Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2021

Ανάβυσσος 1923, Καρά Τεπέ 2021



Κοπάδια κυνηγημένων προσφύγων της Ανατολής γύρευαν μια νέα πατρίδα το 1923. Βρέθηκαν «πεταμένοι» στην Ανάβυσσο... Κοπάδια κυνηγημένων προσφύγων της Ανατολής γυρεύουν μια νέα πατρίδα το 2021. Βρίσκονται στις λάσπες του Καρά Τεπέ φυλακισμένοι σήμερα.... Το δράμα των φτωχών και κυνηγημένων ανθρώπων δεν έχει σύνορα, χρονολογίες, γεωγραφικά μήκη και πλάτη. Θα βρεθούν από τη μια στιγμή στην άλλη σε άλλα χώματα... Και πάντα το ρολόι θα χτυπά μεσάνυχτα γι' αυτούς, όταν συναντούν το μίσος και την έχθρα ανθρώπων, που και για τη δική τους μοίρα αποφασίζουν άλλοι πιο «μεγάλοι» από αυτούς και μπορούν να κάνουν και το δικό τους, το όμορφο και τακτοποιημένο ρολόι της ζωής να χτυπήσει κάποια στιγμή μεσάνυχτα...


Τίποτα την αυγή κείνης της μέρας δεν προμηνούσε το τέλος της. Λίγα σύννεφα μονάχα ταξίδευαν κατά το νοτιά. Θα τα σκορπούσε σίγουρα ο ήλιος.

Πως γέμισε άξαφνα τόσα σύννεφα ο ουρανός; Καθώς είναι κλειστός ο ορίζοντας απ' τους λόφους, τα βουβά μαύρα τέρατα ξεπετιούνται πίσω από κει, το ένα ύστερα από το άλλο, σαν κινημένα απ' τα έγκατα της γης. Δεν έχει δέντρα εδώ στον κάμπο να σαλέψουν τα φύλλα με το προμήνυμα της θύελλας που έρχεται. Δεν αστράφτει, και δεν πέφτουν κεραυνοί. Είναι μια βουβή και σκοτεινή μάζα σαν το θάνατο. Τι τόπος είναι αυτός; Α, εκεί στην ακρογιαλιά της Ανατολής, πόσο όλα ήταν διαφορετικά! Η βροχή που ήταν να 'ρθει και το κρύο και οι ζεστές μέρες, όλα έρχονταν στην ώρα τους, στέλναν πρώτα ένα μήνυμα, ύστερα άλλο. Τίποτα δεν ήταν απότομο και βίαιο, κ' οι άνθρωποι προετοιμάζονταν, το σώμα ετοίμαζε τις δυνάμεις του ν' αντισταθεί.

Η Ελένη κάθεται έρημη στον ξένο τόπο και νιώθει σιγά-σιγά να την κυκλώνει ο σκοτεινός όγκος τ' ουρανού. Αισθάνεται πως είναι ολοένα απροστάτευτη και μονάχη πάνω απ' τον ανοιγμένο λάκκο. [...]

Πόσες ώρες να πέρασαν; Η βροχή άρχισε να λιγοστεύει. [...]

-Τι ώρα να είναι άραγες; συλλογίστηκε
Κι ύστερα, τι να 'γίναν κάτω τα καλύβια, τα μωρά της; Η Ζαμπέτα θα πρόλαβε να τα μαζέψει όλα; Και ο άντρας της που τράβηξε στο Θυμάρι; Που ν' απάγκιασε άραγες; [...]

Η βροχή έπεφτε λίγη τώρα. Για να ξεμουδιάσει, αποφάσισε να βγει έξω απ' το ξωκκλήσι, να κάμει λίγα βήματα. Γύρω της ακουγόταν ο αλαφρός θόρυβος, τα ρυάκια που έτρεχαν θολό νερό, εδώ κ' εκεί.

Προχώρησε λίγο ακόμα. Τότε, άξαφνα, το πρόσεξε. Πάνω απ' το θόρυβο που έκαναν τα ρυάκια, ένας άλλος, βαθύς και υπόκωφος, ακουγόταν καθαρά απ' τη μεριά των λόφων ίσαμε τα καλύβια τους

«Μπας κ' είναι η θάλασσα;»

Όχι, δεν ήταν τα κύματα. Αν ήταν, θα μπορούσε να ξεχωρίσει τον εναλλασσόμενο θόρυβο τους. 
Κ' ύστερα, τούτο το βουβό πράμα ερχόταν από ψηλά.

