Κυριακή, 17 Οκτωβρίου 2021

Η αυλή...



Και πάλι στον Γ. Σεραφίνο...


Κάθονταν στην αυλή. Για την ακρίβεια στο ταβερνάκι που φιλοξενούσε η παλιά αυτή η αυλή του κέντρου της Αθήνας στου Ψυρρή. Απολάμβαναν τη σκουρόχρωμη βαρελίσια ρετσίνα και χάζευαν τα δωμάτια, όμοια με αυτά, που τόσες φορές είχαν δει μικροί στις ταινίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου. Ήταν τόσο στενή, που ο σερβιτόρος, πραγματικός σωσίας του ηθοποιού Στιβ Μακ Κουίν, ίσα που χωρούσε να κάνει το νευρικό του πέρασμα για να σερβίρει τους μεζέδες. Οι συναντήσεις τους σε καφενεία, όπως άλλωστε και οι περιπλανήσεις τους - ντεριβέ τις ονόμαζαν έτσι για να θυμηθούν τα αφελή καταστασιακά διαβάσματά τους πιτσιρικάδες - πάντα εκτός από πολιτική, η συζήτηση εκτεινόταν ακόμα πιο πολύ στη λογοτεχνία. Ήταν η κοινή τους αγάπη! Αμετανόητοι αναγνώστες! Πλάταιναν συνεχώς τους ορίζοντες τους παρακινώντας ο ένας τον άλλο! Πόσες φορές ήταν που, χαμογελώντας συνωμοτικά, άνοιγαν με τρόπο την τσάντα τους και έβγαζαν ένα μικρό εξαντλημένο θησαυρό, ένα διαμαντάκι που είχε παραπέσει σ' ένα σκονισμένο πάγκο ενός παλαιοβιβλιοπωλείου και μοιράζονταν τη χαρά τους! Το ίδιο και με αυτά που έγραφαν. Με την ίδια αγωνία περίμεναν την απόκριση του φίλου τους! 

Χαζεύοντας λοιπόν την αυλή που κάθονταν, ο Γ. Σεραφίνος, που πρώτη φορά την επισκεπτόταν, μ' ένα χαμόγελο μέχρι τ' αυτιά από τα τραγούδια που άκουγε κι από τη γλυκιά ρετσίνα, θυμήθηκε την αυλή που γεννήθηκε και έζησε μέχρι τα είκοσι πέντε του χρόνια ο μεγάλος στιχουργός της φτωχολογιάς. Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος! Τους ήρθαν στο νου λοιπόν, τα δύο από τα πιο χαρακτηριστικά βιβλία για τη δεκαετία του '40 και τη ζωή του βασανισμένου λαού στο κέντρο της Αθήνας. «Τους παλιούς συμμαθητές και τον γλεντζέ που πίνει γάλα»... Κι όλα αυτά, με αφορμή την αυλή που έτρωγαν κι έπιναν, ενώ το βλέμμα και η φαντασία τους περιπλανιόταν στα καμιά δεκαπεντάρια δωματιάκια που μέσα τους πόνεσε και μάτωσε η φτωχολογιά... Μεταφέρθηκαν στην οδό Φωκαίας 18 στην πλατεία Κυριακού, που δουλικά ονομάστηκε πλατεία Βικτωρίας για να τιμήσει μια κάποια βασίλισσα της Αγγλίας, στην αυλή και στη γειτονιά που τόσο τραγουδήθηκε από τους στίχους του και διαβάστηκε μέσα από αυτά τα δύο ονειρικά του βιβλία... 

Αργότερα, γυρίζοντας σπίτι, θα άνοιγαν κι οι δύο την εισαγωγή του Αντώνη Σαμαράκη στο ένα από τα δύο βιβλία. Η αυλόπορτα της οδού Φωκαίας 18 άνοιγε δειλά δειλά...


Τον είχε βάλει στη σκάφη η μάνα του, να πάει καθαρός αύριο πρωί στην εκκλησία.

«Σιγά ρε μάνα, σιγά. Με το μαλακό. Εντάξει, είπαμε μα μπω πρωί πρωί στη σκάφη να μου ρίχνεις με την κατσαρόλα ζεστό νερό να πλυθώ αλλά όχι κι έτσι. Εσύ το ρίχνεις καυτό, με ζεμάτισες, γαμώτο!»

Του δίνει δυο γερές στον κώλο, του χώνει και μια τσιμπιά, μα τι τσιμπιά! Αρχίζει, λοιπόν. και αυτός, τσίτσιδος, να σουτάρει στη σκάφη ένα, δύο, τρία, τέσσερα σουτ, συρτά, γωνιακά. Πάει το νερό, «πλάτσα πλούτσα» χύνεται όλο έξω, μούσκεμα το σαρακοφαγωμένο ξύλινο πάτωμα. όλα αυτά στο ένα και μόνο δωματιάκι στη μικρή αυλή. άλλα εφτά δωμάτια γύρω γύρω, άλλες εφτά οικογένειες - η δική τους: ο Παναγιώτης, ο πατέρας, η Λίζα, η μάνα, ο Γιάννης. ο τέσσερα χρόνια μικρότερος αδερφός του και ο ίδιος.

Βέβαια, το δωμάτιο τους με την πόρτα ανοιχτή και τα άλλα δωμάτια σχεδόν πάντα το ίδιο. Το θεατράκι της αυλής είναι γεμάτο μέρα νύχτα, θεατές και ακροατές. Τα πάντα παίζονται δημόσια· ε, είναι και κάτι ώρες, εννοείται, ιδιαίτερες, που λένε· αλλάζει τότε το σκηνικό. Ειδάλλως, πόρτες και καρδιές ανοιχτές. [...]

Φωκαίας 18, εκεί που γεννήθηκε κι έζησε ως τα είκοσι πέντε του χρόνια. Σ' αυτόν το μικρό, στενό δρόμο που πιάνει από την Αριστοτέλους και τερματίζει στην Αλκιβιάδου. Δυο βήματα από την αρχή της Φωκαίας είναι η πλατεία Κυριακού, όπως λεγόταν τότε αυτή η όμορφη πλατεία της Αθήνας - αργότερα, μετονομάστηκε σε πλατεία Βικτωρίας για να τιμηθεί η εν λόγω βασίλισσα της Αγγλίας, παρόλο που δεν είχε καμιά σχέση με την Ελλάδα. Φωκαίας 18. Μια ψυχρή, απρόσωπη πολυκατοικία υψώνεται τώρα, πάει πια εκείνην η τόσο ζεστή ανθρώπινη, πού ανθρώπινη αυλή. Μονάχα στον ακάλυπτο χώρο πίσω από το υπόγειο μια μικρή αυλή, τρία επί τρία. Και πάνω από την αυλή, ο κοφτός αμείλικτος τοίχος της αντικρινής πολυκατοικίας. Μα, καλά, πως τα ήξερε όλα αυτά, αφού τόσα χρόνια έμενε αλλού, στην άλλη άκρη της Αθήνας; Ας είναι καλά ο Νησιώτης, ο παλιός συμμαθητής του στο Γυμνάσιο, το Β' Αρρένων Αθηνών, Χέυδεν και Αχαρνών. Πάτος στα μαθήματα ο Νησιώτης, πρώτος, όμως, στο μάθημα της μπάλας. Έξω αριστερά έπαιζε. [...]

Η αποστολή του ήταν να περνάει από την πολυκατοικία τουλάχιστον δυο φορές την εβδομάδα, μη δει και νοικιάζεται ή πωλείται κανένα διαμέρισμα. Γιατί είχε το σχέδιο του: να ξαναμπεί επιτέλους στον ίδιο χώρο που γεννήθηκε κι έζησε τόσα χρόνια, χώρο αλλιώτικο πια, αλλά εκεί θα ξαναγινόταν παιδί, θα ξανάβρισκε το παιδί που είχε πάντα μείνει.

Η Ραία, η Υακίνθη, ο Νότης, ο γιος του από τον πρώτο του γάμο με τη Μάιρα, δεν είχαν ιδέα για το σχέδιο του. Μονάχα ο ίδιος θα πήγαινε στο κρησφύγετο του [...]

Οπότε, του τηλεφωνεί ένα απόγευμα ο Νησιώτης. « Επείγον, πρέπει να σε δω τώρα, σε περιμένω στο γνωστό καφενείο». Λοιπόν, θρίαμβος, νοικιάζεται για ένα χρόνο το υπόγειο, ένα δωμάτιο, χολ, μπάνιο, κουζινίτσα και μικρή αυλή δική του στον ακάλυπτο, δική του αποκλειστικά. Α, η είσοδος επί της Φωκαίας, ώστε κατευθείαν μέσα.

Πρεμιέρα απόψε. Η καρδιά του φτεροκοπάει από τη συγκίνηση. Δεν το πιστεύει ακόμα,

Το δωμάτιο δεν είναι τώρα άδειο, γεμίζει σιγά σιγάμε τις μνήμες από τα ωραία εκείνα χρόνια που ήταν παιδί. Την πόρτα που βγάζει στην αυλή την έχει βαφτίσει: «Εξώθυρα προς τη Φωκαίας». Στο τοίχο αριστερά, ψηλά, γράφει με μπικ:« Εδώ είναι η κληματαριά». Στο δεξί τοίχο, χαμηλά, γράφει<ς « Εδώ είναι η βρύση». Ολόγυρα του, τον περικυκλώνουν, αυτοί που έφυγαν από τούτη την άπονη ζωή.

Μια συγκίνηση κατέκλυσε τους δύο αναγνώστες. Έφταιγε η ρετσίνα; Έφταιγαν οι θύμισες που τους κατέκλυσαν για άλλη μια φορά διαβάζοντας την εισαγωγή αυτού του βιβλίου; Το όμορφο ήταν ότι σε αυτή την συνάντηση τους θυμήθηκαν αυτά τα δύο διαμαντάκια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Την ιστορία νεοελληνικής ζωής...

[Το απόσπασμα με τα πλάγια γράμματα είναι από την εισαγωγή του βιβλίου του Λευτέρη Παπαδόπουλου «Είναι γλεντζές, πίνει γάλα», μια συνέχεια του βιβλίου του ίδιου « Οι παλιοί συμμαθητές», που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Καστανιώτη και αξίζουν να διαβαστούν!]

Δευτέρα, 4 Οκτωβρίου 2021

Οι, δυστυχώς, πάντα επίκαιροι «Μοιραίοι» του μπάρμπα Κώστα Βάρναλη είναι ακόμα εδώ...




