Η λίστα ιστολογίων μου

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

Λογοτεχνικές λεπτομέρειες #5 Ο Γιώργος Ιωάννου για τον Δημήτρη Χατζή...




Στον Γ. Σεραφίνο

Έπιασα τον Γιώργο Ιωάννου πρώτη φορά στα χέρια μου το 2003. Για την ακρίβεια, σύμφωνα με τη συνήθη σημείωσή μου στην πρώτη σελίδα, έπιασα το Κατοχικό του Ημερολόγιο μια Τέταρτη 5 Φεβρουαρίου του 2003. Ύστερα το 2015 μια συλλογή πεζογραφημάτων. Πεζογραφήματα άλλωστε είναι η συντριπτική πλειοψηφία των πολλών βιβλίων του. Το περιοδικό του, το "Φυλλάδιο", τρία χρονιά μετά και μετά από πολλά χρόνια πάλι εκ νέου μια συλλογή με πεζογραφήματα. αυτή τη φορά την εμβληματική "η πρωτεύουσα των προσφύγων". Πέρα από τα, έτσι κι αλλιώς, κοσμήματα της συλλογής αυτής, υπάρχουν εβδομήντα σελίδες επιμέτρου με τίτλο "Εις εαυτόν". Το μεγαλύτερο δώρο και κόσμημα για εμάς που αγάπαμε τα Νέα Ελληνικά Γράμματα και τον Γιώργο Ιωάννου! Ένα εσωτερικό αλλά και τόσο εξωστρεφές συνάμα γενναιόδωρο χάρισμά του προς εμάς! Όλη του η τριαντάχρονη,  έως τότε το 1984, πορεία στα γράμματα και στην εκπαίδευση διατρέχουν αυτό το κείμενο! Οι φίλοι και οι φίλες του, μέσω αυτής της αυτοβιογραφίας, γίνονται ακόμα πιο πλούσιοι μετά απο αυτή τη γνωριμία.  

Τα "φύλλα" με αφορμή την εκ νέου, αλλά αυτή τη φορά πιο συστηματική ασχολία του συντάκτη τους, με τον Γιώργο Ιωάννου, στην αγαπημένη τους ενότητα "Λογοτεχνικές λεπτομέρειες" που μπορείτε να βρείτε σε αυτόν τον σύνδεσμο https://fyllabooks.blogspot.com/search/label/%CE%9B%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82%20%CE%BB%CE%B5%CF%80%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CF%81%CE%B5%CE%B9%CE%B5%CF%82, με χαρά και περηφάνια παρουσιάζουν το παρακάτω κείμενο από την τελευταία συνάντηση του Γιώργου Ιωάννου με τον Δημήτρη Χατζή λίγες μέρες πριν τον θάνατο του τελευταίου με την ελπίδα να συμβάλλουν με τις μικρές τους δυνάμεις έστω και λίγο στην πολιτιστική ανάταση του τόπου μας...



