Η λίστα ιστολογίων μου

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία Κατοχή Αντίσταση ΔΣΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία Κατοχή Αντίσταση ΔΣΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2024

Α.Ρ.Δ. Ή ολογράφως: Αλήτες ρουφιάνοι δημοσιογράφοι! Ένα αρτικόλεξο από το μακρινό 1946...




Στους Αχιλλέα και Νίκο που σίγουρα δεν είναι ούτε αλήτες, ούτε ρουφιάνοι....

Κάπου στα μέσα της δεκαετίας του '90, αν θυμάμαι καλά, δόνησε στις αναρχικές πορείες τους δρόμους της μητρόπολης το σύνθημα αυτό! Αλήτες ρουφιάνοι δημοσιογράφοι! Είχαν βιώσει στο πετσί τους οι εμπνευστές αυτού του συνθήματος, οι Αναρχικοί, τη ρουφιανιά αυτού του ρυπαρού αιμοδότη κλάδου της εξουσίας. Και αργότερα το έπιασαν στο στόμα τους πολλά κομμάτια αυτής της κοινωνίας. Και δικαίως! 

Γυρίζοντας αρκετά χρόνια πίσω, ανακάλυψα ένα διήγημα από το μακρινό 1946, στο πιο προοδευτικό περιοδικό της εποχής, τα "Ελεύθερα Γράμματα", ένα διήγημα της μεγάλης Μυκωνιάτισσας, κομμουνίστριας και τεράστιας συγγραφέα Μέλπως Αξιώτη που κάλλιστα θα μπορούσε να έχει άλλο τίτλο από αυτόν που του έδωσε. Πενήντα χρόνια μετά ο ευγενικός τίτλος "Καταμερισμός δουλειάς" θα μπορούσε να είναι το παραπάνω σύνθημα! 


Καταμερισμός δουλειάς 

Μας ήρθε τις προάλλες απ' την Αμερική ένας δημοσιογράφος. Δουλειά τους είναι βέβαια των δημοσιογράφων να πηγαίνουν και να 'ρχονται. Δουλειά τους είναι επίσης να ταξιδεύουν με ειδική καθορισμένη αποστολή.

Ο αιώνας του ιμπεριαλισμού κατάντησε τον άνθρωπο "καταμερισμό δουλειάς", όπως τον λένε, αξιοθαύμαστο. [...] Πάντως, ο καταμερισμός αυτός έφερε αποτελέσματα. Εχιλλιοπολλαπλασίασε τους βιομηχανικούς ρυθμούς.

Λοιπόν, ο δημοσιογράφος απ' την Αμερική ήρθε με την ακόλουθη αποστολή: Να μπει στο αεροπλάνο, να βγει στο αεροδρόμιο και να φωτογραφίσει ένα ελληνικό καμένο χωριό. Να δει όλος ο κόσμος, να πεισθεί ότι οι σύμμαχοι είναι ενήμεροι ως όρος τα ελληνικά ρημάδια. 

Ήρθε λοιπόν ο Αμερικάνος στην Αθήνα, τον συνόδευε και κι Ελληνίδα διερμηνέας. Πάνε κάπου στην τύχη. Που να πας και να μην συναντήσεις ερείπια! Πάνε κατά κείθε, στο Βόλο. Και να το, το βρίσκουν το καμένο χωριό. Βγάζει τα εργαλεία του ο Αμερικάνος, το φωτογραφίζει, πάλι στο αεροπλάνο, να γυρίσει στη βάση του.

Μόνο ότι ήταν καλοκαίρι και, να πάρει η οργή, εδίψασε. Μπαίνουν με την κοπέλα σ' ένα σπιτάκι, πίνουν. Εκεί μέσα ένα χάος.

Ένας μπόγος κουρέλια χρώμα καφέ ανοιχτό, που λέγεται τσουβάλι, είναι πεταμένος στη γωνία. Ένα παιδάκι στην κούνια. Άλλος μπόγος κουρέλια, που βγαίνουν από κάτω του δύο κιτρινιάρικα ραβδιά, κουνιέται μόλις μ' ένα αργό Ρυθμό. Είναι το πιο μεγάλο παιδί που περπατεί. Παρόμοιοι μπόγοι τριγύρω πέντε έξι. Όσα ακριβώς και τα παιδιά.

Κατά τα άλλα, γύρω απόλυτη σιωπή. Νομίζεις ότι κοιμήθηκες και μεταφέρθηκε στον ύπνο σου στην αρχαία Πομπηΐα, την ώρα που την κεραυνωσε η λάβα του Βεζούβιου.

Κρεβάτι, κάθισμα, τραπέζι, κανένα όρθιο πράμα, που λέγεται έπιπλο μέσα στο σπίτι; Όχι. Τίποτα.[...]

Τσουκάλι στη φωτιά να βράζει, πόρτα να κλείνει μπροστά σου, σκέπη από πάνω σου να χωρίζει τον ουρανό με τ' άστρα απ' τη γη; Όχι, όχι, τίποτα. Πέτρες μόνο, και τρύπες, και κάτι σκουριάρες λαμαρίνες που τις χτυπά σαν ντέφι ο νοτιάς. Κατά τα άλλα, απόλυτη γύρω ερημιά. Δύο χρόνια ύστερα από τον πόλεμο.

"Πώς ζείτε;" λέει η Ελληνίδα διερμηνέας στη μάνα. "Δε σας μοιράζουν τίποτα;"

"Πώς", λέει. "Μας δίνει γάλα η Ούνρα. Μας το μοιράζουν ποτέ πότε".

Ανάμεσα απ' τις ξένες λέξεις, που ως τότε δεν τις καταλάβαινε, άκουσε μια γνωστή του ο Αμερικάνος. Κόβει τη σιωπή, ρωτά τη διερμηνέα, ακούει την εξήγηση, βγάζει το τεφτέρι του, και γράφει:

"Στο τάδε ελληνικό καμενο χωριό που ήρθα και φωτογράφισα, η  U.N.R μοιράζει γάλα".

"Δεν έχεις άντρα;" ρωτά η διερμηνέας.

"Έχω" λέει η μάνα.

"Δεν εργάζεται;"

"Λείπει".

"Που λείπει;"

"Στο βουνό".

"Τι κάνει εκεί;"

"Τον κυνηγάν. Ήταν στην Κατοχή αντάρτης".

Ο Αμερικάνος δεν ξανάκουσε καμία άλλη λέξη γνωριμή του. Δεν ξανάβγαλε το τεφτέρι του για να γράψει. Έπεσε πάλι σιωπή, γύρισε στην Αθήνα, μπήκε στο αεροπλάνο, κι έφυγε. Έφτασε στην Αμερική, άνοιξε τη βαλίτσα του, κι έβγαλε από μέσα το καμένο χωριό.

Και τώρα κάνετε γούστο που θα δημοσιευθεί με πάσα πολυτέλεια απ' την υπηρεσία του κι θα γράφει από κάτω:

"Στο τάδε ελληνικό χωριό, που φωτογράφισε επί τόπου ο ειδικός απεσταλμένος μας, η U.N.R μοιράζει γάλα.

Αλλά, στη βιομηχανία τουλάχιστον, τα σκόρπια μηχανήματα του καταμερισμού εργασίας στο τέλος συναρμολογούνται και φτιάχνουν ένα ακέραιο μηχάνημα. Στην κοινωνία όμως δε φαίνεται να είναι τόσο απαραίτητο. 

Όλοι εκείνοι οι μπόγοι σ' εκείνο το χωριό,που ήταν κάποτε παιδιά και τώρα, μέσα στα τσουβάλια, μόλις που αναπνέουν... Όλο εκείνο το χάος! Που πονούν όλοι αυτοί; Ποιος τους κατάντησε έτσι; Που είναι οι πατεράδες; Αυτά, καθώς φαίνεται, είναι άλλη υπόθεση. 
Έδω, κύριοι, βλέπετε μια τελευταίας παραγωγής "λάικα" φωτογραφία, κι έτσι η Αμερική και η Ευρώπη έχει μπροστά της όλη τη "σημερινή ελληνική πραγματικότητα". 

Έτσι γράφεται συχνά, και κάνει το γύρο του κόσμου, η αδιάψευστη, η αντικειμενική, η αδέκαστη, πλην όμως κατακρεουργημένη απ' τον πνευματικό, σκόπιμο "καταμερισμό", διεθνής Ιστορία.



Το διήγημα "Καταμερισμός εργασίας" βρίσκεται στο βιβλίο της Μέλπως Αξιώτη "Καλημέρα σύντροφοι" που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ. Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο προοδευτικό εξαιρετικό περιοδικό "Ελεύθερα Γράμματα", τεύχος 49, 15 Αυγούστου 1946 να


Διαβάστε ακόμα:




Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2024

Λογοτεχνικές λεπτομέρειες #2 : Για τους λάτρεις του Κώστα Βάρναλη...




Είναι αυτές οι μικρές λογοτεχνικές χαρές που ενώ για άλλους είναι ανεξήγητες σε εμάς δημιουργούν μια εσωτερική ευφορία κι ένα χαμόγελο για αυτή την ανακάλυψη στο χώρο των γραμμάτων..., έγραφα στις προηγούμενες λογοτεχνικές λεπτομέρειες για τον Ηλία Βενέζη (ανάρτηση που μπορείτε να διαβάσετε εδώ: Λογοτεχνικές λεπτομέρειες #1: Για τους λάτρεις της "Αιολικής Γης" και του Ηλία Βενέζη...). Αυτή τη φορά, τα "φύλλα" για άλλη μια φορά ασχολούνται με τον μεγάλο Κώστα Βάρναλη και με χαρά παρουσιάζουν το πώς χρωστάμε το φαινόμενο αυτό, τον Γίγαντα αυτόν των Νέων Ελληνικών Γραμμάτων, τον ποιητή, συγγραφέα, χρονικογράφο, ερευνητή, αγωνιστή στον μεγαλύτερο του αδερφό! Γιατί αν δεν ήταν αυτός και η πείνα του μικρού Κώστα όλος αυτός ο θησαυρός του έργου του δεν θα υπήρχε και δεν θα είχε διαμορφώσει γενιές και γενιές! 


Πώς δεν ήθελα να σπουδάσω 

Στα 1898 τελείωσα το σκολειό - την έβδομη τάξη. Όσο έφτανε η άνοιξη και το καλοκαίρι, τόσο η ανυπομονησία μου μεγάλωνε πότε θα φτάσει η βλογημένη  εκείνη ώρα πού θ' "ανακτήσω" την ελευθερία μου• δε θα έχω να διαβάζω, δε θα φοβάμαι τους δασκάλους, δε θα με δέρνει πια ο αδερφός μου... θα μάθω μια τέχνη να γίνω "άντρας", όπως τόσα παιδιά, που τελειώσανε το σκολειό τα περασμένα χρόνια. Ήλιος, θάλασσα, δέντρα και βουνά θα είναι από 'δω και μπρος το δικό μου βασίλειο, όπως είναι και των πουλιών.

Καμία πιθανότητα δεν υπήρχε να πάω σε γυμνάσιο. Λέγανε [...] πώς πρέπει να σπουδάσω, γιατί "παίρνω τα γράμματα". Μα λεφτά δεν υπήρχανε. Μας είχε καταχρεώσει ο δεύτερος αδερφός μου, που σπουδαζε. [...]. Εγώ που άκουγα αυτές τις κουβέντες, αισθανόμουνα μεγάλη ευγνωμοσύνη για τη φτώχεια μας, γιατί αυτή θα με έσωζε από το να συνεχίσω τη ζωή της σκλαβιάς και του τρόμου. 

Όμως τα πράγματα δεν ήρθαμε όπως τα περίμενα.  Άμα τελείωσα το σκολειό, έπεσα με τα μούτρα στα παιχνίδια κι όλη την ημέρα την περνούσα τσίτσιδος στη θάλασσα μαζί με την παρέα μου. Χαιρόμουνα την "ελευθερία" μου με όλο μου το είναι και τρόπος δεν υπήρχε να συμμαζευτώ.

Μια μέρα ο αδερφός μου με παίρνει κατά μέρος και μου λέγει:
- Ν' αφήσεις τα παιχνίδια και τη θάλασσα... Να καθήσεις να διαβάζεις, γιατί θα σε στείλουμε στα "Ζαρίφεια Διδασκαλεία" της Φιλιπούπολης.

Κεραυνός!

- Και με τι χρήματα μουρμούρισα;

- Θα δώσεις εξετάσεις για υπότροφος. [...]

- Δεν πάω, λέγω του αδερφού μου αποφασιστικά. Δεν θέλω γράμματα. Θέλω να μάθω τέχνη.

Απ' όλες τις τέχνες προτιμούσα τη ραφτική. Ήταν ένα ραφτάδικο στη γειτονιά μας. Έβλεπα τους καλφάδες από το παράθυρο να κάθονται το ένα πόδι πάνω στο άλλο, να ράβουνε με τις μακριές τους βελόνες, να πίνουμε καφέ, να καπνίζουν και να λένε αστεία! Μου φαινότανε τέχνη καθαρή και φανταζόμουνα, πως γρήγορα θα τη μάθω και θα γίνω κι αφεντικό. Και θα λέω αστεία!

-  Ο αδερφός μου κόρωσε.

-  Θα πας μου λέγει, ή θα σε σπάσω στο ξύλο. 

- Προτιμω να πνιγώ στη θάλασσα, παρά να πάω ν' αποτύχω στις εξετάσεις και να ρεζιλευτώ [...]

Έτσι αντιστάθηκα με πείσμα κάμποσες μέρες στον αδερφό μου. Επειδή όμως επίμενε και γινότανε κάθε φορά αγριότερος, έλαβα τη μεγάλη απόφαση να φύγω από το σπίτι. 

Ήτανε, θυμάμαι μεσημέρι κι η μητέρα μου τηγάνιζε στο πλυσταριό κεφτέδες. Πήρα ένα μεγάλο κομμάτι ψωμί, πήγα δίπλα της και της ζήτησα έναν κεφτέ. Μου έδωσε.

Μ' αυτό το εφόδιο όλο όλο στο χέρι ξεπόρτισα και πήγα ν' αντικρύσω για πάντα τη ζωή και τους κινδύνους του φοβερού "Αγνώστου". Για πρώτο σταθμό της ηρωικής μου πορείας είχα επιλέξει μια λουτρόπολη, τα Λίτζια [...] Είχα πάει ως τώρα δυο-τρεις φορές στα Λίτζια κι ήξερα το δρόμο [...]. Ήμουνα δεκατεσσάρω χρονών. [...]

Και να τώρα μια καινούρια περιπέτεια. Εκεί που έπινα νερό από τη βρύση με το μπακιρένιο τασάκι, που ήτανε κρεμασμένο από το μοσλούκι με μια αλυσίδα, έρχεται ο Κακαγιάννης και μου λέει: 

-Ελα μωρέ, σε θέλει η νύφη σου [...]  που τήνε λέγανε Ντανίτσα.

Άμα την αντίκρυσα στην κάμαρα της στο ξενοδοχείο, ένιωσα μια τρεμούλα σ' όλο μου το κορμί. Ήταν ο φόβος, που με "ανακάλυψε", πως ήμουνα σκαστός [...]

Γιατί η Ντανίτσα κατάλαβε με τις πρώτες κουβέντες, πως η παρουσία μου εκεί χωρίς κανένα δικό μας μαζί μου ήτανε πολύ... ανώμαλη.

Γελαστή με ρώτησε:

- Τι κάνει ο Παναγιώτης; (ο μεγάλος μου αδερφός, ο "εχθρός" μου!)

- Καλά, απάντησα μασημένα. 

-Πεινάς; μου λέγει.

Είχα πείνα διαβολεμένη, να κατέβασα τα μάτια και δεν είπα τίποτα. 

Έδωσε αμέσως διαταγή στον Κακαγιάννη να μου φέρει ένα πιάτο φαγί [...]

- Που θα κοιμηθείς απόψε; 

- Στου Στέφανου το γιαπί.