«Τι να 'ναι;»

Τότε, μες στη βουή του νερού, της φάνηκε πως ξεχώριζε καθαρά και φωνές ανθρώπων.

Έστησε το αυτί της κι αφουγκράστηκε. Σαν ένα βαρύ, πνιγμένο μουγκανητό ερχόταν απ' το μέρος των καλυβιών. 

Έκαμε ένα βήμα, άλλο ένα, πιο νευρικά. Κ' ύστερα άρχισε να τρέχει. Η σκοτεινή βουή, όσο προχωρούσε, ολοένα γινόταν πιο καθαρή. «Είναι ποτάμι», συλλογίστηκε άξαφνα, κι απόρεσε πως δεν το είχε σκεφτεί πιο νωρίς. Μα πως έγινε αυτό; Και το ποτάμι που να χύνεται τάχα;

«Μπας και το νερό έφτασε μες στο χωριό;»

Ένα σωρό τρελές φαντασίες άρχισαν να παίζουν μπρος στα μάτια της. Έβλεπε τα μωρά της, μονάχα κι απροστάτευτα, να παλεύουν με τον υγρό δαίμονα, άκουγε τις απελπισμένες φωνές τους μες στις φωνές του πλήθους. [...]

Ήταν μούσκεμα απ' το νερό, τα γυμνά ποδάρια της χώνονταν μες στις λάσπες ίσαμε τα γόνατα. [...]

Ήταν ένα φαρδύ ποτάμι, που κατέβαζε με ορμή το νερό απ' τους λόφους. Το μεγάλο βαθύ μονοπάτι που έτρεχε. Πως, λοιπόν, δεν το είχαν υποψιαστεί; Κι αυτό το βαθύ μονοπάτι περνούσε μες απ' τα καλύβια τους και τελείωνε στη θάλασσα. [...]

Εκείθε απ' το ποτάμι δεν ξεχώριζε τίποτα απ' τη θολούρα. Οι φωνές γίνονταν ολοένα πιο καθαρές, επίμονες και απελπισμένες. [...]

Την ίδια νύχτα, στα κονάκια τους οι βλάχοι περίμεναν τον σύντροφο τους, που τον είχαν στείλει να δει τι απόγινε κει κάτω, στην Ανάβυσσο, με τη νεροποντή.

-Λοιπόν; ρώτησε ο γέροντας, μόλις φάνηκε ο απεσταλμένος τους. 

-Έγινε καθώς το 'χες πει. Το νερό πέρασε μες απ' τα καλύβια τους και τα πιο πολλά τα γκρέμισε. Σκούζανε κει κάτου.

-Να δούμε λοιπόν ποιος απ' τους δύο θα βαστάξει, αυτοί για εμείς! είπε ο γέρος.

Κ' ύστερα γυρίζοντας σ' όλους τους άλλους:
-Τσιμουδιά, μην τύχει και μαθευτεί το τι έγινε ψηλά στα ρέματα! Αλλιώς τα 'χουμε σκούρα.

Κι όλοι συμφώνησαν να μη βγάλουν μιλιά για το πως έγινε, σε μια απ' τις τελευταίες νύχτες, φράξαν όλα τα χαντάκια όπου σκορπιζόταν το νερό, μόλις ξεμπούκερνε απ' τις ρίζες του λόφου, και το νερό το πήγαν έτσι απ' όλες τις μεριές να χυθεί μες στο βαθουλωμένο φαρδύ μονοπάτι που περνούσε μέσα απ' τα καλύβια της Αναβύσσου.

Ηλίας Βενέζης: Γαλήνη, ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ "ΕΣΤΙΑΣ"

Το απόσπασμα από το βιβλίο έχει μεταφερθεί στο μονοτονικό σύστημα διατηρώντας την ορθογραφία του πρωτότυπου.

Διαβάστε ακόμα:




Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2021

Από παράγραφο σε παράγραφο ταξιδεύουν τα κύματα... προς τη Γη, την Αιολική Γη, τη Γη του τόπου μου...



