ' άδυτά μας. 

Άριστος Καμπάνης, περιοδικό Ακρίτας, τεύχος 22-23, Ιουνιος-Ιουλιος 1905

Τον τελευταίο καιρό αρκετή συζήτηση γίνεται για το εάν οι διαφόρου τύπου καλλιτέχνες πρέπει να έχουν και πολιτική στάση. Αυτή η συζήτηση δεν είναι μόνο σημερινή αλλά έρχεται τουλάχιστον έναν αιώνα τώρα. Το τι είναι βέβαια τέχνη είναι μια μεγάλη συζήτηση... Ασφαλώς η "εξωπολιτική" τέχνη είναι ένα εξαιρετικά καλό επιχείρημα για να μην παίρνουν θέση διάφοροι και διάφορες έτσι ώστε να αποκομίζουν κέρδη από παντού. Ακόμα και από γενοκτόνους. Προφανώς και τα επιχειρήματά τους περί ουδετερότητας και ασχολίας μόνο με το τραγούδι ή τη συγγραφή είναι "κατά το δοκούν" τους. Και φυσικά το δικό τους "κατά το δοκούν" είναι πάντα αντιδραστικό... Παρακάτω, θα δούμε πως με τα επιστημονικά όπλα της κριτικής-αισθητικής ο μπάρμπα Κώστας Βάρναλης, αυτό το τεράστιο κεφάλαιο των Νέων Ελληνικών Γραμμάτων, του λαού μας και των αγώνων του, ο άνθρωπος που στο δρόμο για την τελευταία του κατοικία στις 16 Δεκεμβρίου 1974, οι χιλιάδες κόσμου που τον συνόδεψαν και φώναζαν "ποιητή της εργατιάς είσαι οδηγητής για μας" μας οδηγεί και βάζει τα πράγματα στη θέση τους! 

Η ελευθερία του πνεύματος, που ζητάνε οι δεξιοί και οι κεντρώοι λογοτέχνες, δεν είναι τίποτες άλλο παρά η ηθική τους αποδέσμευση από το Χρέος απέναντι του λαού να τον φωτίσουμε, να τον συνειδητοποιήσουνε και να κινήσουνε εναντίον του εχθρού. Ελευθερία αντιδραστική, αντικοινωνική, εγωιστική. Ελευθερία φυγής από την πραγματικότητα, δηλαδή φυγής από το λαό, που είναι η μόνη δυναμογόνα πηγή για τα μεγάλα έργα. [...]

Αλλά την ελευθερία την εννοούνε πρωτ' απ' όλα εξωπολιτική. [...] Δε μπορεί να πολιτεύεται δηλαδή ν' αγωνίζεται συνειδητά και σκόπιμα για το μετασχηματισμό της πραγματικότητας. Μα είναι δυνατόν να μην πολιτεύεται η Τέχνη; Όσο κι αν αποφεύγει τέτοια σκοποθεσία, δε μπορεί ν' αποφύγει την τέτιαν αποτελεσματικότητα. Δεν υπάρχει πράξη ή σκέψη του κοινωνικού ανθρώπου που να μην έχει είτε καθορισμό είτε αντίχτυπο πολιτικό. [...] Δεν υπάρχει λοιπόν Τέχνη εξωπολιτική. Το πρόβλημα είναι τι πολιτική θ' ακολουθήσει: προοδευτική ή αντιδραστική; Την αντιδραστική πολιτική, το "στάτους κβο" θεωρούν εξωπολιτική δεξιοί και κεντρώοι. 

Αν το χρέος του πνευματικού ηγέτη είναι να χτυπάει και να γκρεμίζει το κακό και να οικοδομεί το καλό σε κάθε καιρό, αυτό το χρέος γίνεται πιο μεγάλο και πιο άμεσο στα χρόνια του αποφασιστικού αναμετρήματος των δύο κόσμων. [...]

Αλλά όταν λένε "εξωπολιτική" Τέχνη, εννοούνε κάτι άλλο πιο συγκεκριμένο: αταξική!  Μα τέτοια τέχνη δεν μπορεί να υπάρξει σε κοινωνία χωρισμένη σε τάξεις. Κ' εφόσον οι δύο μεγαλύτερες και μαχητικότερες τάξεις είναι από τη μία μεριά η μειοψηφία των εκμεταλλευτών κι από την άλλη η πλειοψηφία των θυμάτων, ο κάθε άνθρωπος ανήκει σε μίαν από τις δύο.  

Όπως δεν υπάρχει άνθρωπος έξω από την κοινωνία, έτσι δεν υπάρχει και εξωταξικός άνθρωπος και συνεπούμενα αταξική Τέχνη σε ταξική κοινωνία.

Έτσι [...] δεν μπορεί κανείς πνευματικός άνθρωπος να υποστηρίζει σοβαρά, πως μένει στον όχτο της Ιστορίας και τη βλέπει να κυλάει, ενώ αυτός μένει ακίνητος. Ο καθένας ανήκει θέλει δε θέλει, το ξέρει ή δεν το ξέρει, ή δεξιά ή αριστερά. Όλοι οι "ουδέτεροι" δεν είναι τίποτα άλλο παρά δεξιοί καμουφλαρισμένοι. Το ζήτημα είναι ν' ανήκουμε στην προοδευτική παράταξη. Και να ανήκουμε συνειδητά. Κι όταν μάλιστα είμαστε οργανωμένοι, τότε το αποτέλεσμα είναι μεγαλύτερο. Οι αναρχούμενες μονάδες είναι εμπόδιο στο δρόμο της δημιουργικής εξέλιξης. 

Και επειδή οι λύκοι (βλέπε "διανοούμενοι" στο πλευρό της εξουσίας- πολλά παραδείγματα υπάρχουν και στις μέρες μας και παλιά) δεν μπορούν να φυλάνε τα πρόβατα παρά μόνο να τα φάνε (δηλαδή με σανό να ταΐζουν τον λαό - πόπολο γι' αυτούς) και επειδή έχουν τα ιδεολογικά όπλα και είναι μανούλες στη διαστρέβλωση (ακόμα και πνευματικών ανθρώπων που στάθηκαν στο πλευρό των καταπιεσμένων αυτού του τόπου -Αδαμάντιος Κοραής και Διονύσιος Σολωμος) ο μπάρμπα Κώστας Βάρναλης θα τους ξεσκεπάσει κι αυτούς και  μέσα από το μεγάλο έργο του "Ο ΣΟΛΩΜΟΣ ΧΩΡΙΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ" καθώς και σε άλλα κείμενα του, συνεχίζει: 

Ο Σολωμός που εξακολουθεί να είναι ο πιο συνειδητός, ο πιο φιλοσοφημένος ποιητής της νεότερης Ελλάδας κι ο πιο θερμός αγωνιστής της ελευθερίας του λαού[...] βάζει την πολιτική συνειδητά μέσα στα μεγάλα θέματα της Ποίησης. [...]

Η συνειδητή πολιτική είναι από τα περιεχόμενα του Χρέους! Και το 'λεγε ο Σολωμός, ένας λύκος της τότε Αριστεράς - ο ποιητής της θανάσιμης σάτιρας των αριστοκρατών της Δεξιάς: της "Γυναίκας της Ζάκυθος"! 

Αυτήν τη συνείδηση του Χρέους ζητάμε από τους πνευματικούς ανθρώπους της σημερινής Ελλάδας. Και τον οργανωμένο τους αγώνα ενάντια στον οργανωμένο (από το σκολειό ίσαμε με τον τύπο και τον άμβωνα)  αγώνα της αντίδρασης. 


Το απόσπασμα με τα πλάγια γράμματα είναι μέρος του εξαιρετικού κειμένου (που πολλές δεκαετίες μετά εξακολουθεί να είναι επίκαιρο όπως και όλο το έργο του) του Κώστα Βάρναλη με τίτλο "Λύκοι και πρόβατα" και εντάσσεται στο τρίτομο έργο με τίτλο "ΑΙΣΘΗΤΙΚΑ" που εκδόθηκε από τις εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ. 






Τρίτη 13 Μαΐου 2025

Γρηγόρης Καραγιαννίδης...