Κάποτε ο ποιητής της εργατιάς είχε λάβει μια επιστολή από ένα νέο της εποχής, τριάντα οκτώ χρόνια μετά την κυκλοφορία του ποιήματος «ΟΙ ΜΟΙΡΑΙΟΙ». Μέσα στο νεανικό ενθουσιασμό του, ο άγνωστος αυτός επιστολογράφος, ανάμεσα σε άλλα του έγραφε με θάρρος τη γνώμη του για τους Μοιραίους.

Θα θελα ακόμα να λεγα κάτι και για τους «Μοιραίους» σου, που είναι μοιραίο - να μην είναι πια μοιραίοι. Χρειάζονται μιαν αναθεώρηση. Ξεπεραστήκανε πια. 

Δεν πίνουνε πια κάθε βράδυ στην ταβέρνα, γιατί δεν έχουν . Κ' η λατέρνα δε στριγγλίζει πια, γιατί την έδιωξε το αφηνιασμένο ραδιόφωνο. Ο γιος  του Μάζη μπορεί να ναι ακόμα στο Παλαμήσι, αλλά μπορεί να ναι και στον Άη Στράτη, ενώ η κόρη του Γιάβη δεν αποκλείεται να παραθερίζει ... στο Τρίκερι. Κ' ύστερα οι Μοιραίοι δε θα λέγανε σήμερα ότι «φταίει ο Θεός, το κεφάλι το κακό τους ή πρώτα απ' όλα το κρασί» Τώρα ξέρουνε πολύ καλά ποιος φταίει. Μόνο που δεν το λένε φωναχτά. Και λιγ' είναι εκείνοι, που «δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα προσμένουν, ίσως κάποιο θάμα». Πολλοί απ' αυτούς τα παίξαν ούλα, χάσανε και τώρα αναπαύονται για πάντα!...

Να χω άραγε δίκιο;

Από τότε πέρασαν κι άλλα τόσα κι ακόμα πιο πολλά χρόνια. Αλλά το εμβληματικό αυτό νεοελληνικό ποίημα εξακολουθεί να είναι δυστυχώς πάντα επίκαιρο. Όσες δεκάδες χρόνια κι αν έχουν κυλήσει από τότε που γράφτηκε... Επίκαιρο, όσο η μοιρολατρία, όσο οι κοιμισμένες συνειδήσεις, όσο το φταίει το ζαβό το ριζικό μας, θα κυριαρχούν στη συνείδηση του ανθρώπου. Όχι όμως οποιουδήποτε ανθρώπου. Αυτού όμως που πέφτει παντού και πάντα θύμα εκμετάλλευσης, αυτού που σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα όπου μας εύρει μας πατεί...  

Ο ποιητής, ανταποκρίθηκε σε αυτή την όμορφη συνήθεια που είχαν οι άνθρωποι τότε και του απάντησε με πολύ σεβασμό. 

Οι μοιραίοι γραφτήκανε πριν 30 χρόνια!* Αλλά για τα έργα Τέχνης ο όρος «ξεπερασμένο» δεν έχει τη θέση του. Γιατί ξεπερασμένο θα πει νεκρό. Δεν πεθαίνει ποτές ένα έργο, που είτανε στον καιρό του ζωντανό, που είχε αλήθεια και που ξυπνούσε συνειδήσεις.

Ξυπνημένες συνειδήσεις υπήρχανε και τω καιρώ εκείνω, όπως υπήρχανε και κοιμισμένες. Το ίδιο γίνεται και σήμερα. Το ποίημα χτυπάει κείνην τη μερίδα του λαού, που δεν μπορεί να βρει την αιτία της δυστυχίας της κι αυτοεγκαταλείπεται στη μοίρα της, περιμένοντας να σωθεί από κανένα «θάμα». 

Αν άλλοτες οι μοιραίοι άνθρωποι είταν περισσότεροι και τώρα λιγότεροι, δεν είναι θέμα για συζήτηση. Το γεγονός είναι πως υπάρχουν, υπήρχανε και θα υπάρχουνε Μοιραίοι, όσο θα υπάρχει κοινωνική ανισότητα κι όσο αυτή η ανισότητα θα καλλιεργεί την ομαδική «εκ των άνω» τύφλωση του Έθνους.

Και δεν είναι δύσκολο να πεισθεί κανείς γι' αυτό. Αρκεί να κοιτάξει τι γίνεται σήμερα: ότι γινότανε πριν από τριάντα, πενήντα ή εκατό χρόνια κι ότι θα γίνεται μέχρι συντέλειας του κράτους δικαίου! Ολ' η πολιτική ιστορία του τόπου στηρίζεται στο μεσσιανισμό, που είναι μια πιο συγκεκριμένη μορφή της μοιρολατρείας του λαού. Αν όλοι σχεδόν οι πολιτικοί της Ελλάδας δε ντρέπονται να παρουσιάζονται σα «σωτήρες» αυτό οφείλεται στο ότι πολύς λαός περιμένει «σωτήρες» (το θάμα!)

Δυστυχώς ολ' αυτοί, που περιμένουνε το θάμα, δεν είναι μοιραίοι· είναι και πολλοί συμφεροντολόγοι. Άλλο θέμα. Πάντως το «χτύπημα των Μοιραίων» είναι ανάγκη να γίνεται ακόμα, έως ότου «ξυπνήσουμε νεκροί».

*38 για την ακρίβεια

Επίκαιρη δυστυχώς κι η απάντηση του Βάρναλη στο νεαρό της εποχής. Γι' αυτή τη μοιρολατρία γράφτηκαν σελίδες και σελίδες. Η πένα βουτήχτηκε στο μελάνι για να τη χτυπήσει. Τα μολύβια ξύστηκαν και ξαναξύστηκαν για να τη σβήσουν από τα βάθη της συνείδησης του άβουλου ανθρώπου. Τα πλήκτρα της γραφομηχανής χτυπήθηκαν με μανία για να την πολεμήσουν. Ποιήματα, μυθιστορήματα, μελέτες, θεωρίες πάσχισαν να την αποτινάξουν από πάνω μας. Η «μοίρα» μας όμως δεν αλλάζει αν δεν την αλλάξουμε εμείς. Κι αυτή η σκυτάλη πρέπει να περάσει στη γενιά μας  για να χτυπήσει τα πλήκτρα του υπολογιστή της, να γεμίσει με τα σύμβολα της ελευθερίας άσπρες τυπωμένες σελίδες, μέχρι οι μέρες να πάψουν να σβήνουν μακριά μας, μέχρι να μην μπορεί σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα όπου μας εύρει (να) μας πατεί, μέχρι να πάψουμε να είμαστε δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα, και να προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!


ΟΙ ΜΟΙΡΑΙΟΙ

Μες την υπόγεια την ταβέρνα,
μες σε καπνούς και σε βρισές
(απάνω στρίγγλιζε η λατέρνα)
ολ' η παρέα πίναμ' εψές·
εψές. σαν όλα τα βραδάκια,
να πάνε κάτου τα φαρμάκια.

Σφιγγόταν ένας πλάι στον άλλο
και κάπου εφτυούσε καταγής.
Ω! πόσο βάσανο μεγάλο
το βάσανο είναι της ζωής!
Όσο κι ο νους να τυρρανιέται, 
άσπρην ημέρα δε θυμιέται.

Ήλιε και θάλασσα γαλάζα
και βάθος τ' άσωτ' ουρανού!
Ω! της αβγής κροκάτη γάζα,
γαρούφαλλα του δειλινού,
λάμπετε, σβήνετε μακριά μας,
χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας!

Του ενού ο πατέρας χρόνια δέκα
παράλυτος, ίδιο στοιχειό·
τ' άλλου κοντόημερ' η γυναίκα
στο σπίτι λυώνει από χτικιό·
στο Παλαμήδι ο γιος του Μάζη
κ' η κόρη του Γιαβή στο Γκάζι.

-Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
-Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
-Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
-Φταίει πρωτ' απ' όλα το κρασί!
Ποιος φταίει; ποιος φταίει; Κανένα στόμα δεν το βρε και δεν το πε ακόμα.

Έτσι στη σκοτεινή ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί.
Σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα
όπου μας έβρει μας πατεί.
Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!


[Το γράμμα του νεαρού κι η απάντηση του Κώστα Βάρναλη είναι από το βιβλίο «ΑΙΣΘΗΤΙΚΑ ΚΡΙΤΙΚΑ ΣΟΛΩΜΙΚΑ» των εκδόσεων ΚΕΔΡΟΣ. Μεταφέρθηκαν στο μονοτονικό σύστημα διατηρώντας παράλληλα την ορθογραφία του πρωτότυπου.]



Παρασκευή, 24 Σεπτεμβρίου 2021

Τα θέλουμε όλα!





Στο προλεταριάτο των διανομέων...

Στον Γιώργο Κ.

Και δεν πρόκειται να ξαναπέσουμε σ' αυτή την παγίδα γιατί το ζήτημα είναι ακριβώς ότι αυτοί κι εμείς δεν είμαστε το ίδιο σώμα. Δεν έχουμε τίποτα κοινό, είμαστε δύο διαφορετικοί κόσμοι, αυτοί κι εμείς είμαστε εχθροί, και τέρμα. Και η μεγαλύτερη δύναμη μας βρίσκεται στο γεγονός ότι έχουμε πια ξεκαθαρίσει ότι με τη δουλειά των αφεντικών και με το κράτος των αφεντικών δεν έχουμε κανένα απολύτως κοινό συμφέρον. Όλοι μας οι υλικοί στόχοι είναι ενάντια σ' αυτή την οικονομία, είναι ενάντια σ' αυτή την ανάπτυξη, είναι ενάντια σ' αυτό το γενικό συμφέρον του κράτους και των αφεντικών. [...]

Γιατί το πρώτο πράγμα που φέρνει την ευτυχία είναι η λιγότερη δουλειά. Γι' αυτό κι εμείς λέμε τώρα όχι στα τρομοκρατημένα αφεντικά που μας ζητάνε να τους βοηθήσουμε στην παραγωγή τους, που μας εξηγούν ότι πρέπει κι εμείς να συμμετέχουμε, ότι μας συμφέρει κι εμάς αυτό. [...]