Σελίδα 309, τελευταία σελίδα, «σκύβω και φιλώ το μέτωπό σου, αδελφέ Ηλία Βενέζη, Τετάρτη 29 Φεβρουαρίου 2012», γράφει με δάκρυα στα μάτια ο αναγνώστης...  


    
Σελίδα 309, τελευταία σελίδα, «Ηλία Βενέζη σε ευχαριστώ, 8/11/2020», γράφει ο άλλος αναγνώστης, φίλος του πρώτου. Τον φαντάζομαι στο σαλόνι του σπιτιού του με δάκρυα στα μάτια κι αυτόν...

Δεν θα ήταν οι μόνοι οι δύο φίλοι... Χιλιάδες άνθρωποι, δύσκολα θα διέκριναν τις τελευταίες λέξεις, τις τελευταίες παραγράφους αυτού, του ενός από τα σπουδαιότερα έργα του τόπου μας, φτάνοντας στο τέλος της ανάγνωσής του. Μπορεί να μην τις διέκριναν καθαρά, αλλά σίγουροι  θα ήταν για τη συνέχεια, για το τι θα είχε κρυμμένο μέσα σε εκείνο το μαντήλι, πίσω από το ρούχο του ο παππούς. Αυτό το λίγο χώμα της Αιολικής Γης, της Γης του τόπου του. Δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικές αυτές οι τελευταίες γραμμές..

Όταν διάλεξα αυτό το βιβλίο από τη βιβλιοθήκη του πατέρα, μου είπε ότι αυτό το βιβλίο ίσως έχει την πιο όμορφη και μαγική πρώτη παράγραφο που έχει διαβάσει ποτέ! Μου τη διάβασε!

Όταν παραμέρισαν τα κύματα του Αιγαίου κι άρχισαν ν' αναδύονται απ' το βυθό τα βουνά της Λέσβου υγρά, στιλπνά και γαλήνια, τα κύματα είδαν ξαφνιασμένα το νησί, το νέο τους φίλο. Ήταν συνηθισμένα να ταξιδεύουν απ' τα μέρη του Κρητικού πελάγου και να σβήνουν στις ακρογιαλιές της Ανατολής, και ό,τι ξέρανε από στεριά ήταν σκληρά βουνά, κοφτοί θεόρατοι βράχοι, γη από κίτρινη πέτρα. Τούτο δω, με το νέο νησί, ήταν κάτι άλλο -ω, πόσο διαφορετικό! Γι' αυτό είπαν τα κύματα:

«Ας πάμε το μήνυμα στην πιο κοντινή γη, στη γη της Αιολίδας. Ας της πούμε για το νησί, τη νέα γη που έδεσε το φως με τη γαλήνη, για τη γραμμή και την κίνησή του που είναι τόσο ήρεμη σα να έχει μέσα της τη σιωπή, ας της πούμε για το θαύμα του Αιγαίου!» 

Ήρθαν τα κύματα και φέραν το μήνυμα του πελάγου στην αιολική ακτή. Ήρθαν κι άλλα κύματα, κι άλλα - όλα τα κύματα. όλα λέγαν για το παιχνίδι της γραμμής του νησιού, για το παιχνίδι της αρμονίας και της σιωπής.

Τ' άκουσαν την πρώτη μέρα τα σκληρά βουνά της Ανατολής και μείνανε αδιάφορα. Τ' άκουσαν και την άλλη, και πάλι δεν ταράχτηκαν. Όμως όταν το κακό παράγινε και κάθε στιγμή άλλο δεν ακούγανε παρά τη βουή του πελάγου για το θαύμα, τα βουνά παράτησαν την αταραξία τους και, περίεργα, σκύψανε πάνω απ' τα κύματα να δουν το νησί του Αιγαίου. Ζηλέψανε την αρμονία του και είπαν:

«Ας κάμουμε κ' εμείς έναν τόπο γαλήνης στη γη της Αιολίδας, που να 'ναι σαν το νησί!»

Παραμερίσανε τότε τα βουνά, τραβήχτηκαν στο βάθος, κι ο τόπος που άφησαν έγινε ο τόπος της Γαλήνης.

Τα βουνά κείνα της Ανατολής τα λένε Κιμιντένια.