- Να έρθεις να κοιμηθείς εδώ.

-Ένιωθα να μου κόβονται τα γόνατα.

- Θα έρθω, απάντησα δειλά. 

Ύστερα μου έδωσε μισό φράγκο για ν' αγοράσω σαν παιδί, ό,τι θα μου τραβούσε την όρεξη από το παζάρι, μου χάιδεψε τα μαλλιά κι έφυγα χωρίς να κοιτάξω πίσω.

Ως το βράδυ η καρδιά μου χτυπούσε. Να πάω; Να μην πάω; 

Προτίμησα να κοιμηθώ με τον Στέφανο στο γιαπί [...]

Την άλλη μέρα ο πατέρας του Στέφανου, που μυρίστηκε, πως ήμουνα, όπως ο Ομάρ ο άγιος φιλόσοφος Εμπεδοκλής "θεόθεν φυγάς τε και αλήτης" με φόρτωσε σε μια ταλίγκα (κάρο με τέσσερις ρόδες) και μ' έστειλε πίσω στον Πύργο (Μπουργάς της σημερινής Βουλγαρίας), κι έδωσε εντολή στον καροτσέρη και το βοηθό του να με παραδώσουνε στο σπίτι. 

Έτσι άδοξα και τόσο γρήγορα θα τελείωνε η πορεία μου προς το Άγνωστο! [...]

Λογάριαζα το ξύλο που θα έτρωγα από τον αδερφό μου, άμα έπεφτα στα χέρια του. Αυτός ο φόβος μ' έκανε όταν μπήκαμε στον Πύργο κι οδεύαμε για το σπίτι μου, να πηδήσω από την ταλίγκα και να εξαφανιστώ μέσα σε κάτι στενοσόκακα. 

Πήγα ευθύς στα γνωστά μου στέκια να συναντήσω τους φίλους μου που παίζανε. Αυτοί μου φέρανε ψωμί να φάγω [...]. Άμα όμως βράδιασε κι οι φίλοι μου πήγανε στα σπίτια τους, τότε μονάχα άρχισα ν' αντιμετωπίζω το πρόβλημα του που θα κοιμόμουνα απόψε.

Αν πήγαινα σε καμίας θείας μου ή στο σπίτι κανενός φίλου μου, θα ειδοποιούσανε αμέσως τους δικούς μου και θα με πιάνανε στη φάκα. Και τότες αλίμονό μου. 

Το ένα καλό φέρνει πολλά άλλα. Αποφάσισα κι εγώ να εμπιστευτώ το ζήτημά μου στην τύχη. [...]

Άυπνος, πεινασμένος, νικημένος από τη "μεγάλη ηρωική ζωή" αποφάσισα να πάω σπίτι μου να παραδωθώ κι ας γίνει ό,τι θέλει. Μα δεν έπρεπε να παραδωθώ χωρίς συνθηκολόγηση.

Πήγα λοιπόν και έστησα καρτέρι στη γωνία του δρόμου μας. Παραμόνευα από 'κεί, αν θα βγει καμιά αδερφή μου στην πόρτα μας. Δεν περίμενα και πολύ. Οι δύο μου αδερφάδες φανήκανε στην πόρτα και με είδανε. Αρχίσανε τις φωνές και μου φωνάζανε: 

- Έλα να φας!

- Δεν έρχομαι! (Έκανα το ζόρικο!)

- Έλα! Δε θα σε δείρουμε.

Μονάχα σα βγήκε η μητέρα μου και μου υποσχέθηκε πως δε θα με δείρουνε, πήγα σπίτι κι έφαγα.

Παραξενεύτηκα, πως όλοι τους ήτανε περισσότερο ευχαριστημένοι από εμένα. Γιατί είχανε πιστέψει, πως έπεσα στη θάλασσα και πνίγηκαν για να δώσω τέλος στα βάσανά μου. Είχανε πάρει τοις μετρητοίς τη φράση που είπα του αδερφού μου, πως προτιμώ να πνιγώ στη θάλασσα παρά να πάω στο γυμνάσιο. Κι ο αδερφός μου, ο μπάρμπας μου ο Γιαννιός κι ο  ξάδερφός μου ο Λεωνίδας όλη νύχτα γυρίζαμε στην παραλία του Πύργου με φανάρια για να βρούνε το πτώμα μου.

Πήγα λοιπόν στη Φιλιππούπολη, να δώσω εξετάσεις χωρίς ν' ανοίξω βιβλίο  [...].

Έδωσα εξετάσεις. Και ανάμεσα σε πλήθος παιδιά μελετημένα και προετοιμασμένα για το διαγωνισμό, εγώ ο απαρασκεύαστος ήρθα πρώτος. [...] Η ελπίδα μου ν' αποτύχω και να γυρίσω πάλι στον σπίτι μου, δεν ήταν ορισμένο από τη Μοίρα να πραγματοποιηθεί. [...]


Το απόσπασμα του κειμένου είναι από το βιβλίο, Κώστας Βάρναλης: ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΑ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΕΔΡΟΣ. 



Κυριακή 20 Αυγούστου 2023

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΤΗ ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΓΡΑΜΜΟΥ





Στις νέες αυτές γυναίκες, στα κορίτσια αυτά της αγροτιάς, στις υπέροχες αυτές μαχήτριες του ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ ΕΛΛΑΔΑΣ. Αθάνατες!

Η κορωνίδα, το αποκορύφωμα, το ανώτερο σημείο όπου θα έβαζε τέλος στα όνειρα του μεγαλύτερου μέρους του λαού για κοινωνική δικαιοσύνη δεν πέτυχε. Η επιχείρηση "ΚΟΡΩΝΙΣ", έτσι όπως ονομάστηκε από τον μοναρχοφασιστικό στρατό, με επικεφαλείς Αμερικανούς ανώτατους στρατιωτικούς, θα τελείωνε σε τρεις με τέσσερις εβδομάδες το πολύ. Η τάξη θα επανερχόταν. Το μεγάλο φαγοπότι της ελληνικής αστικής τάξης και των συνεργατών των Γερμανών δεν θα κινδύνευε από τους "κατσαπλιάδες". Έτσι ονόμαζαν τον οργανωμένο (με υπεράνθρωπες προσπάθειες στα μέτρα του δυνατού) Λαϊκό Στρατό. Κι έτσι θα τελείωνε την ανώτερη μορφή ταξικού πολέμου στον τόπο μας. Οι είκοσι μέρες έγιναν όμως εβδομήντα. Δεν υπολόγιζαν όμως ότι, δίχως τανκς, αεροπλάνα, μόνο μ' όλμους πολυβόλα και ψυχή σαν του Λαϊκού Στρατού, οι αντάρτισσες και οι αντάρτες θα τους ξεφτίλιζαν. Ο ελιγμός από τον Γράμμο στο Βίτσι σε μια νύχτα, σαν τη σημερινή εβδομήντα πέντε χρόνια πριν (20 προς 21 Αυγούστου 1948) τους έφερε παραζάλη. Τα "φύλλα" όμως εδώ θα σταθούν σ' ένα άλλο ζήτημα. Σε αυτό της συμβολής της γυναίκας στη μάχη του Γράμμου. Που είναι και γενικότερο όσον αφορά τη συμμετοχή της και τη "μάχη" της ισότητας σε μια τόσο μακρινή εποχή! Με χαρά και περηφάνια παρουσιάζουν ένα μικρό μόνο μέρος του κειμένου (της ή του)  Ρ.Ζ. από το περιοδικό Δημοκρατικός Στρατός (τεύχος 9, Σεπτέμβριος 1948) που εκδιδόταν από τον Ιανουάριο του 1948 έως τον Σεπτέμβριο του 1949.


Εβδομήντα μέρες ο Λαϊκός Στρατός μας από Σμόλικα και Γράμμο κουρέλιασε τ' αμερικανικά και μοναρχοφασιστικά σχέδια για εξόντωση του.  [...]

Σ' αυτήν τη μεγάλη λαϊκή εποποιία που γράφτηκε με αγώνα και θυσίες σε τούτες τις βουνοκορφές, σ' αυτό το λαϊκό θαύμα του Γράμμου, αληθινά θαυματούργησε και η γυναίκα. Στη μεγάλη αυτή μάχη που έδωσε και δίνει η πατρίδα μεγάλωσε πολύ η συμβολή και η απόδοσή της. Δείχτηκαν οι αντάρτισσες μας μια σοβαρή δύναμη του Δ.Σ. Δεν είναι υπερβολή να πει κανείς πως το χαρακτηριστικότερο, το πιο βαθειά συγκινητικό σ' αυτό λαϊκό μεγαλείο του Γράμμου είναι ο μαζικός ηρωισμός, η αυτοθυσία, η υπεράνθρωπη προσπάθεια της γυναίκας, τέτοια που δεν έχει ξαναδεί η ιστορία μας.

Εδώ πάλεψαν και νίκησαν• το φόβο, την κούραση, την αρρώστια, τον ύπνο και τον πόνο. Εδώ στάθηκαν πλάι στ' αδέρφια τους αξίες πολεμίστρες του λαϊκού επαναστατικού μας στρατού κι έδωσαν θανατερά χτυπήματα στον εχθρό.  [...]

Με την παληκάρια και τον ενθουσιασμό τους έγιναν οι μαχητριες η ψυχή στα τμήματά τους. Λοχαγοί της 108 ταξιαρχίας έλεγαν "εγώ είμαι που στην αρχή δίσταζα και δεν ήθελα νάχω στο λόχο μου κοπέλες, μα τώρα αν δεν εξασφαλίσω αντάρτισσες στις ομάδες μου δεν ξεκινώ στη μάχη, γιατί σαν μπουν μπροστά με τον ενθουσιασμό τους ξεσηκώνουν ακόμα πιο πολύ τη μαχητικότητα και το φιλότιμο όλων των μαχητών".

Είναι ατελείωτα τα παραδείγματα ηρωισμού και μαχητικότητας που φθάνουν απ' όλα τα τμήματα και τις μονάδες.

Η Βουλίκα Πίτσα από ένα ύψωμα πολέμησε μόνη της πέντε ώρες και υποχώρησε κανονικά, αφού ξόδεψε όλες τις ταινίες και πέντε χειροβομβίδες, κουβαλώντας στην πλάτη τον βαριά τραυματισμένο διμοιρήτη της. Πήρε έπαινο από το Γ.Α. (ΓΕΝΙΚΟ ΑΡΧΗΓΕΙΟ)

Η δεκαοχτάχρονη Πέπη, το παλληκάρι όπως τη φωνάζουν όλοι, έγινε σύμβολο στον Κλέφτη. Μ' ανοιχτά ακόμα τα τραύματα της τόσκασε από το νοσοκομείο και ξαναγύρισε στη μάχη, ζήτησε να πάει ελεύθερος σκοπευτής. Κάθε τμήμα έχει τις δικές του ηρωίδες, μαχήτριες, ολμίστριες, πολυβολίστριες, συνδέσμους, σαμποτέρισσες, σ' όλα τα όπλα. Κάθε τμήμα έχει τη δικιά του ηρωίδα που σκοτώθηκε πολεμώντας παλληκαρίσια τον εχθρό κι έδωσε το αίμα της θεμέλιο για τη λευτεριά της πατριδας.είναι δεκάδες τα γυναικεία στελέχη που έπεσαν ηρωικά στις μάχες αυτές, είναι εκατοντάδες οι τραυματισμένες μας συντρόφισσες που καίγονται απ' τη λαχτάρα να ξαναγυρίσουν γρήγορα στα τμήματα.

Στις βουνοκορφές του Γράμμου πολέμησαν οι Μακεδόνισσες, οι Ρουμελιώτισσες, οι Θεσσαλές με το ίδιο πείσμα κι αφοσίωση πολέμησαν αδελφωμένες με τις σλαβομακεδόνισσες που δόθηκαν μαζικά κι ολόψυχα στον αγώνα, κι όλες μαζί με την παλληκάρια τους αποδείξανε πόσο μεγάλη δύναμη για τον αγώνα μας έγινε η γυναίκα. 

Πλάι στις μαχήτριες το ίδιο ηρωικά εκτελούν το χρεος τους σ' όλες τις άλλες υπηρεσίες του στρατού οι αντάρτισσες μας

Η τηλεφωνήτρια Θωμαΐ Κυφοπούλου σύρθηκε μέσα στον κατακλυσμό του εχθρικού πυροβολικού και κουκουλωμενη από τα χώματα που σήκωναν οι εκρήξεις ένωσε το κομμένο καλώδιο

Η νοσοκόμα Σουλτάνα Ροδοπούλου του 547 τάγματος μέσα στον καπνό και το χαλάζι απ'  τις σφαίρες αρπάζει τους τραυματίες και τους μεταφέρει στην πλάτη της.

Παντού στους λόχους οχύρωσης, στα νοσοκομεία, στις μεταφορές στα συνεργεία δουλεύουν υπερεντατικά [...] Και δεν είναι μόνο οι αντάρτισσες. Όλες οι γυναίκες των χωριών πρωτοστατούν στον παλλαϊκό συναγερμό από το κοριτσάκι ως τη γριά, μέσα στη φωτιά και το σίδερο. Μεταφέρνουν τους τραυματίες μας, σκάβουν τα χαρακώματα, ρίχνονται στη μάχη της σοδειάς, προσφέρουν την περιουσία τους στο στρατό, στα παιδιά τους. [...]

Αυτός ο πρωτοείδωτος ηρωισμός έχει την εξήγησή του.

Βασανίστηκε σκληρά απ' το φασισμό η γυναίκα, καταδιώχτηκε, βιάστηκε, έδωσε αίμα, πόνεσε διπλά, γι' αυτήν και για τους δικούς της, τον μίσησε μ' όλη δύναμη της ψυχής της και τον πολέμησε. [...]

Μα ακόμα ο ηρωισμός της δυναμώνει γιατί είδε μέσα στη φωτιά του αγώνα να σπάζουν οι παληές αλυσίδες που την εσένα, ν' αποχτάει ισότιμη θέση, ν' αναγνωρίζονται τα δικαιώματά της, να της ανοίγεται ο δρόμος στη ζωή. Πολεμάει μ' όλες τις δυνάμεις, με τέτοια αυτοθυσία και φανατισμό, γιατί βλέπει πως από τώρα μπήκε η βάση της αυριανής ευτυχισμένης ζωης. 

Βλέπει τις χθεσινές χωριατοπούλες σαν τη διμοιρίτισσα Βούλα Τσολάκη άξια να οδηγάει τους άντρες της στις δύσκολες αποστολές και νάρχεται πρώτη στην πολεμική άμιλλα [...]

Βλέπει τη μοδιστρούλα Ελευθερία Ιωαννίδου να γίνεται άξιος ηγέτης, πολιτικός επίτροπος τάγματος, το παράδειγμα και το καμάρι των μαχητών.

Αυτή που δίσταζε να περάσει μπροστά απ' το καφενείο του χωριού και κανείς δε ζητούσε τη γνώμη της, τώρα ορμάει μπροστά με το πολυβόλο, διαφωτίζει χιλιάδες με τον τηλεβόα της κι αιχμαλωτίζει άντρες του εχθρού.

Έμαθε να κυβερνάει στο χωριό της, να γίνεται ηγέτης του λαού σαν τη Λαμπρινή του επαρχιακού Κόνιτσας. Αυτή η καινούρια θέση που καταχτάει η γυναίκα με την πάλη της και της την αναγνωρίζει το λαϊκό κράτος κι οι συναγωνιστές της είναι μια αστείρευτη πηγή του ηρωισμού της. [...]

Με τη μεγάλη της συμβολή στο Γράμμου η γυναίκα ξερίζωσε σε μεγαλύτερο ακόμα βαθμό την υποτίμηση από τον εαυτό της και από τους συναγωνιστές της. Οι περισσότεροι διοικητές και μαχητές μιλούν με θαυμασμό και συγκίνηση για τις μαχήτριες μας και στηρίζονται σ' αυτές. Οι ίδιες απόχτησαν αυτοπεποίθηση και συνείδηση της δύναμής τους.[...]

Έγινε καλή δουλειά, στελέχη και μαχήτριες έδειξαν πως κατάλαβαν ότι σήμερα εδώ στον πόλεμο είναι η θέση τους, άξια πολεμούν και πραγματοποιούν το πανεθνικό σύνθημα "Όλοι στ' άρματα! Όλοι για τη νίκη!"

Ρ.Ζ.


[Διατηρήθηκε η ορθογραφία του πρωτότυπου]









Δευτέρα 24 Ιουλίου 2023

Το Ημερολόγιο του Γιάννη Αλεξάνδρου (Διαμαντής)




"Μας ξεφτιλισε ζωντανός. Να μη μας ξεφτιλισει και νεκρός".


Στον Διαμαντή

Έσερνες πρώτος το χορό,
πολέμαρχος στα ρουμελιώτικα τ' αλώνια...
Παίζαν νταούλια κλέφτικα το κάλεσμα το βροντερό
κι οι μάνες σε τραγούδαγαν πλάι στα παραγώνια.

Ένα τραγούδι λάμνοντας με πορφυρό κουπί
έρχεται εκεί που σ' έριξε της μπαμπεσιας το βόλι.
Μέσα του ταξιδεύουνε όλου του κόσμου οι σκοποί 
και σ' έχει πάντα η λευτεριά σίγουρο αραξοβόλι

Με περηφάνια σε κοιτάει ο Γέρος του Μοριά
που 'ρθε καβάλα στ' άτι του για να σε πάρει.
Σύντροφο σ' έχει μπιστικό η παλιά μας κλεφτουριά
κι όλης της γης οι δοξασμένοι κομμουνάροι.

Τώρα της επανάστασης σειώντας τον κεραυνό, 
πάλι καβάλα στέκεσαι στου τραγουδιού τη ράχη,
το σάλπισμά σου στέλνοντας  μέχρι τον ουρανό,
κινάει η Μεραρχία σου για τη μεγάλη μάχη.

Γιώργης Δερβένης





Με τις πρώτες νότες του κλαρίνου ήταν σαν να ξεχύθηκε από το φύσημά του ένα αεράκι που κατέβαινε κατευθείαν από τη Ρούμελη... Στην πραγματικότητα ήταν ένα δροσερό βορεινό αεράκι απο την Πάρνηθα, που κι αυτή Ρούμελη είναι. Η κιθάρα, το λαούτο κι η φωνή το συνόδευαν. Η ορχήστρα στα μάτια μου φορούσε το δίκοχο του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, με το Δ σε κύκλο. Φαντάστηκα τον Καπετάν Διαμαντή να σέρνει τον χορό πριν τη μάχη. Μαζί του οι θαρραλέες κι ανυπόκτακτες  αντάρτισσες, αυτά τα υπέροχα κοριτσόπουλα του λαού, και τα παλικάρια του να ακολουθούν στο χορό. Πολεμάμε και τραγουδάμε! Σ' εκείνη την ταράτσα, στον έβδομο όροφο ενός άχαρου κτιρίου στο κέντρο της Αθήνας, πριν από λίγο είχε ολοκληρωθεί η παρουσίαση της δεύτερης έκδοσης του βιβλίου "Το Ημερολόγιο Γιάννη Αλεξάνδρου (Διαμαντής) - Σελιδες από τον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας.

Νωρίτερα, οι διαφωτιστικές ομιλίες για τη δημιουργία του βιβλίου αυτού, για τις πρωτογενείς πηγές που με πολύ κόπο και ατελείωτη μελέτη μαζεύτηκαν, οι πληροφορίες από διάφορα περιστατικά των δύσκολων εκείνη ημερών, για τη βρομιά της εξουσίας, η κατάδειξη των αναθεωρητών της Ιστορίας, που κάποιοι από αυτούς συνταυτίζονται και με τη σύγχρονη "ριζοσπαστική" αριστερά, συνοψίζονται σε μια και μόνο φράση ενός από τους συμμετέχοντες για όλη αυτή τη δουλειά: "Συγχαρητήρια!". Κάτι που ασπάζονται ολόψυχα και τα "φύλλα"! Τέτοιες εκδηλώσεις και τέτοιες εκδόσεις και γενικότερα η μελέτη αυτών των ιστορικών συνθηκών του τόπου μας, μας κάνει να μπορούμε να εξάγουμε γόνιμα συμπεράσματα για το σήμερα...

Καπετάνιος του 34ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ και έπειτα διοικητής της ΙΙης Μεραρχίας του ΔΣΕ, σπλάχνο από τα σπλάχνα του επαναστατικού κινήματος και του ελληνικού λαού. Ένας άνθρωπος που αφοσιώθηκε και στρατεύτηκε στη λαϊκή υπόθεση, δίνοντας τη ζωή του γι' αυτήν. Και γι' αυτό η αστική τάξη τον κυνήγησε με λύσσα, όπως και τους χιλιάδες μαχητές και μαχήτριες του ΔΣΕ. Τους εξόντωσε, τους χλεύασε, τους αποκεφάλισε, τους κρέμασε, τους εκτέλεσε, τους έθαψε σε μπουντρούμια, τους βασάνισε, τους αφαίρεσε τις ιθαγένειες, τους εξόρισε, τους λεηλάτησε το βιός, τους διέσυρε, τους διαπόμπευσε. Επειδή με το όπλο στο χέρι, αμφισβήτησαν την εξουσία της και πάλεψαν για εθνική ανεξαρτησία και σοσιαλισμό. 

Ο Καπεταν-Διαμαντής αγαπήθηκε όσο λίγοι απ' τους συμμαχητές/-τριες και τους συντρόφους/-ισσες του. Μέσα από τις μαρτυρίες συναγωνιστών του, συντίθεται το πορτρέτο ενός απλού ανθρώπου, ταπεινού, μα με πίστη ακλόνητη, που έσκυβε πάνω απ' τον κάθε μαχητή και την κάθε μαχήτρια, έτοιμος να δώσει ότι είχε και δεν είχε. Πρώτος στη μάχη και στις κακουχίες, "τεχνίτης του πολέμου", ένας άνθρωπος που ενσάρκωσε όλες τις υψηλές αρετές ενός κομμουνιστή. Και έτσι τον μελετούμε και σήμερα. Όχι ως κάτι υπεράνθρωπο, αλλά ως έναν κομμουνιστή που σφυρηλατήθηκε στη φωτιά και το σίδερο.

Μέσα από τις σελίδες του Ημερολογίου του δίνεται μια ξεκάθαρη εικόνα των δύσκολο και των κακουχιών πουανεκυουαν διαρκώς γι' αυτόν και τους/τις συμμαχητές/-τριες του στην άνιση πάλη που έδωσε ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας. 

(από την εισαγωγή της β' έκδοσης)

Τι να σας πω εγώ για τον Διαμαντή, που όταν ακούω το όνομα Διαμαντής με πιάνει η ψυχή μου. Πολέμησα μαζί του και στον ΕΛΑΣ και στον ΔΣΕ. Σε όλες τις μάζες ήταν πρώτος, ορμητικός, λιονταρίσιος. Είχε στρατηγικές ικανότητες. Ήξερε που και πως έπρεπε να δώσει τη μάχη. Το μυαλό του ήταν ξουράφι. Ήταν άριστος επιτελικός γι' αυτό κέρδιζε τις μάζες, αν και πολεμούσε πάντοτε με μεγαλύτερες δυνάμεις του αντιπάλου. Ύστερα από τη μάχη συγκέντρωνε τους μαχητές, απλούς και αξιωματούχους, και γινόταν κριτική. Στη κριτική του ήτανε σκληρός στον εαυτό του, αλλά επιεικής σε όλους εμάς. Ο Διαμαντής ήταν αθόρυβος, καλοσυνάτος, μ' έναν σπάνιο χαρακτήρα. 

Γκούρας - Θανάσης Δρούκαλης, Ταγματάρχης ΔΣΕ

Λέγομαι Νικος Καραμπέτσος, κατάγομαι από το Λευκαδίτι Φωκίδας. Στα χρόνια της Κατοχής ήμουνα τσοπανόπουλο. Στα 17 μου χρόνια προσχώρησα στον ΕΛΑΣ. Φυσικά ως τότε δεν ήξερα και δεν είχα ιδέα από κοινωνικούς αγώνες. Ένιωθα όμως το βάρος της σκλαβιάς. Ο, το αργότερα έμαθα, το έμαθα από τον Διαμαντή στον Παρνασσό. [...]

Ο Διαμαντής ήταν γεννημένος λαϊκός ηγέτης, φτάνει να πω πως οι αξιωματικοί που είχαν προσχωρήσει στον ΕΛΑΣ έτρωγαν ξεχωριστό καφενείο. Ο Διαμαντής καρτερούσε στο τέλος να πάρει το συσσίτιο του και ερχόταν κοντά μας, καθόταν πάνω σε ένα λιθάρι και κουβέντιαζε μαζί μας για όλα τα προβλήματα μας, μικρά και μεγάλα, πάντα με το χαμόγελο και με μια σωστή τοποθέτηση στα προβλήματα. 

Νίκος Καραμπέτσος, Αντάρτης του ΕΛΑΣ

Γι' αυτό κι όταν έπεσε στα χέρια του μοναρχοφασιστικού στρατού, νεκρός πια, διάφοροι νταήδες εκ των υστέρων, ήθελαν να του κόψουν το κεφάλι για να το περιφέρουν κατά τη συνήθη πρακτική τους. Τότε ο διοικητής τους δεν το επέτρεψε λέγοντας την περιβόητη φράση: "Μας ξεφτιλισε ζωντανός. Να μη μας ξεφτιλισει και νεκρός."...


Το βιβλίο "Το Ημερολόγιο του Γιάννη Αλεξάνδρου (Διαμαντή) κυκλοφορεί από τις εκδόσεις "Κοκκινη Βιβλιοθήκη".

(Με πλάγια γράμματα αποσπάσματα από το βιβλίο)


Πέμπτη 8 Ιουνίου 2023

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΕΟΝΤΑΡΙΤΗΣ: ΤΑΣΟΣ ΒΟΥΡΝΑΣ Ο ΑΠΡΟΣΚΥΝΗΤΟΣ,Ο ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ, Ο ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ (1914-1990)






Γιατί τα σπάσαμε τ' αγάλματα των,
γιατί τους διώξαμε απ' τους ναούς των,
διόλου δεν πέθαναν γι' αυτό οι θεοί...

Κάπου στο κέντρο της Αθήνας, μια μικρή πλατεία, πήρε το όνομα του Τάσου Βουρνά. Παράξενο γεγονός... Μια προτομή στήθηκε για αυτόν τον ακούραστο εργάτη του πνεύματος. Γι' αυτόν τον ακούραστο αγωνιστή. Κάποια στιγμή η προτομή αυτή εξαφανίστηκε... Που να ήξεραν αυτοί που το έκαναν αυτό σε ποια θέση θα βρίσκονταν αν δεν υπήρχαν άνθρωποι σαν τον Τάσο Βουρνά... Αυτό είναι το μέλημα της κάθε εξουσίας. Να μην γνωρίζουμε για τον κάθε Τάσο Βουρνά αυτού του τόπου... Από όποια θέση κι αν έχουν παλέψει αυτοί... Εμείς όμως οφείλουμε να γνωρίζουμε. Να ψάχνουμε. Να μαθαίνουμε. Να ανακαλύπτουμε. Αλλιώς άδικα θα πέθαναν όλοι αυτοί οι μικροί θεοί...

Καταβροχθίζοντας μία μία τις σελίδες αυτού του μικρού σε έκταση βιβλίου διαπέρασα όλες τους μεγάλους αγώνες και τις μεγάλες στιγμές αυτού του λαού. Με τον Τάσο Βουρνά συναντήθηκα σε έναν διάδρομο ενός βιβλιοπωλείου στο κέντρο της Αθήνας. Σε ένα δρόμο που είχε διαβεί πολλές φορές. Για την ακρίβεια στα ράφια του. Η σειρά που είχε γράψει Ιστορία της νεώτερης και σύγχρονης Ελλάδας 1821-1974 μου είχε κινήσει την περιέργεια για πολύ καιρό. Αναβολή στην αναβολή πέρασαν πολλά χρόνια. Όλο και κάτι άλλο έπαιρνε την θέση του. Ένα σύγχρονο μητροπολιτικό μυθιστόρημα, ένα άλλο ιστορικό βιβλίο, μια πολιτική μελέτη, ένα, ένα, ένα... Μέχρι που διάβασα το πολύτιμο βιβλίο του Σύντομη Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης. Ένας άλλος κόσμος ξανοίχτηκε μπροστά μου για τα γεγονότα εκείνης της εποχής. Όχι φτιασιδωμένα όπως τα γράφουν τα σχολικά βιβλία. Και ξάφνου όλοι αυτοί οι δρόμοι της γειτονιάς μας, της γειτονιάς της καρδιάς μας, τα Εξάρχεια, που έχουν ονόματα διαφόρων "επαναστατών", Λόντων, Ζαΐμηδων, Μαυρομιχαλαίων και λοιπών αποκαθηλώνονται. Απατεώνες, καταπιεστές (Τι Μπραΐμης -Ιμπραήμ- τι Ζαΐμης  αναφωνούσε ο λαός μας κατά την επιδρομή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο), φιλοχρήματοι κοτσαμπάσηδες, παπαδαριό και καραβοκύρηδες. Αλλά ψηλώνουν άλλους λαογέννητους αγωνιστές στα μάτια του αναγνώστη και της αναγνώστριας.

Πιάνοντας στα χέρια μου και ξεφυλλίζοντας λοιπόν αυτό το βιβλίο, άλλωστε αγαπώ πολύ τις βιογραφίες των ανθρώπων των Ιδεών και των ακάματων εργατών της γραφής,  γνώριζα οτι θα το καταβρόχθιζα σελίδα σελίδα! Διαπερνά εξάλλου όλη αυτή την περιόδο του αγώνα του κόσμου αυτού του τόπου για μια δίκαιη ζωη. Πέρασα λοιπόν με τον Τάσο Βουρνά από τόπους εξορίας και μπουντρούμια, από γραφεία εφημερίδων και περιοδικών τέχνης και πολιτικής, μύρισα το χαρτί και το μελάνι χιλιάδων σελίδων εφημερίδων και βιβλίων που γέμισε.  Φίλη αναγνώστρια και φίλε αναγνώστη αυτού του ιστολογίου διάβασε τα βιβλία ιστορικής έρευνας του Τάσου Βουρνά και σίγουρα τότε θα καταλάβεις γιατί πορεύεται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο αυτός ο τόπος διακόσια χρόνια τώρα. Κι έτσι γνωρίζοντας την Ιστορία μας θα τον αλλάξουμε... Κι αν δεν το αποφασίσεις πιάσε στα χέρια σου αυτό το μικρό βιβλιαράκι. Σίγουρα δεν θα χάσεις...

Και σαν υποσημείωση, για τα πολιτικά συμπεράσματα και τις κρίσεις του συγγραφέα που αφορούν στο εσωτερικό του Κομμουνιστικού Κόμματος εκείνης της εποχής, αυτό που πιστεύω είναι ότι, οποιαδήποτε κρίση πρέπει να  γίνεται μετά από βαθιά μελέτη των γεγονότων...


Παρασκευή 28 Απριλίου 2023

Το "Κάστρο του Υμηττού"...




Διαβάτη που περνάς από το σπιτι των τριών ηρώων του Υμηττού, γονάτισε, σφίξε τη γροθιά σου κι ορκίσου εκδίκηση.

Ένα μικρό σπιτάκι ήταν στην οδό Αγραίων 47 στον Υμηττό. Και τρία νέα παιδιά! Τρία παλικαράκια δεκαοκτώ και δεκαεπτά χρόνων! Τράνεψαν το σπίτι τράνεψαν και τα ίδια! Το "Κάστρο του Υμηττού" ονομάστηκε. Και το όνομα αυτών για πάντα σαν κόκκινο αστέρι έμεινε να φωτίζει τη συνοικία, την Αθήνα, τον τόπο όλο... Δημήτρης Αυγέρης, Φάνης Κιοκμενίδης, Κώστας Φολτόπουλος. Ήταν 28 Απρίλη 1944 όταν οι τρεις ΕΛΑΣΙΤΕΣ - ΕΠΟΝΙΤΕΣ αντιμετώπισαν διακόσιους Ούννους και ταγματασφαλίτες. Μετά τις μάχες στις ανατολικές συνοικίες γύρισαν στο σπιτάκι αυτό να ξεκουραστούν. Κυκλώθηκαν. Τους κάλεσαν να παραδοθούν. Κι αυτοί τους άδειασαν ότι είχαν πάνω τους! Οι δειλοί συνεργάτες των Γερμανών ζήτησαν τη βοήθεια αυτών που τους εξόπλισαν. Ο οπλισμός τους δεν έπρεπε με τίποτα να πέσει στα χέρια του εχθρού. Και δεν έπεσε. Καταστράφηκε. Οι δύο σκοτώθηκαν. Κι ο Δημήτρης Αυγέρης όταν το σπίτι πήρε φωτιά με το όπλο στο χέρι έκανε την έξοδο του...

ΣΑΝ ΘΡΥΛΟΣ

Κάστρο δεν ήταν, ένα σπίτι απλό
βαμμένο απ’ τα συνθήματα του αγώνα
σαν όλα τ’ άλλα εκεί στον Υμηττό.
Μα τ’ όρισε η τύχη προμαχώνα.

Κάστρο δεν ήταν, μ’ άντεξε σαν Κάστρο.
Ολάκερη μια μέρα και βωμός
υψώθηκε κι ολόκληρο σαν άστρο
στην αίγλη του το πήρεν ο ουρανός

Τρία παιδιά, τρεις νέοι, τρεις επονίτες
ταν οι μόνοι άξιοι του φρουροί
και γύρω ένα φουσάτο γκεσταμπίδες,
τσολιάδες, καστροπάρτες Γερμανοί.

Κι όταν το γέρμα του ήλιου οι αντρειωμένοι
σιγήσαν πια κι αυτοί, χωρίς πνοή
προχώρησαν αργά, δειλά, σκιαγμένοι
οι πολιορκητές μες στη σιγή.

Σωρό τα πτώματα έλεγαν θα βρούνε
και βρήκαν μόνον τρία νεκρά παιδιά.
Κατάπληκτοι τα βλέπουν κι απορούνε
πούθε έβγαινε μια τέτοια λεβεντιά.

Πούθε έβγαινε; Απ’ τα Νιάτα απ’ τη θυσία,
τάχεν η ΕΠΟΝ γεννήσει η ηρωική
να ξαναγράψουν μια παλιά ιστορία
σε νέα σελίδα ακόμα πιο λαμπρή.

 Στο Κούγκι τώρα και στ’ Αρκάδι,
το σπίτι – Κάστρο στέκεται ιερό.
Κι οι τρεις λεβέντες λάμπουν κάθε βράδυ
τρίδυμα αστέρια εκεί στον Υμηττό

Σοφία Μαυροειδή Παπαδάκη 






Δευτέρα 13 Μαρτίου 2023

Αλέξης Πάρνης, 24 Μαΐου 1924 - 10 Μαρτίου 2023...





Στον Γ. Σεραφίνο...

Σε αποχαιρετούμε σήμερα Αλέξη Πάρνη... Εσένα που μαζί με τον πατέρα σου έσωσες μια οικογένεια Εβραίων τις μαύρες μέρες του 1942. Εσένα που πολέμησες στη Γεφυρα Κολοκυνθούς στο Περιστέρι τους Γερμανούς ναζί. Εσένα που ξαναπολέμησες τους νέους κατακτητές, τους Εγγλέζους και τα ντόπια καθάρματα που τους στήριξαν. Τραυματίστηκες τον Δεκέμβρη του 1944 μπροστά στο Εθνικό Θέατρο που αυτές τις μέρες είναι κατειλημμένο.  Ένα μικρό αδιόρατο κόκκινο νήμα ίσως κάπου αχνοφαίνεται... Θεατρικός συγγραφέας εσύ, σπουδαστές θεάτρου αυτοί...  Εσένα που βρέθηκες στο Μπούλκες και στον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας. Εσένα μεγάλε ποιητή και συγγραφέα. Δύο φορές "συναντήθηκα" μαζί σου. Στις 926 σελίδες της "Οδύσσειας των διδύμων". Της μεγάλης αυτής ιστορίας του τόπου και της πολιτικής προσφυγιάς. Και στις λιγότερες σελίδες του "Γεια χαρά, Νίκος"... Άλλη πικρή ιστορία... Μακριά από τον τόπο... Τυχερός που σε "γνώρισα"... Θα φροντίσω να "συναντηθώ" και με το υπόλοιπο μεγάλο σου έργο. Καλό ταξίδι Καπετάνιο...


Σ' έναν καινούριο σύντροφο 

Απόψε στ' αμπρί μας έγινε μια απλή τελετή
Ένας καινούριος πάτησε στο κατώφλι του κόμματος.
Ήταν ένας πολεμιστής του Βίτσι
Με το παράσημο της νιότης στην καρδιά
Με το παράσημο του Γράμμου στα στήθια.
Απόψε στ' αμπρί μας έγινε μια απλή τελετή.
Ένας Επίτροπος αρματωμένος με μάουζερ και φισεκλίκια
Που 'χε δει το κόκκινο λάβαρο
Ν' ανεμίζει στο κατάρτι της Ακροναυπλίας
Όταν η μαύρη θύελλα μάνιαζε να το κουρελιάσει
Ένας επίτροπος αρματωμένος με τη στερνή παραγγελιά των νεκρών μας
Που 'χε δει την Άνοιξη
Στο γελαστό στόμα του μελλοθάνατου Σουκατζίδη.
Ένας επίτροπος με τα χέρια σημαδεμένα από τις χειροπέδες της ασφάλειας
Που 'χε είκοσι χρόνια θητεία
Στο στράτευμα της λευτεριάς
Άνοιξε σαν τις φτερούγες του αετού τα χέρια
Έσφιξε το καινούριο ξεπεταρόνι στην αγκαλιά του
και είπε:
Καλώς όρισες σύντροφε!
Εδώ που 'ρθες να 'σαι δίκαιος σαν τον ήλιο
π' ανατέλλει για όλους τους ανθρώπους.
Εδώ που 'ρθες πρέπει να 'χεις τα χέρια σαν τη βαριά
Για να γκρεμίζεις τις Βαστίλλες.
Εδώ που 'ρθες πρέπει να 'χεις τα χέρια απαλά
Για να χαϊδεύεις τις πληγές του λαού μας.
Καλώς όρισες σύντροφε!
Τώρα είσαι ένας τραγουδιστής στην πολύβοη χορωδία του κόσμου
Όπου διευθύνει η μπαγκέτα της λευτεριάς
Το μαχητικό εμβατήριο της ειρήνης.




Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2023

ΜΥΤΙΛΗΝΗ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 1944 ή πως εμποδίστηκε η απόβαση των Εγγλέζων.




Ήρταν γιοι δούλι να σκλαβώσιν τα λέφτιρ. (Αγιασώτικο)

Δύο δυνάμεις παλεύουν μέσα στην κοινωνία. Δεν είχαν πάντα την ίδια ισχύ. Όσο η μία ήταν μεγαλύτερη βαστούσε την υπεροχή πάνω στην άλλη. Πήρε στο χέρι τη βία• την οργάνωσε για λογαριασμό της και τη μεταχειρίστηκε για να δαμάσει την άλλη• το λαό. Ήταν το "Κράτος του Νόμου" που έκανε μ' αυτό τον τρόπο τον εαφτό του σεβαστό. Ο λαός έσκυβε τότε το κεφάλι στο θέλημά του υποτακτικά. Ενόμιζε πως έτσι έπρεπε νάναι. Τούπανε πως έγινε νόμος φυσικός. Το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό. 

Μα η πείρα της ζωής έμαθε το λαό πως είνε αλλιώς. Κατάλαβε πως η δύναμη του άλλου ερχόταν από τη δική του αδυναμία. Είδε πως η καινούργια οργάνωση της κοινωνίας τον έκανε αφτόν βασική δύναμη. Αφτόν τον άνθρωπο της δουλιάς μέσα στην παραγωγή και τότε σηκώθηκε και ζήτησε τα δικαιώματά του.

Στάθηκε μπροστά στη για με θάρρος και αποφασιστικότητα και γεμάτος αυτοπεποίθηση. Η βία άλλαξε ταχτική. Κατέβασε τ' όπλο κάτω και τραβήχτηκε.


Έτσι ξημέρωσε η Κυριακή 24 Δεκεμβρίου του 1944. Με ριζωμένη αυτή την πεποίθηση σε πολλά μυαλά πολλών ανθρώπων. Ότι ο νόμος του ισχυρού είναι ανίκητος. Αυτό λέει ο νόμος. Μα ο σπόρος της πείρας που κουβαλούσε από το αμέσως προηγούμενο διάστημα των αγώνων της Εθνικής Αντίστασης  είχε αρχίσει να φυτρώνει στα μυαλά εξίσου πολλών. Έτσι, που όταν τα χωνιά ανακοίνωναν στην πόλη της Μυτιλήνης και στα απομακρυσμένα χωριά ότι, αυτοί που χτυπούσαν το λαό της Αθήνας αγκυροβόλησαν έξω από το λιμάνι με πρόθεση να κάνουν τα ίδια, ξεσηκώθηκαν! Και δεν τους άφησαν να πατήσουν το πόδι τους στο νησί. Πίσω, δε σας θέλουμε. Go back. Κι αυτό το Go back το εννοούσε η φτωχολογιά του νησιού...

Ημέρα ήταν βαριά και κρύα. Φυσούσε δυνατός αγέρας κι ώρες-ώρες έριχνε χιονόνερο. Τα χωνιά γυρίζουν στις γειτονιές κα ειδοποιούν κόσμο. Οι δολοφόνοι του γενναίου λαού της Αθήνας και του Πειραιά, ο Παπανδρέου κι ο Σκόμπι, θέλουν να ματοκυλήσουν και το ηρωικό νησί μας, θέλουν να φέρουν μια μαύρη τρομοκρατία για να μας υποδουλώσουν. [...]

Η απεργιακή επιτροπή που από καιρό βρισκόταν σ' επιφυλακή κήρυξε γενική απεργία. Σ' όλο το νησί. Οι Ελασίτες και η Πολιτοφυλακή βρισκόταν στις θέσεις τους. Κι ο κόσμος όλο και κατέβαινε. [...]

Εξακολουθεί να βρέχει• η προκυμαία γεμίζει κόσμο. Κατεβαίνουν από παντού. Τραγουδούν τον αντάρτικο. Στα μπλόκια οι γυναίκες κάθουνται και περιμένουν. Τις δέρνει το χιονόνερο κι η αλισάχνη. Ο αγέρας δυναμώνει. Ο κόσμος μαζεύει ξύλα κι ανάβει φωτιες• στήνουνται πρόχειρες σκηνές με τέντες από αυτοκίνητα. [...]. Βρέχει. Κρυώνει. Μα δεν έφυγε κανένας. [...]

Τ' απόγευμα καταφτάνουν συνταγμένοι, οπλοσμένοι οι Μοριανοί. Ένα σωρό άνθρωποι με σκουριασμένες χατζάρες, κασμάδες, τσεκούρια και ξύλα και με ψυχή. Έρχουνται οι Αγιασώτες, η αγροτιά της Γέρας, οι βασανισμένοι του λεσβιακού κάμπου. Μέσα στη νύχτα που άρχισε να πυκνώνει γυαλίζουν οι σπάθες, οι μαχαίρες, τα ντουφέκια. Όλη αυτή τη νύχτα την πέρασε τόσος κόσμος που έκανε ώρες ποδαρόδρομο πάνω στην προκυμαία. Μέσα στη λάσπη και στο κρύο. Δε νοιάστηκε κανένας ούτε για φαί, ούτε για κρεβάτι. Άναβαν φωτιές και τραγουδούσαν. Η προκυμαία γέμισε φλόγες και τραγούδι.

Αυτή τη νύχτα σηκώθηκαν οδοφράγματα με πέτρες, βαρέλια, αραμπάδες, κάσες και άλλα. Κάθε δρόμος και οδόφραγμα. Ο λαός αγρυπνούσε. Παντού.

Ξημέρωσαν τα Χριστούγεννα κι από παντουκαταφθάνουν οι αγρότες του νησιού με κασμάδες, τσεκούρια και ντουφέκια. Όλοι μαζώνονται στην προκυμαία και στα μπλόκια. Ο κόσμος δείχνει μεγάλη αποφασιστικότητα.

Αργά το βράδυ, θάταν εφτά η ώρα, το μεγάλο πολεμικό ανέβασε σήμα μάχης. Τα μεταγωγικά ανάβουν τα φώτα τους, οι μαύροι ετοιμάζουνται πάλι να μπαρκάρουν• χτυπούν καμπάνες, παίζουνε σάλπιγγες, αντηχούν τα χωνιά. Χαλά ο κόσμος. Το πλήθος τρέχει στα μπλόκια με αλαλαγμούς. Με γυμνομένα σπαθιά καινούρια πελέκια. Μπροστά στην αποφασιστική στάση που κρατά ομλαος οι μαύροι κάνουν πίσω. Τα φώτα έσβησαν και το πλήθος καταλάγιασε. [...]

Κοντεύουν μεσάνυχτα. Χωνιά, σάλπιγγες και καμπάνες. Οι μαύροι αρχίζουν στα πλοία τις μανούβρες. Μα δεν είναι τίποτα. Ο λαός άγρυπνα παντού. Την αυγή στις πέντε πάλι τα ίδια.

Την άλλη μέρα στις 27 οι μαύροι δεν έδειξαν καμία διάθεση για απόβαση. [...] Οι μέρες μόνοι νύχτες πέρασαν ήσυχες. Όλοι εμένα στις θέσεις τους. Μέρα και νύχτα.

Στις τέσσερις αυτές μέρες έγιναν πολλές διαδηλώσεις κι ο λαός ενέκρινε διάφορα ψηφίσματα. Στις 27 ο λαός απαίτησε να φύγει ο Νομάρχης. [...]

Στις 28 ανακοινώθηκε επίσημα πως οι μαύροι δε θα πατούσαν το πόδι τους στο νησί.

Την ίδια μέρα το μεσημέρι έγινε παρέλαση. Μπροστά η Ε.Α. (Εθνική Αλληλεγγύη), ύστερα ο ΕΛΑΣ, η Πολιτοφυλακή, ο Εφεδρικός ΕΛΑΣ. Απο τα ζητώ χαλά οικισμός! Ραίνουν τους αντάρτες με λουλούδια. Πετούν καπέλα στον αέρα, φωνάζει ο κόσμος ζητώ και πάλι εξαρχής. Όλη η μέρα πέρασε με χαρά και τραγούδια. Ο λαός γιόρταζε τη νίκη του.

Η έκδοση αυτή, εκτός της παράθεσης των ιστορικών γεγονότων, περιλαμβάνει μαρτυρίες, ποιήματα, στίχους στη ντόπια διάλεκτο και φωτίζει αυτή την όχι και τόσο γνωστή ιστορία του τόπου μας. Και κυρίως φωτίζει τους τρόπους, που όταν οι λαοί έχουν τη θέληση, ακόμα και χωρίς υπεροπλία νικούν! Όταν δε γυρίζουν το άλλο μάγουλο όπως οι θεοί, οι αρχόντοι κι οι βασιλιάδες απαιτούν...

ΜΥΤΙΛΗΝΗ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 1944 ή πως εμποδίστηκε η απόβαση των Εγγλέζων
ΕΚΔΟΣΗ: ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΛΕΣΒΟΣ ΜΑΡΤΗΣ 1945
ΣΕΙΡΑ: ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