Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2020

Γιάννης Σκαρίμπας: 28 Σεπτεμβρίου 1893...Ουλαλούμ...


Ήταν να σε πρόσμενα Κερά
απόψε που δεν έπνεε όξω ανάσα, 
κι έλεγα: Θάρθει απόψε απ' τα νερά
κι από τα δάσα.

Θάρθει, αφού φλετράει μου η ψυχή,
αφού σπαρά το μάτι μου σαν ψάρι
και θα μυρίζει φώτα και βροχή 
και νειο φεγγάρι...

Και να, το κάθισμα σου σιγυρνώ, 
στολνώ την κάμαρα μου αγριομέντα, 
και να, μαζί σου κιόλας αρχινώ 
χρυση κουβέντα:

...Πως-να, θα μείνει ο κόσμος με το «μ π α»
που μ' έλεγε τρελόν πως είχες γίνει
καπνός και -τάχας- σύγνεφα θαμπά
προς τη Σελήνη...

...........................................................

Νύχτωσε και δε φάνηκες εσύ·
κίνησα να σε βρω στο δρόμο -ωιμένα-
μα σκούνταφτες (όπου εσκούνταφτα) χρυσή
κι εσύ με μένα.

Τόσο πολύ μ' αγάπησες Κερά,
που άκουγα διπλά τα βήματα μου!
Πάταγα γω -στραβός- μεσ' στα νερά;
κι εσύ κοντά μου...




Νίκος Καρούζος: 28 Σεπτεμβρίου 1990... Τι είναι τα ποιήματα...



Ποτέ στ' αλήθεια δεν το 'μαθα

      τι είναι τα ποιήματα.

Είναι πληγώματα

     είν' ομοιώματα

            φενάκη

                   φρεναπάτη;

Φρενάρισμα ίσως;

         ταραχώδη κύματα;

              τί είναι τα ποιήματα;

Είν' εκδορές απλά γδαρσίματα;

     είναι σκαψίματα;

Είναι ιώδιο; είναι φάρμακα;

      είναι γάζες επίδεσμοι

            παρηγοριά ή διαλείμματα;

Πολλοί τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα.

       Εγώ τα λέω ενθύμια φρίκης.


[Διερώτηση για να μην κάθομαι άεργος]



Νίκος Καρούζος | ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ













Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2020

Το ταξίδι

Πάντοτε, γυρνώντας από τις καλοκαιρινές διακοπές ή πριν από αυτές, συζητάμε για τα μέρη που επισκεφτήκαμε, τον τρόπο που ταξιδέψαμε. Καράβια, αεροπλάνα, αυτοκίνητα, μηχανές. Όλα στην "υπηρεσία του σκοπού" μας! Δρόμοι, θάλασσες, αέρας διασχίζονται για να φτάσουμε στον προορισμό μας! Εκατοντάδες ή και χιλιάδες χιλιόμετρα διανύονται σε ελάχιστες ώρες. Ο κόσμος μας πια φαντάζει τόσο μικρός! Σκεφτήκαμε άραγε ποτέ πως φτάσαμε να τα θεωρούμε όλα αυτά τόσο δεδομένα; Πώς κατακτήσαμε θάλασσες και αιθέρες; Πώς από μια πόλη ξεκινήσαμε προς το άγνωστο ανάμεσα σε πυκνά δάση να ανακαλύψουμε τι υπάρχει παρακάτω; Πως διανοίξαμε περάσματα; Πως ανεβήκαμε σε μια σχεδία και βουτήξαμε στο απέραντο μπλε σκούρο άγνωστο για να βρούμε την απέναντι στεριά; Αν υπάρχει κιόλας! Ας φανταστούμε λοιπόν τον παλιό άνθρωπο να ανοίγει την πόρτα της πολιτείας του αποφασισμένος να ανακαλύψει τι υπάρχει παρακάτω. Όλα τα εμπόδια είναι μπροστά του, αλλά δε θα το βάλει κάτω! Πυκνά δάση, άγρια ζώα, αδιάβατες θάλασσες, ανεξήγητα και απρόβλεπτα καιρικά φαινόμενα και κυρίως το άγνωστο... Το άγνωστο που πάντα γοήτευε τον άνθρωπο!


Τον περασμένο χρόνο κατάφερα να επιχειρήσω μια περιοδεία στη Νότιο Αμερική, που από πολύ καιρό την ονειρευόμουνα. [...] Η θάλασσα ήταν γαλήνια· είχα τις ευκαιρίες για μια ολοκληρωτική ανάπαυση μέσα στο ταχύπλοο κι ευρύχωρο υπερωκεάνειο [...] Τις πρώτες μέρες χαιρόμουν σε μεγάλο βαθμό τις παραδεισιακές αυτές συνθήκες. Την έβδομη, όμως, ή όγδοη μέρα, μια δύστροπη αδημονία με κυρίεψε. Ο ουρανός ήταν τόσο αδιατάραχτα γαλάζιος και τα γαλάζια κύματα τόσο αδιατάραχτα καλοσυνεμένα! [...] Νοσταλγούσα πια να φτάσουμε σ' ένα λιμάνι· [...] Το αδιάκοπο αντίκρυσμα των ίδιων προσώπων με καταπονούσε, και η μονοτονία της ρουτίνας του βαποριού γινόταν ολοένα ανυπόφορη. Εμπρός, εμπρός, γρηγορότερα, γρηγορότερα! Αυτό το θαυμάσιο, μ' όλες του τις ανέσεις, το ταχύπλοο καράβι που γλιστρούσε πάνω στα κύματα, ταξίδευε πολύ ακαμάτικα για τη διάθεση μου.  

Ήμουν, όμως, στα γερά ντροπιασμένος για τον εαυτό μου, τη στιγμή που ανακάλυψα την ανυπομονησία μου. Βρίσκεσαι εδώ, είπα στον εαυτό μου ονειδίζοντας τον, ταξιδεύοντας με το πιο σίγουρο από τα καράβια στο πιο εξαίσιο που μπορεί κανείς να φανταστεί ταξίδι, μ' όλες τις πολυτέλειες του κόσμου στη διάθεση σου. [...] Ξέρεις τον προορισμό σου, στην ώρα, σχεδόν στο λεπτό, ξέρεις πότε θα φτάσεις εκεί· και περιμένουν τον ερχομό σου με φιλική διάθεση και προθυμία. [...] Θυμήσου, ανυπόμονος κι αχάριστος καθώς είσαι, τι ήτανε τα ταξίδια τον παλιό καιρό. Παράβαλε την τωρινή σου πείρα με την πείρα  των καρτερικών εκείνων θαλασσοπόρων, που ήταν οι πρώτοι που διασχίσανε τον ωκεανό κι έκαναν σε μας γνωστό τον κόσμο. [...] Προσπάθησε να φανταστείς πως ξανοίγονταν στις θάλασσες πάνω σε πλοία λίγο μεγαλύτερα από ψαρόβαρκες για να εξερευνήσουν το άγνωστο, ν' αρμενίσουν χωρίς να ξέρουν για που, χαμένοι μέσα στο άπειρο, διαρκώς μέσα στον κίνδυνο, εκτεθειμένοι σ' όλες τις περιπέτειες των τρικυμιών, σε κάθε λογής στέρηση. Ούτε φως όταν πέφτει το σκοτάδι, τίποτε άλλο για να πιούν παρά γλυφό χλιαρό νερό μαζεμένο σε βαρέλια, που γέμιζαν συμπτωματικά από τη βροχή. Τίποτε για να φάνε παρά παξιμάδια, που ήτανε συχνά μουχλιασμένα, και χοιρινό τουρσί το πιο συχνά χαλασμένο. [...] Ούτε κρεβάτια, ούτε σαλόνια που τα ΄κάνε χειρότερα για τους θαλασσοπόρους αυτούς η συναίσθηση πως ήτανε μόνοι πάνω στην ατελείωτη έρημο των νερών. Για μήνες, για χρόνια, κανείς από την πατρίδα τους δεν ήξερε τι απέγιναν, κι άλλο τόσο κι οι ίδιοι αυτοί δεν μπορούσαν να ξέρουν που πήγαιναν. Η έλλειψη τους ήταν συνεπιβάτης, ο θάνατος με μύριες μορφές τους περικύκλωνε κι από την ξηρά κι από τη θάλασσα, ο κίνδυνος από τους ανθρώπους κι από τα στοιχεία. Από τον ένα μήνα στον άλλο χρόνο υποφέρανε πάνω στο φτωχό καραβάκι τους τα ανιστόρητα μαρτύρια της απομόνωσης τους. Δεν βρισκόταν κανείς να τους βοηθήσει στην ανάγκη. Πάνω στα παρθένα νερά, μήνες και μήνες περνούσαν χωρίς να πάρει το μάτι τους ένα πανί ν' αρμενίζει. [...]

Ναι, μόλις άρχισα να αναπολώ τα πρώτα ταξίδια των κατακτητών της θάλασσας ντράπηκα ειλικρινά για την ανυπομονησία μου. [...]

[Στέφαν Τσβάιχ, Μαγγελάνος, εκδόσεις Ζαχαρόπουλος]


Αυτά λοιπόν σκεφτόταν ο Στέφαν Τσβάιχ κατά τη διάρκεια του άνετου ταξιδιού του και έγραψε για το καταπληκτικό εκείνο κατόρθωμα του Μαγγελάνου! 

Ας φύγουμε τώρα όμως από τις ατελείωτες ανεξερεύνητες θάλασσες κι ας περιπλανηθούμε στις αδιάβατες στεριές. Ας ανοίξουμε τις πόρτες των μικρών πολιτειών να δούμε τι υπήρχε τότε απ' έξω! 

Για να δούμε πως περιγράφονται όλα αυτά στο βιβλίο «Το ταξίδι στον αρχαίο κόσμο». Ένα βιβλίο εξαιρετικό! Ένα βιβλίο σπουδαίο! Η ανθρωπολογική του αξία τεράστια! Μας ανοίγει ορίζοντες! Μας ανοίγει τα μάτια! Να σκεφτούμε πως τίποτα δεν ήταν κάποτε δεδομένο στις μετακινήσεις του ανθρώπου. Όλα έγιναν βήμα βήμα. Με βήμα αργό και επίπονο. Κουραστικό, συνοδευόμενο από κακουχίες και θάνατο, αλλά στο τέλος της διαδρομής βήμα θριαμβευτικό!


Οι άνθρωποι έχτισαν τις πρώτες τους πόλεις ανάμεσα στους ποταμούς Τίγρη και Ευφράτη και δημιούργησαν το πρώτο ενιαίο κράτος στις όχθες του Νείλου. Αναπόφευκτα, ο νέος τρόπο; ζωής εισήγαγε και νέους τρόπους μετακίνησης. [...] 

Οι ορίζοντες άνοιξαν θεαματικά λίγο μετά το 3000 π.Χ., όταν οι ναυπηγοί έμαθαν να κατασκευάζουν πλοία ικανά να ταξιδεύουν με σχετική ασφάλεια και άνεση στην ανοικτή θάλασσα. [...]

Όπου δεν υπήρχαν υδάτινοι δρόμοι, όπως στην Παλαιστίνη και τη Συρία, που έχουν ελάχιστους πλωτούς ποταμούς, οι ταξιδιώτες στην αρχή πήγαιναν ή με τα πόδια ή πάνω σε γαϊδούράκια. Γύρω στο 3000π.Χ. αρχίζουν τα τροχοφόρα. [...] Πρόκειται για βαριά αμάξια με κιβωτιόσχημο σώμα το οποίο φέρεται σε τέσσερις συμπαγείς τροχούς και σύρεται από ένα ζευγάρι βόδια ή όναργους. 

Το δίτροχο αμάξι φαίνεται πως έκανε την εμφάνιση του λίγο αργότερα, αλλά ήταν πάλι ένα χοντροκομμένο κατασκεύασμα πάνω σε δύο συμπαγείς τροχούς. [...] Γύρω στο 2300 π.Χ., το άλογο άρχισε να χρησιμοποιείται ως υποζύγιο στην περιοχή της Εγγύς Ανατολής, και, πριν περάσουν πολλοί αιώνες, κατασκευάστηκε ένας ελαφρότερος τύπος άμαξας, που την έσερναν άλογα ή μουλάρια, ένα γρήγορο και εύχρηστο μεταφορικό μέσο [...]

Κατά το πρώτο ήμισυ της δεύτερης χιλιετίας οι ξυλουργοί έμαθαν να χρησιμοποιούν τη θερμότητα για να λυγίζουν το ξύλο. Αυτό τους επέτρεψε να αντικαταστήσουν τους δυσκίνητους συμπαγείς δίσκους των παλαιότερων εποχών με ακτινωτούς τροχούς, συνήθως με τέσσερις, κάποτε και έξι ακτίνες γερά στερεωμένες πάνω σε ξύλινη στεφάνη, και το βαρύ ξύλινο αμάξωμα με άλλο ελαφρότερο, φτιαγμένο από ξύλινο σκελετό καλυμμένον με δέρματα ή ψάθες, [...] Η καινούρια εφεύρεση έγινε πολύ δημοφιλής σε όλο τον κόσμο. 


Τα τροχοφόρα όμως χρειάζονταν δρόμους! Και φυσικά εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν και τόσοι πολλοί! Γι' αυτό, όσοι έπρεπε να μετακινηθούν, κυρίως οι έμποροι, κινούνταν με τα πόδια. Έπρεπε λοιπόν ο άνθρωπος να λύσει και αυτό το πρόβλημα. Να ανοίξει δρόμους σε όλων των ειδών τα εδάφη!


Ο οδοιπόρος ή το ζώο χρειάζεται μονοπάτι. Το τροχοφόρο χρειάζεται δρόμο [...] σ' αυτή την πρώιμη εποχή δεν υπήρχαν και τόσοι πολλοί αμαξιτοί δρόμοι. [...] Είναι σίγουρο ότι υπήρχε δρόμος, και πολύ καλός μάλιστα, ανάμεσα στη Βαβυλώνα και τη Λάρσα την εποχή που κυβερνούσε την αυτοκρατορία των Βαβυλωνίων ο Χαμουραμπί, από το 1792 ως το 1750 π.Χ. [...]

Ωστόσο, ακόμη και οι καλύτεροι από αυτούς τους μεγάλους δρόμους δεν πρόσφεραν παρά τα απολύτως στοιχειώδη. Η λιθόστρωση ήταν ανύπαρκτη. [...] Οι γέφυρες ήταν επίσης σπάνιες, και περίπου ανύπαρκτες στην Αίγυπτο και στη Μεσοποταμία οι πλημμύρες αποτελούσαν σχεδόν άλυτο πρόβλημα για τους σύγχρονους μηχανικούς. Τα τροχοφόρα είτε περνούσαν από αβαθή σημεία, είτε μεταφέρονταν με σχεδίες, επιχείρηση που καμιά φορά επέβαλλε την αποσυναρμολόγησή τους ώστε να στριμωχτούν πάνω σε κάποια μικρή καλαμένια βάρκα ή σχεδία. [...] Ύστερα υπήρχε και το θέμα της συντήρησης. [...]


Άρχισαν λοιπόν δειλά δειλά να εμφανίζονται και οι πρώτοι ταξιδιώτες! Κρατικοί υπάλληλοι, κρατικοί απεσταλμένοι, έμποροι, «αυτός ήταν ο κόσμος που κυκλοφορούσε μέρα νύχτα στους δρόμους και στα ποτάμια. Ορισμένες όμως εποχές του χρόνου, όλοι αυτοί δεν ήταν τίποτε μπροστά στα πλήθη των πιστών που συνέρρεαν στους ιερούς τόπους όταν γιόρταζε ο θεός της περιοχής.» Όλες αυτές οι μετακινήσεις έπαιρναν χαρακτήρα γιορτής. Ο αριθμός των ανθρώπων που μετακινούνταν ήταν πολλές χιλιάδες!  «Και τελικά, από το 1500 π.Χ. και ύστερα, υπάρχουν σαφείς ενδείξεις στην Αίγυπτο, για ταξίδια που γίνονται από απλή περιέργεια ή για διασκέδαση»

Όλα αυτά όμως δεν σήμαιναν ότι τα ταξίδια ήταν άνετα ή δεν περιείχαν κινδύνους

Το ταξίδι δια ξηράς εκείνη την εποχή ήταν επίπονο και επικίνδυνο συνάμα. Ταξίδι σήμαινε να ακολουθείς δρόμους που συχνά δεν ήταν παρά κακοτράχαλα μονοπάτια. Σήμαινε να περνάς ποτάμια με τα πόδια, ή, αν είχες καλή τύχη να πέσεις σε πορθμείο, να περιμένεις τον πορθμέα. Μα πάνω απ' όλα, σήμαινε κοπιαστική πορεία κάτω από τον ήλιο, τον άνεμο ή τη βροχή, που και τα τρία να είναι ανελέητα [...] Χειρότεροι από τις κακουχίες ήταν οι κίνδυνοι, και πάνω απ' όλα οι ληστείες.


Άνοιξαν, λοιπόν, οι άνθρωποι τις πόρτες των τειχών των πόλεων τους. Δειλά δειλά στην αρχή. Με περισσότερο θάρρος στη συνέχεια. Ξεθάρρεψαν. Πήγαιναν σε μαντεία, σε ιαματικές πηγές, σε ναούς,  σε αξιοθέατα, ακόμα και στα μουσεία που υπήρχαν από τότε! Υποτυπώδη πανδοχεία και εστιατόρια υποδέχονταν τους κουρασμένους ταξιδιώτες. Οδοιπόρους και εποχούμενους. Οι δρόμοι βελτιώνονταν και προσαρμόζονταν στους τροχούς των αμαξιών της αντίστοιχης εποχής! Αλλά ο καιρός πάντα καθόριζε το ταξίδι. Ιδιαίτερα το θαλάσσιο.  Οι άνεμοι αποφάσιζαν τα πάντα γι' αυτό. Στις θάλασσες και τη στεριά, η εικόνα και η γνώση που είχαν για το μέχρι που φτάνει ο κόσμος μεγάλωνε! Έπρεπε, λοιπόν, οι δρόμοι, θαλάσσιοι και στεριανοί, να φτάσουν έως εκεί. Κι αν για εμάς που γνωρίζουμε σε πόση ακριβώς ώρα θα φτάσουμε ακόμα και στον πιο μακρινό προορισμό, για τον παλιό άνθρωπο το άγνωστο ήταν ο κανόνας... 

Γι' αυτό, την επόμενη φορά που θα δυσφορήσουμε για κάποια αναποδιά ενός ταξιδιού μας, ας σκεφτούμε τους ανθρώπους που διέσχιζαν τον ίδιο δρόμο με εμάς, την ίδια θάλασσα, αιώνες πριν. Όλους αυτούς «τους κατακτητές» των δρόμων και των θαλασσών!


Με πλάγια γράμματα είναι αποσπάσματα από το βιβλίο «Το ταξίδι στον αρχαίο κόσμο», του Lionel Casson, σε μετάφραση της Λίνας Σταμάτη και επιμέλεια της Αντιγόνης Φιλιπποπούλου. Εκδόσεις ΜΙΕΤ.



















Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2020

Ζεϊνέμπ...«Κι απ' το θάνατο ακόμα πιο πικρή είσαι προσφυγιά...»

Τέτοιες μέρες, Σεπτέμβρη μήνα, πριν από σχεδόν εκατό χρόνια, μια ατελείωτη σειρά πολέμων τελείωνε. Πόλεμοι βαλκανικοί, παγκόσμιοι, ελληνοτουρκικοί... Άγριοι... Εδάφη χάνονταν, εδάφη κερδίζονταν και ξαναχάνονταν. Οι γραμμές πάνω στο χάρτη σβήνονταν και ξαναγράφονταν. Οι μεγάλοι πάντα κερδισμένοι ανάλογα με τα συμφέροντά τους. Οι μόνοι χαμένοι τα νιάτα... Τελειώνοντας λοιπόν αυτή η σειρά των πολέμων και, μέχρι σε μερικά χρόνια να ξεκινήσουν οι επόμενοι, ξετυλιγόταν ένα καινούριο γαϊτανάκι πόνου. Το άγριο κυνήγι των αμάχων. Οι ανταλλαγές των πληθυσμών, το ξερίζωμα από μέρη που ζούσαν αιώνες ανάκατα μαζί...

Ο παππούς και η γιαγιά της Αιολικής γης του Ηλία Βενέζη που μέσα στη βάρκα κουβαλούσαν σε ένα μικρο κομμάτι ύφασμα λίγο χώμα, έτσι, «για να φυτέψουν ένα βασιλικό στον ξένο τόπο που πάνε. Για να θυμούνται.» Το τουρκάκι, ο μικρός Σουκρής, του Μενέλαου Λουντέμη, «που θα ακολουθήσει την αντίστροφη πορεία», από τη Μακεδονία προς τον ξένο τόπο, την Τουρκία. Η Ζεϊνέμπ, της Γαλάτειας Καζαντζάκη που θα χάσει και αυτή τη μικρή εφτάχρονη φίλη της... Γείτονες και γειτόνισσες, απλοί άνθρωποι έφευγαν με ένα πικρό ερώτημα στα χείλη. Γιατί; Όπως, γιατί, αναρωτιόμαστε και εμείς σήμερα... Εκατό σχεδόν χρόνια μετά... Γιατί...;





Απ' όλες τις θύμησες της παιδικής μου ηλικίας μια ξεχωρίζει μ' ένα γλυκό φως αβασίλευτο. Η φιλενάδα μου η Ζεϊνέμπ και οι ώρες που περνούσα στο σπίτι της λίγο πιο πάνω από το δικό μας. Θάμαστε δε θάμαστε εφτά χρονών και οι δύο. Υπολογίζω έτσι γιατί πολλά δόντια μας τα βγάζαμε μαζί, παίρνοντας κουράγιο η μια από την άλλη, όπως μαζί μάς τρύπησαν κάποτε και τ' αυτιά χωρίς να κάμουμε γκιχ!

Τη Ζεϊνέμπ. Σα να τη βλέπω. Με τα τσοκαράκια της που τάκουγα να χτυπούνε στο καλντιρίμι πριν ν' ακουστεί το κρικέλι της πόρτας.
Τακ, τακ, τακ, ακουότανε στον ήσυχο δρόμο, και γω φώναζα χαρούμενα.

 -Η Ζεϊνέμπ!

Έμπαινε γελαστή, με το μακρύ παρδαλόχρωμο, ζωσμένο σφιχτά στη μέση φουστανάκι της, το «ζουπούνι της» όπως τόλεγε κι από κάτω, τέσσερα δάχτυλα το κάτασπρο νταντελάτο πανταλόνι της! Πιο πολύ όμως από τα τσοκαράκια της κι' από το ζιπούνι της, κι' από το πανταλόνι της, πιο πολύ κι' από τα πλεξουδάκια της που της σκέπαζαν ως στη μέση την πλάτη, όλο δαχτυλίδια και τις αφέλειες που στόλιζαν το μέτωπο της μ' άρεσε η ελίτσα από λάδανο ανάμεσα στα λεπτά ίσια φρυδάκια της, για να ξορκίζει το κακό μάτι! Και τι μπελάς, όταν, καθώς παίζαμε έβλεπα ξάφνου πως έλειπε από τη θέση της!

 -Η ελιά σου!Της φώναζα και βανόμαστε να γυρεύουμε. Κι' όταν δεν την βρίσκαμε, που να βρεθεί ένα τόσο δα πραματάκι! αμέσως τρέχαμε στη μητέρα της να της βάλει μια άλλη.

Κι' αλήθεια, πως να μείνουν χωρίς ξόρκι τα σκουργάλαζα μάτια της και το μελαχροινό της προσωπάκι με το δέρμα του το λείο και δροσερό σα τζάνερο; Πως να μείνουν βαμένα με κίνα τα χεράκια της;

Η Ζεϊνέμπ ήτανε ότι πιο πολύ αγαπούσα τα παλιά εκείνα χρόνια. Η Ζεϊνεμπ και κατόπι το σπίτι της. Το περίφημο σπίτι! Και τι περιβόλι! Όλα τα λουλούδια, και όλα τα φρούτα που υπάρχουν! Και η νεαρή μητέρα της, η Σεντικά Χανούμ να κεντά κάτω από το τσαρντάκι του γιασεμιού με χρυσές κλωστές δύο παγώνια να πίνουν νερό από ένα συντριβάνι.

 -Καλώς μου τη! έλεγε μόλις μ' έβλεπε και ευτύς φώναζε την κόρης πρόσχαρα:

 -Ζεϊμπενάκι, κόπιασε και ήρθε η φιλενάδα σου!

Χώρια από τη φιλία τη δική μου με τη Ζεϊνέμπ, ήτανε και η φιλία της μητέρας μου με τη δική της.

Φιλία το ίδιο θερμή κι εγκάρδια φανερωμένη από πλήθος περιποιήσεις που έκαναν η μια στην άλλη. Έστελνε εκείνη κάθε πρωί στη μητέρα μου τα πιο ωραία από τα λουλούδια του μπαξέ της. Της έστελνε φρούτα διαλεγμένα από τα καλύτερα, της έστελνε σε πήλινα βαζάκια χιώτικη μαστίχα.

Μόλις λάβαινε απ' έξω κανένα σπάνιο είδος λουλούδι ή φυτό έδινε και στη μητέρα μου να φυτέψει στο δικόμας περιβολάκι. Και θυμούμαι τον ενθουσιασμό της όταν κάποτε εμείς την στείλαμε ένα καναρίνι!... Το θεώρησε μεγάλο δώρο...

 -Την καλή μου τη γειτόνισσα! Έλεγε και η ευχαρίστηση έλαμπε στο πρόσωπο της.

Μια σχέση μοναδικής ποιότητας χωρίς ίχνος ψευτιάς και συμβατικότητας...Μονάχα ένα πράμα έριχνε κάποια σκιά στην όλο φως και ανθρωπιά αυτή σχέση.

Η θεία μου η Μαριόρα αδελφή του πατέρα μου. Γριά φυλάργυρη, υποκρίτρια και θρησκόλεπτη. Αυτή έβλεπε με αποστροφή τη φιλία της μητέρας μου με τη Σεντικά Χανούμ καθώς έβλεπε και τη δική μου με τη Ζεϊνέμπ.

 -Τι τις θέλεις, καϋμένη Κατίνα, τις φιλίες με τις τουρκάλες... μαγαρισμένες... βρωμάν μίλια μακρυά... δεν τη νιώθεις τη βρώμα τους; ίδια ψόφια σκυλιά...έλεγε.

 -Αυτή βρωμάει... διαμαρτυρόταν η μητέρα μου... αυτή που είναι ίδιο λουλούδι, από την κορυφή ως τα νύχια!

 -Είναι ο σατανάς, που δε σ' αφήνει να νοιώσεις τη βρώμα της... για να σε κολάζει...

Κ' επειδή η μητέρα δεν έδινε προσοχή στις γρίνιες ξεσπούσε μένα.

 -Μην πηγαίνεις εκεί... μην τρως τίποτα απ' ότι σου δίνουν... μη φιλάς τη Ζεϊνέμπ... Κι' όταν ερχόταν η Ζεϊνέμπ στο σπίτι μας δεν την άφηνε να πιάνει τίποτα δικό της.

 -Μη, μη, μη, ας το κάτω, γρήγορα! Και το μούτρο της γινόταν στριμένο και κατακίτρινο από κακία και μίσος ενάντιο της μικρής Ζεϊνέμπ.

Σαν τη θυμάμαι αυτή τη θεία μου. Καθόταν στο παράθυρο και εδιάβαζε όλο ιερά βιβλία, ή έραβε κάθε λογής εργόχειρα της εκκλησίας.

Σκεπάσματα της αγίας Τράπεζας, κουρτινάκια της αγίας Θύρας, πετραχείλια και άμφια παπάδων, και χρυσοκέντητα άλλα για το άγιο δισκοπότηρο!. Για να μνημονεύεται, λέει, το όνομά της. Όταν εγκαινίαζαν κάποια εκκλησία, αμέσως έστελνε όλα τούτα που έφτιανε συνοδεμένα με λεπτά και το μεριδοχάρτι με γραμμένο το όνομά της και των πεθαμένων της!

Ήταν σίγουρη πως μ' αυτό τον τρόπο εξαγόραζε την ουράνια βασιλεία! Μ' αυτόν και με τον ακόλουθο:

Έβαζε την Ζεϊνέμπ να κάνει σταυρούς και μετάνοιες!

 -Έλα, μου φώναζε τάχατες εμένα, να κάνουμε την προσευχή μας στα κονίσματα. Χτύπησε ο εσπερινός. Και πρόσθετε: Έλα και συ Ζεϊμπενάκι. Κι' ερχόταν να κάνει ό,τι έκανα κ' εγώ.

Το βέβαιο είναι πως υπακούαμε πολύ πρόθυμα. Βρίσκαμε πολύ γούστο να μετανίζουμε πλάϊ-πλάϊ ενώ οι καπνοί του λιβανιού μας τύλιγαν και το καντήλι άναβε κ' ήταν μισοσκόταδο... Και μια μέρα μόλις βγαίναμε από την κάμαρα λέω της Ζεϊνεμπ.

 -Στο σπίτι μας θα κάνουμε το σταυρό μας και στο σπίτι σας θα προσκυνούμε. Ναι Ζεϊμπενάκι;

 -Ναι!

Από τότε μόλις ακουόταν η φωνή του μουεζίνη και η Σεντίκα Χανούμ άπλωνε το σιτζαντέ κατά γης και στραμένη ανατολικά με κατανυχτική προσήλωση στην προσευχή της, εμείς όρθιες πίσω της με βγαλμένα τα παπούτσια μου εγώ και η Ζεϊνέμπ τα τσοκαράκια της κάναμε ό,τι έκανε με προσοχή και ευλάβεια!

Κατά δυστυχία όλα τούτα τελείωσαν κακείν κακώς. Μια μέρα η θεία μου η Μαριόρα μ' έπιασε τη στιγμή που προσκυνούσα! Ήρθε να με ζητήσει και μπαίνοντας με βρήκε πεσμένη μπρούμητα.

Σηκώθηκαν οι τρίχες της κεφαλής της. Πως δεν έπαθε αποπληξία είναι θαύμα!

 -Τι είναι τούτο που κάνεις Σεντίκα Χανούμ! φώναξε. Εμείς να αφήνουμε το κορίτσι μας με μπιστοσύνη, και του λόγου σου να θες να μας αλλαξοπιστήσεις!

 -Εγώ κυρία γειτόνισσα! Εγώ να το κάνω αυτό! Και ορκιζόταν στη Ζεϊνέμπ αν της πέρασε από το νου τέτοιο πράμα. Ούτε τις είδα να προσκυνούν! Κι' έλεγε αλήθεια. Όταν έκανε την προσευχή της, ό,τι και να γινόταν πίσω της δεν γυρνούσε να δει.

Η αθώα Σεντίκα. Που νάξερε πως αυτές τις κουταμάρες της έκανε ίσα-ίσα η κυρία γειτόνισσα. Το αποτέλεσμα ήτανε να με πάρει κλαίοντας. 

Έκλαιγα ακόμα όταν ήρθε ο πατέρας μου.

 -Γιατί κλαίει; Τι τρέχει;

Τον πληροφόρησα αγαναχτισμένη και τρέμοντας σύσσωμη τα καθέκαστα.

Αλλά ο πατέρας μου, που ήταν ένα ελεύθερο πνεύμα, αντίς να σιγχιστεί κ' εκείνος, το ενάντιο βάλθηκε να γελά με την καρδιά του. Του φάνηκε χαριτωμένη παιδική αθωότητα να προσεύχομαι τούρκικα.

Από εκείνη τη στιγμή η θεία μου δεν ξαναανακατεύτηκε σ' αυτή την υπόθεση.

 -Έγνοια σας και ξέρω εγώ τι θα κάνω, είπε μόνο ύστερα από λίγες μέρες. Κι' εννοούσε πως θα μας αποκλήρωνε, όπως και τόκανε για χάρη της Αγίας Παρασκευής, που έχτισε κιόλας και την εκκλησία της από θεμελίου.

Κι' άξαφνα άρχισαν οι πόλεμοι...Χώρισα με τη Ζεϊνέμπ. Πέρασαν χρόνια... Κι' ένα απόγευμα, έπειτα από τη μικρασιατική καταστροφή την αποχαιρετούσα για πάντα. Έφευγε εξ αιτίας της ανταλλαγής των πληθυσμών. 

 -Μα γιατί... γιατί μας διώχνουνε; μούλεγε μέσα από τα δάκρυά της.

Ήξερα βέβαια το γιατί αλλά δεν αρκούσε. Πως θα αρκούσε;

 -Γιατί;... γιατί;...



[Γαλάτεια Καζαντζάκη: Ζεϊνέμπ, μια παιδική ανάμνηση, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Φιλολογική Πρωτοχρονιά 1964»]



Ο τονισμός του διηγήματος έχει μεταφερθεί στο μονοτονικό σύστημα, διατηρώντας όμως την ορθογραφία του πρωτότυπου.



Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου 2020

Νίκος Κατηφόρης: Όταν εσκάβαμε τον ουρανό


Νίκος Κατηφόρης: «Γράφω, για να αλλάξω τον κόσμο»... Λευκαδίτικα Νέα -  Lefkada News


-Τι ωραίος τίτλος!
-Που το ξέθαψες αυτό, ρώτησα!
-Στο μικρό βιβλιοπωλείο στην πλατεία Κυριακού, αυτή την όμορφη πλατεία, που την ονόμασαν πλατεία Βικτωρίας. Έτσι, για να δείξουν τη δουλοπρέπειά τους σε βασίλισσες και πρίγκηπες...
-Το θυμάμαι, έχω χρόνια να το επισκεφτώ. Δε φανταζόμουν ότι μπορεί να έχει επιβιώσει τόσο μακριά από τη «βιβλιοπιάτσα»! Θυμάμαι στα εικοσιλίγα μου χρόνια να κατεβαίνω τα δύο σκαλάκια και να μπαίνω μέσα με συστολή, τότε που βουτούσα με δίψα στον τεράστιο και σχεδόν άγνωστο ωκεανό των βιβλίων, και να βλέπω πενηντάρηδες και εξηντάρηδες να πίνουν τα τσιπουράκια τους και να συζητούν με άνεση για κάθε είδους βιβλία. Κι εγώ, νεούδι μπροστά τους, να στήνω αυτί. Να ψάχνω σωσίβιο στα λόγια τους μέσα σε αυτή τη μεγάλη θάλασσα της γνώσης...
-Κι όμως! Υπάρχει! Και κρύβει μέσα του ακόμα μικρούς θησαυρούς!  
-Όταν το διαβάσεις γράψε δυο λόγια! Φαίνεται από τον τίτλο και μόνο ότι πρόκειται για διαμαντάκι! Άντε, μην αργείς!



« Είμαι ένας ανίκανος άνθρωπος», βρίσκει τη δύναμη να πει και να παρουσιάσει πρώτα πρώτα το έλλειμμά του σαν ταυτότητα του εαυτού του. Ένας άνθρωπος που οι υλιστικές φαντασιώσεις του τού έμαθαν να ξεχνά να ονειρεύεται, να υποφέρει μέσα στην ίδια του την ύπαρξη και να εγκλωβίζεται ανάμεσα στα προσωπικά και κοινωνικά τείχη. Η δύναμή του βρίσκει εύφορο έδαφος στα ψυχικά του κενά και η καθοριστική ιστορική στιγμή, κατοχική περίοδος, αποδυναμώνει ακόμα περισσότερο όσα κομμάτια του έχουν απομείνει ζωντανά.


«Και τώρα με τελειώνει η Κατοχή»

Όμως, η δύναμη αυτή έχει κι άλλη μια όψη που η σπίθα της σιγοκαίει περιμένοντας τη στιγμή που θα γίνει φωτιά, και ο άνεμος που θα τη θεριέψει είναι αυτός της ελευθερίας.

« Και χρειάστηκε να βουτήξω βαθιά μέσα μου, σαν το δύτη, για να βρω τον εαυτό μου σε μιαν άκρη της γης, να σκάβει, λέει τον ουρανό...»

Ονειρεύεται ξανά, τα ψυχικά του κομμάτια ξαναβρίσκουν την ισορροπία, ενοποιούνται και στον καθρέφτη πια δεν αντικρύζει το άτομο-εαυτό, αλλά έναν ολόκληρο λαό.

Η πνευματική αφύπνιση και η ηθική του συνείδηση θα τον οδηγήσει στους δρόμους του αγώνα, στην αντίσταση ενάντια στον κατακτητή, στην ενεργό δράση για τη συλλογική απελευθέρωση και τελικά στην απελευθέρωση του ίδιου του του εαυτού από τους φόβους του και την ψυχική του κατάρρευση.

«Πώς να υποφέρει κανείς να σου τσαλακώνουν έτσι την ανθρωπιά σου! Αυτό το κράτος, που απλώνει τα βρώμικα χέρια του, στο ίδιο σου το κορμί, και σε ξεγυμνώνει και σε κοιτάει με τα ηλίθια, τα πρησμένα μάτια του, άψυχα και εκνευριστικά, σε θεωρεί ιδιοκτησία του. Έτσι παίρνει αργότερα τη συνήθεια να σου ξεγυμνώνει και την ψυχή για να δει πως σκέφτεσαι! Κι αν δεν βγαίνεις στα δικά του μέτρα του «καλού πολίτη» σου περνάει και το μυαλό από τον κλίβανο, για να σε καθαρίσει από «επικίνδυνες ιδέες! 

Δεν τρέφεται πια από φαντασιώσεις, αλλά ονειρεύεται και αγωνίζεται για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Για όσους τόλμησαν και για όσους δεν κατάφεραν να αντικρύσουν τον εαυτό τους, να αντισταθούν και να παλέψουν με τη φοβισμένη και άρρωστη ψυχή τους.

«Άρρωστη ψυχή, λέει! Μα επιτρέπεται σήμερα ν΄ αρρωστήσουν οι ψυχές; Όχι! Δεν έχουμε καιρό ν΄αρρωστήσουμε! Ούτε να πεθάνουμε δεν ευκαιρούμε! Εδώ είναι μάχη της ζωής! Πρέπει να ζήσουμε, αν όχι γι' άλλο τίποτα, από πείσμα σ' αυτούς, που ήρθαν να μας πεθάνουν. [...]

Ω! Στηρίξου άρρωστη ψυχή - ψυχή μου! - στο γενναίο μου μπράτσο! Κι αν δεν υπάρχουν πια ιππότες, όμως υπάρχουν Δον Κιχώτες!... Στηρίξου! Εγώ σκάβω τον ουρανό! Μπορώ να κρατήσω ένα πουπουλένιο συγνεφάκι του, όπως εσύ!»

[Το βιβλίο του Νίκου Κατηφόρη, «Όταν εσκάβαμε τον ουρανό», εκδόθηκε το 1964 από τις  Θεμέλιο και σήμερα κυκλοφορεί από τη «Σύγχρονη Εποχή»]