Αλλά οι δικοί μας στόχοι είναι ενάντια στην ανάπτυξη, ενάντια στο γενικό συμφέρον, είναι οι δικοί μας και τέρμα. Οι δικοί μας στόχοι, τα υλικά συμφέροντα της εργατικής τάξης είναι ο θανάσιμος εχθρός του καπιταλισμού και των συμφερόντων του.
 
Αρχίσαμε αυτό το μεγάλο αγώνα με αίτημα περισσότερα λεφτά και λιγότερη δουλειά. Τώρα ξέρουμε ότι αυτό είναι ένα σύνθημα που αναποδογυρίζει, που τινάζει στον αέρα όλα τα σχέδια των αφεντικών, όλο το πρόγραμμα του κεφαλαίου. Και τώρα πρέπει να περάσουμε από τον αγώνα για το μεροκάματο στον αγώνα για την εξουσία. Σύντροφοι, ας αρνηθούμε τη δουλειά. Θέλουμε όλη την εξουσία, θέλουμε όλον τον πλούτο. Θάναι ένας αγώνας μακρόχρονος, με επιτυχίες και αποτυχίες, με ήττες και καταχτήσεις. Αυτός είναι ο αγώνας που πρέπει ν' αρχίσουμε τώρα, ένας αγώνας βίαιος, μέχρι τέλους. Πρέπει ν' αγωνιστούμε για να πάψει να υπάρχει πια η δουλειά. Πρέπει ν' αγωνιστούμε για τη βίαιη καταστροφή του κεφαλαίου. Πρέπει ν' αγωνιστούμε σ' ένα κράτος θεμελιωμένο στη δουλειά. Λέμε: Ναι, στην εργατική βία.

Γιατί εμείς είμαστε που χτίσαμε την ανάπτυξη του κεφαλαίου και του κράτους του, εμείς οι προλετάριοι του Νότου, εμείς οι εργάτες μάζα, αυτή η τεράστια μάζα των εργατών, εμείς οι εκατό πενήντα χιλιάδες εργάτες της Φίατ. Εμείς είμαστε που δημιουργήσαμε όλο αυτό τον πλούτο που υπάρχει κι από τον οποίο δε μας δίνουν παρά μερικά ψίχουλα. Δημιουργήσαμε όλον αυτό τον πλούτο πεθαίνοντας στη δουλειά στη Φίατ ή πεθαίνοντας από την πείνα στο Νότο. Κι εμείς είμαστε η μεγάλη πλειοψηφία του προλεταριάτου, που σήμερα πια δε θέλουμε να δουλεύουμε και να ψοφάμε για να αναπτυχθεί το κεφάλαιο και το κράτος του. Βαρεθήκαμε πια να χοντραίνουμε όλα αυτά τα γουρούνια. [...]

Γι' αυτό, ας πάρουμε αυτό τον πλούτο, ας τα πάρουμε όλα. 

[Νάνι Μπαλεστρίνι, «Τα θέλουμε όλα», εκδόσεις ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ, μετάφραση Χριστίνα Σταματοπούλου]


Σάββατο, 18 Σεπτεμβρίου 2021

Γ. Φ. ΚΑΛΟΓΕΡΟΣ: ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙΣ




Άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος σε μια γειτονιά του κέντρου της Αθήνας. Είχε οδηγίες να κληρονομήσει τα βιβλία... Το σπίτι το ήξερε. Τη μεγάλη βιβλιοθήκη που άπλωνε από τοίχο σε τοίχο την είχε εξερευνήσει αρκετές φορές. Τώρα όμως θα έμπαινε σε λεπτομέρειες. Κοιτούσε, άγγιζε, τραβούσε τα βιβλία και χάζευε τα οπισθόφυλλα, ξεφύλλιζε ό,τι του φαινόταν ενδιαφέρον. Πέρασε ώρες μπροστά της μέχρι που η ματιά του έπεσε σε μια ταπεινή γωνιά. Κάτι περίεργο συνέβαινε εκεί. Ενώ όλα τα βιβλία της λογοτεχνίας ήταν τοποθετημένα στα ράφια με χρονολογική σειρά, διαμορφώνοντας έτσι ένα ιδιότυπο ημερολόγιο δεκαετιών, θυμίζοντας στον ιδιοκτήτη της πρόσωπα, γεγονότα, καταστάσεις, τόπους, καφενεία, μέσα μαζικής μεταφοράς όπου τα διάβασε, αυτά ήταν όλα μαζί αν και διαβάστηκαν σε ανάκατες ημερομηνίες. Και κάτι ακόμα. Ο συγγραφέας πρέπει να ήταν μάλλον το ίδιο πρόσωπο. Georgy F. Calogerovsky, ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΥΡΟΣ-ΚΑΛΟΓΕΡΟΥ, Γ.Φ. ΚΑΛΟΓΕΡΟΓΛΟΥ, Γ.Φ. ΚΑΛΟΓΕΡΟΣ, έγραφαν οι ράχες και τα εξώφυλλα. Και ξάφνου, εκεί που πήγε ν' ανοίξει το πρώτο στη σειρά αυτής της περίεργης συστοιχίας μικρών βιβλίων, ένας φάκελος έπεσε στο πάτωμα. Έσκυψε και τον μάζεψε. Τον άνοιξε, κάθισε στην πολυθρόνα, άναψε το φωτιστικό δίπλα του και άρχισε να διαβάζει. Ξεκινούσε με μια μακρινή ημερομηνία. 

Τετάρτη 15 Σεπτεμβρίου 2021

Αγαπημένε κληρονόμε της βιβλιοθήκης μου,

Κάνοντας τόσες συζητήσεις όλα αυτά τα χρόνια, επίτηδες, ποτέ δεν σου είπα γι' αυτή τη γωνιά της βιβλιοθήκης. Μπορεί από πολλές μεριές των ραφιών όταν νύχτωνε να έβγαινε ένα γλυκό φως, ανάλογο του περιεχομένου των βιβλίων που «φώτιζαν» μέσα στη νύχτα, αλλά από αυτή την ταπεινή γωνιά έβγαινε ένα διαφορετικό φως. Ένα φως ενός δικού μου ανθρώπου. Αυτού και της αλήθειας του. Μπερδεύεσαι σίγουρα τώρα! Βλέπεις διαφορετικά ονόματα σε μικρές αυτοεκδόσεις, πλην μίας, κάποιων πιο «επίσημων» εκδόσεων. Μα καλά, μπορεί να αναφωνήσεις, καμιά ματαιοδοξία; Δεν προσπάθησε το όνομά του να φιγουράρει σε κάποιο έντυπο του βιβλιοχώρου, να μην έχει πέντε χιλιάδες φίλους στο facebook, να μη σκάσει λίγα φράγκα να του εκδώσουν αναγνωρισμένοι εκδοτικοί οίκοι τα διηγηματάκια του και διάσημες νεοφιλελεύθερες βιβλιοφιλικές φυλλάδες του χώρου, που συνήθως οι συντάκτες τους λιβανίζουν τις εξουσίες, να τον φιλοξενούν; Όχι! Και σίγουρα δεν είναι ο μόνος! Ψάξε λίγο καλύτερα στα ράφια και θα το διαπιστώσεις. Είχε κατακλυστεί κι αυτός απ' αυτόν το «δαίμονα» που σου είχα πει κάποτε... Όπως είχε κατακλυστεί κι απ' το δαίμονα του αγώνα. Έγραφε κι αλλού ανυπόγραφα, αλλά και με άλλο ψευδώνυμο. Ένα μάλιστα του το είχα κολλήσει και διαδώσει εγώ!

Οι λέξεις που έβγαιναν από μέσα του ήταν η αλήθεια της ζωής του, της βιοπάλης του, των παππούδων και των γιαγιάδων του αγωνιστών του ΔΣΕ, των συγγενών του της πολιτικής προσφυγιάς, των ωραίων γονιών του που μεγάλωσαν δύο εξαιρετικά παιδιά. Φτάνει όμως με τα καλά λόγια που θα τον έκαναν ντραπεί. Έτσι όπως αρμόζει σε ταπεινούς ανθρώπους. Σύντομα θα καταλάβεις όταν τα διαβάσεις γιατί τόσο ταπεινή είναι η γωνιά που φιλοξενεί τη ζωή και τις ιστορίες του. Ταπεινή, αλλά τόσο φωτεινή... 

Το βιβλίο που κρατάς στα χέρια σου και τα άλλα που αναπαύονται δίπλα τους είναι ειλικρινή. Ειλικρινή γιατί γράφτηκαν με την καρδιά του. Γιατί δεν χρειάστηκαν σεμινάρια δημιουργικής γραφής κι άλλους τέτοιους νεωτερισμούς. Δεν τα χρειάζεσαι όταν γράφεις από την καρδιά σου. Βιβλία και συγγραφείς περνούν από τις σελίδες του. Δρόμοι της μητρόπολης, αγώνες, διαδηλώσεις, ταξική συνείδηση, γνώση, μόρφωση, παιδικά χρόνια, ζωάκια, πρόσφυγες, φιγούρες της πόλης, εργάτες, θαμώνες λαϊκών καφενείων, «τρελοί», ξώμαχοι της ζωής, μικρά παιδιά και τα παιχνίδια τους, αναμνήσεις και ελπίδα για έναν καλύτερο κόσμο. Θα μπορούσα να σου γράψω πολλά πολλά ακόμα αλλά σε αφήνω για να μην σε κουράσω. Πιάσε τα στα χέρια σου ένα ένα, καταβρόχθισέ τα και νιώσε όσο τυχερός ένιωθα κι εγώ γι' αυτή τη γνωριμία μαζί του...

Ξημέρωνε σιγά σιγά. Οι νυχτερινές σειρήνες της διασκέδασης δεν τον έπεισαν ν' αφήσει από τα χέρια του τους μικρούς αυτούς τόμους. Τελειώνοντάς τους γύρισε πίσω σε μια ξεθωριασμένη πια υπογράμμιση με μολύβι...

Πήγαινα για τις καλοκαιρινές διακοπές κάθε χρόνο εκεί γι' αυτό έχω εμπειρίες και μνήμες απ' το χωριό. Ήμουν μπροστά σε πολλά περιστατικά με τον Τρελομήτρο, και πάντα σιωπούσα χωμένος μέσα στην ομήγυρη. Έτρεχα όταν έτρεχαν όλοι και έβριζα από μακριά. Να πω την αλήθεια δεν μ' άρεσαν ποτέ οι συναντήσεις με αυτόν τον γέροντα. Δεν μ' άρεσε η βία.  Προτιμούσα να μη διασταυρωνόμαστε μαζί του. Νευρίαζα όταν αφήναμε το παιχνίδι για να ασχοληθούμε μαζί του. Θα πω σε αυτό το σημείο ότι η οικογένειά μου με είχε αναθρέψει με φιλειρηνικές και δημοκρατικές αξίες. Από τα πρώτα που θυμάμαι από την οικογενειακή «κατήχηση» ήταν να μην κοροϊδεύω ποτέ και να μην πειράζω τους αδύναμους. Αυτό το τελευταίο, νομίζω, με οδήγησε πολλές φορές σε μια εσωτερική εξορία. όταν αρνιόμουν να γίνω όχλος εις βάρος αδύναμων ανθρώπων. Σκίζεται η καρδιά μου όταν σκέφτομαι τι πέρασαν μικροί και μεγάλοι άνθρωποι ανάμεσα σε κύκλους κανίβαλων και βάρβαρων. Πόσες ψυχές πληγώθηκαν από τον εκφοβισμό της πλειοψηφίας, της μάζας, του όχλου. Οι πρώτοι που μου έρχονται στο μυαλό είναι τα αλβανάκια στα σχολεία μας, την ίδια περίπου εποχή. Αθώες κι ανυπεράσπιστες ψυχούλες που δέχονταν μια αδιανόητη βία από θρασίμια. Μεγαλώνοντας δεν μπορούσα να μη δακρύσω όταν κοιτούσα τα βλεμματα των αιχμαλώτων του ΔΣΕ στις φωτογραφίες. «Τρελομήτρο; Σκατιάρη Τρελομήτρο, βρομιάρη Τρελομήτρο» [...]

Συνέρχομαι σιγά σιγά [...]. Όντως εγώ ήμουν στην αυλή με βαρύ το κεφάλι. Οι άλλοι έπαιζαν ακόμα μπάλα, τους άκουγα. Συνέρχομαι σιγά σιγά, δίπλα ο πατέρας μου, μου φέρνει ένα ποτήρι δροσερό νερό και φεύγει.. Συνέρχομαι. Ήταν πεντακάθαρο, με είχε χαστουκίσει. Από τα συμφραζόμενα της μάνας μου [...], κατάλαβα ότι με έφερε στην αυλή ο πατέρας μου και με χαστούκισε. Επειδή με είδε να κοροϊδεύω τον Τρελομήτρο. Τον ευχαριστώ γι' αυτό. Ήταν το πιο γλυκό χαστούκι που έχω φάει και, όσο μεγάλωνα, το αγαπούσα ακόμα πιο πολύ αυτό το χαστούκι. Μην κοιτάς που κλαίω. Τώρα όλα έχουν αλλάξει έχουμε μείνει λίγοι που επιμένουμε. Ο πατέρας μου δε με χτύπησε ποτέ ξανά από ότι θυμάμαι. Ο Τρελομήτρος πέθανε λίγα χρόνια μετά.

Τι σημασία έχει που έζησε ο Τρελομήτρος. Άμα ψάξεις, θα βρεις κι άλλους Τρελομήτρους που πέρασαν τον δικό τους Γολγοθά. Του 'χαν σκοτώσει τον αδερφό του που ήταν δάσκαλος το 1945, έξω από το χωριό, επειδή ήταν κομμουνιστής. Νομίζω πως ο πατέρας πρέπει να βρέθηκε στην κηδεία του Τρελομήτρου, τα έξοδα ήταν της κοινότητας ή κάτι τέτοιο.

Μην κοιτάς που κλαίω. όταν ανοίγω αυτά τα βιβλία που στοιβάζονται στο σπίτι, διαλύομαι. Συγνώμη για το ύφος της αφήγησης. Το βλέπεις αυτό το βιβλίο εκεί πέρα; «Ήρωες και μάρτυρες» λέγεται, τυπωμένο το '82, όταν γεννήθηκα. Γράφει: «Δάσκαλος. Έφεδρος ανθυπολοχαγός και καθοδηγητής στην πολιτική οργάνωση ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Πιάστηκε έξω από το χωριό από συνεργάτες των Γερμανών, στις 5.6.1945. Επιτόπου τον βασάνισαν απάνθρωπα. Ο μάρτυρας δεν άντεξε και υπέκυψε στα βασανιστήρια που του έκαναν» έχει σημειώσει δίπλα με τον δύσκολο γραφικό του χαρακτήρα τα εξής: «Τον σκότωσαν στο ξύλο συγχωριανοί του, αυτοί είμαστε; Ντροπή.» Τώρα που μεγάλωσα μετανιώνω που δεν διάβαζα τα βιβλία που μου πρότεινε για τον τόπο. Μετανιώνω γενικά...

Δευτέρα, 6 Σεπτεμβρίου 2021

Αυτοβιογραφίες, βιογραφίες, συνομιλίες...





Αυτοβιογραφίες, βιογραφίες, συνομιλίες... Είναι οι μαγικοί τρόποι να γνωρίσουμε αυτούς που μας έκλεψαν την καρδιά γράφοντας... Το διαπίστωσα και φέτος το καλοκαίρι που καταπιάστηκα με τέτοια πονήματα! Ο μεγάλος γραφιάς Γιώργος Κοτζιούλας με ταξίδεψε σ' έναν πιο παλιό κόσμο των ανθρώπων των Νεοελληνικών Γραμμάτων... Ένα απόγευμα με τον λυρικό ποιητή Λάμπρο Πορφύρα, μια επίσκεψη στο σπίτι του Κωστή Παλαμά, μια συνέντευξη με το Μένο Φιλήντα, μερικές Κυριακάτικες κουβέντες με το Δημοσθένη Βουτυρά, ένα μεσημέρι με την Αιμιλία Δάφνη, ένα πορτρέτο του Μάρκου Αυγέρη! Κι άλλους ακόμα! Το ίδιο συνέβη και με τη βιογραφία του Στρατή Δούκα από τον Τάσο Κόρφη. Που περιπλανήθηκα μαζί του στη Μικρά Ασία, την ηπειρωτική Ελλάδα, την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Να κυνηγάω κι εγώ, ασθμαίνοντας, τα όνειρα του! 

Κόσμοι παλιοί εμφανίστηκαν μπροστά μου. Κι αν φαίνονται παρωχημένοι κάθε άλλο παρά αυτό είναι. Μέσω αυτών των ακάματων εργατών των γραμμάτων, μέσω των ζωών τους, προσπαθώ κάθε φορά να κατανοήσω και τις δικές μας μέσα στο πέρασμα των χρόνων. Γιατί τα γραπτά τους είναι ο άνθρωπος εκείνης της εποχής. Κι απ' αυτόν τον άνθρωπο προέρχονται κι οι επόμενοι κι οι επόμενοι και τελικά κι εμείς. Να δω τον άνθρωπο  που στους ίδιους δρόμους έχουμε περπατήσει, στις ίδιες συνοικίες με το ιστορικό τους φορτίο έχουμε περιπλανηθεί, στις ίδιες πλατείες έχουμε αγωνιστεί για έναν καλύτερο κόσμο, στα ίδια καφενεία έχουμε πιει το κρασί μας...

Αλλά αυτό που με γοητεύει περισσότερο, σε όλες αυτές τις πληροφορίες για τη ζωή τους, είναι το πως μέστωσε μέσα τους η ανάγκη για τη γραφή... Γι' αυτό το «δαίμονα»... Ποια ήταν τα πρώτα τους διαβάσματα, ποιους συγγραφείς καταβρόχθισαν, πότε έπιασαν το μολύβι για πρώτη φορά, τι έγραψαν, πως βιοπορίζονταν, ποια όνειρα έκαναν πραγματικότητα μέσα από το χαρτί, ποιες ήταν οι χίμαιρες που κυνήγησαν μάταια, ποιες ήταν οι μεταξύ τους κόντρες και γιατί. Να καταλάβω πως ήταν ο χαρακτήρας τους και πως έζησαν την καθημερινή τους ζωή έξω από το όνειρο της γραφής... Και βυθισμένος στον κόσμο τους να φανταστώ την Αθήνα εκείνων των εποχών, τις επαρχίες κι όπου αλλού σε αυτόν τον πλανήτη περιπλανήθηκαν κι αποτύπωσαν την πραγματικότητα και την φαντασία, τις περιπέτειες και τη ζωή τους...


Διαβάστε ακόμα:


Παρασκευή, 27 Αυγούστου 2021

Τα δύο κυπαρίσσια...




Στην Κατερίνα... 

Είναι δύο. Σχεδόν σιαμαία. Έχουν στόχο τους τον ουρανό. Μεγαλώνουν δίπλα δίπλα. Ψηλώνουν. Είναι ευθυτενή. Οι κορμοί τους κρύβονται στο βαθύ πράσινό τους φύλλωμα. Είναι διακριτικοί στα βλέμματα των περαστικών. Απόψε είναι ακίνητα. Άλλες φορές είναι αεικίνητα. Ο αέρας τα κάνει να χορεύουν ένα όμορφο βαλσάκι αγκαλιασμένα. Το δοτικό χέρι που τα φύτεψε δεν υπάρχει πια. Με τη γενναιοδωρία του χάρισε στα μάτια μας ένα πολύτιμο δώρο. Στέριωσαν γερά. Τους έδωσε κι από δύο ονόματα. Ίσως των παιδιών του. Τα κράτησε μυστικά όμως σε εμάς τους ξένους. Τα δύο σχεδόν σιαμαία αδέρφια πάντα μαζί. Στον ήλιο και στη βροχή. Στον αέρα, στη ζέστη, στο κρύο. Μαζί αναστήθηκαν. Όπως μαζί ανασταίνονται κι οι δυο αυτοί άνθρωποι, που απόψε τα χαζεύουν και χορεύουν το βαλσάκι της ζωής τους, σαν τα δύο σιαμαία κυπαρίσσια, στη δύσκολη ανηφόρα της ζωής...




Σάββατο, 21 Αυγούστου 2021

Ζωρζ Σιμενόν: ο Μαιγκρέ και η νεκρή κοπέλα.




Πάντα  αυτός ο Σιμενόν... Ο Ζωρζ Σιμενόν. Ο επιθεωρητής του, ο Μαιγκρέ! Ή, τα "σκληρά μυθιστορήματα" του...

Κι όταν τα μάτια σου κυλήσουν στις πρώτες γραμμές νιώθεις ένα χέρι να σου σφίγγει το λαιμό και να μην μπορείς να πάρεις ανάσα... 