Ήταν όντως! Και όταν αργότερα ξεκίνησα να διαβάζω την Αιολική Γη, η μία παράγραφος σαν κύμα ταξίδευε μετά την άλλη. Ένα θαύμα κρυβόταν κάθε φορά που, ενώ κολυμπούσες μέσα του, έφτανες στην κορυφή του κύματος και αντίκρυζες το επόμενο... Κι έτσι κύμα το κύμα έφτασα κι εγώ, όπως και χιλιάδες πριν από εμένα, αφού περιπλανηθήκαμε στα Κιμιντένια όρη και στις μαγικές και σκληρές τους ιστορίες στην τελευταία παράγραφο. Την πιο όμορφη, την πιο ανθρώπινη, την πιο συγκινητική τελευταία παράγραφο που έχω διαβάσει ποτέ...

Κι εκεί, μέσα από την αλμύρα των δακρύων, διέκρινα αχνά τη μοίρα των δύο αυτών λαών που ζουν αιώνες δίπλα δίπλα, τη μοίρα όλων των λαών αυτού του μαγικού πλανήτη, που ο άνθρωπος με άλφα μικρό και όχι δυστυχώς με άλφα κεφαλαίο, τον έκανε άσχημο, έκανε τον άνθρωπο φυγά, να κουβαλάει λίγο χώμα απ' τη γη τους. Για να φυτέψουν ένα βασιλικό [...] στο ξένο τόπο που πάνε. Για να θυμούνται.

Φίλη αναγνώστρια και φίλε αναγνώστη, παραμέρισε κι εσύ κύμα το κύμα και φτάσε εκεί που ο παππούς, η γιαγιά, τα παιδιά και τα εγγόνια ξεκινούν για μια καινούρια ζωή στο άγνωστο. Μια ζωή που πλούτισε τον τόπο μας με Ιστορία, γεύσεις, κουλτούρα, λογοτεχνία, μουσική, αγώνα. Ο πόνος τους, ίδιος πόνος με των επόμενων, που εκατό χρόνια μετά εξακολουθούν να μπαίνουν κι αυτοί στις βάρκες... 

Και φτάνοντας κι εσύ σε αυτή την τελευταία σελίδα της Αιολικής Γής, σίγουρα θα πάρεις το μολύβι σου και θα γράψεις: Ηλία Βενέζη, αδελφέ, σε ευχαριστώ... 

Ηλίας Βενέζης
Αιολική Γη
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ

[Με τα πλάγια γράμματα στο μέσο της ανάρτησης είναι απόσπασμα από το βιβλίο. Έχει μεταφερθεί στο μονοτονικό σύστημα διατηρώντας  παράλληλα την ορθογραφία του πρωτότυπου]

Διαβάστε ακόμα:







Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2021

Για άλλη μια φορά απολαυστικός ο κύριος Τσβάιχ!






Κι εκεί που νομίζεις ότι «ξεμπέρδεψες», δυστυχώς οριστικά, με τον Στέφαν Τσβάιχ, πέφτει στα χέρια σου κλεισμένο σ' ένα φάκελο αυτό το βιβλιαράκι! Ένα δώρο! Και βυθίζεσαι ανέλπιστα και πάλι στο σύμπαν του!

Νά 'μαστε πάλι αντιμέτωποι, Παρίσι! Να δυο χρόνια που δεν ιδωθήκαμε, παληέ μου φίλε. Να 'μαι στη διάθεσή σου όσο ποτέ, χασομέρης, αχόρταγος, να σε κυττάξω, να σ' ακούσω, ώσπου τα μάτια μου να θολώσουν κι η καρδιά μου να παραλύσει [...] Τις μέρες αυτές αισθάνομαι τον εαυτό μου διπλό, πολλαπλάσιο, τα όρια της ύπαρξής μου δεν επαρκούν στις ανάγκες μου, κάτι μέσα μου με παρακινεί, με εξαναγκάζει να ξεφύγω έξω από το δέρμα μου σαν χρυσσαλίδα έξω από το κουκούλι της. [...] Ό,τι αντικρύζουν τα μάτια μου παίρνει μια μυστηριώδη όψη [...] Μόνο τις στιγμές αυτές αισθάνομαι πως ζω πραγματικά νοιώθοντας τη φανταστική διαφορά της ζωής.

Αναζητά τη σύνδεση μ' έναν κόσμο έξω από το δικό του, ή που εμπεριέχεται σ' αυτόν, που θα ερεθίσει τις αισθήσεις του, θα διεγείρει την περιέργεια και τη φαντασία του και θα τον ωθήσει, έστω για λίγο, να γίνει μέρος αυτού για να μπορέσει να νιώσει τ' άγνωστα σημεία του εαυτού του. Όπως ένα παιδί, όλο περιέργεια, που θα σκαλίσει το χώμα, θα το μυρίσει, θα αισθανθεί την υγρασία του και θα ανακαλύψει τη ζωή που κρύβεται μέσα του, παρατηρώντας τις τρύπες που με δεξιοτεχνία έχουν ανοίξει τα μυρμήγκια, οι μέλισσες και τα σκουλήκια. Και χωρίς να το καταλάβει θα τρυπώσει κι αυτό πιο βαθιά στον εαυτό του για να ανακαλύψει ανεξερεύνητα μέρη της ψυχής του.

Οι δρόμοι του Παρισιού θα χαρίσουν στον άνθρωπο αυτό ό,τι ακριβώς ζητάει, μία μυστηριώδη ύπαρξη. Έναν pickpocket, έναν επαγγελματία κλέφτη.

Φυσικά αποφάσισα να μην χάσω την ευκαιρία και να μην αφήσω να μου ξεφύγει καμία λεπτομέρεια από την προετοιμασία και τις ίδιες τις πράξεις [...] Την ώρα αυτή μπορώ να την περιγράψω ώρες ολόκληρες [...] το επικίνδυνο εκείνο παιχνίδι ήταν σαγηνευτικό.

Παρατηρεί τις λεπτομέρειες των κινήσεών του, τις δεξιότητές του, την ψυχική του κατάσταση. Παρατηρούσε την πραγματική στιγμή της ζωής του, σ' ένα σύντομο δευτερόλεπτο, τόσο δύσκολα ασύλληπτο, όπως το δευτερόλεπτο της γέννησης. Ταυτίζεται μαζί του, γίνεται πνευματικός συνένοχος, θαυμάζει τη δεξιοτεχνία του, μπαίνει μέσα στην ψυχή του. Εύχεται για την επιτυχία του και του υποδεικνύει σιωπηλά το κατάλληλο θύμα. Φοβάται γι' αυτόν, ανησυχεί τη στιγμή που τον πλησιάζει ένας τρομερός αστυνομικός. 

Από το φόβο έτρεμαν τα πόδια μου, σα νάμουν εγώ αυτός που μπορούσαν να συλλάβουν. Ένοιωθα κιόλας το βαρύ χέρι του πόλισμαν ν' ακουμπάει πάνω στον ώμο του, στον ώμο μου.

Είναι συνεπαρμένος και ανυπόμονος, και γι' αυτό οι δισταγμοί και οι αναβολές του κλέφτη τον θυμώνουν.

Θάρρος, τράβα λοιπόν στα ίσα, φοβιτσιάρη! Πιο πολύ ψυχραιμία! Δοκίμασε λοιπόν σ' εκείνον εκεί! Εμπρός, αποφάσισε! 

Αναγνωρίζει την ανυπομονησία και την απειρία του σε σχέση με τον κλέφτη. 

Και να, φανερή η αιώνια διαφορά μεταξύ του πραγματικού καλλιτέχνη και του αρχάριου, του ερασιτέχνη: Ο καλλιτέχνης γνωρίζει από πείρα το αναπόφευκτο της αποτυχίας που προηγείται μοιραία πριν από μια επιτυχία που της αξίζει το όνομα αυτό [...] Όπως ένας ποιητής παραμερίζει αδιάφορα χίλιες ιδέες [...] πριν σταματήσει στην οριστική εικόνα.

Στο πρόσωπο του κλέφτη καθρεφτίζεται η δύναμη, η γνώση, η ισορροπία, η αυθεντικότητα. Του αποδίδει υπεράνθρωπα χαρακτηριστικά. Ακτινοβολεί η παντοδυναμία του και το θάρρος του. Απαιτεί απ' αυτόν να ανταποκριθεί στην εικόνα και το ρόλο του, όπως το απαιτεί υποσυνείδητα το παιδί από τον πατέρα-αυθεντία. Θα συγκρουστεί μαζί του βουβά όταν ο κλέφτης επιλέξει για θύμα του μία φτωχή μητέρα.

Ξαφνικά κάτι επαναστάτησε μέσα μου.  

Θα συνεχίσει όμως να τον παρακολουθεί. Μέχρι την στιγμή που οι δύο άντρες θα έρθουν τόσο κοντά που θα γίνει η απομυθοποίηση του ισχυρού.

Δεν ήταν η επαφή του χεριού, μα κάτι σα γρήγορο γλύστριμα φιδιού, σαν πέρασμα πνοής, τόσο ελαφρύ και τόσο σύντομο που ποτέ δεν θα το αισθανόμουν αν όλη η προσοχή μου δεν είχε συγκεντρωθεί στο σημείο εκείνο, στη θέση αυτή που κινδύνευε.

Το «παιδί» βρίσκει τη δύναμη να αντισταθεί στην αυθεντία. Υπερασπίζεται τον εαυτό του. Βρίσκει το θάρρος και αντιστέκεται στην παντοδυναμία του Άλλου, που τόσο θαύμασε, και η οποία στρέφεται πια στο ίδιο για να το υποτάξει και να το νικήσει.

Ξαφνικά συνέβη κάτι που δεν είχα προβλέψει. Το χέρι μου ξαφνικά σηκώθηκε και άρπαξε κάτω από το παλτό μου το χέρι του κλέφτη. Η ιδέα αυτή της κτηνώδους υπεράσπισης δεν είχε περάσει από το μυαλό μου. Ήταν μια απρόοπτη αντανάκλαση. [...] Ήταν τρομερό! Όχι, αυτό δεν το ήθελα!

Νιώθει ενοχές. Τώρα συγκρούεται με τον ίδιο του τον εαυτό. Με το χέρι του έχει απογυμνώσει το χέρι του κλέφτη. Του έχει πάρει τη δύναμή του. Δε νιώθει υπεροχή, αλλά περισσότερο φόβο. Τρομάζει με τη δύναμη του εαυτού του. Μια δύναμη που δε θα γίνει εκδίκηση, αλλά ευγνωμοσύνη.

Μα ενώ η θερμότητα που μούχε μεταδώσει μ' εγκατέλειπε, κάποια τύψη πλήγωσε τη συνείδηση μου: Δεν είχα το δικαίωμα να τον αφήσω να φύγει έτσι. Είχα καθήκον ν' αποζημιώσω τον άγνωστον εκείνον για τον τρόμο που του είχα προξενήσει. Του χρωστούσα κάποια αμοιβή επειδή μου έμαθε, χωρίς να το ξέρει ένα επάγγελμα που δεν τόξερα. Ήμουν οφειλέτης του.

[Τα αποσπάσματα του βιβλίου με πλάγια γράμματα μεταφέρθηκαν στο μονοτονικό σύστημα, διατηρώντας την ορθογραφία του πρωτότυπου]

[Το βιβλίο του Στέφαν Τσβάιχ « Ένα δύσκολο επάγγελμα» βρίσκεται στο διαδίκτυο σε μορφή pdf]


Διαβάστε ακόμα:




Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 2021

Οι αφιερώσεις στα βιβλία...



Στον Γ. Φ. Καλόγερο για τις όμορφες συζητήσεις μας και τις ιδέες του...

Στην αγαπημένη μου Ελένη, 8-5-1953. Με αγάπη στον ανηψιό μου Χρήστο,  Μάρτιος 1968. Στη μητέρα μου με αγάπη, 30 Δεκεμβρίου 1987.

