Πέμπτη, 27 Μαΐου 2021

Panini



Σε μια είσοδο πολυκατοικίας στην οδό Ηρώων Σκοπευτηρίου, στην Καισαριανή, το παιχνίδι με τα χαρτάκια άναβε! Ο μικρός Γ. χτυπούσε με το δάχτυλο το χαρτάκι του, έτσι ώστε να πάει πιο μακριά από αυτό που είχε πετάξει ο αντίπαλός του και να το κερδίσει! Αντάλλαζε ένα με ένα, ένα με πέντε, ανάλογα το πόσο σπάνιο ήταν! Αυτός ο Ιορντανέσκου του ΟΦΗ του έλειπε όλη την ποδοσφαιρική χρονιά! Κι αφού κατάφερε να τον βρει, του τον πήρε ένα καλοκαίρι απ' τα χέρια ο αέρας και τον βύθισε στο λιμανάκι της Παλαιοκαστρίτσας στην Κέρκυρα! Αντίθετα, την ομάδα του Απόλλωνα Αθηνών να ποζάρει με φόντο την υποτυπώδη σκεπαστή κερκίδα των «επισήμων» -τρομάρα να τους κάνει- την είχε τόσες φορές που την κόλλησε στη βιβλιοθήκη! Ίσως γι' αυτό την συμπάθησε κιόλας! Α! Υπήρχε και το παιχνίδι που το χαρτάκι χτυπούσε στον τοίχο κι έπρεπε να καπακώσει όσα ήταν ήδη κάτω ριγμένα! Αυτό πια ήταν πραγματική τέχνη! Κι αυτός ήταν ένας πραγματικός θρίαμβος, όταν κατάφερνε να καπαρώσει δυο, τρία ή τέσσερα μαζί! Οι πανηγυρισμοί ήταν ανάλογοι με την κατάκτηση του Κυπέλλου Κυπελλούχων!

Η μεγαλύτερη όμως αγωνία του ήταν όταν με το παιδικό χαρτζιλίκι έτρεχε στο περίπτερο να πάρει όσα περισσότερα φακελάκια μπορούσε! Και τι λαχτάρα ήταν αυτή όταν τα άνοιγε με την προσδοκία να μην βρει διπλά και τριπλά! Η χαρά έπαιρνε τη θέση της απογοήτευσης και ανάποδα ανάλογα τη σοδειά! Τα χαρτάκια με αστραπιαίες κινήσεις χωρίζονταν σ' αυτά που θα κολλιούνταν στο άλμπουμ, σ' αυτά που θα ανταλλάζονταν και σ' αυτά που θα παίζονταν στη γειτονιά! 

Ήταν ιερή η στιγμή που άνοιγε το άλμπουμ και κάλυπτε σιγά σιγά τα κενά! Παράλληλα όμως ήταν κι ένα ταξίδι στο χάρτη και τα χρώματα που αντιπροσώπευαν μια ολόκληρη πόλη, μια συνοικία, μια κωμόπολη. Φάτσες αστείες και μούρες χαμογελαστές, πρόσωπα σκληρά, φαγωμένο χορτάρι, τσιμεντένιες κερκίδες, επαρχιακές ομάδες να ποζάρουν στα «ξερά» της δεκαετίας του '80! Ακόμα και σήμερα κάποια ονόματα πετάγονται μπροστά του και τον «αναγκάζουν» να περιηγηθεί στο διαδίκτυο για να θυμηθεί την ιστορία τους! 

Υπήρχε όμως και η φωτεινή μεριά των άλμπουμ... Αυτή των ευρωπαϊκών και παγκόσμιων διοργανώσεων! Όσο φωτεινές θα μπορούσαν να είναι οι φάτσες των Αργεντινών, των Βραζιλιάνων, των Ιταλών και των Εγγλέζων... Όλων αυτών των τύπων με τα μουστάκια και τις χαίτες! Ήταν όμως μπροστά στην ελάχιστη εικόνα του εξωτερικού που υπήρχε τότε, ένα εξωτικό ταξίδι από τα ξερά και λασπωμένα γήπεδά μας σ' έναν άλλο κόσμο. Γι' αυτό και η λύσσα του μικρού Γ. να συμπληρώσει τα άλμπουμ μεγαλύτερη! Άλμπουμ πιο δυσεύρετα κι όχι δωρεάν παραχωρημένα στο ψιλικατζίδικο της γειτονιάς. Άγνωστο και ακατανόητο το γιατί! 

Τη μέρα λοιπόν που ξεκινούσε το μουντιάλ του 1986, αυτό ντε, «με το χέρι του Θεού», ήταν αδιαπραγμάτευτο  να μην ζητήσει ο Γ. από τον πατέρα του να πάνε με το αυτοκίνητο στον μεγάλο Prisunic Μαρινόπουλο να το πάρουν! Τα χαρτάκια είχαν γίνει στοίβα και περίμεναν να κολληθούν! Η στιγμή που σκύβει σ' ένα χαμηλό ράφι του σούπερ μάρκετ και πιάνει το πολυπόθητο άλμπουμ στα χέρια είναι ακόμα  χαραγμένη μέσα του... Και κάθε φορά, με αυτή την ανάμνηση, μια συγκίνηση τον πλημμυρίζει όταν ξεκινάει άλλο ένα μουντιάλ... Κι ας του είναι πια τελείως αδιάφορο...



Πέμπτη, 20 Μαΐου 2021

Το μαύρο πουλί



Ξημέρωνε Δευτέρα στη μικρή παραθαλάσσια πολιτεία. Έσβηνε σιγά σιγά ο φάρος που χρησίμευε και ως ρολόι στην άκρη της προβλήτας. Ένα μεγάλο μαύρο, παράξενο πουλί είχε μόλις κάνει τη στάση του στο πιο ψηλό του σημείο. Ίσως ήθελε να ζεσταθεί, να προστατευθεί από την πρωϊνή δροσιά κοντά στον φωτεινό ακόμα φάρο. Ίσως ν' αγναντέψει το πέλαγος που απλωνόταν μπροστά του.  

Ο πρώτος που το είδε ήταν ο καφετζής, που ετοίμαζε με ήρεμες κινήσεις το μαγαζί του για να υποδεχθεί τους λίγους πρωινούς του πελάτες, που θα έκαναν τη στάση τους για την τελετουργία του καφέ πριν την δουλειά. Τίποτα βιαστικό δεν συνέβαινε σ' αυτή τη μικρή και ήσυχη πολιτεία. Δεν έδωσε σημασία. Περνούσαν σμήνη από 'κει δύο φορές το χρόνο. Έκαναν μια στάση για λίγες μέρες. Μία την άνοιξη και μία το φθινόπωρο, όπως και τώρα, για να συνεχίσουν σε πιο νότια και ζεστά μέρη. Αυτό το πουλί όμως ήταν διαφορετικό. Πιο μεγάλο από τα συγκεκριμένα αποδημητικά, μαύρο με μια περίεργη γυαλάδα, Γεράκι δεν ήταν, σαν αυτά που πετούσαν στο βουνό που ήταν στην πλάτη της πολιτείας και την προστάτευε από τους άγριους βοριάδες το χειμώνα. Την έκλεινε στην αγκαλιά του και την άφηνε να κατρακυλά μέχρι τη θάλασσα. Απλώς την παρατηρούσε και τη χαιρόταν. Ήταν ο από βορρά φύλακάς της. Η θάλασσα, το παιχνίδι της και ο φύλακας της από το νότο. 

Ο φάρος έσβησε. Θα άναβε πάλι σε έντεκα ώρες...Το ρολόι όμως συνέχιζε τον αιώνιο κύκλο του, λεπτά, ώρες, όπως και ο χρόνος, μέρες, μήνες, χρόνια... Μαζί με το φάρο ήταν τα σύμβολα της πολιτείας. Μαζί, σ' ένα πανύψηλο κτίσμα στην άκρη της προβλήτας. Χτύπησε το ρολόι στις εφτά, στις οκτώ...στις τρεις. Το καφενεδάκι ετοιμαζόταν για το κλείσιμο. Αύριο πάλι. Το μαύρο πουλί όμως εκεί. Ακίνητο. Με τα μάτια του, αντί για το πέλαγος, στραμμένα στη μικρή πολιτεία. Χωρίς να ξέρει όμως κανείς, ούτε το ίδιο, τι ακριβώς κοιτάει. Ο καφετζής το σχολίασε. Το ίδιο κι οι περίεργοι που σκότωναν τις ώρες τους εκεί. Μέσα Οκτώβρη και το απόγευμα στη μικρή πολιτεία άρχιζε να γίνεται λίγο απόκοσμο. Το βουνό επιβλητικό, η θάλασσα να ριγά από το ελαφρό και ψυχρό πια αεράκι, ο ήλιος να είναι λιγότερο φωτεινός. Έτσι θα ήταν τους επόμενους μήνες, έως την επόμενη άνοιξη. Μικρή η πολιτεία, λίγος ο κόσμος, αδιαφορία και πλήξη. Όλα κυλούσαν σαν το ρολόι. Αργά, συγχρονισμένα, άχαρα. Τικ τακ, τικ τακ...Όλα βούλιαζαν σε μια αποχαυνωτική ηρεμία. Όπως ακριβώς χτυπούσε το κύμα αυτού του κλειστού κόλπου στην αμμουδερή παραλία δίπλα στο μικρό λιμανάκι της πολιτείας, δημιουργώντας έναν συνεχόμενο και ανεπαίσθητο φλοίσβο, έτσι και αυτή η κλειστή ζωή δεν επρόκειτο να έχει καμιά φορτούνα, κανένα κύμα. Η μέρα εναλλασσόταν με τη νύχτα όπως το κυματάκι σπάει στην παραλία και χάνεται τραβώντας πίσω για να έρθει το επόμενο.

Ξημέρωσε η επόμενη μέρα. Ο ήλιος άπλωσε το φως του από την πλευρά της θάλασσας. Το καφενεδάκι, οι πρώτοι εργάτες, η μυρωδιά των φούρνων. Το μαύρο πουλί εκεί. Πάνω στο φάρο-ρολόι να είναι στραμμένο, όχι προς τη θάλασσα, όχι προς τη φυγή στα ζεστά νότια μέρη αλλά προς τη μικρή πολιτεία. Κοιτάζει χωρίς να βλέπει τίποτα. Κοιτάει ίσια μπροστά, τι να σκέφτεται, αναρωτιέται ο καφετζής. Τι πουλί είναι αυτό; Τι μήνυμα μας φέρνει; Δεν είναι καλό σημάδι. Ταράζεται. Ένα περίεργο σούσουρο απλώνεται στην πολιτεία. Ο φάρος–ρολόι είναι το σύμβολο τους. Όλοι περνούν από 'κει να δουν το μαύρο πουλί με το λαμπερό μαύρο χρώμα. Μοιάζει να ψυχορραγεί ή όχι; Περνούν, κοιτούν, φεύγουν. Συνεχίζουν τη ζωή τους όπως κυλούν οι δείκτες του ρολογιού. Τικ τακ, τικ τακ. Κάποιοι μαθητές ρώτησαν τη δασκάλα τους τι είδους πουλί ήταν αυτό. Στη δημοτική βιβλιοθήκη ξεψάχνισαν τα αντίστοιχα βιβλία. Τηλεφώνησαν στην ορνιθολογική εταιρία. Τίποτα. Αχαρτογράφητα νερά. Σε λίγες μέρες ατόνησε το ενδιαφέρον τους, όπως, αν ακολουθήσουν το δρόμο όλων των κατοίκων της πολιτείας, θα ατονήσει σε λίγα χρόνια οποιοδήποτε ενδιαφέρον για τη ζωή. Μονότονη η πολιτεία, όσο μονότονη είναι η πορεία πάνω στα στρωμένα σίδερα που ακολουθεί το τρένο. Κρακ κρακ, κρακ κρακ, κρακ κρακ...

Το μαύρο πουλί εξακολουθούσε να στέκεται ακίνητο πάνω στο φάρο-ρολόι. Μέχρι που ένα πρωί, την ώρα που άρχιζε ν' αστράφτει ο ουρανός και να μπουμπουνίζει δυνατά, αναγκάζοντας τους κατοίκους να ξυπνήσουν απ' τον εξάμηνο λήθαργο της καλοκαιρινής ανομβρίας και να σηκώσουν τα κεφάλια τους στον ουρανό. Και σα να διάλεξε εκείνη τη στιγμή, το μαύρο πουλί άνοιξε τα φτερά του και πέταξε. Με εκείνες τις αρχοντικές κινήσεις που ένα μεγάλο πουλί ξέρει να γοητεύει τον ουρανό, να διεκδικεί το χώρο του στον απέραντο αυτό άυλο όγκο, να είναι κυρίαρχο και άξιο θαυμασμού ακόμα κι απ' τα πιο ψηλά δέντρα κι απ' τα πιο ψηλά αιωνόβια βουνά, από τα ηλεκτρισμένα σύννεφα που σκίζει με το πέταγμα του και τους ανθρώπους που είναι καθηλωμένοι στη γη ακόμα κι αν με τη μηχανή έφτασαν στο φεγγάρι... Άπλωσε τα φτερά του, τ' ανοιγόκλεισε μερικές φορές, έκανε ένα γύρο πάνω από την πολιτεία και κουρασμένο, έτσι φαινόταν, κάθισε στη νοτισμένη απ' τις ψιχάλες και το νερό της θάλασσας αμμουδερή παραλία λίγο πιο έξω από την πόλη.

Το νέο διαδόθηκε γρήγορα. Ένας ψαράς είδε το πουλί να ψυχορραγεί. Να είναι εξαντλημένο και ακίνητο. Ξαπλωμένο με το κεφάλι ακουμπισμένο στην άμμο και το ράμφος ν' ανοιγοκλείνει σα να προσπαθεί κάτι να πει. Να τους μεταφέρει ένα μήνυμα για όλα αυτά που βλέπει από εκεί ψηλά στα ταξίδια του... Οι ψιχάλες που ήταν πρόσκαιρες έδωσαν τη θέση τους σ' ένα ψυχρό αεράκι που μαζί με τον γκρίζο ουρανό έδιναν στο τοπίο μια απόκοσμη μορφή. Μια βαριά ησυχία απλωνόταν στην παραλία που ούτε ο ελάχιστος φλοίσβος της θάλασσας δεν τάραζε.

Γέροι, νέοι, γυναίκες με τα παιδιά τους στην αγκαλιά πήραν τον πλακόστρωτο δρόμο προς την παραλία για να δουν το απρόσμενο θέαμα που τάραξε τη νεκρή ζωή τους...

Αντίκρυσαν το μαύρο πουλί να πεθαίνει. Δεν καταλάβαιναν όμως ότι αυτό που αντίκρυζαν τόσο αδιάφορα και παγερά και που δεν έκαναν τίποτα για να το βοηθήσουν ήταν οι ίδιοι. Οι ίδιοι ήταν, ο ήδη νεκρός πλανήτης, το τελευταίο καμένο δέντρο, το τελευταίο δηλητηριασμένο ψάρι, το τελευταίο ανθρώπινο σώμα γεμάτο αρρώστιες, το ίδιο το απαξιωμένο τους ήθος, η νεκρή τους συνείδηση, ο ίδιος ο πλανήτης...

Γυρίζοντας πίσω στη μικρή τους πολιτεία, στα σπίτια τους, στο καφενείο, στο σχολείο και στις δουλείες τους, ρωτούσαν αδιάφορα ο ένας τον άλλον.

-Ήσουν στην παραλία;
-Ναι, ήμουν
-Είδες το πουλί;
-Ναι, το είδα...

Το ρολόι-φάρος, το σύμβολο τους, χτύπησε μεσάνυχτα...

Παρασκευή, 14 Μαΐου 2021

Έλλη Αλεξίου: Σκληροί αγώνες για μικρή ζωή




Στη δασκάλα μου...

Κάπου απροσδιόριστα, σε μια άκρη του μυαλού μου, ηχεί η φράση που κάποια στιγμή είπε η δασκάλα μου σε κάποια τάξη του δημοτικού, προφανώς διαβάζοντας στο αναγνωστικό κάποιο κείμενο της Έλλης Αλεξίου, «Η Έλλη Αλεξίου ήταν δασκάλα μου»! Τι θα μπορούσε στο παιδικό μου μυαλό να είχε πει αυτό τότε; Λογικά όχι κάτι σπουδαίο. Ποιος να ήταν όμως ο μηχανισμός που το εντύπωσε βαθιά και δεν το άφησε να χαθεί στο πέρασμα τόσων χρόνων; Σίγουρα δεν ξέρω. Και να που μερικές δεκαετίες μετά συναντήθηκα με τη δασκάλα της δασκάλας μου! Και θυμήθηκα την αναφορά στο πρόσωπό της!

Έχω μια καλή εικόνα γι' αυτήν. Θυμάμαι και τα πολλά καλά της και τα αρκετά στραβά της. Η κουλτούρα που προσπάθησε να δώσει στους μαθητές της πρέπει να ήταν πολύ έξω από τις νόρμες του σχολείου τότε... Και του τώρα φαντάζομαι. Οι γιορτές που οργάνωνε ήταν για το παιδικό μου μυαλό ολόκληρα ταξίδια στον κόσμο της εκάστοτε εποχής. Ακόμα δεν μπορώ να ξεχάσω τι γιορτή διοργάνωσε για την 17 Νοέμβρη του 1973! Άκουγα, άκουγα, άκουγα και μαγευόμουν. Μας διάβαζε ποιήματα, αποσπάσματα από βιβλία μαζί με τη δασκάλα ενός άλλου τμήματος. Μια νεκρική σιγή επικρατούσε στην τάξη. Το παιδικό μου μυαλό ταξίδευε στις ματωμένες εκείνες μέρες που μόλις είχα μάθει ότι υπήρχαν. Και μάλιστα πολύ λίγα χρόνια πριν. Γιορτές για την 28η Οκτωβρίου που ολονών οι παππούδες μας είχαν πολεμήσει, ιστορίες για την Κατοχή, τραγούδια, σχολικές γιορτές στο τέλος του χρόνου με ποιήματα του Ελύτη. Θυμάμαι όμως και τα στραβά της. Την αυστηρότητά της. Αδικαιολόγητη τουλάχιστον, για τη σημερινή εποχή, αλλά και για εκείνη την όχι και τόσο μακρινή. 

Η συνάντησή μου αυτή με τη δασκάλα της δασκάλας μου, ίσως να δικαιολογεί και την αυστηρότητά της. Ίσως οι σκληροί αγώνες για μικρή ζωή να εντυπώθηκαν στα χρωμοσώματα του κάθε παιδιού εκείνης της εποχής. Χρόνια που δύσκολα μπορεί να φανταστεί ο σύγχρονος άνθρωπος. Χρόνια όμως που μελετώντας τα καταλαβαίνεις και αποκτάς εικόνα για το πως φτάσαμε στο σήμερα, πως ζούμε, πως σκεφτόμαστε... Γιατί τίποτα δεν προέρχεται από παρθενογένεση και πόσο μάλλον ο τρόπος που σκέφτεται και συμπεριφέρεται η κάθε γενιά. Δικαιολογεί όμως και τον αγώνα της να μάθουμε γράμματα, όπως έλεγαν κι οι παλιοί. Γιατί σίγουρα είχε όλες αυτές τις συμμαθήτριες στο σχολείο θηλέων που φοιτούσε. 

Διάβασα λοιπόν για τον μικρό Φραντζέσκο, που η αδελφή του τον έπαιρνε μαζί της στο σχολείο, γιατί η μάνα ξενοδούλευε και άνοιξε η τύχη του όταν ντύθηκε με το ένα από τα τρία υφάσματα που χάρισε η σχολική επιτροπή στο σχολείο, την Βαγγέλιτσα που δεν τα κατάφερε και μικρή μικρή πήγε να δουλέψει στα καπνά, τα τρία αδέρφια του ορφανοτροφείου που βρήκαν στο πρόσωπο ενός δασκάλου και μιας δασκάλας τον πατέρα και τη μάνα που δεν είχαν, τον Δημητράκη, την Φρόσω, την Μαριγώ... Όλα τα παιδάκια που έδωσαν σκληρούς αγώνες στη σύντομη έως τότε ζωή τους, που άλλα τα κατάφεραν και άλλα όχι... 

Έλλη Αλεξίου
Σκληροί αγώνες για μικρή ζωή
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ


Σάββατο, 1 Μαΐου 2021

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ: ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ ΤΟΥ 1944




Καλότυχος και αβασίλευτος, εκείνος ο λαός που έχει έναν τέτοιο ποιητή πλάι του, έγραφε ο Τάσος Λειβαδίτης το 1965 για τον Κώστα Βάρναλη, με αφορμή την έκδοση της ποιητικής του συλλογής «ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΚΟΣΜΟΣ». Πιάνοντας στα χέρια μου αυτόν τον τόμο, δεν μπορούσα παρά να το διαπιστώσω. Πόσοι όμως άνθρωποι της εποχής μας θα έχουν αυτή την τύχη να τον συναντήσουν στο δρόμο τους και μέσα από τα ποιήματά του να απολαύσουν τον μοναδικό τρόπο που έγραφε και να δουν τη μαύρη συνέχεια αυτού του τόπου από τότε μέχρι τη σημερινή εποχή... Είναι σαν τίποτα να μην άλλαξε από τότε που διακόσια παλικάρια στήθηκαν στον τοίχο της ανταρτομάνας Καισαριανής... 


Πέσε στα γόνατα, προσκύνα το πανάγιο χώμα 
με την ψυχή κατάκορφα στον ουρανό υψωμένη,
όποιος και να σαι, όθε και να σαι κι ό,τι - άνθρωπος να σαι!
Πιότερο, αν είσαι του λαού ξώμαχος, χερομάχος,
φτωχόπαιδο, που αθέλητα σε βάλαν να καρφώσεις
τον αδερφό σου αντίκρα σου - με μάνα εσύ κι κείνος!
Ετούτ' η μάντρ' αγνάντια σου το σύνορο του κόσμου.
Σ' αφτήν απάνου βρόντηξεν ο Διγενής το Χάρο.
Είτανε πρώτη του Μαγιού, φως όλα μέσα κ' έξω
(έξω τα χρυσολούλουδα και μέσα η καλωσύνη)
που αράδιασε πα στο σοβά, πιστάγκωνα δεμένους
και θέρισε με μπαταριές οχτρούς ελληνομάχος,
όχι έναν, όχι δυό και τρείς, διακόσια παληκάρια.
Δεν ήρθαν μελλοθάνατοι με κλάμα και λαχτάρα,
μον' ήρθανε μελλόγαμπροι με χορό και τραγούδι.
Και πρώτος άρχος του χορού, δυό μπόγια πάνου απ' όλους
κι από το Χάρο τρεις φορές πιο πάνου ο Ναπολέος.
Κ' είναι από τότες Μάης εδώ, φως όλα μέσα κ' έξω.
Κόλλα τ' αφτί και την καρδιά στο ματωμένο χώμα.
Στον Κάτου Κόσμο τραγουδάνε πάντα και χορέβουν
κι αν κάπου ανάκουστος καημός θολώνει τη λαλιά τους,
δεν είναι που τη μάνα τους τη μάβρη ανανογιούνται
παρά που τους προδώσαν απορίματα δικά μας.
Κι αν πέσανε για το λαό, νικήσαν οι προδότες,
που τώρα εδώ κατάχρυσοι περνούν και μαγαρίζουν,
και τώρα πιο τους μάχονται και τους ξανασκοτώνουν!
Σιχαίνεσαι τους ζωντανούς; Μην κλαις τους σκοτωμένους!
Απ' τα ιερά τους κόκκαλα, πρώτη του Μάη και πάλι,
θα ξεπηδήσει ο καθαρμός κ' η λεφτεριά του ανθρώπου.
Κ' είναι χιλιάδες στην Ελλάδα όμοιοι Πανάγιοι Τάφοι.

[Το ποίημα μεταφέρθηκε στο μονοτονικό σύστημα διατηρώντας την ορθογραφία του πρωτότυπου]