 



Έγραφε ο Νίκος Καρούζος:  


Ποτέ στ' αλήθεια δεν το 'μαθα /τι είναι τα ποιήματα. / Είναι πληρώματα / είν' ομοιώματα /φενάκη /φρεναπάτη / Φρενάρισμα ίσως; /ταραχώδη κύματα; / τι είναι τα ποιήματα; / Είν' εκδορές απλά γδαρσίματα; /είναι σκαψίματα; / Είναι ιώδιο; / είναι φάρμακα; / είναι γάζες επίδεσμοι / παρηγοριά ή διαλείμματα; / Πολλοί τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα. / Εγώ τα λέω ενθύμια φρίκης.

Εγώ δεν ξέρω τι είναι τα ποιήματα για τον Γρηγόρη Καραγιαννίδη... Καταλαβαίνω ότι μπορεί να είναι και ενθύμια φρίκης αλλά και ιώδιο και φάρμακα... Μπορεί και τα δύο, μπορεί και τίποτα... Αυτό που ξέρω είναι ότι τα ποιήματά του τα έχει γράψει με το αίμα του... Με το αίμα της ψυχής του... Τα γράφει ίσως για να "επιβιώσει... Όπως ο άλλος μεγάλος απομυθοποιητής του αμερικανικού ονείρου, ο Τσαρλς Μπουκόφσκι που έγραφε: "να παλεύουμε με πράγματα ακατόρθωτα για να τα βγάλουμε πέρα" και: "όπως εγώ τώρα / παλεύω σαν σκυλί / παλεύω για να σώσω τη ζωή μου / μέσα σε αυτούς τους τέσσερις τοίχους"

"33"

Ξυπνώ άλλο ένα πρωί.

Δίπλα μου, άδεια κουτάκια.

Πάλι, το σταχτοδοχείο γεμάτο.

Έχω χρόνια να κοιμηθώ
σε δικό μου κρεβάτι.

Μόνο ως “φιλοξενούμενος”.

Αυτός ο καναπές…

Κοιμάμαι, κάθομαι, γράφω εδώ.

Τα πάντα.

Τεντώνομαι, πονάω.

Το νερό για τον καφέ βράζει.

Μουγκρίζω έναν μονόλογο,
ενώ κοιτώ τα μηνύματα.

Τίποτε το συνταρακτικό.

Βγαίνω στο μπαλκόνι.
Χειμώνας, ακόμη.

“Δεν είναι χειμώνας αυτός, εδώ πέρα! “

Τσιγάρο δεύτερο

(το πρώτο, το κάπνισα
φτιάχνοντας καφέ)

Γουλιά.
Πνίγομαι.

Άλλη μια μέρα αρχίζει,
και ξύπνησα, πάλι, “ζωντανός”.

Το ξέρω! Αρκούσε μία γνωριμία μας σ' ένα ήσυχο καφέ του κέντρου της πόλης που κι αυτός κι εμείς συνηθίζουμε να απομονώμαστε για να διαβάσουμε τα δικά μας. Εκεί, συναντήσαμε έναν τύπο μόνο του, να διαβάζει και να γράφει μανιωδώς! Με τόσο πάθος που μας έκανε εντύπωση! Βιβλίο, εφημερίδα, τετράδιο, στυλό, παντού απλωμένα δίπλα σ' έναν καφέ, ένα πακέτο τσιγάρα κι ένα γεμάτο τασάκι. "Δικός μας" σκεφτήκαμε! Και κάπου εκεί ξεκίνησε μια γνωριμία!

Αυτό που ξέρω λοιπόν είναι ότι ο Γ.Κ. είναι ο προλετάριος ποιητής, σαν αυτόν τον άλλον μεγάλο Φώτη Αγγουλέ (ας μου συγχωρήσετε τη σύγκριση - δεν έχει να κάνει με τις ποιητικές τους επιδόσεις αλλά με όλα που τόσο μοιάζουν κι ας ακούγεται αυτό σαν ακροβασία). Αυτό που ξέρω είναι ότι ζει για τα γράμματα. Με φωτισμένο δάσκαλο και δική του προσπάθεια. Μεγάλη προσπάθεια. Βιβλία, χιλιάδες βιβλία, γραψίματα, ποιήματα και δουλειά, πολλή προλεταριακή δουλειά. Αγροτική και μητροπολιτική. Γι' αυτό γράφει με το αίμα του. Γέμισε από την προσποιητή ευγένια των ποιητών και τους στέλνει στο διάβολο. Είμαι σίγουρος ότι δεν θα του αρέσει όλο αυτό και του ζητώ συγνώμη. Αλλά ήθελα να τα γράψω...

Τα ποιήματα του Γρηγόρη Καραγιαννίδη μπορείτε να τα διαβάσετε στη θρακιώτικη ιστοσελίδα:



Τέλεια ατελείς

Λένε πως είμαστε ποιητές,
ενώ δεν είμαστε τίποτε.

Όντα τελειωμένα,
χαμένοι στον κόσμο μας,
παράταιροι.

Όλοι λες και βγήκαμε
από γραμμή παραγωγής
“αντίστροφοι κάγκουρες”,
όμοιοι μεταξύ μας.

Ας πάμε στον διάβολο λοιπόν!

Κι εμείς,
και τα χαζά γραπτά μας,
οι άσκοπες βραδιές μας,
οι εορτές δίχως μουσική,

και η προσποιητή ευγένεια
-κατάρα του διανοούμενου-

Γεμίσαμε.

Γίναμε παρωδία της τέχνης,
εξαμβλώματα της γραφής,

κίβδηλοι εισβολείς στο πνεύμα,
επιτηδευμένοι,
“τέλεια ατελείς”.

Ας γίνουμε, γαμώτο, άνθρωποι!
Πατώντας στη γη,
γνωρίζοντας ποιοι είμαστε
-και από πού κατεβήκαμε-.

Ας πάψουμε να παριστάνουμε
τους νεόπλουτους αστούς,
τους “τέλειους”,
τους “ευγενείς”,
την “ιδιαίτερη κάστα”.

Φτάνει πια!

-Εσείς δε πίνετε τσίπουρο;
Δεν πάτε στο καφενείο;
Δεν πάτε στο γήπεδο;-

Αθήνα,
7/12/2022

Κυριακή 2 Μαρτίου 2025

Γιάννης Βλαχογιάννης (1867-1945): Ένας ακούραστος εργάτης των νεοελληνικών γραμμάτων!






Κάποτε οι άνθρωποι των γραμμάτων, αφού πρώτα είχαν εξηγήσει τι είναι η Αισθητική έγραφαν τα Αισθητικά και τα Κριτικά τους κείμενα. Μεγάλη υπόθεση! Ήταν μια ευγενής άμιλλα για να ανυψωθεί πολιτιστικό και πνευματικό επίπεδο των ίδιων και κατά συνέπεια του λαού. Υπήρχαν πολλοί μάστορες σε όλο αυτό με μεγαλύτερο ίσως όλων τον μπάρμπα Κώστα Βάρναλη! Από τις χιλιάδες σελίδες που μας έχει αφήσει κληρονομιά ξεχωρίζουν οι πλούσιες κριτικές του απόψεις για ένα σωρό διανοούμενους, εργάτες των γραμμάτων, γραφιάδες, ερευνητές, ποιητές, επαναστάτες των Νέων Ελληνικών Γραμμάτων, αρχαίους συγγραφείς και τραγωδούς. Απίστευτα πράγματα! Πλούτος ανεκτίμητος! Που αν εκτιμηθεί και δωθεί απλόχερα στο λαό μας θα ξυπνήσει μονομιάς και θα 'ρθει ανάποδα ο ντουνιάς, όπως έγραψε στη μπάλαντα του κυρ Μένιου κι ο ίδιος...

Τα "φύλλα" με χαρά και περηφάνια παρουσιάζουν την κριτική του για αυτόν τον ακούραστο εργάτη των γραμμάτων Γιάννη Βλαχογιάννη μέσα από την πένα του Κώστα Βάρναλη!

Ενας σημαντικός εργάτης των νεοελληνικών γραμμάτων ο Γιάννης Βλαχογιάννης (ψευτόνομα: Γιάννης Επαχτίτης [...]. Πεζογράφος, ποιητής, ιστοριοδίφης απ' τους καλύτερους της περασμένης γενιάς. 

Είταν όχι μονάχα ένας από τους πρώτους αγωνιστές του "στρατευμένου δημοτικισμού" της εποχής εκείνης [...]. Μπορεί στην ποίηση - που γρήγορα την παράτησε - να μην ανέβηκε πολύ [...], όμως σαν ερευνητής, συλλέκτης κ' εκδότης παλαιών ιστορικών εγγράφων, που αναφέρονται κυρίως στην ιστορία της Τουρκοκρατίας και της Επανάστασης του Εικοσιένα, πρόφερ' ανεχτίμητες υπηρεσίες στο έθνος ένα από τα σπουδαιότερα κείμενα του νεοελληνικού λόγου, κείμενο αξεπέραστο στο ύφος στο ήθος και στην αλήθεια: τ' απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη [...].

Εννοείται, πως δεν είναι μονάχα τουτ' η προσφορά του Βλαχογιάννη.

Μας έδωσε κι άλλα ιστορικά κείμενα γραμμένα από αγωνιστές του μεγάλου Σηκωμού του λαού ενάντια στους τυράννους του.

Ο Βλαχογιάννης είχε πάθος για την Επανάσταση του Εικοσιένα. Και για τα ιστορικά έγγραφα, που τα μάζευε από τα μαγαζιά της Αγοράς, όπου το Κράτος μη ξέροντας τι να τα κάνει και που να τα βάλει τα πούλησε με την οκά για χαρτί περιτυλίγματος. Κι ο Βλαχογιάννης έπεσε πάνου, τα 'βρισκε, τ' αγόραζε κ' είχε μ' αυτόν τον τρόπο καταρτίσει μια πλουσιότατη συλλογή, που την εκμεταλλεύτηκε όσο μπορούσε. 

Τέτοια εγκληματική αδιαφορία του επίσημου κράτους για τα πολυτιμ' αυτά χαρτιά του έθνους, που τα πούλησε με την οκά, μας κάνει εντύπωση τα τότε. Αλλ' ας μη γελιόμαστε. Η εχθρική στάση, που πήρε το επίσημο κράτος και ανώτατοι πνευματικοί οργανισμοί αντίκρια στον πρόσφατο αγώνα του ελληνικού λαού (εννοεί την Εθνική Αντίσταση 1941-1944) ενάντια στους ξένους καταχτητές, μας δείχνει κατά έναν τρόπο πως και τότε τα ίδια γινόντανε. Και τότες είχε πολεμήσει ο λαός, αλλά τον καβάλησαν οι παλιοί αφέντες(Φαναριώτες καί κοτσαμπάσηδες) και πως ύστερα από τόσην αιματοχυσία δεν είχαν αλλάξει και πολλά πράγματα στην Ελλάδα παρά μονάχα ο εχθρός. Επομένως η τότε γραφειοκρατία περιφρονούσε τον Αγώνα και τους αγωνιστές -και πολύ φυσικά τύλιγε με τα έγγραφ' ας πούμε, του Ανδρούτσου, σαρδέλες και τουλουμοτύρι. Όπως ακριβώς και σήμερα το Αρχείο του Αγώνα της Εθνικής Αντίστασης, που έπεσε στα χέρια του κράτους, κινδυνεύει να πάρει αργά ή γρήγορα το δρόμο της σαρδέλας ή της φωτιάς. Αυτό συνηθίζεται πάντα, όταν άλλοι πολεμούν κι άλλοι νικούν. Όταν πολεμάει ο λαός και νικούν οι αφέντες του!

Ο Βλαχογιάννης θα μείνει στη νεοελληνική λογοτεχνία και στην ιστορική μνήμη πρώτα σα μάστορας της δημοτικής [...] και σαν εκδότης ιστορικών κειμένων, που η σημασία τους η ιστορική είναι μεγάλη κ' η αξία τους η λογοτεχνική (όπως συμβαίνει με τ' "Απομνημονεύματα" του Μακρυγιάννη) μοναδική στο είδος της. [...]

Ένας άλλος Βλαχογιάννης θα χρειαστεί και μεθαύριο για τον Αγώνα του λαού σε βουνά και πολιτείες στη φριχτή περίοδο του 40-41.

Ο Βλαχογιάννης στάθηκε στον καιρό του όχι μονάχα θαυμαστής της Επανάστασης του παρά κι ο ίδιος ένας επαναστάτης. Επαναστάτης -αστός, που πολεμησε μαζί με τόσους άλλους πνευματικούς "ήρωες" (τον Ψυχάρη, τον Πάλλη, τον Παλαμά κλπ.) για τη μόρφωση του λαού. [...]

Όμως η επαναστατικότητα κι αυτουνού και των συμπολεμιστάδων του σταματούσε στο Εικοσιένα. Κανένας τους δεν μπορούσε να παραδεχτεί, πως ύστερα απ' το Εικοσιένα μπορούσε να γίνει άλλη επανάσταση του λαού. Και κάθε φορά που του δόθηκε η ευκαιρία, ο Βλαχογιάννης ξεσπάθωσε με τη γνωστή ρουμελιώτικη ορμητικότητα "υπέρ της τάξεως". Αλλ' εμείς θα πάρουμε από το έργο του μαθήματα, που βοηθάνε το λαό να προχωρήσει μπροστά και να ξαναβρεί τη χαμένη του λευτεριά. Κι όλα τ' άλλα τα ζαβά του θανάτου τα συχωρέσουμε -του αξίζει. 

Του αξίζει προ πάντος η τιμή κ' η ευγνωμοσύνη του Λαού.


Κώστας Βάρναλης: ΑΠΑΝΤΑ, δεύτερος τόμος, Αισθητικά-Κριτικά-Σολωμικά

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2025

Διονύσιος Σολωμός: Οι ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ του στο Μεσολόγγι, το Στάλινγκραντ και τώρα πια στη Γάζα και τη Δυτική Όχθη...




Στο "Μισολόγγι" η δύναμη της θέλησης που μάταια προσπαθούν να την καταβάλουν τρομαχτικές δοκιμασίες.

(Διονυσίου Σολωμού Αυτόγραφα έργα)

Η δύναμη της θέλησης και του δίκιου ήταν και είναι πάντα αυτές οι κινητήριες δυνάμεις που γύριζαν και γυρίζουν τον τροχό της Ιστορίας προς την πρόοδο του ανθρώπου. Εκεί που πρόοδος σημαίνει ελευθερία. Και εκεί πάντα έπεφταν τρομαχτικές δυνάμεις να εμποδίσουν αυτή την πορεία.

Οι ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ, θα μπορούσαν να έχουν γραφτεί και για τη Γάζα και για τη Δυτική Όχθη της Παλαιστίνης. Ο ποιητής είδε σωστά! "Έζησε" την τραγωδία των ανθρώπων του Μεσολογγίου. 

Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει•
λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι η μάνα το ζηλεύει.
Τα μάτια η πείνα εμαύρισε• 

Αυτή η τραγωδία της ανθρώπινης ιστορίας επαναλήφθηκε έναν αιώνα και κάτι μετά στο Στάλινγκραντ. Εκεί που ο Κόκκινος Στρατός και οι ηρωικοί κάτοικοι του έκαναν μια διαφορετική έξοδο που πήρε φαλάγγι χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, έως το σπίτι τους, τους πολιορκητές. Ο ίδιος κλοιός, αδιαπέραστος στα μάτια των ισχυρών, διαπεράστηκε και στη Γάζα... 

Εχαμογέλασε πίκρα κι ουλεθενέ κοιτάζει•
κι ανεί πολύ τα βλέφαρα τα δάκρυα να βαστάξουν:
"Εκεί 'ρθε το χρυσότερο από τα ονείρατά μου•
με τ' άρματ' όλα βρόντησα τυφλός του κόπου χάμου.
Φωνή 'πε: "Ο δρόμος σου γλυκός και μοσχοβολημένος•
στην κεφαλή σου κρέμεται ο ήλιος μαγεμενος•
παλληκαρά και μορφονιέ, γεια σου, καλέ, χαρά σου!
Άκου, νησιά στεριές της γης, έμαθαν τ' όνομά σου!
[...]
Δρόμο αστραφτά να σχίσω τους εχθρούς καλά θρεμμένους,
σ' εχθρούς πολλούς, πολλ'άξιους, πολλά φαρμακωμένους•
να μείνεις, χώμα πατρικό, για μισητό ποδαρι•
η μαύρη πέτρα σου χρυσή και το ξερό χορτάρι.

Έναν παγκόσμιο τύπο του ελεύθερου πολιορκημένου σχεδίασε ο Σολωμός. Ενός στρατευμένου ανθρώπου στο όνομα και στην αρετή της Ελευθερίας. Στο όνομα της τόλμης. Μια και μόνη έξοδο είχαν οι δεσμώτες των περιοχών αυτών. Όταν μέσα σε αυτό το μαρτύριο έβλεπαν κάθε μέρα πρόσωπο με πρόσωπο τον θάνατο, από τα σπαθιά, τα κανόνια, τις σφαίρες, την πείνα, τότε βγαίνει ολόψυχα από μέσα τους το όραμα της επόμενης ελεύθερης μέρας. Και τότε είναι η στιγμή του μεγάλου ανθρώπου. Του πολεμιστή του Μεσολογγίου. Της μάνας του Στάλινγκραντ. Του παιδιού της Γάζας. Όλων των Γιγάντων Λαών που αγαπούν την Ελευθερία. Που θέλουν το χώμα τους να μείνει πατρικό, για μισητό ποδάρι.

Οι ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ μας δείχνουν σε τι ύψος έφτασε ο Σολωμός, δηλαδή σε τι ύψος έφτασαν οι πολιορκημένοι του Μεσολογγίου. Όταν οι άνθρωποι φτάνουν σε τέτοιο μεγαλείο τότε και ο κόσμος των Ιδεών μεγαλουργεί!

Γιατί τα λόγια της παλαιστίνιας γυναίκας και μάνας που με τόσο πάθος αποτυπώθηκαν στην καμερα μετά την εκεχειρία:

Θα μαζέψουμε τα συντρίμμια! Θα ξαναχτίσουμε τη Γάζα και θα την κάνουμε πιο όμορφη! Αυτή εδώ δίπλα μου είναι η κόρη ενός μάρτυρα και η αδερφή της.  Δίπλα μου είναι ένας ηλικιωμένος κι ένας νέος άντρας. Όλοι μαζί θα την ξαναχτίσουμε και θα γίνει καλύτερη από πριν.  Η Γάζα είναι μέσα μας. Εμείς είμαστε αυτοί που παραμείναμε ακλόνητοι εδώ και αντέξαμε. Κανένας τους δεν κατόρθωσε τίποτα. Ούτε οι ηγέτες ούτε κάποια άλλη χώρα. Το αληθινό κατόρθωμα είναι εδώ. Αυτοί που τα κατάφεραν είμαι εγώ, αυτή και αυτοί και είμαστε περήφανοι. 

...είναι τα λόγια του Σολωμού για την μεσολογγίτισσα γυναικα και μάνα. Την εξυψώνει μέσα στο έργο του... Γιατί είναι ένα οικουμενικό έργο...

"Ψυχή μεγάλη και γλυκειά, μετά χαράς σ' το λέω:
Θαυμάζω τες γυναίκες μας και στ' όνομά τους μνέω.

Εφοβήθηκα κάποτε μη δειλιάσουν και τες επαρατήρησα αδιάκοπα.

Απόψε, ενώ είχαν τα παράθυρα ανοιχτά για δροσιά, μία απ' αυτές, η νεώτερη, επήγε να κλείσει, αλλά μία άλλη της είπε: "Όχι, παιδί μου• άφησε να μπει μυρωδιά από τα φαγητά• είναι χρεία να συνηθίσουμε.".

Κι έτσι λέγοντας εματάνοιξε το παράθυρο, και η πολλή μυρωδιά των αρωμάτων εχυνόταν μέσα κι εγιόμισε το δωμάτιο. 

Και η πρώτη είπε: "Και το αεράκι μας πολεμάει".

Μια άλλη έστεκε σιμά εις το ετοιμοθάνατο παιδί της.

Και άλλη είπε χαμογελώντας, να διηγηθεί καθεμία τ' όνειρό της. 

[...]

Κι αφού όλες εδηγήθηκαν τα ονείρατά τους, εκείνη που 'χε το παιδί ετοιμοθάνατο είπε: Ιδές, και εις τα ονείρατα ομογνωμούμε, καθώς εις τη θέληση και εις όλα τ' άλλα έργα". Και όλες οι άλλες εσυμφώνησαν κι ετριγύρισαν με αγάπη το παιδί της που 'χε ξεψυχίσει. 

Ιδού, αυτές οι γυναίκες φέρονται θαυμαστά• αυτές είναι μεγαλόψυχες και λέμε ότι μαθαίνουν από μας• δε δειλιάζουν, μολονότι τους επάρθηκε η ελπίδα που είχαν να γεννήσουν τέκνα για τη δόξα και την ευτυχία. Εμείς λοιπόν μπορούμε να μάθουμε απ' αυτές και να τες λατρεύουμε έως την ύστερη ώρα.





Τα αποσπάσματα μεταφέρθηκαν στο πολυτονικό σύστημα κρατώντας την ορθογραφία του πρωτότυπου και είναι από το βιβλίο των εκδόσεων "στιγμή" σε επιμέλεια Στυλιανού Αλεξίου.




Σάββατο 8 Φεβρουαρίου 2025

Λογοτεχνικές λεπτομέρειες #4: Για τους λάτρεις του Λουίς Σεπούλβεδα...




Ω Κάρμεν Γιάνιες! Ώστε εσύ ήσουν λοιπόν η μελαχρινή! Κι εσύ Μάρσια Εσκαντλεμπέρι! Ώστε εσύ ήσουν η ξανθιά! Εσείς, μεγάλες γυναίκες που επιβιώσατε από την περιβόητη βίλα Γκριμάλντι... Εκεί που ο ανθός του χιλιανού λαού και της χιλιανής νεολαίας, πέντε χιλιάδες άνθρωποι, βασανίστηκαν με τον πιο απάνθρωπο τρόπο από μια συμμορία ακροδεξιών που η μόνη ηθική τους ήταν τα όπλα. Από εκεί που κάποιοι ακόμα αγνοούνται...

Σκαλίζοντας πάντα σε παλιότερες σπάνιες κι εξαντλημένες εκδόσεις έπεφτα πάνω σε θησαυρούς που στη συνέχεια γίνονται αυτή η ωραία ενότητα των "λογοτεχνικών λεπτομερειών" που τόσο αγαπώ! Αυτή τη φορά όμως, σαν το λουλούδι την άνοιξη, εμφανίστηκε μπροστά μου σε μια καινούργια έκδοση αυτή η συγκινητική λεπτομέρεια! Μου εμφανίστηκαν με τα πλήρη ονόματά τους αυτές οι δύο υπέροχες γυναίκες! Αυτές οι τόσο δυνατές κι αποφασισμένος γυναίκες του Γίγαντα χιλιανού Λαού! Αυτές που ύμνησε ο σύντροφος της Κάρμεν, ο μεγαλύτερος συγγραφέας και παραμυθάς της Χιλής Λουίς Σεπούλβεδα, στο διήγημα με τίτλο "Η ξανθιά και η μελαχρινή" που βρίσκεται στο καλύτερο βιβλίο του "Χρονικά του περιθωρίου".

Κάρμεν, δεν ήξερες ποια ήταν δίπλα σου σε αυτή τη δοκιμασία. Μόνο τα σώματα η μία της άλλης φροντίζατε και αγκαλιάζατε μετά τα ηλεκτροσόκ και ότι άλλο σκαρφίζονταν οι τύραννοι για να λυγίσετε εσείς οι αλύγιστες! Σαν τις δικές μας εξόριστες και φυλακισμένες αγωνίστριες. Σαν τους δικούς μας Μακρονησιώτες...

Είχα φυλάξει ένα παλιό απόκομμα εφημερίδας από την εποχή της Λαϊκής Ενότητας του Σαλβαδόρ Αγιέντε [...]. Έδειχνε τη φωτογραφία μιας όμορφης νεαρής δημοσιογράφου [...]. Την είχα κρατήσει, αφού πρώτα διάβασα τ' όνομα της στο κάτω μέρος της φωτογραφίας, και από τότε την έχω πάντα μαζί μου, ανάμεσα στις φωτογραφίες και τις αναμνήσεις μου.

Η γυναίκα στη φωτογραφία ήταν η Μάρσια Εσκαντλεμπέρι, η γυναίκα που είχα γνωρίσει στη διαβόητη βίλα Γκριμάλντι [...] που δημιούργησε ο Πινοτσέτ.

Στην εξορία, ρώτησα πολλές φορές όσους πίστευα ότι μπορεί να γνώριζαν κάτι για τη Μάρσια, αλλά ποτέ δεν πήρα πληροφορία. [...] Τελευταία φορά που είχα δει τη Μάρσια ήταν -τραυματισμένη και μες στα αίματα- σ' εκείνον τον υγρό, δύσοσμο τόπο βασανιστηρίων μαζί μ' άλλες γυναίκες. 

Άρχισα εκ νέου την αναζήτηση της Μάρσια. [...] Υπάρχουν δεσμοί αίματος που, σε στιγμές αλληλεγγύης, ενώνουν άντρες και γυναίκες για πάντα. Με είχε εντυπωσιάσει το σθένος της απέναντι στους βασανιστές της και η θέληση της να ζήσει.

Μέχρι που χτύπησε το τηλέφωνό σου Κάρμεν! Από την άλλη μεριά της γραμμής ήταν αυτή!

"Γεια σου, Κάρμεν", είπε μια γλυκιά, χιλιανής φωνή. "Γεια σου" απάντησα έκπληκτη, "ποια είσαι;" . Μερικά δευτερόλεπτα αργότερα, μου λέει: "Είμαι η Μάρσια". Δεδομένου του τόπου, δεν θα μπορούσε παρά να ήταν η μία και μοναδική Μάρσια [...] Ποια άλλη Μάρσια θα μου μιλούσε με τέτοια οικειότητα, παρά τα τόσα χρόνια που είχαμε να βρεθούμε;

"Πως είσαι; Που είσαι; Μπορώ να σε δω;" οι ερωτήσεις όρμησαν σα χείμαρρος. 

"Μα, φυσικά καλή μου" μου λέει η Μάρσια με τη γαλήνη και γλυκιά φωνή της. Βρίσκομαι στο λόμπι του ξενοδοχείου σου. [...]

Κατέβηκα όσο πιο γρήγορα μπορούσα με την καρδιά μου να κοντεύει να σπάσει. Η Μάρσια ήταν εκεί. [...]

Αγκαλιαστήκαμε σφιχτά, σαν να ήμαστε φίλες μια ολόκληρη ζωή. Όποιος μας παρακολουθούσε θα το θεωρούσε δεδομένο. Είχαμε βρεθεί μαζί, τόσο κοντά στο θάνατο, κι αυτό δημιουργεί πάντα αόρατους δεσμούς αγάπης και άρρηκτης αλληλεγγύης. 

Λίγες μέρες αργότερα, ο Λούτσο (εννοεί τον Λουίς Σεπούλβεδα) θα αποτύπωνε σ' ένα όμορφο κείμενο τη μοναδική και φανταστική ιστορία μας. "Η ξανθιά και η μελαχρινή". 

Συνάντησα τη Μάρσια το 1997, στη Βενετία, στην πλατεία του Αγίου Μάρκου, και μετά από είκοσι τρεις ολόκληρα χρόνια, αγκαλιαστήκαμε και κλάψαμε. Είχαμε επιβιώσει! 

Αυτές ήταν και είναι λοιπόν οι δύο γυναίκες, η ξανθιά και η μελαχρινή. Κι αυτό το χρωστάμε στο εξαιρετικό βιβλίο (τι άλλωστε διαφορετικό θα μπορούσε να ήταν) της Κάρμεν Γιάνιες: ΕΝΑΣ ΕΡΩΤΑΣ ΕΞΩ ΑΠ' ΤΟ ΧΡΟΝΟ. Η ΖΩΗ ΜΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΛΟΥΙΣ ΣΕΠΟΥΛΒΕΔΑ, από τις εκδόσεις opera. Ένα βιβλίο και μια λεπτομέρεια που μακάρι να μην είχαμε μάθει ποτέ. Γιατί αφορμή αυτό του βιβλίου ήταν ο θάνατος του Λουίς Σεπούλβεδα τον Απρίλη του 2020 κατά τη διάρκεια της πανδημίας.  

(Τα πλάγια γράμματα είναι αποσπάσματα από το βιβλίο σε μετάφραση των: Μαρία Αθανασίου, Θεώνης Κάμπρα, Αλίκης Μανωλά, Ιφιγένειας Ντούμη, Κωνσταντίνου Παλαιολόγου)

Η ξανθιά και η μελαχρινή (του Λουίς Σεπούλβεδα)

Τις βλέπω να περνούν στους δρόμους της Βενετίας, και κάνω δύο βήματα μπρος ή πίσω για να τις δω καλύτερα, για να τις χορτάσω, γιατί είναι όμορφες και γεμίζουν το φθινοπωρινό βράδυ με αυτή την ξεχωριστή ομορφιά που χαρίζουν τα σαράντα πέντε χρόνια τους - μια ομορφιά που ωρίμασε μέσα σε χαρές και βάσανα. μέσα σε έρωτες που ρουφήχτηκαν μέχρι την τελευταία γουλιά, και μέσα σε ταραχές που ποτέ δε σβήνουν.

Δε γνωρίστηκαν ούτε σε κάποιο πάρκο ούτε σε κάποιο χορό, αλλά στα μπουντρούμια ενός ζοφερού στρατοπέδου που λέγεται Βίλα Γκριμάλντι και κατέχει δικαιωματικά περίοπτη θέση στο διεθνή κατάλογο της φρίκης και της ατιμίας. 

Ήταν νύχτα στο Σαντιάγο της Χιλής όταν έσυραν τη μελαχρινή έξω από το σπίτι της, τη χτύπησαν για να την αποσπάσουν απ' το γιο της, την έσπρωξαν να μπει σ' ένα αυτοκίνητο χωρίς πινακίδες, και μ' ένα τσιρότο εξαφάνισαν τον κόσμο από τα μάτια της.

Σήμερα, η μελαχρινή κοιτάζει τον ήλιο που καθρεφτίζεται στα κανάλια, και χαμογελά

Ήταν νύχτα στο Σαντιάγο της Χιλής όταν έσυραν την ξανθιά έξω απ' το σπίτι της, τη χτύπησαν για να την αποσπάσουν απ' το γιο της και τη φωτογραφία του δολοφονημένου άντρα της, την έσπρωξαν να μπει σ' ένα αυτοκίνητο χωρίς πινακίδες και μ' ένα τσιρότο εξαφάνισαν τον κόσμο από τα μάτια της.

Σήμερα, η ξανθιά κοιτάζει τα περιστέρια στην Πλατεία Αγίου Μάρκου και χαμογελά.

Δεν ήταν ούτε νύχτα ούτε μέρα όταν η μελαχρινή, γυμνή και τρέμοντας μετά τις πρώτες ανακρίσεις, σήκωσε ελαφρά το πανί που ήταν δεμένο στα μάτια της. Χρόνος νεκρός. Χρόνος αμέτρητος. Είναι γεμάτη μελανιές απ' τα χτυπήματα, καψίματα απ' τα ηλεκτρόδια. Τότε, δαγκώνει τα χείλια και μ' όλη την αγάπη του κόσμου μουρμουρίζει: « Δε θα μιλήσω, δε θα τους πω τίποτα, δε με νίκησαν».

Δεν ήταν ούτε νύχτα ούτε μέρα όταν η ξανθιά, γυμνή και τρέμοντας μετά τις πρώτες ανακρίσεις, σήκωσε ελαφρά το πανί που ήταν δεμένο στα μάτια της. Χρόνος νεκρός. Χρόνος αμέτρητος. Είναι γεμάτη σημάδια από τις μπότες, απ' το ηλεκτρικό βούνευρο. Τότε, δαγκώνει τα χείλια και μ' όλη την αγάπη του κόσμου μουρμουρίζει: « Δε θα μιλήσω, δε θα τους πω τίποτα, δε με νίκησαν».

Βέβαια, έκλαψαν κι οι δύο - για λίγο, γιατί οι ένδοξες γυναίκες της γενιάς μου και της Ιστορίας μου δεν αφήνουν τον πόνο να επιβληθεί σ' αυτά που έπρεπε να κάνουν: να οργανώσουν τη σιωπή, να μπερδέψουν την ένστολη αλητεία, ν' αντισταθούν.

Όταν ιδώθηκαν για πρώτη φορά κάτω απ' τον ισχυρότατο ήλιο των είκοσι πέντε βατ που φώτιζε περιοδικά το κελί, αγκαλιάστηκαν για να ζεσταθούν, κι αφού η μία περιποιήθηκε τις πληγές της άλλης, πέρασαν στην ανταλλαγή πληροφοριών για ό,τι είχαν προλάβει να δουν. «Πρέπει να 'μαστε σ' αυτό το μέρος», «Είδα να βγάζουν έξω δύο συντρόφισσες που δε σάλευαν», «Μην πιεις νερό μετά το ηλεκτρικό βούνευρο».