Και ερχόμαστε στον τελευταίο εκ λογοτεχνίας φίλο, που πέθανε πρόσφατα. Είναι ο αλησμόνητος Δημήτρης Χατζής. Πέθανε μες στο ντάλα καλοκαίρι του '81, στα τέλη Ιουλίου. Οι περισσότεροι φίλοι έλειπαν από Αθήνα, είμασταν σε διακοπές. [...] Εντούτοις δεν μπορώ να πω, ότι ο θάνατος ήταν ξαφνικός. Όχι! Τον περιμέναμε μέρα μέρα όλο μας, γιατί από μήνες ο Χατζής ήταν βαρύτατα άρρωστος. Είχε καρκίνο στο δεξιό πνεύμονα. Θα παραμερίσω όλα τα άλλα, που θα μπορούσα να πω, και θα μιλήσω για την τελευταία φορά που τον είδα - που τον είδαμε, μάλλον. Αυτό συνέβη δέκα-δεκαπέντε μέρες προτού πεθάνει. Στις 7 Ιουλίου τον απόγευμα με πήρε ο Κώστας Ταχτσής και με πήγε με το αυτοκίνητό του στη Σαρωνίδα, για να δούμε τον Χατζή, που δεν ήταν πια καθόλου καλά. Πράγματι, τον βρήκαμε σε κακά χάλια. Κοντά του ήταν η γυναίκα του η Καίτη. [...] Περάσαμε με τον Ταχτσή την αυλόπορτα κυριευμένοι από πολύ βαριές σκέψεις. Εγώ τουλάχιστον φαντάζουν κρεβάτια, σεντόνια, φυσήγματα κι ενέσεις. Όμως, προτού ακόμα μπούμε μες στο σπίτι, είδαμε από την τζαμαρία της βεράντας τον Τάκη ξαπλωμένο σε ένα ωραίο καναπέ. Συγκινηθηκε πολύ και μας φιλούσε. Ήταν σαν να είχαμε ένα φίλο στην εξοχή του κι αυτός το καταχάρηκε. Τον κοίταζα με τρόπο, ενώ ξεφούρνιζα διάφορα ευχάριστα και μάλλον άσχετα ανέκδοτα. Είχε μικρύνει, βέβαια, από την αρρώστια, αλλά όχι και πολύ. Πάντα του, άλλωστε, ήταν μικρόσωμος, όπως θα θυμόμαστε όσοι τον γνωρίσαμε. Ήταν ζωηρός εκείνο το απόγευμα, όπως τον καλό καιρό, και μπορώ να πω ότι είχε ιδιαίτερη ομορφιά, κάτι σαν νεανικότητα στο αποκαθαρμένο από τα εποικοδομήματα του χρόνου πρόσωπό του. Είπαμε πάρα πολλά, ακόμα και αστεία διάφορα. Μιλήσαμε και για την καινούργια ένωση συγγραφέων, που βρισκόταν στα σκαριά. Ήθελε λεπτομέρειες για πρόσωπα, συζητήσεις και συμβάντα. Μας μίλησε και για την αρρώστια του. Ήξερε πολύ καλά τι είχε. Τον θυμάμαι να μας δείχνει το δεξί μέρος του θώρακα και να μας λέγει χωρίς ιδιαίτερη κατήφεια: "Να, εδώ έχω καρκίνο, αλλά όπως μας είπαν οι γιατροί είναι τοπικός". Νομίζω πως αυτό το τελευταίο δεν ήταν αλήθεια. Αλλά ήταν η κλωστή που του έδωσαν οι γιατροί, για να πιάνεται και να υπομένει τις φριχτές ταλαιπωρίες. Μας είπε ο ίδιος και τις γνώμες και τις προσπάθειες των γιατρών της Αγγλίας, όπου ματαίως είχαν προσφύγει. Του είχαν σταματήσει τις ακτινοβολίες, λέγοντάς του ότι του κάνουν και παρά καλό. [...] Μας τα διηγόταν όλα ο ίδιος, κοντανασαίνοντας κάπως. Τα μαγουλάκια του κόκκινα και τα μάτια του κάρβουνα ζωηρά. Είχε πάρει να βραδιάζει και πέρα φαινόταν η θάλασσα. Πέθαινε ένας συγγραφέας, ένας αληθινός συγγραφέας, και γύρω του πύκνωνε η γαλήνη και παρέμενε αθόλωτο του φωτάκι της ζωής. Μόνο στο κελί του Στρατή Δούκα έχω νιώσει να αιωρείται αυ5η η ατμόσφαιρα. Κάποια στιγμή ένιωσε δυσφορία και καλύφθηκε από εφίδρωση. Τίποτε το δραματικό κι εδώ. Με αδιόρατες ματιές συνεννοήθηκε με την Καίτη. Βγήκαμε στον κήπο, για να αλλάξει και να ησυχάσει. Καθίσαμε ώρα πολλή ο Ταχτσής κι εγώ συζητώντας γι' αλλά. Είχε νυχτώσει ολότελα, αλλά είχε φεγγάρι. Μέσα στο σπίτι το φως ήταν πολύ κατεβασμένο, θα τον ενοχλούσε. Κάποτε ήρθε η Καίτη και τότε μιλήσαμε περισσότερο γι' αυτήν και για τις οικογενειακές, της εκ πατρικής της οικογένειας, δυσκολίες. Άλλη ιστορία, άλλο έπος, θέλησης αυτή. Η Καίτη μας είπε, ότι ο Τάκης θέλει να στείλει οπωσδήποτε ο Ταχτσής εκείνο το κείμενο, που είχαν πει, στο περιοδικό "Πρίσμα", και, ακόμα, να στείλω κι εγώ κάτι τέτοιο, που ήταν, νομίζω, σχετικό με τις επιδράσεις που δέχτηκα από συγγραφείς ξένους. 

Πέθαινε, αλλά φρόντισε ως το τέλος για το περιοδικό του. Θα 'ταν η ώρα δέκα, όταν σηκώθηκα με να φύγουμε. Πήγαμε να τον χαιρετήσουμε, να τον αποχαιρετήσουμε μάλλον. Υπήρχε πολλή συγκίνηση, συγκρατημένη. Τώρα η ανάσα του ήταν πιο κοντή, είχε έντονο λαχάνιασμα στην ομιλία. Τα τελευταία λόγια του σε 'μας ήταν: "Έργο, παιδιά, έργο! Γράφετε όσο μπορείτε πιο πολύ". Ναι, έργο! 

Το θάνατο του τον έμαθα στην Κασσάνδρα όπου είχα πάει για λίγο κοντά στους δικούς μου. Είχα πάρει μαζί μου τα βιβλία του, πρόβλεπαν το θα συμβεί και τα πήρα. Αυτά ήταν το ανάγνωσμα εκείνων των ημερών. "Ήταν δυνατός και μοντέρνος πεζογράφος ο Δημήτρης Χατζής. Τεχνίτης μαγευτικός στην αφήγηση, με γλωσσικό γούστο εντελώς σημερινό και καθημερινό. Μεγάλη η απώλειά του για την τωρινή φάση της λογοτεχνίας μας". Όλο κάτι τέτοια σκεφτόμουν, καθώς κοίταζα τα ελάχιστα βιβλία του, πως είχε γράψει σχετικώς ελάχιστα κείμενα. Σπουδαίας ποιότητας αλλά λιγοστά. Γι' αυτό, πιστεύω, μας είπε, αυτά που μας είπε στο τέλος. Ήταν ο προσωπικός καημός του και θέλησε να προφυλάξει εμάς τουλάχιστο. [...]

Περιοδικό ¨Φυλλάδιο¨, τεύχη 5-6, σελίδες 57-58, 1982


Διαβάστε ακόμα:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου