Πέμπτη, 25 Μαρτίου 2021

Αντρέας Φραγκιάς: Άνθρωποι και σπίτια



Η γειτονιά μας ξάπλωσε απόψε με βρεμένα ρούχα. Κουκουλώθηκε με τη νοτισμένη κουβέρτα της βροχής και θέλει να κλείσει με το ζόρι τα μάτια της. Αύριο έχει δουλειά. Θέλει να μαζέψει το νου της και να συλλογιστεί τι ανάποδο έχει γίνει στη ζωή μας που δε σ' αφήνει να κοιμηθείς ούτε να σταθείς ξεκάθαρα και να λογαριάσεις τα πράματα. Απ' τα υγρά πόδια ανεβαίνει ρίγος. Η γειτονιά έχει την ιστορία της που κατακάθεται πάνω στις στέγες και τη βαραίνει. Δεν χρειάζεται να ξεκαπακώσεις τα σπίτια για να δεις πως σιγοβράζει η κάθε κάμαρη, Οι πιο πολλοί, απ' όσους δουλεύουνε, είναι στις μικροφάμπρικες και τα εργαστήρια εδώ γύρω. Κι' αυτά κανονίζουν το τσουκάλι και το δείπνο της γειτονιάς. Και τις κουβέντες και το γέλιο της. Ακούς τη μουρμούρα της βροχής κι' ανασηκώνεσαι με κομμένα μάτια. Δε σε παίρνει ούτε ένα λεφτό ο ύπνος, ούτε κοιμήθηκες καμιά βραδιά μπόλικα, να τον χορτάσεις.

Ο δρόμοι γύρω από το δρόμο με την άσφαλτο είναι χωμάτινοι, είναι λασπωμένοι το χειμώνα, σκονισμένοι το καλοκαίρι, λυπημένοι όλο το χρόνο... Ο πόλεμος παρόλο που έχει τελειώσει ένα χρόνο είναι πάντα παρών. Τα καμένα σπίτια στο τέλος του δρόμου τον θυμίζουν. Τα έκαψαν οι βάρβαροι. Το ρημαγμένο εργοστάσιο γίνεται αξιοθέατο λύπης. Όλα τα όνειρα των ανθρώπων περιστρέφονται γύρω από το αν θα λειτουργήσει ξανά. Και τα όνειρά τους είναι ένα κομμάτι ψωμί, ν' ανάψει η φωτιά για να μπει το τσουκάλι απάνω, να μην είναι τρύπια τα παπούτσια, να μη στάζει νερό η στέγη, να γεννηθεί ένα παιδί... 

Οι άνθρωποι της γειτονιάς φτάνουν μέχρι τη γέφυρα που τους χωρίζει από τον υπόλοιπο κόσμο. Λίγο πιο κάτω απ' τα «καμένα». Κανείς δεν θέλει να τα κοιτά. Οι άνθρωποί τους έφυγαν. Ανέβηκαν στην Αθήνα. Σ' ένα καρότσι χώρεσε ό,τι τους είχε απομείνει. Ένα σημάδι άφησαν στα γκρεμίσματα, ένα μήνυμα γραμμένο με καρβουνόσκονη με την καινούρια τους διεύθυνση, το μίτο για τους ανθρώπους τους, που αγνοούνται χρόνια εξαιτίας του πολέμου.

Έτσι κυλούν οι μέρες, οι εβδομάδες, αλλάζουν οι εποχές για όσους έμειναν. Με την αγωνία του μεροκάματου, με τις μνήμες, με τον αγώνα για το ψωμί. Μια μέρα μόνο ο ήλιος ανατέλλει πιο αργά. Τα παράθυρα ανοίγουν με λιγότερη βιάση. Τα κορίτσια φορούν ένα πολύχρωμο και καλύτερο φουστάνι χωρίς μπαλώματα. Κι οι άντρες ένα πουκάμισο με όλα του τα κουμπιά στη θέση τους. Η Κυριακή! Και ξεχύνονται στο δρόμο με την άσφαλτο. Κάθονται στο καφενείο. Σε όποιον έχει περισσέψει κανένας παράς πίνει κι ένα ούζο. Τα κορίτσια αγκαζέ κάνουν τη βόλτα τους. Ο καφετζής έχει βάλει το μεγάφωνο στη διαπασών. Και λίγο παρακάτω ο κόσμος μαζεύεται στο γήπεδο της συνοικίας να δει τις μπλε φανέλες της ομάδας της γειτονιάς του. Έτσι κυλάνε οι Κυριακές μέχρι που το σκοτάδι ν' αρχίσει να πέφτει και το σκοτάδι της επόμενης εβδομάδας να πλακώνει τη φτωχογειτονιά για τις επόμενες έξι μέρες και πάλι...

Όμως αυτοί οι άνθρωποι, ο Αργύρης, η Γεωργία, ο Ηλίας, ο Κοσμάς, η Βάσω, η Στέλλα, ο Νίκος, η Αγγελική, οι απλοί φτωχοί άνθρωποι χίλιες φορές θα πέσουν και χίλιες μία θα ξανασηκωθούν. Είναι το αντίθετο των τρωκτικών που έκατσαν στο σβέρκο αυτού του τόπου. Είναι αυτοί που μάτωσαν στην Κατοχή, αυτοί που πείνασαν και πέθαναν, κρύωσαν και βράχηκαν αλλά και αγάπησαν και αγωνίστηκαν, που δεν το έβαλαν κάτω και με τα λίγα μέσα τους απ' τον πηλό 'φτιάξαν λουλούδι...

https://www.youtube.com/watch?v=fVTcg3ZWlS0



Φτωχολογιά, για σένα κάθε μου τραγούδι
για τους καημούς σου, που σεργιανούν στη γειτονιά.
Φτωχολογιά, που απ' τον πηλό φτιάχνεις λουλούδι
και τους καημούς σου τους πλέκεις ψιλοβελονιά...


Το απόσπασμα με τα πλάγια γράμματα μεταφέρθηκε από το βιβλίο στο μονοτονικό σύστημα, διατηρώντας παράλληλα την ορθογραφία του πρωτότυπου.

Αντρέας Φραγκιάς
Άνθρωποι και σπίτια
Εκδόσεις: ΚΕΔΡΟΣ

Δευτέρα, 15 Μαρτίου 2021

Ο χαρταετός





Το κόκκινο αυτοκινητάκι της δεκαετίας του '80 έτρεχε στο μικρό επαρχιακό δρόμο, ανάμεσα σε δύο σειρές με τεράστιους ευκαλύπτους, αφήνοντας πίσω τη μικρή επαρχιακή παραλιακή πόλη. Τα δύο αγόρια γύριζαν το κεφάλι πίσω γεμάτα στεναχώρια και την αποχαιρετούσαν. Το κάστρο σκαρφαλωμένο ψηλά στα βράχια χανόταν πια απ' τα μάτια τους. Ένα ωραίο τριήμερο γεμάτο ανεμελιά τελείωνε πιο νωρίς γι' αυτά. Έπρεπε να προλάβουν την κίνηση της επιστροφής. Το σύντομο αυτό ταξίδι, με τους καινούριους δρόμους τώρα πια, τότε ήταν μια πραγματική δοκιμασία. Άλλοι δρόμοι, άλλα αυτοκίνητα... Τα ξαδέρφια τους και τα υπόλοιπα παιδιά έμεναν πίσω και παρακαλούσαν τον αέρα και τον πατέρα τους να κάνουν σωστά τη δουλειά τους κι ο χαρταετός τους να πετάξει πιο ψηλά απ' όλους τους άλλους! Αυτά, μέσα στο αυτοκινητάκι, σκέφτονταν ήδη ότι την επόμενη μέρα θα πήγαιναν στο σχολείο και ότι με κάποιο τρόπο μετά απ' όλες αυτές τις μάχες με τις σερπαντίνες, το χαρτοπόλεμο, τα σπαθιά, τους ινδιάνους και τους καουμπόηδες θα έπρεπε να ετοιμάσουν τα μαθήματά τους, όταν επιτέλους θα τελείωνε το ατελείωτο αυτό μποτιλιάρισμα στην Κακιά Σκάλα και θα έφταναν σπίτι. Τι θλίψη! Το ραδιόφωνο στα μεσαία κύματα έπαψε να ακούγεται καθαρά κι η φωνή της αθλητικής δευτεριάτικης εκπομπής «Τρεις και πέντε ώρα για σπορ» χανόταν ανάμεσα σε παράσιτα, καθώς τα αυτοκίνητο διέσχιζε τα Δερβενάκια την ώρα που το άγαλμα του Κολοκοτρώνη κοίταζε βλοσυρά όλη αυτή την κίνηση. Ο μεγάλος αδελφός που περίμενε πως και πως αυτή την εκπομπή κάθε Δευτέρα μεσημέρι νευρίαζε κάθε χρόνο μ' αυτή την απαράδεκτη κατάσταση! Το ραδιόφωνο έκλεινε κι η κασέτα έπαιρνε τη θέση του. Ακόμα και τώρα, πολλά χρόνια μετά, το συγκεκριμένο αυτό τραγούδι που έπαιζε εκείνη τη στιγμή μου θυμίζει εκείνο το δευτεριάτικο πέρασμά μας από τα Δερβενάκια...

Το ταξίδι συνεχιζόταν στον επαρχιακό δρόμο κι αργότερα στην Εθνική Οδό. Κι εμένα, πίσω από τη θέση του οδηγού, μου άρεσε να κολλάω το μουτράκι μου στο τζάμι και να χαζεύω τους χαρταετούς. Να μετράω πόσοι είναι και ποιος πετάει πιο ψηλά. Και τι μεγάλη στεναχώρια με όσους δεν κατάφεραν να ολοκληρώσουν το ταξίδι τους και καρφώθηκαν σε δέντρα και καλώδια! Έχασκαν ξεδοντιασμένοι και διαλυμένοι πριν προλάβουν να ταξιδέψουν στον άλλοτε μπλε κι άλλοτε συννεφιασμένο και γκρίζο ουρανό. Μερικοί πιο θαρραλέοι πετούσαν και με βροχή αψηφώντας πιθανό κεραυνό. Και κάποιοι ακόμα πιο θαρραλέοι έσπαγαν τα δεσμά τους, ξέφευγαν από ανθρώπινα χέρια και καλούμπες και ταξίδευαν στον ουρανό, άλλοι για χιλιόμετρα κι άλλοι για λίγα μέτρα. Ο αέρας της ελευθερίας, που φύσαγε στο χαρτί και τις ουρές τους, τους έκανε έστω και για λίγο πανελεύθερους και κυρίους του εαυτού τους. Κι ας τσακίζονταν αργότερα, κι ας έπεφταν σε καλώδια. Κάποια στιγμή θα βρουν κι αυτοί το δρόμο προς την ελευθερία. Όπως κι ο άνθρωπος...


Σάββατο, 13 Μαρτίου 2021

Το καραβάκι




Στεκόταν στη γωνία έξω από το φούρνο. Χαριλάου Τρικούπη και Ερεσού. Γύρω στα εξήντα πέντε. Φορούσε τζιν και ένα μαύρο λεπτό μπουφανάκι. Μια σχολική τσάντα γεμάτη κρεμόταν στην πλάτη του. Το πρόσωπό του σχεδόν κρυμμένο από την άντι-κόβιντ μάσκα και έναν επίδεσμο στο μάτι. Και με το ένα μάτι του με κοίταξε με μια όμορφη αξιοπρέπεια δείχνοντάς μου δύο σκαλιστά καραβάκια που πουλούσε. Μπήκα στο φούρνο, ψώνισα, βγήκα, τον είδα ξανά εκεί. Ακίνητο. Έδειχνε την πραμάτεια του με τον ίδιο αξιοπρεπή τρόπο. Στα χέρια μου κάτι κριτσίνια και μια μπύρα... Πολυτέλεια... Ντράπηκα να τον κοιτάξω στα μάτια. Βούρκωσα. Πέρασα απέναντι. Ένα ταξί κόντεψε να με πατήσει. Το βλέμμα του διαρκώς στριφογύριζε στο μυαλό μου, σαν ο χρόνος να είχε παγώσει. Ποιος, που, γιατί... Η Κ. ήταν στο απέναντι πεζοδρόμιο. Της είπα κοίτα τον. Δες τον. Να πάρω ένα καραβάκι; Να πάρεις. Δεν μπορώ να δείξω ότι κάνω ελεημοσύνη. Ντρέπομαι. Ντρέπομαι τα χρόνια του. Ντρέπομαι που έχω αυτή τη δυνατότητα. Κάνε το εσύ, της λέω. Όχι, πάμε μαζί. Περνάμε απέναντι. Μας βλέπει, με βλέπει. Αναθαρρεί. Δώσε. Πάρε. Όχι δώσε πάρε με τη χυδαία έννοια. Το πρόσωπό του φωτίστηκε. Το πρόσωπό μου σκοτείνιασε. Το πρόσωπο της Κ. δεν μπορούσα να το δω. Μας ευχαρίστησε τόσο γλυκά. Μη λες ευχαριστώ φίλε... 

Μη λες ευχαριστώ φίλε. Σου χρωστάμε. Δεν μας χρωστάς. Σου χρωστάει η συνείδηση του κάθε ανθρώπου. Να υπάρχει μια γωνίτσα σε αυτήν που να του θυμίζει κάθε φορά που πέφτει η ματιά της σε αυτήν ότι είναι άνθρωπος. Όχι φιλάνθρωπος, αλλά άνθρωπος. Το καραβάκι σου αυτή τη στιγμή είναι σε μια γωνιά του σπιτιού. Και θα είναι πάντα εκεί να θυμίζει αυτή την ημέρα, αυτόν τον άνθρωπο με το γλυκό και αξιοπρεπές βλέμμα. Και τη θέλησή του να κερδίσει τόσο ταπεινά τη ζωή του...

Τετάρτη, 10 Μαρτίου 2021

Τσαρλς Μπουκόφσκι, 9 Μαρτίου 1994: Τότε που βουτούσα στον κόσμο σου Χένρι, Χένρι Τσινάσκι...












Όλοι βαδίζουμε προς το θάνατο,
όλοι μαζί, όπως ένα τσίρκο!
Αυτό και μόνο θα έπρεπε να μας κάνει
να αγαπάμε ο ένας τον άλλο.
Αντί γι' αυτού, είμαστε ισοπεδωτικοί,
αλληλοφοβόμαστε και
αλληλοτρωγόμαστε για το τίποτε.



Μπουκόφσκι - τρομερές ζωές και ο θάνατος - Επιμύθιο - Ιστοροές


Μακρινό 1998. Τα σκαλάκια οδηγούσαν στο υπόγειο του μεγάλου βιβλιοπωλείου. Και το βλέμμα έπεφτε στα ράφια της ξενόγλωσσης λογοτεχνίας. Ποιος ξέρει τι με έκανε να οδηγηθώ στην αλφαβητική σειρά και να φτάσω στο γράμμα Μ για να "συναντήσω" τον Τσαρλς Μπουκόφσκι. Το ένθετο της κυριακάτικης εφημερίδας για τα βιβλία, η κουβέντα με κάποιον φίλο αναγνώστη, κάποιο βιβλίο του που έπιασα τυχαία στα χέρια μου εκεί και μου κίνησε την περιέργεια με αυτά που έγραφε στο οπισθόφυλλο; Κάτι απ' όλα αυτά ήταν η αφορμή εκείνα τα χρόνια για να γνωρίσουμε έναν συγγραφέα! Η εφημερίδα, οι φίλοι, οι βόλτες με τις ώρες στα βιβλιοπωλεία... 

«Βρόμικος κόσμος», έγραφε ο τίτλος του πρώτου του βιβλίου που είχα διαβάσει. Ποιήματα. Τι διαβάζω; Σκέφτηκα... Δεν πολυκαταλάβαινα... Προσπαθούσα τότε να ανακαλύψω το σύγχρονο κόσμο της λογοτεχνίας. Τα ερεθίσματα από το σπίτι ήταν άλλα. Κλασσική ελληνική και ξένη λογοτεχνία κυρίως. Δε με άγγιζαν καν τότε! Λογικό για έναν νέο της μητρόπολης με αγωνίες και δίψα για τον καινούριο κόσμο... Καλύτερα από την άλλη, αφού αργότερα, σε πιο ώριμη ηλικία άρχισα να τα διαβάζω και να τα καταβροχθίζω, να τα κατανοώ και να τα απολαμβάνω με άλλο μάτι.

Ας γυρίσουμε λοιπόν στον «Βρόμικο κόσμο», στις «Σημειώσεις...», στην «Αγάπη που είναι ένας σκύλος από την κόλαση». Διάβαζα, προσπαθούσα να μπω στον κόσμο του, διάβαζα εισαγωγές, επίμετρα. Υπερβολικά όλα. Λόγια κούφια. Αλήθεια ποιοι είναι όλοι αυτοί που γίνονται ειδικοί σε έναν συγγραφέα, ζωγράφο, ποιητή! Ας μας αφήσουν ήσυχους να μπούμε στον κόσμο τους και να καταλάβουμε ό,τι καταλάβουμε. Κι η αλήθεια είναι ότι με μπέρδευαν. Έψαχνα να βρω αυτό που είχαν βρει αυτοί. Ανοησίες. Συνέχισα να ψάχνω μόνος για να τον καταλάβω... Κάτι με γοήτευε που δεν μπορούσα να το βρω.. Συνέχισα. Διάβασα κι άλλα, κι άλλα, κι άλλα...

Ο Μπουκόφσκι είναι ένας παρεξηγημένος συγγραφέας. Ο μεγαλύτερος ποιητής και συγγραφέας των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο απομυθοποιητής του αμερικανικού ονείρου...! Κακοποιημένος από τον κυρ-Παντελή πατέρα του. Τον Πολωνό μετανάστη που πήγε στη «Γη της Επαγγελίας» και έκανε μότο της ζωής του το «δουλειά, δουλειά, δουλειά» Με το ωραίο του σπιτάκι με το γκαζόν, που κάθε Κυριακή κούρευε o μικρός Τσαρλς, κι αν ένα χορταράκι προεξείχε λίγο παραπάνω, τον έσπαγε στο ξύλο. Ο ηθικός αυτός πατέρας τού «Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια» της Αμερικής... Μεγαλωμένος από μια μάνα δούλα του άντρα της. «Πατρίς Θρησκεία, Οικογένεια» και αμερικανικό όνειρο βλέπεις.... 

Και τα μάζεψε κι έφυγε. Με μια γραφομηχανή παραμάσχαλα που τον ακολουθούσε από κακόφημο ξενοδοχείο σε κακόφημο ξενοδοχείο. Από βρόμικο δωμάτιο σε βρόμικο δωμάτιο. Από το σπίτι που τον πέταγαν έξω επειδή ήταν πάντα άφραγκος σε άλλο σπίτι, μέχρι να τον ξαναπετάξουν έξω. Είχε βλέπεις χαλάσει τα τελευταία του δολάρια σε ένα μπουκάλι κρασί ή σε μια εξάδα μπύρες ή σε δύο ουίσκι σ' ένα μπαρ. Το δεύτερο το είχε κεράσει στον άγνωστο διπλανό αδερφό του στα βάσανα... Έγινε αλκοολικός. Μπεκρής για τους καθώς πρέπει μικροαστούς. Παραβατικός για τον νόμο. Κυκλοφορούσε με τη χάρτινη σακούλα με το μπουκάλι κρυμμένο μέσα και κοιμόταν έξω. Τέτοιο έγκλημα καθοσιώσεως... Δεν υπηρέτησε τη μητέρα πατρίδα. Έγραφε για τη ζωή. Την αληθινή ζωή που κρυβόταν κάτω από το χαλάκι του αμερικανικού τρόπου ζωής. Για τα κακόφημα μπαρ, για τους φτωχούς, για τους αλογομούρηδες, για τ' αφεντικά που του φέρονταν σαν σκουπίδι. Όλα αυτά δεν συγχωρούνται...

«Ο άνθρωπος για όλες τις δουλειές», «Το ταχυδρομείο», το «Τοστ ζαμπόν» κι άλλες συλλογές ποιημάτων της «Ηλέκτρας », του «Ηριδανού» και της «Απόπειρας», αυτοεκδόσεις, όλα αυτά για χρόνια με οδήγησαν τελικά στον κόσμο του... Κι άρχισα να τον «καταλαβαίνω»... Αυτόν του μηδενιστή, του αρνητή χωρίς πολιτική στράτευση. Του αναχωρητή, Του μοναχικού λύκου. Του λάτρη των γατών. Με τις καταστροφικές σχέσεις με γυναίκες που αγάπησε πολύ με τον δικό του τρόπο. Και που κι αυτές τον αγάπησαν με τον δικό τους αυτοκταστροφικό τρόπο. Βρόμικη κοινωνία των χρημάτων, κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν και τα πρόβατα της... 

Γι' αυτό λοιπόν του χρωστάμε για το έργο του... Χρωστάμε σ' όλους αυτούς τους άντρες και τις γυναίκες που όπως είχε γράψει και σ' ένα ποίημα του 

«οι άντρες και οι γυναίκες 
του παρόντος και του παρελθόντος
που δημιουργούσαν και δημιουργούν 
καινούριους κόσμους 
για μας τους υπόλοιπους.
.........................
όλοι τους
ήρωες που πρέπει 
να ευγνωμονείς
ενώ ξυπνάς
από τα συνηθισμένα σου όνειρα 
κάθε πρωί.

Ο Χένρι Τσινάσκι είναι ο «ήρωας» του Τσαρλς Μπουκόφσκι στα μυθιστορήματα και τα βιβλία του, στην ουσία είναι ο ίδιος.


6 ποιήματα του Μπουκόφσκι για να θυμάσαι πως έχεις ακόμα... - Provocateur

Κυριακή, 7 Μαρτίου 2021

Το μολύβι!




Το μολύβι! Είναι αυτό που πιάνουμε για να γεμίσουμε ένα χαρτί, με μουτζούρες, με γραμμές, με ζωγραφιές, με χρώματα αργότερα! Μας το βάζει στο χέρι ο πατέρας, η μάνα, η δασκάλα! Μας καθοδηγούν! Χρωματιστά μολύβια στην αρχή που κάνουν τη φαντασία του παιδικού μυαλού μας να εκρήγνυται! Και έπειτα πιάνουμε τα κανονικά μολύβια προσπαθώντας να σχηματίσουμε αυτά τα είκοσι τέσσερα μαγικά συμβολάκια που θα μας κάνουν να επικοινωνούμε τα συναισθήματά μας, να συνεννοούμαστε! Ένα κομματάκι ξύλο με μία μύτη στην άκρη φέρει την ευθύνη για ό,τι αριστούργημα έχει αποτυπώσει σ' ένα άλλο προϊόν του ξύλου, το χαρτί, ο ανθρώπινος νους, η ανθρώπινη καρδιά και ψυχή... Ένας ξυλοκόπος κόβει το δέντρο. Ένας οδηγός το μεταφέρει με το φορτηγό του. Ένας εργάτης και μια μηχανή του δίνουν την τελική μορφή του. Και εμείς χρειαζόμαστε απλώς μια ξύστρα για να του δίνουμε ξανά και ξανά ζωή...!


Το πιάνεις με το χέρι σου, ο κάθε άνθρωπος με το δικό του τρόπο, όπως έμαθε από μικρός, ξύνεις τη μύτη του, γράφεις, την ξύνεις ξανά και ξανά! Μέχρι να μην μπορείς να το πιάσεις και να το παρατήσεις. Να το πετάξεις αφού το ξεζούμισες, αφού ξεζούμισες την ψυχή και τη φαντασία σου... Ή καλύτερα μην το πετάξεις! Μάζεψε τα απομεινάρια του κόπου σου σε μια μολυβοθήκη! Είναι ένα εργαλείο τόσο απαραίτητο όσο τα εργαλεία που χτίζουν τον κόσμο, καλλιεργούν τη γη και δίνουν την τροφή... Είναι ένα εργαλείο που αποτυπώνει τη ζωή. Τις μικρές και μεγάλες ιστορίες των ανθρώπων. Και χωρίς αυτό δεν θα είχαν σωθεί οι χιλιάδες μύθοι και θρύλοι που μεταφέρονται από αιώνα σε αιώνα. Χωρίς αυτό δεν θα φέρναμε στα χείλη μας αρχαία ποιήματα και στίχους, παλιά τραγούδια και θεατρικά έργα, χιλιάδες σελίδες μυθιστορημάτων... Γιατί το μολύβι στην Ιστορία του ανθρώπου ήταν τόσο πολύτιμο όσο ήταν κάποτε το αλέτρι, η αξίνα, το κάρο... Γιατί το μολύβι ακόμα και τώρα είναι τόσο πολύτιμο όσο οι οθόνες αφής, οι τροχοί, οι μηχανές...