Απ' το «ματάκι» της πόρτας, οι δήμιοι τις έβλεπαν και τις νόμιζαν πεσμένες, και τις νόμιζαν χαμένες. Φουκαράδες! Πού να φανταστούν ότι αυτά τα δύο σώματα ήταν ένα πυρήνας Αντίστασης!

Σήμερα, θυμούνται πως κουβέντιαζαν και γι' άλλα πράγματα: «Σου 'τρεξε το ρίμελ» είπε η μελαχρινή, χαϊδεύοντας τα μαυρισμένα μάτια της ξανθιάς, «Χάλια είναι το κοκκινάδι σου» είπε η ξανθιά, χαϊδεύοντας τα χείλια της μελαχρινής. 

Ταξίδευαν απ' το κελί τους, κι ανάμεσα σε δύο βασανιστήρια, επισκέφτηκαν τη Ρώμη, το Λονδίνο, το Τολέδο, το Σάο Πάολο. Τραγούδησαν τραγούδια του Σερά και της Βιολέτα Πάρα. Απάγγειλαν ποιήματα του Νερούδα και του Αντόνιο Ματσιάδο. Μαγείρεψαν με συστατικά ευτυχισμένων αναμνήσεων. Η μελαχρινή ήταν ποιήτρια κι ήθελε να γίνει σπουδαία ποιήτρια. Η ξανθιά ήταν δημοσιογράφος κι ήθελε να γίνει σπουδαία δημοσιογράφος. 

Σήμερα, η Κάρμεν Γιάνιες, η μελαχρινή, βλέπει τα ποιήματά της να δημοσιεύονται στην Ισπανία, τη Γερμανία, τη Σουηδία και την Ιταλία, και η Μάρσια Σκαμτελμπέρι, η ξανθιά, βλέπει τα άρθρα της να δημοσιεύονται σε πολλές γλώσσες.

Τις βλέπω να βαδίζουν (τι όμορφες που είναι!), κάνω ένα βήμα μπρος ή πίσω, και κάθε φορά μου φαίνονται όλο και πιο όμορφες, καθώς τα περιστέρια πιάνουν να πετούν στο πέρασμά τους και να γράφουν στον ουρανό «Γεια σας συντρόφισσες!» [...]. Εκείνες χαμογελούν και θυμούνται πως ένας ένστολος σατράπης της Βίλα Γκριμάλντι τις έλεγε «πουτάνες της άκρας αριστεράς» όταν του εξαντλούνταν το ρεπερτόριο με στρατιωτικές βρισιές.

Η μελαχρινή και η ξανθιά. Η Κάρμεν και η Μάρσια. Να τες: βαδίζουν με τη σίγουρη περπατησιά τους και την περηφάνια αυτού που τα 'παιξε όλα. Αυτά τα σώματα μιλούν γι' αγάπη, φυλάνε την αγάπη μην πέσει. Αυτά τα χείλια που σε προκαλούν να τα φιλήσεις, γόγγυξαν, αλλά δεν είπαν ούτε ένα όνομα ανθρώπου, δέντρου, ποταμού, βουνού, δάσους , δρόμου, λουλουδιού. Δεν είπαν τίποτα που θα μπορούσε να οδηγήσει κάπου τους δήμιους. Κι αυτά τα μάτια που λούζονται στο φως και φωτίζουν, έκλαψαν με αξιοπρέπεια τους νεκρούς μας. 

Ολάνθιστες μινιφορούσες της δεκαετίας του '70 που αναστάτωναν τις αίθουσες διδασκαλίας και τα ήθη, ανατροπείς του έρωτα και των ιδεολογιών, συντρόφισσες της ψυχής και της ελπίδας, με τι καμάρι σας κοιτάζω να περνάτε!

[Το διήγημα «Η ΜΕΛΑΧΡΙΝΗ ΚΑΙ Η ΞΑΝΘΙΑ» βρίσκεται στο εξαιρετικο, ίσως το καλύτερο βιβλίο συλλογής διηγημάτων του Λουίς Σεπούλβεδα, «Χρονικά του περιθωρίου» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «opera», σε μετάφραση πάντα του Αχιλλέα Κυριακίδη.

Διαβάστε ακόμα:

Luis Sepulveda [1949-2020], τελευταίο ταξίδι για τον κόσμο στο τέλος του κόσμου...



Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2024

Α.Ρ.Δ. Ή ολογράφως: Αλήτες ρουφιάνοι δημοσιογράφοι! Ένα αρτικόλεξο από το μακρινό 1946...




Στους Αχιλλέα και Νίκο που σίγουρα δεν είναι ούτε αλήτες, ούτε ρουφιάνοι....

Κάπου στα μέσα της δεκαετίας του '90, αν θυμάμαι καλά, δόνησε στις αναρχικές πορείες τους δρόμους της μητρόπολης το σύνθημα αυτό! Αλήτες ρουφιάνοι δημοσιογράφοι! Είχαν βιώσει στο πετσί τους οι εμπνευστές αυτού του συνθήματος, οι Αναρχικοί, τη ρουφιανιά αυτού του ρυπαρού αιμοδότη κλάδου της εξουσίας. Και αργότερα το έπιασαν στο στόμα τους πολλά κομμάτια αυτής της κοινωνίας. Και δικαίως! 

Γυρίζοντας αρκετά χρόνια πίσω, ανακάλυψα ένα διήγημα από το μακρινό 1946, στο πιο προοδευτικό περιοδικό της εποχής, τα "Ελεύθερα Γράμματα", ένα διήγημα της μεγάλης Μυκωνιάτισσας, κομμουνίστριας και τεράστιας συγγραφέα Μέλπως Αξιώτη που κάλλιστα θα μπορούσε να έχει άλλο τίτλο από αυτόν που του έδωσε. Πενήντα χρόνια μετά ο ευγενικός τίτλος "Καταμερισμός δουλειάς" θα μπορούσε να είναι το παραπάνω σύνθημα! 


Καταμερισμός δουλειάς 

Μας ήρθε τις προάλλες απ' την Αμερική ένας δημοσιογράφος. Δουλειά τους είναι βέβαια των δημοσιογράφων να πηγαίνουν και να 'ρχονται. Δουλειά τους είναι επίσης να ταξιδεύουν με ειδική καθορισμένη αποστολή.

Ο αιώνας του ιμπεριαλισμού κατάντησε τον άνθρωπο "καταμερισμό δουλειάς", όπως τον λένε, αξιοθαύμαστο. [...] Πάντως, ο καταμερισμός αυτός έφερε αποτελέσματα. Εχιλλιοπολλαπλασίασε τους βιομηχανικούς ρυθμούς.

Λοιπόν, ο δημοσιογράφος απ' την Αμερική ήρθε με την ακόλουθη αποστολή: Να μπει στο αεροπλάνο, να βγει στο αεροδρόμιο και να φωτογραφίσει ένα ελληνικό καμένο χωριό. Να δει όλος ο κόσμος, να πεισθεί ότι οι σύμμαχοι είναι ενήμεροι ως όρος τα ελληνικά ρημάδια. 

Ήρθε λοιπόν ο Αμερικάνος στην Αθήνα, τον συνόδευε και κι Ελληνίδα διερμηνέας. Πάνε κάπου στην τύχη. Που να πας και να μην συναντήσεις ερείπια! Πάνε κατά κείθε, στο Βόλο. Και να το, το βρίσκουν το καμένο χωριό. Βγάζει τα εργαλεία του ο Αμερικάνος, το φωτογραφίζει, πάλι στο αεροπλάνο, να γυρίσει στη βάση του.

Μόνο ότι ήταν καλοκαίρι και, να πάρει η οργή, εδίψασε. Μπαίνουν με την κοπέλα σ' ένα σπιτάκι, πίνουν. Εκεί μέσα ένα χάος.

Ένας μπόγος κουρέλια χρώμα καφέ ανοιχτό, που λέγεται τσουβάλι, είναι πεταμένος στη γωνία. Ένα παιδάκι στην κούνια. Άλλος μπόγος κουρέλια, που βγαίνουν από κάτω του δύο κιτρινιάρικα ραβδιά, κουνιέται μόλις μ' ένα αργό Ρυθμό. Είναι το πιο μεγάλο παιδί που περπατεί. Παρόμοιοι μπόγοι τριγύρω πέντε έξι. Όσα ακριβώς και τα παιδιά.

Κατά τα άλλα, γύρω απόλυτη σιωπή. Νομίζεις ότι κοιμήθηκες και μεταφέρθηκε στον ύπνο σου στην αρχαία Πομπηΐα, την ώρα που την κεραυνωσε η λάβα του Βεζούβιου.

Κρεβάτι, κάθισμα, τραπέζι, κανένα όρθιο πράμα, που λέγεται έπιπλο μέσα στο σπίτι; Όχι. Τίποτα.[...]

Τσουκάλι στη φωτιά να βράζει, πόρτα να κλείνει μπροστά σου, σκέπη από πάνω σου να χωρίζει τον ουρανό με τ' άστρα απ' τη γη; Όχι, όχι, τίποτα. Πέτρες μόνο, και τρύπες, και κάτι σκουριάρες λαμαρίνες που τις χτυπά σαν ντέφι ο νοτιάς. Κατά τα άλλα, απόλυτη γύρω ερημιά. Δύο χρόνια ύστερα από τον πόλεμο.

"Πώς ζείτε;" λέει η Ελληνίδα διερμηνέας στη μάνα. "Δε σας μοιράζουν τίποτα;"

"Πώς", λέει. "Μας δίνει γάλα η Ούνρα. Μας το μοιράζουν ποτέ πότε".

Ανάμεσα απ' τις ξένες λέξεις, που ως τότε δεν τις καταλάβαινε, άκουσε μια γνωστή του ο Αμερικάνος. Κόβει τη σιωπή, ρωτά τη διερμηνέα, ακούει την εξήγηση, βγάζει το τεφτέρι του, και γράφει:

"Στο τάδε ελληνικό καμενο χωριό που ήρθα και φωτογράφισα, η  U.N.R μοιράζει γάλα".

"Δεν έχεις άντρα;" ρωτά η διερμηνέας.

"Έχω" λέει η μάνα.

"Δεν εργάζεται;"

"Λείπει".

"Που λείπει;"

"Στο βουνό".

"Τι κάνει εκεί;"

"Τον κυνηγάν. Ήταν στην Κατοχή αντάρτης".

Ο Αμερικάνος δεν ξανάκουσε καμία άλλη λέξη γνωριμή του. Δεν ξανάβγαλε το τεφτέρι του για να γράψει. Έπεσε πάλι σιωπή, γύρισε στην Αθήνα, μπήκε στο αεροπλάνο, κι έφυγε. Έφτασε στην Αμερική, άνοιξε τη βαλίτσα του, κι έβγαλε από μέσα το καμένο χωριό.

Και τώρα κάνετε γούστο που θα δημοσιευθεί με πάσα πολυτέλεια απ' την υπηρεσία του κι θα γράφει από κάτω:

"Στο τάδε ελληνικό χωριό, που φωτογράφισε επί τόπου ο ειδικός απεσταλμένος μας, η U.N.R μοιράζει γάλα.

Αλλά, στη βιομηχανία τουλάχιστον, τα σκόρπια μηχανήματα του καταμερισμού εργασίας στο τέλος συναρμολογούνται και φτιάχνουν ένα ακέραιο μηχάνημα. Στην κοινωνία όμως δε φαίνεται να είναι τόσο απαραίτητο. 

Όλοι εκείνοι οι μπόγοι σ' εκείνο το χωριό,που ήταν κάποτε παιδιά και τώρα, μέσα στα τσουβάλια, μόλις που αναπνέουν... Όλο εκείνο το χάος! Που πονούν όλοι αυτοί; Ποιος τους κατάντησε έτσι; Που είναι οι πατεράδες; Αυτά, καθώς φαίνεται, είναι άλλη υπόθεση. 
Έδω, κύριοι, βλέπετε μια τελευταίας παραγωγής "λάικα" φωτογραφία, κι έτσι η Αμερική και η Ευρώπη έχει μπροστά της όλη τη "σημερινή ελληνική πραγματικότητα". 

Έτσι γράφεται συχνά, και κάνει το γύρο του κόσμου, η αδιάψευστη, η αντικειμενική, η αδέκαστη, πλην όμως κατακρεουργημένη απ' τον πνευματικό, σκόπιμο "καταμερισμό", διεθνής Ιστορία.



Το διήγημα "Καταμερισμός εργασίας" βρίσκεται στο βιβλίο της Μέλπως Αξιώτη "Καλημέρα σύντροφοι" που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ. Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο προοδευτικό εξαιρετικό περιοδικό "Ελεύθερα Γράμματα", τεύχος 49, 15 Αυγούστου 1946 να


Διαβάστε ακόμα:




Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2024

Λογοτεχνικές λεπτομέρειες #2 : Για τους λάτρεις του Κώστα Βάρναλη...




Είναι αυτές οι μικρές λογοτεχνικές χαρές που ενώ για άλλους είναι ανεξήγητες σε εμάς δημιουργούν μια εσωτερική ευφορία κι ένα χαμόγελο για αυτή την ανακάλυψη στο χώρο των γραμμάτων..., έγραφα στις προηγούμενες λογοτεχνικές λεπτομέρειες για τον Ηλία Βενέζη (ανάρτηση που μπορείτε να διαβάσετε εδώ: Λογοτεχνικές λεπτομέρειες #1: Για τους λάτρεις της "Αιολικής Γης" και του Ηλία Βενέζη...). Αυτή τη φορά, τα "φύλλα" για άλλη μια φορά ασχολούνται με τον μεγάλο Κώστα Βάρναλη και με χαρά παρουσιάζουν το πώς χρωστάμε το φαινόμενο αυτό, τον Γίγαντα αυτόν των Νέων Ελληνικών Γραμμάτων, τον ποιητή, συγγραφέα, χρονικογράφο, ερευνητή, αγωνιστή στον μεγαλύτερο του αδερφό! Γιατί αν δεν ήταν αυτός και η πείνα του μικρού Κώστα όλος αυτός ο θησαυρός του έργου του δεν θα υπήρχε και δεν θα είχε διαμορφώσει γενιές και γενιές! 


Πώς δεν ήθελα να σπουδάσω 

Στα 1898 τελείωσα το σκολειό - την έβδομη τάξη. Όσο έφτανε η άνοιξη και το καλοκαίρι, τόσο η ανυπομονησία μου μεγάλωνε πότε θα φτάσει η βλογημένη  εκείνη ώρα πού θ' "ανακτήσω" την ελευθερία μου• δε θα έχω να διαβάζω, δε θα φοβάμαι τους δασκάλους, δε θα με δέρνει πια ο αδερφός μου... θα μάθω μια τέχνη να γίνω "άντρας", όπως τόσα παιδιά, που τελειώσανε το σκολειό τα περασμένα χρόνια. Ήλιος, θάλασσα, δέντρα και βουνά θα είναι από 'δω και μπρος το δικό μου βασίλειο, όπως είναι και των πουλιών.

Καμία πιθανότητα δεν υπήρχε να πάω σε γυμνάσιο. Λέγανε [...] πώς πρέπει να σπουδάσω, γιατί "παίρνω τα γράμματα". Μα λεφτά δεν υπήρχανε. Μας είχε καταχρεώσει ο δεύτερος αδερφός μου, που σπουδαζε. [...]. Εγώ που άκουγα αυτές τις κουβέντες, αισθανόμουνα μεγάλη ευγνωμοσύνη για τη φτώχεια μας, γιατί αυτή θα με έσωζε από το να συνεχίσω τη ζωή της σκλαβιάς και του τρόμου. 

Όμως τα πράγματα δεν ήρθαμε όπως τα περίμενα.  Άμα τελείωσα το σκολειό, έπεσα με τα μούτρα στα παιχνίδια κι όλη την ημέρα την περνούσα τσίτσιδος στη θάλασσα μαζί με την παρέα μου. Χαιρόμουνα την "ελευθερία" μου με όλο μου το είναι και τρόπος δεν υπήρχε να συμμαζευτώ.

Μια μέρα ο αδερφός μου με παίρνει κατά μέρος και μου λέγει:
- Ν' αφήσεις τα παιχνίδια και τη θάλασσα... Να καθήσεις να διαβάζεις, γιατί θα σε στείλουμε στα "Ζαρίφεια Διδασκαλεία" της Φιλιπούπολης.

Κεραυνός!

- Και με τι χρήματα μουρμούρισα;

- Θα δώσεις εξετάσεις για υπότροφος. [...]

- Δεν πάω, λέγω του αδερφού μου αποφασιστικά. Δεν θέλω γράμματα. Θέλω να μάθω τέχνη.