Η ατμόσφαιρα, οι χαρακτήρες και  το ψυχογράφημά τους, τα μπαρ, οι κουζίνες των σπιτιών, η ζέστη που εκπέμπουν οι σόμπες και τα τζάκια με τα ξύλα. Η βροχή, η ατελείωτη βροχή. Γνήσια όμως πάντα... Αυθεντικά, από τον πρωτομάστορα του είδους... 

Και φυσικά μετά η υπόθεση. Είτε του  επιθεωρητή, είτε του απελπισμένου χαρακτήρα του "σκληρού μυθιστορήματος", έτσι όπως του άρεσε να τα ονομάζει. Αμφιλεγόμενη προσωπικότητα ο ίδιος ο συγγραφέας, γνώστης της κακόφημης ζωής, έγραψε γι' αυτήν.

Στο "Ο Μαιγκρέ και η νεκρή κοπέλα", ο επιθεωρητής, για μια ακόμα φορά, προσπαθεί να μάθει τα πάντα για το θύμα. Για τη ζωή της, τα παιδικά της χρόνια, για τη μητέρα και τον πατέρα της. Όλη η αφετηρία για την εξιχνίαση των υποθέσεων του είναι η ζωή των θυμάτων. Μέσα σε αυτό το ατελείωτο πήγαινε έλα της ζωής της, ψάχνει την άκρη του μίτου. Πλούσιοι, μικροαστοί, "παράνομοι", τζογαδόροι, ταπεινοί, επαρμένοι συνθέτουν το μωσαϊκό των ανθρώπων... 

Κακόφημα μπαρ, βρεγμένοι δρόμοι, λιθοστρωτά σκοτεινά σοκάκια, μίζερα μικροαστικά σπίτια, γραφεία θυρωρών πολύ κατοικιών συνθέτουν το μωσαϊκό των τόπων...

Και όπως πάντα το αλκοόλ... 

Κι η κυρία Μαιγκρέ πάντα να περιμένει χωρίς να απαρνείται και να διαμαρτύρεται για τον τρίτο ρόλο που της επιφυλάσσει η πένα του συγγραφέα...

Στα βιβλία του Σιμενόν, η υπόθεση πάντα σε παρασύρει  στο να οδηγείσαι απ' τη μια σελίδα στην άλλη με σπασμένα φρένα και η ατμόσφαιρα και οι χαρακτήρες, ιδιαίτερα των σκληρών μυθιστορημάτων, να σε κάνουν να θες να ουρλιάξεις για να τους προειδοποιήσεις ότι βαδίζουν με κλειστά τα μάτια προς το γκρεμό... 

Αν αυτοί οι δύο παράμετροι σε μαγέψουν, όπως τον μεγάλο Luis Sepulveda, που ονειρευόταν να αποκλειστεί έναν ολόκληρο χειμώνα στην Παταγονία μ' ένα βαρελάκι κονιάκ και τ' απαντά του Σιμενόν, τότε φίλη αναγνώστρια και φίλε αναγνώστη, καλό ταξίδι στο Σιμενονικό σύμπαν... Ένα σύμπαν που αποτελείται από εκατοντάδες αστέρια κι έναν ολόκληρο γαλαξία "τρέλας"... 

Ζωρζ Σιμενόν,  Ο Μαιγκρέ και η νεκρή κοπέλα, εκδόσεις ΑΓΡΑ, μετάφραση Αργυρώ Μακάρωφ.




Δευτέρα, 16 Αυγούστου 2021

Η γη είναι στρογγυλή...




Η γη είναι στρογγυλή, φώναζε και ξαναφώναζε ενώ κατέβαινε την οδό Ζωοδόχου Πηγής στα Εξάρχεια! Δεν θα με τρελάνετε εσείς! Η γη είναι στρογγυλή! Η ζέστη ήταν αφόρητη και εύλογα θα νόμιζε κανείς ότι τον βάρεσε στο κεφάλι! Βέβαια, αυτά τα φαινόμενα κάθε Αύγουστο στο κέντρο της πόλης κάθε άλλο παρά άγνωστα είναι σε όσους δεν την εγκαταλείπουν ποτέ! Μέσα σε αυτό το κρίσιμο διάστημα διάφορες φιγούρες της επανεμφανίζονται μετά την καλά κρυμμένη τους λούφα μέσα στο χαώδες αυτό πήγαινε έλα του χειμώνα.

Αυτός όμως ήταν άγνωστος στους αυγουστοθαμώνες αυτού του καφενείου στο κέντρο της Αθήνας! Κάτασπροι όλοι, μιας και τις ώρες της μεγάλης ζέστης ήταν κλεισμένοι σπίτια τους, έβγαιναν σιγά σιγά κι έπιαναν στασίδι στα τραπέζια. Σε κάθε ένα από αυτά κι ένας!  Όλοι γύρισαν και κοίταξαν τον τύπο που μέσα στη μέση του έρημου δρόμου ημίγυμνος βρισκόταν σε παραλήρημα. 

-Ρε φίλε, τι έπαθες, είπε ένας ηλικιωμένος γκριζομάλλης

-Τι θες ρε; Άσε με! Μη μου πεις ότι κι εσύ πιστεύεις ότι η γη είναι επίπεδη;

-Γιατί να το πιστέψω ρε φίλε;, είπε διστακτικά, σημάδι ότι το πίστευε...

-Γιατί το λένε οι τοίχοι!

Ένα σούσουρο απλώθηκε στο καφενείο! Επιτέλους η αυγουστιάτικη μιζερίτσα στην πόλη ταρακουνιέται!

-Ρε φίλε, πετάχτηκε ένας άλλος, μιλάνε οι τοίχοι; Δεν πας να βρέξεις λίγο το κεφάλι σου; Έλα να σε κεράσω μια μπύρα!

Ο τύπος πήγε μέχρι τη γωνία, έσκισε με μανία κάτι πολύχρωμες αφίσες, πέρασε απέναντι στο πεζοδρόμιο του καφενείου και εξαγριωμένος κόλλησε τη μούρη του στη μούρη του άλλου δείχνοντας του τα απομεινάρια του χαρτιού.

-Δεν μιλάνε ρε; Δεν μιλάνε; Δεν γράφουν ότι η γη είναι επίπεδη;

Όντως, τον τελευταίο ενάμιση χρόνο οι τοίχοι έγραφαν ότι η γη είναι επίπεδη. Τέτοια ήταν η σιγουριά που εξέπεμπαν, που ακόμα και λογικοί άνθρωποι έχαναν τα λογικά τους. Περπατούσαν και παραμιλούσαν. Γίνονταν γεωγράφοι και γεωλόγοι. Ειδικοί στα κοιτάσματα και τις θάλασσες  Εξηγούσαν φαινόμενα και φαινόμενα. Έσκυβαν και ακουμπούσαν το αυτί τους στη γη να την αφουγκραστούν. Τα έβαζαν με όποιον δεν τους πίστευε. Αλλά πάνω από όλα είχαν το δίκιο με το μέρος τους! Αμφισβητούσαν ακόμα κι αυτόν τον αναρχικό  γεωγράφο,  τον γερό Κροπότκιν, που λογικά θα τον είχαν ίσως κάπου λίγο ακουστά. Ίσως σε κάποιο ρολάρισμα, scroll down καλύτερα για να μην παρεξηγούμαστε κι είμαστε ντεμοντέ.

Οι θαμώνες του καφενείου, κλασικοί ξερόλες, συζητούσαν κι αυτοί το ενδεχόμενο να είναι η γη επίπεδη. Και μάλιστα εξαγριώνονταν σε οποιαδήποτε γνώμη συμβάδιζε με τη λογική. Όχι όλοι. Οι μεσήλικες, οι κατασταλαγμένοι αυτοί γίγαντες της ζωής, είχαν το προβάδισμα! Είχαν πάρει τα ηνία του "αντιστρογγυλού" αγώνα όπως τον ονόμαζαν!  

-Μιλάνε φίλε, μιλάνε! Έχεις δίκιο, του είπε για να τον ξεφορτωθεί! 

Ώρα ήταν τώρα να μπλέξει με κανέναν ορθολογιστή που πιστεύει ότι η γη είναι στρογγυλή! Φτου φτου! Μακριά απ' αυτόν! Αυτός ήταν ενας καθαρόαιμος "αντιστρογγυλός" αγωνιστής! Σαν αυτούς τους φωστήρες του αντιεμβολιαστικού αγώνα αρκετά χρόνια πριν....

Διαβάστε ακομα:


Πέμπτη, 12 Αυγούστου 2021

Στρατής Δούκας: Οδοιπόρος



Γαλήνη... Αυτό ήταν το συναίσθημα που με κατέκλυσε από τις πρώτες κιόλας γραμμές του "Οδοιπόρου" του Στρατή Δούκα. Είχε προηγηθεί η  "γνωριμία" μου μαζί του, μέσω του εμβληματικού έργου της Νεοελληνικής λογοτεχνίας, "Η ιστορία ενός αιχμαλώτου". Έργο αφιερωμένο στην πρώτη του έκδοση "στα κοινά μαρτύρια του ελληνικού και του τουρκικού λαού".

Το περιεχόμενο το ίδιο του "Οδοιπόρου" θα μπορούσε και ν' αφήσει αδιάφορο τον αναγνώστη και την αναγνώστρια. Γιατί η γλώσσα που στήνει πανηγύρι δεν αφήνει περιθώριο να σκεφτείς και πολλά! Ο συστηματικός αναγνώστης της λογοτεχνίας εκείνης της περιόδου γνωρίζει τις συνθήκες ζωής, τα βάσανα και τη φτώχεια του λαού μας. Τον καθημερινό του αγώνα για το ψωμί. Έβγαλα και του 'δωσα ένα τάληρο. "Φράγκο είναι;" Δεν ξέρουν από λεφτά. Ρογιάζονται (νοιάζονται) για το ταγίνι (τροφή) κι ένα ζευγάρι ποδώματα (παπούτσια). [απόσπασμα από το βιβλίο]

Η γλώσσα λοιπόν, η γλώσσα! Η ντοπιολαλιά από τα μέρη που πέρασε ο "Οδοιπόρος", η μαγική εικόνα που μας δίνει μέσω αυτής, το ξύπνημα των αναμνήσεων, όσων είχαμε γιαγιάδες και παππούδες σε επαρχιακά μέρη και θυμόμαστε το λεξιλόγιο και την προφορά τους, κάνουν θαυμαστό ταξίδι αυτό το βιβλίο. Όλα τ' αλλά μένουν πίσω... Είναι η καλύτερη γιορτή του λόγου... Είναι η γαλήνη... Κι αν τύχει φίλη αναγνώστρια και φίλε αναγνώστη και το διαβάσεις σε κάποια εξόρμησή σου στην εξοχή, τότε, θα είσαι ακόμα πιο τυχερός... Αν το διαβάσεις στην πόλη, κλείσε οθόνες, κατέβασε ήχους και αφιέρωσέ του ένα χειμωνιάτικο βράδυ... Οδοιπόρησε μαζί του στις ομορφιές των βουνών που περιγράφει... Εσύ, αυτό και τα λόγια του... 

Στρατής Δούκας, Οδοιπόρος, εκδόσεις Κέδρος.

Παρασκευή, 6 Αυγούστου 2021

"Χρυσό μου αγόρι... "











Στη μνήμη της γιαγιάς μου Σωτηρίας... 

Και τη Δάφνη, τον Χολ και τον Κώστα, την όμορφη παρέα του ταξιδιού...


Οι δύο μηχανές, με τους τρεις φίλους και τη μία φίλη, άφηναν με γρήγορη ταχύτητα το εξοχικό σπίτι των αυστριακών Άλπεων που τους φιλοξένησε για λίγες μέρες με κατεύθυνση το Σάλτσμπουργκ! Η γιαγιά που έμενε στο ισόγειο τους αποχαιρέτησε δίνοντας τους λίγα φρούτα από το περιβόλι της. Ο δρόμος που διέσχιζε μια πεδιάδα ανάμεσα σε κατάφυτα βουνά με έλατα έδινε την ευκαιρία στον συνοδηγό να χαζεύει τη διαδρομή και να σκεφτεί τη δική του εν ζωή γιαγιά. Αυτές οι δύο γυναίκες έζησαν τα ίδια ταραγμένα χρόνια, Σε δύο διαφορετικές χώρες. Η αυστριακή γιαγιά άραγε θα υπέφερε την πείνα, την αγωνία, το θάνατο και τον πόλεμο όμοια με τη δική του γιαγιά; 

Ήταν 6 Αυγούστου 2008. Αυτός αν και δεν πίστευε σε θρησκείες και χριστιανικές γιορτές, αν και απέφευγε τέτοιου είδους ευχές, κάθε χρόνο τέτοια μέρα της τηλεφωνούσε από τα πιο απίθανα μέρη που βρισκόταν για διακοπές! Από κάτι απομακρυσμένα νησιά συνήθως! Και πάντα της έλεγε μετά τις ευχές που την έκαναν να κλαίει, «Γιαγιά είμαι στο τάδε μέρος, το ξέρεις;». Φυσικά και δεν ήξερε κανένα απολύτως μέρος από όλα αυτά, οπότε αναγκαζόταν να της εξηγήσει που περίπου ήταν στο χάρτη της χώρας! Η γιαγιά του ήταν η κανονική γιαγιά εκείνης της εποχής που ήξερε μόνο τη χρονιά που είχε γεννηθεί (1920), ζούσε στο ίδιο μέρος μια ζωή κι επισκεπτόταν την Αθήνα με τα χίλια ζόρια κάθε Χριστούγεννα μετά από τις έξαλλες διαμαρτυρίες και τα παρακάλια των εγγονιών της! 

Έτσι λοιπόν κι εκείνη την έκτη Αυγούστου, από ένα πάρκινγκ που έκαναν στάση οι τρεις φίλοι και η μία φίλη κοντά στο Σάλτσμπουργκ που ήταν ο επόμενος προορισμός εκείνου του ταξιδιού, της τηλεφώνησε!

-Γιαγιά!

Αμέσως τον κατάλαβε!

-Χρυσό μου αγόρι!

Στο «χρυσό μου αγόρι» λύγισε... Της είπε χρόνια πολλά κι η γιαγιά όπως κάθε φορά που την έπαιρνε τηλέφωνο έκλαιγε από συγκίνηση... Φυσικά στη συνέχεια ο διάλογος πήρε πάλι τη συνηθισμένη εκτοαυγουστιάτικη τροπή! Της είπε ότι ήταν στην Αυστρία!

-Ξέρεις που είναι γιαγιά; 

-Όχι!

Έλα ντε! Τι της έλεγε!

-Μια χώρα δίπλα στη Γερμανία! 

Η λέξη Γερμανία μπορεί και να μην της πολυάρεσε... Του είχε διηγηθεί άσχημες ιστορίες για ανθρώπους που είχε δει κρεμασμένους στη γειτονιά της όταν ήταν είκοσι κάτι χρονών κορίτσι...

Όση ώρα συζητούσαν το μυαλό του είχε κολλήσει εκεί... Στο «Χρυσό μου αγόρι»... Κι όταν το τηλεφώνημα τελείωσε και πλησίασε τους φίλους του προσπάθησε να κρύψει τη συγκίνησή του... Να το κατάφερε άραγε; Μάλλον...

Ανέβηκαν στις μηχανές. Σε μία ώρα θα έφταναν. Αλλά όλη αυτή την ώρα το υπέροχο τοπίο είχε σβήσει, τα έλατα έπαιρναν τη μορφή του μοσχομυριστού από τους φυτεμένους δυόσμους περιβολιού της γιαγιάς του, στα σύγχρονα σπίτια έβλεπε το φτωχικό αλλά όμορφο σπίτι με την τσίγκινη στέγη που έχτισε δωμάτιο δωμάτιο ο παππούς κι ο προπάππους του, στον τέλεια ασφαλτοστρωμένο δρόμο το μικρό χωμάτινο στενάκι που τα καλοκαίρια έπαιζε και στις επιβλητικές εισόδους των σπιτιών την ταπεινή αλλά τόσο όμορφη γκρι εξώπορτα με τα δυο σκαλάκια που καθόταν η γιαγιά του τα βράδια και μιλούσε με τις γειτόνισσες της...

Και η φωνή της να του λέει «Χρυσό μου αγόρι» στριφογύριζε στο κεφάλι του κι έκανε το τοπίο θολό... Ευτυχώς που φορούσε κράνος κι ένιωθε λες και ήταν σ' ένα απομονωμένο και προστατευμένο ενυδρείο... Από αυτό το περιβάλλον ξεχύθηκαν αργότερα το ίδιο βράδυ στο χαρτί αυτά τα λίγα λόγια... Κι αφού δεν της τα έδειξε ποτέ της τα αφήνει εδώ τώρα... 

«Χρυσό μου αγόρι», 
μου είπε
αυτή που μ' αγαπάει τόσο, 
κι εγώ που την αγαπώ
έκλαψα·
αυτή
που όταν μπορούσα εύκολα να σπάσω
-μια σταλιά ήμουν, 
ένα εύθραυστο πλάσμα-
με πρόσεχε.
Ένα ολόκληρο καλοκαίρι
ήμουν δικός της,
το τέταρτο παιδί της.
Και μ' έβλεπε αργότερα να μεγαλώνω, λίγες φορές το χρόνο, 
τους κρύους χειμώνες 
και τα ζεστά καλοκαίρια.
Αυτή η μία και μοναδική...

Τρίτη, 20 Ιουλίου 2021

Πλατεία Μαβίλη...













Στον Σωτήρη, τον παλιό φίλο... 

Κατέβαινε την οδό Σούτσου πλησιάζοντας την πλατεία Μαβίλη. Η ώρα ήταν πέντε παρά. Ο ουρανός άρχισε να παίρνει ένα ροδοκόκκινο χρώμα. Ήταν Δεκέμβρης και σε καμιά ώρα το πολύ θα νύχτωνε. Με το που έφτασε στην πλατεία ο χειμωνιάτικος ήλιος τον χτύπησε στο πρόσωπο. Κάθισε σ' ένα παγκάκι να τον απολαύσει. Στο μυαλό του στριφογύριζε η κουβεντα που του είχε πει κάποτε ένας φίλος του σε μια βόλτα τους στο αλσάκι της Ευελπίδων... Είδες, έχουμε κι εμείς τις ομορφιές μας στο κέντρο της πόλης! Όντως, έτσι ήταν! Αλλά η μεγαλύτερη ομορφιά της ήταν η ζωή της! Η βαβούρα της! Η κοινωνική ζωή της! Έτσι τουλάχιστον τα έβλεπε τα πράγματα τότε! Ήταν μόλις είκοσι δύο ετών! Η βόλτα δεν είχε κάποιον συγκεκριμένο προορισμό. Βγήκε από το σπίτι του, κάπου κοντά στην Αχαρνών, κι είχε πάρει το τρόλεϊ από την Αλεξάνδρας. Στη θέα δύο ελεγκτών, που είχε αρπαχτεί πιο παλιά μαζί τους, σκέφτηκε ότι δεν είχε όρεξη για εκ νέου μανούρες με αυτά τα καθίκια που πλούτιζαν σε βάρος ηλικιωμένων και "ξένων"... Άλλη φορά ξανά! Κατέβηκε εν μέσω μια σιωπηρής συμφωνίας κι από τις δύο πλευρές όσο κι αν σιχτίριζαν κι αυτός κι άλλοι από μέσα τους. Συμβιβασμός και προσωρινή ανακωχή. 

Το ποτάμι των αυτοκινήτων της Βασιλίσσης Σοφίας ήταν ορμητικό και μόνο το φανάρι στη γωνία με Σούτσου λειτουργούσε σαν φράγμα... Είχε διαβάσει ότι σε λίγες μέρες η πλατεία θα κλεινόταν  με λαμαρίνες για να ξεκινήσουν τα έργα του μετρό. Έως τότε θα μπορούσαν να απολαμβάνουν το πιο φτηνό ποτό της πόλης σε κάτι ψευτομεταλλικές καρέκλες πάνω στο πεζοδρόμιο που έβγαζε το παλιό "Flower". Πιτσιρικάδες, μαζί με το φίλο του τον Σωτήρη, μπορούσαν να πιουν όσα τζιν με λεμόνι αντιστοιχούσαν σε τρία χιλιάρικα! Ευτυχώς ήταν αρκετά! Θα γυρνούσαν ψιλομεθυσμένοι και την άλλη μέρα το πρωί οι δύο συγκάτοικοι και φίλοι θα ξυπνούσαν πανικόβλητοι για να προλάβουν με πόδια, τρόλεϊ, ηλεκτρικό να είναι στην ώρα τους στη δουλειά. 

Με αυτές τις σκέψεις νύχτωσε. Έριξε μια ματιά μέσα από τη τζαμαρία του βραδινού τους στεκιού. Μια γιαγιά είχε βγάλει ένα πλαστικό πιάτο από μαγειρείο κι έτρωγε ατάραχη, δύο  "γιάπηδες" της εποχής έπιναν απογευματινά ποτά δίπλα της, στη τζαμένια τετράγωνη μικρή προθήκη κρατιούνταν ζεστές κάτι παρηκμασμένες τυρόπιτες και πίτσες που σε λίγη ώρα η θέση τους θα ήταν στα σκουπίδια πάρα σε κάποιο στομάχι. Έξω η ζωή συνεχιζόταν... Μέσα εκεί ήταν ένα απομονωμένο ενυδρείο στη μέση της μητρόπολης... Είχε νυχτώσει και γύρω του τ' αυτοκίνητα και τα λεωφορεία έμοιαζαν πια όχι με ορμητικο ποτάμι αλλά μ' έναν επικίνδυνο σκοτεινό ωκεανό με κάθε είδους ψάρια...

Σηκώθηκε από το παγκάκι, διέσχισε το δρόμο, άνοιξε την πόρτα  και μπήκε μέσα. Ο πάγκος στη τζαμαρία που κοιτούσε έξω στο δρόμο και την πλατεία ήταν κενός... Πήρε θέση. Θα γινόταν τώρα παρατηρητής μιας άλλης ομορφιάς της πόλης... Αυτής που λέγεται νύχτα...

Δευτέρα, 12 Ιουλίου 2021

Γκανιάν







-Όχι κι εσύ γαμώ το στανιό μου! Όχι κι εσυ!

Είχε σηκωθεί από την καρέκλα και στηριζόμενος στο ξύλινο τραπέζι φώναζε. Από τη διπλανή παρέα τρία νέα παιδιά τον κοιτούσαν καλά καλά! Είχαν ακούσει την προηγούμενη στιχομυθία και προφανώς, σαν νέοι άνθρωποι και εξελιγμένα μοντέλα της εποχής, τους είχε σηκωθεί η τρίχα κάγκελο!

Λογικό ήταν αφού κι αυτός τον είχε «προκαλέσει» ρωτώντας τον αν είχε κάνει το εμβόλιο! Τον είχε ψυχανεμιστεί όταν τον περασμένο Οκτώβριο τον είχε ρωτήσει πως περνάει κι αυτός του είχε απαντήσει, πως να είμαι, με τον κορόιδοϊο που μας δουλεύουν!

Είχαν γνωριστεί σ' ένα καφενείο που συναντούσες λογής λογής φυλές της πόλης. Λαϊκούς ανθρώπους της γειτονιάς, χίπστερ, πολιτικοποιημένους, αδιάφορους, τα πάντα. Αυτός πήγαινε τα πρωϊνά με κάτι μεγάλους τόμους και διάβαζε. Ο άλλος άπλωνε κάτι χαρτιά μ' ένα σωρό αριθμούς. Σαν στατιστικά. Αργότερα, κι αφού άρχισαν να χαιρετιούνται και να απλώνεται ένα δίχτυ συμπάθειας ανάμεσα τους, του εξομολογήθηκε ότι ήταν στατιστικά και προγνωστικά ιπποδρομιών! Μάλιστα! Γκανιάν μας βγήκε σκέφτηκε και χαμογέλασε! Συνέχισαν να συναντιούνται και να ανταλλάζουν λίγες κουβέντες μέχρι που χάθηκαν αναγκαστικά εξαιτίας της πανδημίας.

Ακούγοντας τα περί κορόιδοϊού δεν συνέχισε. Ήταν μάταιο! Είπαν τα τυπικά και βυθίστηκαν κι οι δύο στα κιτάπια τους.

Στην επόμενη συνάντηση τους εφτά μήνες μετά και όντας σε μεγάλα κέφια είπε να τον τσιγκλίσει ρωτώντας τον όχι μόνο εάν είχε κάνει το εμβόλιο αλλά μάλιστα και ποιο προτίμησε! Η έκρηξη του ήταν τόσο μεγάλη, κάνοντας τη μάσκα που κρεμόταν στο σαγόνι του σα δεύτερο μούσι, από το ταρακούνημα να του κλείσει το στόμα μη μπορώντας κανείς να ξεχωρίσει τι έλεγε πάνω στην ταραχή του!

-Μα γιατί δεν έκανες;, συνέχισε.

-Γιατί να κάνω;, ανταπάντησε.

Η συζήτηση έπαιρνε διασκεδαστική τροπή αν και ο κίνδυνος ελλόχευε κρίνοντας από το θολωμένο του βλέμμα στην ερώτηση μα γιατί δεν έκανες;

-Για τον κορονοϊό.

-Ποιον κορονοϊό; Δεν υπάρχει. Μια απλή γρίπη είναι!

Η συζήτηση τώρα πια έπαιρνε και μια πιο ενδιαφέρουσα τροπή! Δεν ήταν ότι δεν είχε ακούσει ότι υπάρχουν άνθρωποι που το υποστήριζαν. Και στο ραδιόφωνο τους είχε ακούσει να ξιφουλκούν σε εκπομπές λόγου των ακροατών και στα σόσιαλ μίντια να επιχειρηματολογεί ο κάθε πικραμένος αναμασώντας επιχειρήματα ψεκασμένων «καλλιτεχνών» τελευταίας διαλογής και κάτι κομπογιαννιτών γιατρών! Αλλά άλλο αυτό! Να εμφανίζεται μπροστά του με σάρκα και οστά!

-Κι όλοι αυτοί που πέθαναν;

-Ποιοι πέθαναν;

Γινόταν όλο και πιο ενδιαφέρον!

-Ξέρω 'γω! Κάτι εκατομμύρια σε όλο τον πλανήτη και δεκατρείς χιλιάδες στη χώρα μας!

-Δεν πέθαναν!

Τα τρία νέα παιδιά από δίπλα είχαν γουρλώσει με απόγνωση τα μάτια!

-Τι εννοείς δεν πέθαναν;

-Δεν πέθαναν! Πέθαναν με κορονοϊό κι όχι από κορονοϊό!!! 

Δεν πίστευε στ' αυτιά του! Κοίτα να δεις που ο Γκανιάν μας βγήκε γιατρός και σύντομα θα μας βγει και βιολόγος σκέφτηκε!

-Κι οι γιατροί;

-Ποιοι γιατροί;

-Οι γιατροί που βεβαίωσαν το θάνατο τους... 

-Είναι πληρωμένοι!

-Ποιοι;

-Οι γιατροί!

-Όλοι οι γιατροί όλου του κόσμου;

-Αν δεν είναι γιατί δεν βγαίνουν σε πάνελ με τους σοβαρούς επιστήμονες που τους έχουν φιμώσει κι είναι οι μόνοι που λένε την αλήθεια;

Το επιχείρημα του ήταν τόσο αποστομωτικό που δεν ήξερε τι να του απαντήσει! Είπε λοιπόν ν' αλλάξει τροπάρι! 

-Ίσως έχεις δίκιο! Λες να την πάτησα που έκανα το εμβόλιο;

-Αν έκανες το MRNA δεν σου εγγυώμαι τίποτα! Αν έκανες της παλιάς τεχνολογίας και τη γλιτώσεις με καμιά ελαφριά θρομβωσούλα να πεις κι ευχαριστώ!

-Ωχ!

-Α, και που 'σαι! Όλο με τη μάσκα σε βλέπω! Πρόσεχε είναι ανθυγιεινές! Αν σου εμφανιστούν τίποτα  πνευμονοπάθειες σε μερικά χρόνια μην απορήσεις! Είπε, κι έσκυψε στα προγνωστικά για τις ιπποδρομίες της ημέρας...!

-Μία τελευταία ερώτηση! 

-Πες μου! Μετά χαράς! 

-Πόσο χρονών είσαι; 

-Εξήντα. 

-Καλή τύχη! 

-Ευχαριστώ! Θα τη χρειαστώ σήμερα! Θα τους πάρω και τα σώβρακα με τα στανταράκια που έχω! 


Κυριακή, 27 Ιουνίου 2021

Κοιμήσου Περσεφόνη κι εσύ Ρώμο Φιλύρα στην αγκαλιά της γης...





Ο Ρώμος Φιλύρας* κατέβηκε από το λεωφορείο που έκανε τη γραμμή Αθήνα-Χαϊδάρι ιδρωμένος και κατασκονισμένος. Τ' ανοιχτά παράθυρα του γεμάτου από κόσμο ξεχαρβαλωμένου αυτού οχήματος έφερναν μέσα όλη την σκόνη της άλλοτε Αρχαίας Ιεράς Οδού! Μπορεί το τοπίο πλέον να τον αποζημίωνε αλλά η ταλαιπωρία από τον άσχημο χωματόδρομο με τα συνεχή ταρακουνήματα είχε αφήσει τα σημάδια πάνω του αλλά και στους υπόλοιπους επιβάτες! Ο ασφαλτοστρωμένος δρόμος σταματούσε λίγο έξω από την Αθήνα κι όσο απομακρύνονταν γινόταν όλο και πιο κακοτράχαλος! Το λεφούσι των εκδρομέων της Κυριακής ξεχυνόταν από την κοιλιά του σιδερένιου κήτους με ανυπομονησία. Πολλοί ντόπιοι χασομέρηδες Χαϊδαριώτες, ασυνήθιστοι στο θέαμα αυτού του οχήματος, περίμεναν όπως πάντα κάθε Κυριακή να φτάσει στο απομακρυσμένο από την Αθήνα χωριό τους! Κάθε είδους τάξη κατέβαινε από αυτό! Γυναίκες με φαρδιά φορέματα, καπέλα και ομπρέλες για τον ήλιο, συνοδευόμενες από κομψούς κυρίους με καλοσιδερωμένα παντελόνια και πουκάμισα με το μικρό τους περιποιημένο μουστακάκι στην τρίχα, γυναίκες και άντρες που έσερναν τρία και τέσσερα κουτσούβελα μαζί με παγούρια και διάφορα τσουμπλέκια για το μεσημεριανό κολατσιό τους. Τα μικρά τους χαμίνια ήταν ήδη κατάμαυρα από το παιχνίδι του καλοκαιριού στη γειτονιά τους και τρέλαιναν τους πάντες με τις φωνές τους. Ακόμα και ντόπιοι χωριάτες κατέβαιναν με κότες κλεισμένες σε κούτες που είχαν αγοράσει την προηγούμενη μέρα στο παζάρι. Ένα κομφούζιο! Εκτός από τους ντόπιους λοιπόν, όλο το υπόλοιπο ανθρωπομάνι έπαιρνε το δρόμο προς την πεντακάθαρη θάλασσα και τη δαντελένια ακρογιαλιά του Σκαραμαγκά! Έπρεπε να βιαστούν για να μην τους πιάσει η αφόρητη αυγουστιάτικη ζέστη. Ο μόνος ατάραχος που ταξίδευε βυθισμένος στον κόσμο του ο Ρώμος Φιλύρας! Το μυαλό του πάντα έτρεχε στις ιδέες και τις μανίες του! Στη σύνθεση των αγνών ποιημάτων του και στη μεγάλη του αγάπη για τη φύση! Α, και στον εαυτό του! Εκείνο το πρωϊνό λοιπόν κατέβηκε στο Χαϊδάρι και τράβηξε , αφού άφησε το ασκέρι των ανθρώπων να προηγηθεί, προς τον Σκαραμαγκά! Μόνος, να απολαύσει τη φύση και να ονειροπολήσει!

Το κόκκινο αυτοκινητάκι της δεκαετίας του '80 είχε αφήσει τη συνοικία της Καισαριανής, διέσχισε το κέντρο της Αθήνας, βγήκε στη λεωφόρο Καβάλας και κάπου εκεί στο ύψος του Χαϊδαρίου κόλλησε για πολλοστή φορά σε έξοδό του από την πόλη σε κίνηση... Ήταν μια αυγουστιάτικη Κυριακή προς τα τέλη του καλοκαιριού. Οι διακοπές στο κυκλαδίτικο νησί είχαν μόλις τελειώσει κι έμεναν ελάχιστες μέρες πριν αρχίσει το σχολείο για τα παιδιά και τελειώσει η άδεια των γονιών τους για να επισκεφτούν παραδοσιακά, όπως κάθε χρόνο τέτοια εποχή, τους παππούδες και τις γιαγιάδες! Οι επιβάτες των χιλιάδων αυτοκινήτων είχαν όλοι την περίφημη ιδέα να ξεκινήσουν νωρίς νωρίς για ένα από τα τελευταία μπάνια κι αυτού του καλοκαιριού. Τα αυτοκίνητα κινούνταν σημειωτόν. Τα νεύρα όλων τεντωμένα. Οι τρόποι και η ευγένεια των οδηγών εκείνη τη μακρινή εποχή, όπως και σήμερα άλλωστε, δεν ήταν το φόρτε της ράτσας μας! Μετά από πολύ κόπο το κόκκινο αυτοκινητάκι έφτασε στο Δαφνί. Οι «τρελοί» ήταν όπως πάντα κρεμασμένοι σαν τσαμπιά στα κάγκελα και παρατηρούσαν τους «κανονικούς» ανθρώπους να είναι στριμωγμένοι σε μια λαμαρίνα με σαράντα βαθμούς, να κορνάρουν σα δαιμονισμένοι και να βρίζονται με τους γύρω τους με τις αναφορές στα θεία να είναι σε περίοπτη θέση ανάμεσα στο λεξιλόγιό τους! Ο δρόμος μετά το ψυχιατρείο πάντα άνοιγε λίγο μέχρι να φτάσουν στη δεξιά στροφή του Σκαραμαγκά. Κάπου εκεί στ' αριστερά, κάποιοι που δεν ήταν οι «τρελοί» του ψυχιατρείου, κολυμπούσαν σε κάτι που έμοιαζε με θάλασσα και καθόντουσαν σ' ένα μέρος που θύμιζε ακρογιαλιά...

Βάδιζε λοιπόν ο Ρώμος Φιλύρας πάνω εκεί, στην Αρχαία Ιερά Οδό, εκεί που κάποτε βάδιζαν χιλιάδες άνθρωποι για να παρευρεθούν στα Ελευσίνια Μυστήρια, χορταίνοντας τη φύση. Μυρίζοντας καθώς πλησίαζε τη θάλασσα το ιώδιο που του γέμιζε τα πνευμόνια και τον εγκέφαλο οδηγώντας το νου του σε νέες συνθέσεις ποιημάτων. Στην τσέπη του πουκαμίσου του τα εφόδια για να γράψει σε λίγο θα αποτύπωναν την ομορφιά του τοπίου. Τράτες και βάρκες έβαζαν πλώρη για τ' ανοιχτά. Η Ελευσίνα φαινόταν απέναντι. Η Μάντρα παραπέρα. Κι ο Κιθαιρώνας πέρα στο βάθος κατέβαζε τη δροσιά του! Η Σαλαμίνα λαμποκοπούσε κι ο Φιλύρας με τη «μεγαλομανία», που στα τελευταία χρόνια της ζωής του τον έκανε να νομίζει ότι, είναι ο Ρωμανός Β' κι αρραβωνιαστικός της πριγκίπισσας Ισλάνδης, φανταζόταν τον εαυτό του να είναι στο θρόνο του Ξέρξη και να παρακολουθεί τη ναυμαχία! Φτάνοντας στην ακρογιαλιά κάθισε στο δροσερό καφενείο, έβγαλε το σημειωματάριο του κι έγραφε κι έσβηνε, κι έσβηνε κι έγραφε... Για την ομορφιά και τη γαλήνη που έβλεπε γύρω του σε αυτόν τον ευλογημένο τόπο... για το θρίαμβο των τοπίων...

Σαν κέντημα γύρω οι βράχοι κ' οι λόφοι του Κορυδαλλού
στο λιμανάκι, ονειρεμένο, του γραφικού Σκαραμαγκά
κ' οι βάρκες στην ακρογιαλιά, που βάζουν πλώρη αργά γι' αλλού,
τα παραγάδια και τ' αγκίστρια, οι πετονιές αραδαριά.

Όλος γαλήνιο αραξοβόλι ο κόλπος του Σκαραμαγκά
κι αντίκρα η θρυλική Ελευσίνα, Κούντουρα, Μάντρα και τα Βίλλια
κόττερα μάγα, καραβάνια τράτες, που 'σερνονται αργά
κι άλλα πλεούμενα, που φεύγουν γοργά και παίρνουν φόρα μίλια!

Κι απ' το Δαφνί, τη Σαλαμίνα, Το Ναύσταθμο κι ακόμα πέρα,
ο θρίαμβος των τοπίων παίρνει και βασιλεύει γραφικά,
σμίγουν το χώμα, το χαλίκι κ' οι γλάροι στο γλαύκο του αιθέρα
και νανουρίζεται η ψύχη μας στο κύμα αιθέρα και γλύκα.

Βάδιζε λοιπόν το κόκκινο αυτοκινητάκι εξαιτίας της κίνησης πιο αργά, ακόμα κι απ' τον Ρώμο Φιλύρα με τα πόδια αρκετές δεκαετίες πριν, στον ίδιο δρόμο... Έφτασε στη δεξιά στροφή που οδηγούσε στον Σκαραμαγκά. Στο αριστερό τους χέρι τα παιδιά είδαν τους θαρραλέους κολυμβητές κι απόρησαν πως κολυμπούσαν μέσα σ' αυτά τα μαύρα νερά δίπλα σε πλωτές μεταλλικές προβλήτες που οδηγούσαν στο πουθενά! Παραδίπλα είχε σκουριασμένα βαπόρια, διυλιστήρια, ναυπηγεία. Προχωρώντας στα δεξιά τους η γνωστή βαλτωμένη λιμνοθάλασσα. Θλιβερό τοπίο. Και όπως πάντα η γνώριμη αυτή μυρωδιά στο συγκεκριμένο σημείο κάθε φορά που περνούσαν. Πάντα αναρωτιούνταν πως υπάρχει όλη αυτή η ασχήμια στην είσοδο της μεγάλης πόλης. Τα αυτοκίνητα πλέον άρχισαν να κινούνται κανονικά. Παρακάτω κι άλλα διυλιστήρια, τσιμεντοβιομηχανίες και υψικάμινοι που έστελναν στον ουρανό σήματα καπνού μη τυχόν και δεν είναι αντιληπτή η παντοδυναμία τους... Από το ραδιοκασετόφωνο, όπως πάντα σ' εκείνο το σημείο,  σαν ένα περίεργο παιχνίδι της μοίρας ακουγόταν μια προτροπή στην Περσεφόνη... Να μην ξαναβγεί ποτέ στου κόσμου το μπαλκόνι... Να μην αντικρύσει μαζί με τον Ρώμο Φιλύρα αυτόν τον άλλοτε χαμένο παράδεισο...
 
Εκεί που φύτρωνε φλισκούνι κι άγρια μέντα
κι έβγαζε η γη το πρώτο της κυκλάμινο
τώρα χωριάτες παζαρεύουν τα τσιμέντα
και τα πουλιά πέφτουν νεκρά στην υψικάμινο.

Κοιμήσου Περσεφόνη
στην αγκαλιά της γης 
στου κόσμου το μπαλκόνι
ποτέ μην ξαναβγείς

Εκεί που σμίγανε τα χέρια τους οι μύστες
ευλαβικά πριν μποΥν στο θυσιαστήριο
τώρα πετάνε αποτσίγαρα οι τουρίστες
και το καινούριο παν να δουν διυλιστήριο

Κοιμήσου Περσεφόνη
στην αγκαλιά της γης 
στου κόσμου το μπαλκόνι
ποτέ μην ξαναβγείς

Εκεί που η θάλασσα γινόταν ευλογία
κι ήταν ευχή του κάμπου τα βελάσματα
τώρα καμιόνια κουβαλάν στα ναυπηγεία
άδεια κορμιά σιδερικά παιδιά κι ελάσματα

Κοιμήσου Περσεφόνη
στην αγκαλιά της γης 
στου κόσμου το μπαλκόνι
ποτέ μην ξαναβγείς




*Ο Ρώμος Φιλήρας (1888-1942) ήταν λυρικός ποιητής από τους πιο δυνατούς εκείνης της εποχής. Δημοσίευε στα πιο γνωστά τότε λογοτεχνικά περιοδικά Νουμά και Παναθήναια. Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια της ζωής του τα πέρασε στο Δρομοκαΐτειο όπου και συνέχιζε να γράφει.