Το να ξεφυλλίζεις βιβλία σε παλαιοβιβλιοπωλεία μπορεί, εκτός από αυτά τα μικρά διαμαντάκια που ανακαλύπτεις κατά καιρούς, να σου δημιουργήσει μεγάλες συγκινήσεις και να σε οδηγήσει σε σκέψεις όταν διαβάζεις τέτοιες αφιερώσεις. Φαντάζεσαι την περίσταση, τη στιγμή που ο παραλήπτης του δώρου έπαιρνε στα χέρια του το βιβλίο, άνοιγε την πρώτη σελίδα και διάβαζε τα λίγα αυτά λόγια. Να χαμογελά, να συγκινείται. Με αυτά τα μυθιστορήματα αποκοιμήθηκαν αγκαλιά ένα κρύο χειμωνιάτικο βράδυ, με αυτά τα διηγήματα γλύκαναν την καρδιά τους. Και να μελαγχολείς στην ιδέα ότι ο τρόπος που θα στοιβάχτηκε αυτό το βιβλίο μαζί με εκατοντάδες άλλα να μην ήταν και ο πιο κομψός απέναντι στη σημασία που μπορεί να είχε αυτό στα χέρια και την καρδιά ενός ανθρώπου κάποτε. Της αγαπημένης, του ανηψιού, της μητέρας,... Να μετράς τα χρόνια και να διαπιστώνεις ότι ο παραλήπτης αυτού του τόσο εκλεπτυσμένου δώρου μπορεί να μην είναι πια στη ζωή. Και οι δικοί του άνθρωποι να μην αγάπησαν τα βιβλία του, τη μεγάλη συλλογή που μπορεί να είχε και να την άφησαν δίπλα σε κάδους σκουπιδιών. Ή σε μια καλύτερη τύχη γι' αυτά, να φώναξαν έναν παλιατζή να τους αδειάσουν τη γωνιά, ή, σε μια ακόμα καλύτερη, να τα πούλησαν με το κιλό σ' έναν παλαιοβιβλιοπώλη... Κι αυτά πήραν το δρόμο μέσα σε καρότσες βρόμικων και γεμάτων υγρασία αποθηκών.  Ας κρατούσαν έστω τα βιβλία με τις αφιερώσεις... Γι' αυτό κι εμείς, οι αναγνώστες και οι αναγνώστριες, όταν πέφτει στα χέρια μας ένα τέτοιο βιβλίο να το παίρνουμε στα χέρια μας με σέβας. Με σέβας για την αγάπη και τη δοτικότητα που χαρίστηκε κάποτε αυτό το βιβλίο. Κι αφού το διαβάσουμε κι έρθει η ώρα να το τοποθετήσουμε στη βιβλιοθήκη μας, να ρίξουμε μια ακόμα ματιά στην πρώτη σελίδα της αφιέρωσης και να χαμογελάσουμε στην Ελένη, τον Χρήστο, τη μητέρα. Το βιβλίο τους είναι σε καλά χέρια. Να είναι ήσυχοι κι αυτοί που τους τα χάρισαν, κι ο αγαπημένος, κι ο θείος, κι ο γιος...

Παρασκευή, 1 Ιανουαρίου 2021

Οι κάρτες




Οι κάρτες! Τις είχα ξεχάσει! Οι ευχετήριες κάρτες κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο ή σε ένα έπιπλο του σαλονιού. Άλλη εποχή! Όχι τόσο μακρινή αλλά σίγουρα άλλη! Γέμιζε η σκάλα της πολυκατοικίας με χαρούμενες κάρτες! Ναι! Και σκέτες ταχυδρομούνταν! Ή σε φακέλους με πολλά γραμματόσημα! Όσο πιο μακρινός ο προορισμός, τόσο πιο πολλά αυτά! Τυπικές οι ευχές, δε λέω. «Καλή Χρονιά με υγεία, Καλά Χριστούγεννα, Καλές γιορτές». Κι από κάτω να αραδιάζονται ονόματα θείων, ξαδερφιών, νονών, φίλων και παιδιών... Αλλά ναι, σε εκείνον τον παλιό κόσμο, ακόμα και αυτές οι τυπικές ευχές περιείχαν μια κάποια διαδικασία πιο ανθρώπινη. Να θυμηθείς και να σκεφτείς σε ποιους θα στείλεις, να αγοράσεις τις κάρτες, να τις γράψεις, να τις κλείσεις σε φακέλους, να κολλήσεις τα γραμματόσημα και στο τέλος να τις ρίξεις στο ταχυδρομικό κουτί. Και η προσμονή να δεις αν σε θυμήθηκαν όλοι όσοι σου έστειλαν πέρσι. Να γεμίσει το σαλόνι κάρτες και να μην είναι οι ευχές μόνο στιγμιαία αναβοσβήματα οθόνης...