Απ' όλες τις τέχνες προτιμούσα τη ραφτική. Ήταν ένα ραφτάδικο στη γειτονιά μας. Έβλεπα τους καλφάδες από το παράθυρο να κάθονται το ένα πόδι πάνω στο άλλο, να ράβουνε με τις μακριές τους βελόνες, να πίνουμε καφέ, να καπνίζουν και να λένε αστεία! Μου φαινότανε τέχνη καθαρή και φανταζόμουνα, πως γρήγορα θα τη μάθω και θα γίνω κι αφεντικό. Και θα λέω αστεία!

-  Ο αδερφός μου κόρωσε.

-  Θα πας μου λέγει, ή θα σε σπάσω στο ξύλο. 

- Προτιμω να πνιγώ στη θάλασσα, παρά να πάω ν' αποτύχω στις εξετάσεις και να ρεζιλευτώ [...]

Έτσι αντιστάθηκα με πείσμα κάμποσες μέρες στον αδερφό μου. Επειδή όμως επίμενε και γινότανε κάθε φορά αγριότερος, έλαβα τη μεγάλη απόφαση να φύγω από το σπίτι. 

Ήτανε, θυμάμαι μεσημέρι κι η μητέρα μου τηγάνιζε στο πλυσταριό κεφτέδες. Πήρα ένα μεγάλο κομμάτι ψωμί, πήγα δίπλα της και της ζήτησα έναν κεφτέ. Μου έδωσε.

Μ' αυτό το εφόδιο όλο όλο στο χέρι ξεπόρτισα και πήγα ν' αντικρύσω για πάντα τη ζωή και τους κινδύνους του φοβερού "Αγνώστου". Για πρώτο σταθμό της ηρωικής μου πορείας είχα επιλέξει μια λουτρόπολη, τα Λίτζια [...] Είχα πάει ως τώρα δυο-τρεις φορές στα Λίτζια κι ήξερα το δρόμο [...]. Ήμουνα δεκατεσσάρω χρονών. [...]

Και να τώρα μια καινούρια περιπέτεια. Εκεί που έπινα νερό από τη βρύση με το μπακιρένιο τασάκι, που ήτανε κρεμασμένο από το μοσλούκι με μια αλυσίδα, έρχεται ο Κακαγιάννης και μου λέει: 

-Ελα μωρέ, σε θέλει η νύφη σου [...]  που τήνε λέγανε Ντανίτσα.

Άμα την αντίκρυσα στην κάμαρα της στο ξενοδοχείο, ένιωσα μια τρεμούλα σ' όλο μου το κορμί. Ήταν ο φόβος, που με "ανακάλυψε", πως ήμουνα σκαστός [...]

Γιατί η Ντανίτσα κατάλαβε με τις πρώτες κουβέντες, πως η παρουσία μου εκεί χωρίς κανένα δικό μας μαζί μου ήτανε πολύ... ανώμαλη.

Γελαστή με ρώτησε:

- Τι κάνει ο Παναγιώτης; (ο μεγάλος μου αδερφός, ο "εχθρός" μου!)

- Καλά, απάντησα μασημένα. 

-Πεινάς; μου λέγει.

Είχα πείνα διαβολεμένη, να κατέβασα τα μάτια και δεν είπα τίποτα. 

Έδωσε αμέσως διαταγή στον Κακαγιάννη να μου φέρει ένα πιάτο φαγί [...]

- Που θα κοιμηθείς απόψε; 

- Στου Στέφανου το γιαπί.

- Να έρθεις να κοιμηθείς εδώ.

-Ένιωθα να μου κόβονται τα γόνατα.

- Θα έρθω, απάντησα δειλά. 

Ύστερα μου έδωσε μισό φράγκο για ν' αγοράσω σαν παιδί, ό,τι θα μου τραβούσε την όρεξη από το παζάρι, μου χάιδεψε τα μαλλιά κι έφυγα χωρίς να κοιτάξω πίσω.

Ως το βράδυ η καρδιά μου χτυπούσε. Να πάω; Να μην πάω; 

Προτίμησα να κοιμηθώ με τον Στέφανο στο γιαπί [...]

Την άλλη μέρα ο πατέρας του Στέφανου, που μυρίστηκε, πως ήμουνα, όπως ο Ομάρ ο άγιος φιλόσοφος Εμπεδοκλής "θεόθεν φυγάς τε και αλήτης" με φόρτωσε σε μια ταλίγκα (κάρο με τέσσερις ρόδες) και μ' έστειλε πίσω στον Πύργο (Μπουργάς της σημερινής Βουλγαρίας), κι έδωσε εντολή στον καροτσέρη και το βοηθό του να με παραδώσουνε στο σπίτι. 

Έτσι άδοξα και τόσο γρήγορα θα τελείωνε η πορεία μου προς το Άγνωστο! [...]

Λογάριαζα το ξύλο που θα έτρωγα από τον αδερφό μου, άμα έπεφτα στα χέρια του. Αυτός ο φόβος μ' έκανε όταν μπήκαμε στον Πύργο κι οδεύαμε για το σπίτι μου, να πηδήσω από την ταλίγκα και να εξαφανιστώ μέσα σε κάτι στενοσόκακα. 

Πήγα ευθύς στα γνωστά μου στέκια να συναντήσω τους φίλους μου που παίζανε. Αυτοί μου φέρανε ψωμί να φάγω [...]. Άμα όμως βράδιασε κι οι φίλοι μου πήγανε στα σπίτια τους, τότε μονάχα άρχισα ν' αντιμετωπίζω το πρόβλημα του που θα κοιμόμουνα απόψε.

Αν πήγαινα σε καμίας θείας μου ή στο σπίτι κανενός φίλου μου, θα ειδοποιούσανε αμέσως τους δικούς μου και θα με πιάνανε στη φάκα. Και τότες αλίμονό μου. 

Το ένα καλό φέρνει πολλά άλλα. Αποφάσισα κι εγώ να εμπιστευτώ το ζήτημά μου στην τύχη. [...]

Άυπνος, πεινασμένος, νικημένος από τη "μεγάλη ηρωική ζωή" αποφάσισα να πάω σπίτι μου να παραδωθώ κι ας γίνει ό,τι θέλει. Μα δεν έπρεπε να παραδωθώ χωρίς συνθηκολόγηση.

Πήγα λοιπόν και έστησα καρτέρι στη γωνία του δρόμου μας. Παραμόνευα από 'κεί, αν θα βγει καμιά αδερφή μου στην πόρτα μας. Δεν περίμενα και πολύ. Οι δύο μου αδερφάδες φανήκανε στην πόρτα και με είδανε. Αρχίσανε τις φωνές και μου φωνάζανε: 

- Έλα να φας!

- Δεν έρχομαι! (Έκανα το ζόρικο!)

- Έλα! Δε θα σε δείρουμε.

Μονάχα σα βγήκε η μητέρα μου και μου υποσχέθηκε πως δε θα με δείρουνε, πήγα σπίτι κι έφαγα.

Παραξενεύτηκα, πως όλοι τους ήτανε περισσότερο ευχαριστημένοι από εμένα. Γιατί είχανε πιστέψει, πως έπεσα στη θάλασσα και πνίγηκαν για να δώσω τέλος στα βάσανά μου. Είχανε πάρει τοις μετρητοίς τη φράση που είπα του αδερφού μου, πως προτιμώ να πνιγώ στη θάλασσα παρά να πάω στο γυμνάσιο. Κι ο αδερφός μου, ο μπάρμπας μου ο Γιαννιός κι ο  ξάδερφός μου ο Λεωνίδας όλη νύχτα γυρίζαμε στην παραλία του Πύργου με φανάρια για να βρούνε το πτώμα μου.

Πήγα λοιπόν στη Φιλιππούπολη, να δώσω εξετάσεις χωρίς ν' ανοίξω βιβλίο  [...].

Έδωσα εξετάσεις. Και ανάμεσα σε πλήθος παιδιά μελετημένα και προετοιμασμένα για το διαγωνισμό, εγώ ο απαρασκεύαστος ήρθα πρώτος. [...] Η ελπίδα μου ν' αποτύχω και να γυρίσω πάλι στον σπίτι μου, δεν ήταν ορισμένο από τη Μοίρα να πραγματοποιηθεί. [...]


Το απόσπασμα του κειμένου είναι από το βιβλίο, Κώστας Βάρναλης: ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΑ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΕΔΡΟΣ.