Παρασκευή, 27 Αυγούστου 2021

Τα δύο κυπαρίσσια...




Στην Κατερίνα... 

Είναι δύο. Σχεδόν σιαμαία. Έχουν στόχο τους τον ουρανό. Μεγαλώνουν δίπλα δίπλα. Ψηλώνουν. Είναι ευθυτενή. Οι κορμοί τους κρύβονται στο βαθύ πράσινό τους φύλλωμα. Είναι διακριτικοί στα βλέμματα των περαστικών. Απόψε είναι ακίνητα. Άλλες φορές είναι αεικίνητα. Ο αέρας τα κάνει να χορεύουν ένα όμορφο βαλσάκι αγκαλιασμένα. Το δοτικό χέρι που τα φύτεψε δεν υπάρχει πια. Με τη γενναιοδωρία του χάρισε στα μάτια μας ένα πολύτιμο δώρο. Στέριωσαν γερά. Τους έδωσε κι από δύο ονόματα. Ίσως των παιδιών του. Τα κράτησε μυστικά όμως σε εμάς τους ξένους. Τα δύο σχεδόν σιαμαία αδέρφια πάντα μαζί. Στον ήλιο και στη βροχή. Στον αέρα, στη ζέστη, στο κρύο. Μαζί αναστήθηκαν. Όπως μαζί ανασταίνονται κι οι δυο αυτοί άνθρωποι, που απόψε τα χαζεύουν και χορεύουν το βαλσάκι της ζωής τους, σαν τα δύο σιαμαία κυπαρίσσια, στη δύσκολη ανηφόρα της ζωής...




Σάββατο, 21 Αυγούστου 2021

Ζωρζ Σιμενόν: ο Μαιγκρέ και η νεκρή κοπέλα.




Πάντα  αυτός ο Σιμενόν... Ο Ζωρζ Σιμενόν. Ο επιθεωρητής του, ο Μαιγκρέ! Ή, τα "σκληρά μυθιστορήματα" του...

Κι όταν τα μάτια σου κυλήσουν στις πρώτες γραμμές νιώθεις ένα χέρι να σου σφίγγει το λαιμό και να μην μπορείς να πάρεις ανάσα... 

Η ατμόσφαιρα, οι χαρακτήρες και  το ψυχογράφημά τους, τα μπαρ, οι κουζίνες των σπιτιών, η ζέστη που εκπέμπουν οι σόμπες και τα τζάκια με τα ξύλα. Η βροχή, η ατελείωτη βροχή. Γνήσια όμως πάντα... Αυθεντικά, από τον πρωτομάστορα του είδους... 

Και φυσικά μετά η υπόθεση. Είτε του  επιθεωρητή, είτε του απελπισμένου χαρακτήρα του "σκληρού μυθιστορήματος", έτσι όπως του άρεσε να τα ονομάζει. Αμφιλεγόμενη προσωπικότητα ο ίδιος ο συγγραφέας, γνώστης της κακόφημης ζωής, έγραψε γι' αυτήν.

Στο "Ο Μαιγκρέ και η νεκρή κοπέλα", ο επιθεωρητής, για μια ακόμα φορά, προσπαθεί να μάθει τα πάντα για το θύμα. Για τη ζωή της, τα παιδικά της χρόνια, για τη μητέρα και τον πατέρα της. Όλη η αφετηρία για την εξιχνίαση των υποθέσεων του είναι η ζωή των θυμάτων. Μέσα σε αυτό το ατελείωτο πήγαινε έλα της ζωής της, ψάχνει την άκρη του μίτου. Πλούσιοι, μικροαστοί, "παράνομοι", τζογαδόροι, ταπεινοί, επαρμένοι συνθέτουν το μωσαϊκό των ανθρώπων... 

Κακόφημα μπαρ, βρεγμένοι δρόμοι, λιθοστρωτά σκοτεινά σοκάκια, μίζερα μικροαστικά σπίτια, γραφεία θυρωρών πολύ κατοικιών συνθέτουν το μωσαϊκό των τόπων...

Και όπως πάντα το αλκοόλ... 

Κι η κυρία Μαιγκρέ πάντα να περιμένει χωρίς να απαρνείται και να διαμαρτύρεται για τον τρίτο ρόλο που της επιφυλάσσει η πένα του συγγραφέα...

Στα βιβλία του Σιμενόν, η υπόθεση πάντα σε παρασύρει  στο να οδηγείσαι απ' τη μια σελίδα στην άλλη με σπασμένα φρένα και η ατμόσφαιρα και οι χαρακτήρες, ιδιαίτερα των σκληρών μυθιστορημάτων, να σε κάνουν να θες να ουρλιάξεις για να τους προειδοποιήσεις ότι βαδίζουν με κλειστά τα μάτια προς το γκρεμό... 

Αν αυτοί οι δύο παράμετροι σε μαγέψουν, όπως τον μεγάλο Luis Sepulveda, που ονειρευόταν να αποκλειστεί έναν ολόκληρο χειμώνα στην Παταγονία μ' ένα βαρελάκι κονιάκ και τ' απαντά του Σιμενόν, τότε φίλη αναγνώστρια και φίλε αναγνώστη, καλό ταξίδι στο Σιμενονικό σύμπαν... Ένα σύμπαν που αποτελείται από εκατοντάδες αστέρια κι έναν ολόκληρο γαλαξία "τρέλας"... 

Ζωρζ Σιμενόν,  Ο Μαιγκρέ και η νεκρή κοπέλα, εκδόσεις ΑΓΡΑ, μετάφραση Αργυρώ Μακάρωφ.




Δευτέρα, 16 Αυγούστου 2021

Η γη είναι στρογγυλή...




Η γη είναι στρογγυλή, φώναζε και ξαναφώναζε ενώ κατέβαινε την οδό Ζωοδόχου Πηγής στα Εξάρχεια! Δεν θα με τρελάνετε εσείς! Η γη είναι στρογγυλή! Η ζέστη ήταν αφόρητη και εύλογα θα νόμιζε κανείς ότι τον βάρεσε στο κεφάλι! Βέβαια, αυτά τα φαινόμενα κάθε Αύγουστο στο κέντρο της πόλης κάθε άλλο παρά άγνωστα είναι σε όσους δεν την εγκαταλείπουν ποτέ! Μέσα σε αυτό το κρίσιμο διάστημα διάφορες φιγούρες της επανεμφανίζονται μετά την καλά κρυμμένη τους λούφα μέσα στο χαώδες αυτό πήγαινε έλα του χειμώνα.

Αυτός όμως ήταν άγνωστος στους αυγουστοθαμώνες αυτού του καφενείου στο κέντρο της Αθήνας! Κάτασπροι όλοι, μιας και τις ώρες της μεγάλης ζέστης ήταν κλεισμένοι σπίτια τους, έβγαιναν σιγά σιγά κι έπιαναν στασίδι στα τραπέζια. Σε κάθε ένα από αυτά κι ένας!  Όλοι γύρισαν και κοίταξαν τον τύπο που μέσα στη μέση του έρημου δρόμου ημίγυμνος βρισκόταν σε παραλήρημα. 

-Ρε φίλε, τι έπαθες, είπε ένας ηλικιωμένος γκριζομάλλης

-Τι θες ρε; Άσε με! Μη μου πεις ότι κι εσύ πιστεύεις ότι η γη είναι επίπεδη;

-Γιατί να το πιστέψω ρε φίλε;, είπε διστακτικά, σημάδι ότι το πίστευε...

-Γιατί το λένε οι τοίχοι!

Ένα σούσουρο απλώθηκε στο καφενείο! Επιτέλους η αυγουστιάτικη μιζερίτσα στην πόλη ταρακουνιέται!

-Ρε φίλε, πετάχτηκε ένας άλλος, μιλάνε οι τοίχοι; Δεν πας να βρέξεις λίγο το κεφάλι σου; Έλα να σε κεράσω μια μπύρα!

Ο τύπος πήγε μέχρι τη γωνία, έσκισε με μανία κάτι πολύχρωμες αφίσες, πέρασε απέναντι στο πεζοδρόμιο του καφενείου και εξαγριωμένος κόλλησε τη μούρη του στη μούρη του άλλου δείχνοντας του τα απομεινάρια του χαρτιού.

-Δεν μιλάνε ρε; Δεν μιλάνε; Δεν γράφουν ότι η γη είναι επίπεδη;

Όντως, τον τελευταίο ενάμιση χρόνο οι τοίχοι έγραφαν ότι η γη είναι επίπεδη. Τέτοια ήταν η σιγουριά που εξέπεμπαν, που ακόμα και λογικοί άνθρωποι έχαναν τα λογικά τους. Περπατούσαν και παραμιλούσαν. Γίνονταν γεωγράφοι και γεωλόγοι. Ειδικοί στα κοιτάσματα και τις θάλασσες  Εξηγούσαν φαινόμενα και φαινόμενα. Έσκυβαν και ακουμπούσαν το αυτί τους στη γη να την αφουγκραστούν. Τα έβαζαν με όποιον δεν τους πίστευε. Αλλά πάνω από όλα είχαν το δίκιο με το μέρος τους! Αμφισβητούσαν ακόμα κι αυτόν τον αναρχικό  γεωγράφο,  τον γερό Κροπότκιν, που λογικά θα τον είχαν ίσως κάπου λίγο ακουστά. Ίσως σε κάποιο ρολάρισμα, scroll down καλύτερα για να μην παρεξηγούμαστε κι είμαστε ντεμοντέ.

Οι θαμώνες του καφενείου, κλασικοί ξερόλες, συζητούσαν κι αυτοί το ενδεχόμενο να είναι η γη επίπεδη. Και μάλιστα εξαγριώνονταν σε οποιαδήποτε γνώμη συμβάδιζε με τη λογική. Όχι όλοι. Οι μεσήλικες, οι κατασταλαγμένοι αυτοί γίγαντες της ζωής, είχαν το προβάδισμα! Είχαν πάρει τα ηνία του "αντιστρογγυλού" αγώνα όπως τον ονόμαζαν!  

-Μιλάνε φίλε, μιλάνε! Έχεις δίκιο, του είπε για να τον ξεφορτωθεί! 

Ώρα ήταν τώρα να μπλέξει με κανέναν ορθολογιστή που πιστεύει ότι η γη είναι στρογγυλή! Φτου φτου! Μακριά απ' αυτόν! Αυτός ήταν ενας καθαρόαιμος "αντιστρογγυλός" αγωνιστής! Σαν αυτούς τους φωστήρες του αντιεμβολιαστικού αγώνα αρκετά χρόνια πριν....

Διαβάστε ακομα:


Πέμπτη, 12 Αυγούστου 2021

Στρατής Δούκας: Οδοιπόρος



Γαλήνη... Αυτό ήταν το συναίσθημα που με κατέκλυσε από τις πρώτες κιόλας γραμμές του "Οδοιπόρου" του Στρατή Δούκα. Είχε προηγηθεί η  "γνωριμία" μου μαζί του, μέσω του εμβληματικού έργου της Νεοελληνικής λογοτεχνίας, "Η ιστορία ενός αιχμαλώτου". Έργο αφιερωμένο στην πρώτη του έκδοση "στα κοινά μαρτύρια του ελληνικού και του τουρκικού λαού".

Το περιεχόμενο το ίδιο του "Οδοιπόρου" θα μπορούσε και ν' αφήσει αδιάφορο τον αναγνώστη και την αναγνώστρια. Γιατί η γλώσσα που στήνει πανηγύρι δεν αφήνει περιθώριο να σκεφτείς και πολλά! Ο συστηματικός αναγνώστης της λογοτεχνίας εκείνης της περιόδου γνωρίζει τις συνθήκες ζωής, τα βάσανα και τη φτώχεια του λαού μας. Τον καθημερινό του αγώνα για το ψωμί. Έβγαλα και του 'δωσα ένα τάληρο. "Φράγκο είναι;" Δεν ξέρουν από λεφτά. Ρογιάζονται (νοιάζονται) για το ταγίνι (τροφή) κι ένα ζευγάρι ποδώματα (παπούτσια). [απόσπασμα από το βιβλίο]

Η γλώσσα λοιπόν, η γλώσσα! Η ντοπιολαλιά από τα μέρη που πέρασε ο "Οδοιπόρος", η μαγική εικόνα που μας δίνει μέσω αυτής, το ξύπνημα των αναμνήσεων, όσων είχαμε γιαγιάδες και παππούδες σε επαρχιακά μέρη και θυμόμαστε το λεξιλόγιο και την προφορά τους, κάνουν θαυμαστό ταξίδι αυτό το βιβλίο. Όλα τ' αλλά μένουν πίσω... Είναι η καλύτερη γιορτή του λόγου... Είναι η γαλήνη... Κι αν τύχει φίλη αναγνώστρια και φίλε αναγνώστη και το διαβάσεις σε κάποια εξόρμησή σου στην εξοχή, τότε, θα είσαι ακόμα πιο τυχερός... Αν το διαβάσεις στην πόλη, κλείσε οθόνες, κατέβασε ήχους και αφιέρωσέ του ένα χειμωνιάτικο βράδυ... Οδοιπόρησε μαζί του στις ομορφιές των βουνών που περιγράφει... Εσύ, αυτό και τα λόγια του... 

Στρατής Δούκας, Οδοιπόρος, εκδόσεις Κέδρος.

Παρασκευή, 6 Αυγούστου 2021

"Χρυσό μου αγόρι... "











Στη μνήμη της γιαγιάς μου Σωτηρίας... 

Και τη Δάφνη, τον Χολ και τον Κώστα, την όμορφη παρέα του ταξιδιού...


Οι δύο μηχανές, με τους τρεις φίλους και τη μία φίλη, άφηναν με γρήγορη ταχύτητα το εξοχικό σπίτι των αυστριακών Άλπεων που τους φιλοξένησε για λίγες μέρες με κατεύθυνση το Σάλτσμπουργκ! Η γιαγιά που έμενε στο ισόγειο τους αποχαιρέτησε δίνοντας τους λίγα φρούτα από το περιβόλι της. Ο δρόμος που διέσχιζε μια πεδιάδα ανάμεσα σε κατάφυτα βουνά με έλατα έδινε την ευκαιρία στον συνοδηγό να χαζεύει τη διαδρομή και να σκεφτεί τη δική του εν ζωή γιαγιά. Αυτές οι δύο γυναίκες έζησαν τα ίδια ταραγμένα χρόνια, Σε δύο διαφορετικές χώρες. Η αυστριακή γιαγιά άραγε θα υπέφερε την πείνα, την αγωνία, το θάνατο και τον πόλεμο όμοια με τη δική του γιαγιά; 

Ήταν 6 Αυγούστου 2008. Αυτός αν και δεν πίστευε σε θρησκείες και χριστιανικές γιορτές, αν και απέφευγε τέτοιου είδους ευχές, κάθε χρόνο τέτοια μέρα της τηλεφωνούσε από τα πιο απίθανα μέρη που βρισκόταν για διακοπές! Από κάτι απομακρυσμένα νησιά συνήθως! Και πάντα της έλεγε μετά τις ευχές που την έκαναν να κλαίει, «Γιαγιά είμαι στο τάδε μέρος, το ξέρεις;». Φυσικά και δεν ήξερε κανένα απολύτως μέρος από όλα αυτά, οπότε αναγκαζόταν να της εξηγήσει που περίπου ήταν στο χάρτη της χώρας! Η γιαγιά του ήταν η κανονική γιαγιά εκείνης της εποχής που ήξερε μόνο τη χρονιά που είχε γεννηθεί (1920), ζούσε στο ίδιο μέρος μια ζωή κι επισκεπτόταν την Αθήνα με τα χίλια ζόρια κάθε Χριστούγεννα μετά από τις έξαλλες διαμαρτυρίες και τα παρακάλια των εγγονιών της! 

Έτσι λοιπόν κι εκείνη την έκτη Αυγούστου, από ένα πάρκινγκ που έκαναν στάση οι τρεις φίλοι και η μία φίλη κοντά στο Σάλτσμπουργκ που ήταν ο επόμενος προορισμός εκείνου του ταξιδιού, της τηλεφώνησε!

-Γιαγιά!

Αμέσως τον κατάλαβε!

-Χρυσό μου αγόρι!

Στο «χρυσό μου αγόρι» λύγισε... Της είπε χρόνια πολλά κι η γιαγιά όπως κάθε φορά που την έπαιρνε τηλέφωνο έκλαιγε από συγκίνηση... Φυσικά στη συνέχεια ο διάλογος πήρε πάλι τη συνηθισμένη εκτοαυγουστιάτικη τροπή! Της είπε ότι ήταν στην Αυστρία!

-Ξέρεις που είναι γιαγιά; 

-Όχι!

Έλα ντε! Τι της έλεγε!

-Μια χώρα δίπλα στη Γερμανία! 

Η λέξη Γερμανία μπορεί και να μην της πολυάρεσε... Του είχε διηγηθεί άσχημες ιστορίες για ανθρώπους που είχε δει κρεμασμένους στη γειτονιά της όταν ήταν είκοσι κάτι χρονών κορίτσι...

Όση ώρα συζητούσαν το μυαλό του είχε κολλήσει εκεί... Στο «Χρυσό μου αγόρι»... Κι όταν το τηλεφώνημα τελείωσε και πλησίασε τους φίλους του προσπάθησε να κρύψει τη συγκίνησή του... Να το κατάφερε άραγε; Μάλλον...

Ανέβηκαν στις μηχανές. Σε μία ώρα θα έφταναν. Αλλά όλη αυτή την ώρα το υπέροχο τοπίο είχε σβήσει, τα έλατα έπαιρναν τη μορφή του μοσχομυριστού από τους φυτεμένους δυόσμους περιβολιού της γιαγιάς του, στα σύγχρονα σπίτια έβλεπε το φτωχικό αλλά όμορφο σπίτι με την τσίγκινη στέγη που έχτισε δωμάτιο δωμάτιο ο παππούς κι ο προπάππους του, στον τέλεια ασφαλτοστρωμένο δρόμο το μικρό χωμάτινο στενάκι που τα καλοκαίρια έπαιζε και στις επιβλητικές εισόδους των σπιτιών την ταπεινή αλλά τόσο όμορφη γκρι εξώπορτα με τα δυο σκαλάκια που καθόταν η γιαγιά του τα βράδια και μιλούσε με τις γειτόνισσες της...

Και η φωνή της να του λέει «Χρυσό μου αγόρι» στριφογύριζε στο κεφάλι του κι έκανε το τοπίο θολό... Ευτυχώς που φορούσε κράνος κι ένιωθε λες και ήταν σ' ένα απομονωμένο και προστατευμένο ενυδρείο... Από αυτό το περιβάλλον ξεχύθηκαν αργότερα το ίδιο βράδυ στο χαρτί αυτά τα λίγα λόγια... Κι αφού δεν της τα έδειξε ποτέ της τα αφήνει εδώ τώρα... 

«Χρυσό μου αγόρι», 
μου είπε
αυτή που μ' αγαπάει τόσο, 
κι εγώ που την αγαπώ
έκλαψα·
αυτή
που όταν μπορούσα εύκολα να σπάσω
-μια σταλιά ήμουν, 
ένα εύθραυστο πλάσμα-
με πρόσεχε.
Ένα ολόκληρο καλοκαίρι
ήμουν δικός της,
το τέταρτο παιδί της.
Και μ' έβλεπε αργότερα να μεγαλώνω, λίγες φορές το χρόνο, 
τους κρύους χειμώνες 
και τα ζεστά καλοκαίρια.
Αυτή η μία και μοναδική...