Η λίστα ιστολογίων μου

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 29 Μαΐου 2026

Παντελής Μπουκάλας: ΕΙΚΟΣΙ




Παντελή, επίτρεψέ μου το "Παντελή", μιας και δύο φορές που συναντηθήκαμε στα δικά μας, αυτά τα δικά μας, των λίγων του Κόσμου των Ιδεών, χωρίς να με ξέρεις μου χαμογέλασες και με χαιρέτησες δείχνοντας ποιος είσαι εσύ ο σπουδαίος λαϊκός διανοούμενος του τόπου μας. Ένα από τα λίγα κεφάλαια που έχουν μείνει σε αυτό τον μοναχικό δρόμο. Παντελή, πώς το έγραψες αυτό; Πώς αυτόν τον ανείπωτο πόνο για κάθε γονιό τον έκανες είκοσι συν τρία, ποιήματα να πω, λόγια, οιμωγή, σπάραγμα, φως, διάδρομο προς τα εκεί που μόνο εσύ ξέρεις; Που βρήκες τη δύναμη να πεις λόγια που δεν λέγονται, δεν γράφονται στο χαρτί για το εικασάχρονο παλικάρι σου; Αυτό που χάθηκε γυρνώντας έναν καταραμένο Αύγουστο πριν από δεκαπέντε χρόνια από τον πατρικό στον γενέθλιο τοπο. Με τσάκισες φίλε θα έλεγα αν ήμουν εγωιστής. Εσύ, ο τσακισμένος. Μα δεν με τσάκισες. Μου έκανες δώρο έναν ακόμα φίλο. Όχι φίλο μόνο εξαιτίας του "κοινού μας κόσμου" αλλά φίλο απτό, προσιτό, ανθρώπινο, ζωντανό κι ας βρισκόμαστε μόνο στα δικά μας έστω και από μακριά... Την επόμενη φορά όμως επιτρέψέ μου να σε αγκαλιάσω και να φιλήσω το μέτωπό σου αδερφέ μου Παντελή Μπουκάλα...

Παντελής Μπουκάλας 
ΕΙΚΟΣΙ
εκδόσεις ΑΓΡΑ
Απρίλιος 2026

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2026

ΑΛ ΖΑΪΤΟΥΝ: Ποιητική συλλογή (εκδόσεις προλετκουλτ)




Πατρίδα μου, ακόμα κι αν με απασχολούσε η Αιωνιότητα,
Η ψυχή μου δεν θα σταματούσε να σε λαχταράει

(του Αιγύπτιου ποιητή Άχμαντ Σαούκι, 1868-1932)

Τα παιδιά σου, τα λουλούδια σου, οι γυναίκες, οι άντρες, οι μαχητές, οι ταξιαρχίες σου, οι ποιητές, οι συγγραφείς, οι μανάδες, τα άνθη των πορτοκαλιών σου, οι κορδέλες που φορά ο ένας μαχητής στον άλλον και τα φιλιά στο μέτωπο, η Τζενίν, η Γάζα, Δυτική Όχθη, τα κατεχόμενα από το 1948 χώματά σου, οι προαιώνιες ελιές σου... Αχ αυτές οι ελιές σου, που πάντα οι στρατοί κατοχής ξερίζωναν και έκαιγαν. Γιατί ο καρπός τους είναι η ζωή του τόπου. Το έκαναν και στον τόπο μας οι Μπραίμηδες, οι Ούννοι που μάζευαν τη σοδειά για αυτούς οι ντόπιοι συνεργάτες τους. Γι' αυτό μεγάλε Λαέ της Παλαιστίνης τις αγκαλιάζεις έτσι...




Όλα αυτά πέρασαν μέσα από αυτή την έκδοση. Μα τι έκδοση! Τι φόρος τιμής, ο καλύτερος, για αυτόν τον τιτάνιο αγώνα που κάνεις. Και μαζί με άλλες προσεγμένες εκδόσεις αυτά τα τρία χρόνια της γενοκτονίας ανέβασε κι άλλο το πολιτιστικό επίπεδο. Με μια διαφορά. Τα ποιήματα γραμμένα από τρεις προλετάριες γυναίκες της πόλης μας! Που έγραψαν με το αίμα του Γίγαντα Λαού της Παλαιστίνης, που δεν γνώρισαν τώρα αυτό τον λαό και τους αγώνες του... Τις φαντάζομαι την ώρα που έγραφαν αυτά τα ποιήματα να ανακατεύεται το στομάχι τους, να δακρύζουν, να γεμίζουν δύναμη, να κάνουν σινιάλο που να διαπερνά όλη τη Μεσόγειο, τους σιδερένιους θόλους και να το μαζεύουν από τα δίχτυα τους οι ψαράδες της Γάζας... Φίλη αναγνώστρια και φίλε αναγνώστη αναζήτησέ το. Είναι ένα βάλσαμο ψυχής αυτές οι σελίδες. Ένα ακόμα ατσάλωμαΣυνεχίζουμε... 

Γιατί,  

Δεν είμαι από τον τόπο σου. Είμαι από μακριά.[...]
Σ' αγαπάω όπως αγαπάω το χώμα του τόπου μου.
Κι ακόμα παραπάνω.

Γυναίκες της έκδοσης, σας ευχαριστούμε...


Το βιβλίο ΑΛ ΖΑΪΤΟΥΝ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις προλετκουλτ και η κεντρική διάθεση γίνεται στο βιβλιοπωλείο Ναυτίλος, Χαριλάου Τρικούπη 28, Αθήνα.

Τα ποιήματα πρωτοδημοσιεύτηκαν στη σελίδα της Ταξικής Πολιτικής Οργάνωσης Βίδα στη διεύθυνση: https://proletconnect.gr/






Πέμπτη 19 Ιουνίου 2025

Κορδέλες




Πάντα όταν βλέπω αυτούς τους πέντε ανθρώπους να ενώνουν τα χέρια τους, στο νου μου έρχονται οι δικοί μας επαναστάτες της δεκαετίας του '40. Οι πολιορκημένοι του Μεσολογγίου και του Στάλινγκραντ. Πάντα όταν βλέπω τους πέντε αυτούς ανθρώπους το μυαλό μου πηγαίνει στην ηρωική έξοδό τους. Στο μαζί. Στην ενότητα. Στον ιερό σκοπό της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας. Στα συντρίμμια της Γάζας. Στους δρόμους της Δυτικής Όχθης. Εκεί που χτυπά όλη η αξιοπρέπεια του καιρού μας...

Οι άνθρωποι γράφουν την Ιστορία. Κι οι άνθρωποι την καταγράφουν. Στις λευκές σελίδες, στα σημειωματάρια τους, σε μικρά χαρτάκια που μπορούν να ζητήσουν σ' ένα καφενείο, στις οθόνες του υπολογιστή τους. Κάπως έτσι φαντάζομαι τον άνθρωπο που έγραψε αυτό το ποίημα. Κάπου να έγινε αποτύπωση η σκέψη. Η σκέψη επεξεργασμένη από τον αγώνα, την αλληλεγγύη και την ανθρωπιά. Να ξεχύνεται στο σημειωματάριο, τη σελίδα, την οθόνη, το μικρό χαρτάκι. Και κυρίως να ξεχύνεται από την καρδιά, την αγωνία και τη δύναμη που μας δίνει ο αγώνας των κορδελών. Γιατί στις κορδέλες όλοι οι υπόλοιποι χρωστάμε. Γιατί εμείς, όλοι επάνω στη γη, πεθάναμε. Πλην μιας μικρής Λωρίδας…

Και κάπως έτσι διάβασα τους παρακάτω στίχους...


Κορδέλες 

Εξαντλημένα απ’ τον πόνο

Κάθε κορμός και μια ψυχή

Φυτεύτηκε βαθιά στην ευλογημένη γη

Χρυσός τρούλος αγναντεύει τις αγνές ψυχές

Ταξίδεψαν σ’ ορίζοντες αλλοτινούς

Φωτίζοντας με το αγκάθινο φωτοστέφανο

Τον πόνο που χαράχτηκε

Στα σπλάχνα της μάνας γης

Παιδιά όλων των ηλικιών

Με πρόσωπα αγγελικά

Απαλλαγμένα απ’ τη σκιά του θανάτου

Που άλλοι κρέμασαν σπάθα πάνω στο κεφάλι τους

στον υλικό τον κόσμο

Έφηβοι που σκίρτησαν

Μπρος σε μια μάχη άνιση

Το γέλιο τους πνίγοντας

Όλα τα τέρατα

με ανθρώπινη μορφή

Κι αν κάποτε συλλογιστούμε

Το τι μέλλει γενέσθαι

Θα τρέξουμε στα νεκροταφεία

Δάκρυα να χυθούν πάνω στα γκρεμισμένα μνήματα

Που ράγισαν κάτω απ’ τα βήματα

Όλων εκείνων που έστρεψαν το βλέμμα

Μα τί για κείνους που κοντοστάθηκαν

Και έκλαψαν πικρά;

Για αυτούς ας φυτρώσει μια ακακία

Να θυμίζει πως όσο κανείς κοντοστέκεται

Δε χάνεται η ελπίδα

Σας ευχαριστούμε για όλα.

Οι πράσινες, οι κόκκινες, οι μαύρες και οι κίτρινες κορδέλες

Ας μη σταματήσουν να ανεμίζουν ποτέ πάνω στα τιμημένα σας κεφάλια.

Έχετε γαλήνη.

Στη Γη που δεν πεθαίνει ποτέ.

Γιατί η άλλη πέθανε. Πλην μιας μικρής Λωρίδας…

Χ.

Πηγή: 

Τρίτη 13 Μαΐου 2025

Γρηγόρης Καραγιαννίδης...

 



Έγραφε ο Νίκος Καρούζος:  


Ποτέ στ' αλήθεια δεν το 'μαθα /τι είναι τα ποιήματα. / Είναι πληρώματα / είν' ομοιώματα /φενάκη /φρεναπάτη / Φρενάρισμα ίσως; /ταραχώδη κύματα; / τι είναι τα ποιήματα; / Είν' εκδορές απλά γδαρσίματα; /είναι σκαψίματα; / Είναι ιώδιο; / είναι φάρμακα; / είναι γάζες επίδεσμοι / παρηγοριά ή διαλείμματα; / Πολλοί τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα. / Εγώ τα λέω ενθύμια φρίκης.

Εγώ δεν ξέρω τι είναι τα ποιήματα για τον Γρηγόρη Καραγιαννίδη... Καταλαβαίνω ότι μπορεί να είναι και ενθύμια φρίκης αλλά και ιώδιο και φάρμακα... Μπορεί και τα δύο, μπορεί και τίποτα... Αυτό που ξέρω είναι ότι τα ποιήματά του τα έχει γράψει με το αίμα του... Με το αίμα της ψυχής του... Τα γράφει ίσως για να "επιβιώσει... Όπως ο άλλος μεγάλος απομυθοποιητής του αμερικανικού ονείρου, ο Τσαρλς Μπουκόφσκι που έγραφε: "να παλεύουμε με πράγματα ακατόρθωτα για να τα βγάλουμε πέρα" και: "όπως εγώ τώρα / παλεύω σαν σκυλί / παλεύω για να σώσω τη ζωή μου / μέσα σε αυτούς τους τέσσερις τοίχους"

"33"

Ξυπνώ άλλο ένα πρωί.

Δίπλα μου, άδεια κουτάκια.

Πάλι, το σταχτοδοχείο γεμάτο.

Έχω χρόνια να κοιμηθώ
σε δικό μου κρεβάτι.

Μόνο ως “φιλοξενούμενος”.

Αυτός ο καναπές…

Κοιμάμαι, κάθομαι, γράφω εδώ.

Τα πάντα.

Τεντώνομαι, πονάω.

Το νερό για τον καφέ βράζει.

Μουγκρίζω έναν μονόλογο,
ενώ κοιτώ τα μηνύματα.

Τίποτε το συνταρακτικό.

Βγαίνω στο μπαλκόνι.
Χειμώνας, ακόμη.

“Δεν είναι χειμώνας αυτός, εδώ πέρα! “

Τσιγάρο δεύτερο

(το πρώτο, το κάπνισα
φτιάχνοντας καφέ)

Γουλιά.
Πνίγομαι.

Άλλη μια μέρα αρχίζει,
και ξύπνησα, πάλι, “ζωντανός”.

Το ξέρω! Αρκούσε μία γνωριμία μας σ' ένα ήσυχο καφέ του κέντρου της πόλης που κι αυτός κι εμείς συνηθίζουμε να απομονώμαστε για να διαβάσουμε τα δικά μας. Εκεί, συναντήσαμε έναν τύπο μόνο του, να διαβάζει και να γράφει μανιωδώς! Με τόσο πάθος που μας έκανε εντύπωση! Βιβλίο, εφημερίδα, τετράδιο, στυλό, παντού απλωμένα δίπλα σ' έναν καφέ, ένα πακέτο τσιγάρα κι ένα γεμάτο τασάκι. "Δικός μας" σκεφτήκαμε! Και κάπου εκεί ξεκίνησε μια γνωριμία!

Αυτό που ξέρω λοιπόν είναι ότι ο Γ.Κ. είναι ο προλετάριος ποιητής, σαν αυτόν τον άλλον μεγάλο Φώτη Αγγουλέ (ας μου συγχωρήσετε τη σύγκριση - δεν έχει να κάνει με τις ποιητικές τους επιδόσεις αλλά με όλα που τόσο μοιάζουν κι ας ακούγεται αυτό σαν ακροβασία). Αυτό που ξέρω είναι ότι ζει για τα γράμματα. Με φωτισμένο δάσκαλο και δική του προσπάθεια. Μεγάλη προσπάθεια. Βιβλία, χιλιάδες βιβλία, γραψίματα, ποιήματα και δουλειά, πολλή προλεταριακή δουλειά. Αγροτική και μητροπολιτική. Γι' αυτό γράφει με το αίμα του. Γέμισε από την προσποιητή ευγένια των ποιητών και τους στέλνει στο διάβολο. Είμαι σίγουρος ότι δεν θα του αρέσει όλο αυτό και του ζητώ συγνώμη. Αλλά ήθελα να τα γράψω...

Τα ποιήματα του Γρηγόρη Καραγιαννίδη μπορείτε να τα διαβάσετε στη θρακιώτικη ιστοσελίδα:



Τέλεια ατελείς

Λένε πως είμαστε ποιητές,
ενώ δεν είμαστε τίποτε.

Όντα τελειωμένα,
χαμένοι στον κόσμο μας,
παράταιροι.

Όλοι λες και βγήκαμε
από γραμμή παραγωγής
“αντίστροφοι κάγκουρες”,
όμοιοι μεταξύ μας.

Ας πάμε στον διάβολο λοιπόν!

Κι εμείς,
και τα χαζά γραπτά μας,
οι άσκοπες βραδιές μας,
οι εορτές δίχως μουσική,

και η προσποιητή ευγένεια
-κατάρα του διανοούμενου-

Γεμίσαμε.

Γίναμε παρωδία της τέχνης,
εξαμβλώματα της γραφής,

κίβδηλοι εισβολείς στο πνεύμα,
επιτηδευμένοι,
“τέλεια ατελείς”.

Ας γίνουμε, γαμώτο, άνθρωποι!
Πατώντας στη γη,
γνωρίζοντας ποιοι είμαστε
-και από πού κατεβήκαμε-.

Ας πάψουμε να παριστάνουμε
τους νεόπλουτους αστούς,
τους “τέλειους”,
τους “ευγενείς”,
την “ιδιαίτερη κάστα”.

Φτάνει πια!

-Εσείς δε πίνετε τσίπουρο;
Δεν πάτε στο καφενείο;
Δεν πάτε στο γήπεδο;-

Αθήνα,
7/12/2022

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2025

Διονύσιος Σολωμός: Οι ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ του στο Μεσολόγγι, το Στάλινγκραντ και τώρα πια στη Γάζα και τη Δυτική Όχθη...




Στο "Μισολόγγι" η δύναμη της θέλησης που μάταια προσπαθούν να την καταβάλουν τρομαχτικές δοκιμασίες.

(Διονυσίου Σολωμού Αυτόγραφα έργα)

Η δύναμη της θέλησης και του δίκιου ήταν και είναι πάντα αυτές οι κινητήριες δυνάμεις που γύριζαν και γυρίζουν τον τροχό της Ιστορίας προς την πρόοδο του ανθρώπου. Εκεί που πρόοδος σημαίνει ελευθερία. Και εκεί πάντα έπεφταν τρομαχτικές δυνάμεις να εμποδίσουν αυτή την πορεία.

Οι ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ, θα μπορούσαν να έχουν γραφτεί και για τη Γάζα και για τη Δυτική Όχθη της Παλαιστίνης. Ο ποιητής είδε σωστά! "Έζησε" την τραγωδία των ανθρώπων του Μεσολογγίου. 

Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει•
λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι η μάνα το ζηλεύει.
Τα μάτια η πείνα εμαύρισε• 

Αυτή η τραγωδία της ανθρώπινης ιστορίας επαναλήφθηκε έναν αιώνα και κάτι μετά στο Στάλινγκραντ. Εκεί που ο Κόκκινος Στρατός και οι ηρωικοί κάτοικοι του έκαναν μια διαφορετική έξοδο που πήρε φαλάγγι χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, έως το σπίτι τους, τους πολιορκητές. Ο ίδιος κλοιός, αδιαπέραστος στα μάτια των ισχυρών, διαπεράστηκε και στη Γάζα... 

Εχαμογέλασε πίκρα κι ουλεθενέ κοιτάζει•
κι ανεί πολύ τα βλέφαρα τα δάκρυα να βαστάξουν:
"Εκεί 'ρθε το χρυσότερο από τα ονείρατά μου•
με τ' άρματ' όλα βρόντησα τυφλός του κόπου χάμου.
Φωνή 'πε: "Ο δρόμος σου γλυκός και μοσχοβολημένος•
στην κεφαλή σου κρέμεται ο ήλιος μαγεμενος•
παλληκαρά και μορφονιέ, γεια σου, καλέ, χαρά σου!
Άκου, νησιά στεριές της γης, έμαθαν τ' όνομά σου!
[...]
Δρόμο αστραφτά να σχίσω τους εχθρούς καλά θρεμμένους,
σ' εχθρούς πολλούς, πολλ'άξιους, πολλά φαρμακωμένους•
να μείνεις, χώμα πατρικό, για μισητό ποδαρι•
η μαύρη πέτρα σου χρυσή και το ξερό χορτάρι.

Έναν παγκόσμιο τύπο του ελεύθερου πολιορκημένου σχεδίασε ο Σολωμός. Ενός στρατευμένου ανθρώπου στο όνομα και στην αρετή της Ελευθερίας. Στο όνομα της τόλμης. Μια και μόνη έξοδο είχαν οι δεσμώτες των περιοχών αυτών. Όταν μέσα σε αυτό το μαρτύριο έβλεπαν κάθε μέρα πρόσωπο με πρόσωπο τον θάνατο, από τα σπαθιά, τα κανόνια, τις σφαίρες, την πείνα, τότε βγαίνει ολόψυχα από μέσα τους το όραμα της επόμενης ελεύθερης μέρας. Και τότε είναι η στιγμή του μεγάλου ανθρώπου. Του πολεμιστή του Μεσολογγίου. Της μάνας του Στάλινγκραντ. Του παιδιού της Γάζας. Όλων των Γιγάντων Λαών που αγαπούν την Ελευθερία. Που θέλουν το χώμα τους να μείνει πατρικό, για μισητό ποδάρι.

Οι ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ μας δείχνουν σε τι ύψος έφτασε ο Σολωμός, δηλαδή σε τι ύψος έφτασαν οι πολιορκημένοι του Μεσολογγίου. Όταν οι άνθρωποι φτάνουν σε τέτοιο μεγαλείο τότε και ο κόσμος των Ιδεών μεγαλουργεί!

Γιατί τα λόγια της παλαιστίνιας γυναίκας και μάνας που με τόσο πάθος αποτυπώθηκαν στην καμερα μετά την εκεχειρία:

Θα μαζέψουμε τα συντρίμμια! Θα ξαναχτίσουμε τη Γάζα και θα την κάνουμε πιο όμορφη! Αυτή εδώ δίπλα μου είναι η κόρη ενός μάρτυρα και η αδερφή της.  Δίπλα μου είναι ένας ηλικιωμένος κι ένας νέος άντρας. Όλοι μαζί θα την ξαναχτίσουμε και θα γίνει καλύτερη από πριν.  Η Γάζα είναι μέσα μας. Εμείς είμαστε αυτοί που παραμείναμε ακλόνητοι εδώ και αντέξαμε. Κανένας τους δεν κατόρθωσε τίποτα. Ούτε οι ηγέτες ούτε κάποια άλλη χώρα. Το αληθινό κατόρθωμα είναι εδώ. Αυτοί που τα κατάφεραν είμαι εγώ, αυτή και αυτοί και είμαστε περήφανοι. 

...είναι τα λόγια του Σολωμού για την μεσολογγίτισσα γυναικα και μάνα. Την εξυψώνει μέσα στο έργο του... Γιατί είναι ένα οικουμενικό έργο...

"Ψυχή μεγάλη και γλυκειά, μετά χαράς σ' το λέω:
Θαυμάζω τες γυναίκες μας και στ' όνομά τους μνέω.

Εφοβήθηκα κάποτε μη δειλιάσουν και τες επαρατήρησα αδιάκοπα.

Απόψε, ενώ είχαν τα παράθυρα ανοιχτά για δροσιά, μία απ' αυτές, η νεώτερη, επήγε να κλείσει, αλλά μία άλλη της είπε: "Όχι, παιδί μου• άφησε να μπει μυρωδιά από τα φαγητά• είναι χρεία να συνηθίσουμε.".

Κι έτσι λέγοντας εματάνοιξε το παράθυρο, και η πολλή μυρωδιά των αρωμάτων εχυνόταν μέσα κι εγιόμισε το δωμάτιο. 

Και η πρώτη είπε: "Και το αεράκι μας πολεμάει".

Μια άλλη έστεκε σιμά εις το ετοιμοθάνατο παιδί της.

Και άλλη είπε χαμογελώντας, να διηγηθεί καθεμία τ' όνειρό της. 

[...]

Κι αφού όλες εδηγήθηκαν τα ονείρατά τους, εκείνη που 'χε το παιδί ετοιμοθάνατο είπε: Ιδές, και εις τα ονείρατα ομογνωμούμε, καθώς εις τη θέληση και εις όλα τ' άλλα έργα". Και όλες οι άλλες εσυμφώνησαν κι ετριγύρισαν με αγάπη το παιδί της που 'χε ξεψυχίσει. 

Ιδού, αυτές οι γυναίκες φέρονται θαυμαστά• αυτές είναι μεγαλόψυχες και λέμε ότι μαθαίνουν από μας• δε δειλιάζουν, μολονότι τους επάρθηκε η ελπίδα που είχαν να γεννήσουν τέκνα για τη δόξα και την ευτυχία. Εμείς λοιπόν μπορούμε να μάθουμε απ' αυτές και να τες λατρεύουμε έως την ύστερη ώρα.





Τα αποσπάσματα μεταφέρθηκαν στο πολυτονικό σύστημα κρατώντας την ορθογραφία του πρωτότυπου και είναι από το βιβλίο των εκδόσεων "στιγμή" σε επιμέλεια Στυλιανού Αλεξίου.




Δευτέρα 13 Μαρτίου 2023

Αλέξης Πάρνης, 24 Μαΐου 1924 - 10 Μαρτίου 2023...





Στον Γ. Σεραφίνο...

Σε αποχαιρετούμε σήμερα Αλέξη Πάρνη... Εσένα που μαζί με τον πατέρα σου έσωσες μια οικογένεια Εβραίων τις μαύρες μέρες του 1942. Εσένα που πολέμησες στη Γεφυρα Κολοκυνθούς στο Περιστέρι τους Γερμανούς ναζί. Εσένα που ξαναπολέμησες τους νέους κατακτητές, τους Εγγλέζους και τα ντόπια καθάρματα που τους στήριξαν. Τραυματίστηκες τον Δεκέμβρη του 1944 μπροστά στο Εθνικό Θέατρο που αυτές τις μέρες είναι κατειλημμένο.  Ένα μικρό αδιόρατο κόκκινο νήμα ίσως κάπου αχνοφαίνεται... Θεατρικός συγγραφέας εσύ, σπουδαστές θεάτρου αυτοί...  Εσένα που βρέθηκες στο Μπούλκες και στον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας. Εσένα μεγάλε ποιητή και συγγραφέα. Δύο φορές "συναντήθηκα" μαζί σου. Στις 926 σελίδες της "Οδύσσειας των διδύμων". Της μεγάλης αυτής ιστορίας του τόπου και της πολιτικής προσφυγιάς. Και στις λιγότερες σελίδες του "Γεια χαρά, Νίκος"... Άλλη πικρή ιστορία... Μακριά από τον τόπο... Τυχερός που σε "γνώρισα"... Θα φροντίσω να "συναντηθώ" και με το υπόλοιπο μεγάλο σου έργο. Καλό ταξίδι Καπετάνιο...


Σ' έναν καινούριο σύντροφο 

Απόψε στ' αμπρί μας έγινε μια απλή τελετή
Ένας καινούριος πάτησε στο κατώφλι του κόμματος.
Ήταν ένας πολεμιστής του Βίτσι
Με το παράσημο της νιότης στην καρδιά
Με το παράσημο του Γράμμου στα στήθια.
Απόψε στ' αμπρί μας έγινε μια απλή τελετή.
Ένας Επίτροπος αρματωμένος με μάουζερ και φισεκλίκια
Που 'χε δει το κόκκινο λάβαρο
Ν' ανεμίζει στο κατάρτι της Ακροναυπλίας
Όταν η μαύρη θύελλα μάνιαζε να το κουρελιάσει
Ένας επίτροπος αρματωμένος με τη στερνή παραγγελιά των νεκρών μας
Που 'χε δει την Άνοιξη
Στο γελαστό στόμα του μελλοθάνατου Σουκατζίδη.
Ένας επίτροπος με τα χέρια σημαδεμένα από τις χειροπέδες της ασφάλειας
Που 'χε είκοσι χρόνια θητεία
Στο στράτευμα της λευτεριάς
Άνοιξε σαν τις φτερούγες του αετού τα χέρια
Έσφιξε το καινούριο ξεπεταρόνι στην αγκαλιά του
και είπε:
Καλώς όρισες σύντροφε!
Εδώ που 'ρθες να 'σαι δίκαιος σαν τον ήλιο
π' ανατέλλει για όλους τους ανθρώπους.
Εδώ που 'ρθες πρέπει να 'χεις τα χέρια σαν τη βαριά
Για να γκρεμίζεις τις Βαστίλλες.
Εδώ που 'ρθες πρέπει να 'χεις τα χέρια απαλά
Για να χαϊδεύεις τις πληγές του λαού μας.
Καλώς όρισες σύντροφε!
Τώρα είσαι ένας τραγουδιστής στην πολύβοη χορωδία του κόσμου
Όπου διευθύνει η μπαγκέτα της λευτεριάς
Το μαχητικό εμβατήριο της ειρήνης.




Παρασκευή 3 Μαρτίου 2023

"Σαράντα σβέρκοι βοδινοί" , το κεφάλαιο, "σαράντα λύκοι με προβιά", το κράτος... δολοφονούν...




Σαράντα σβέρκοι βωδινοί με λαδωμένες μπούκλες,
σκεμπέδες σταβροθόλωτοι και βρώμιες ποδαρούκλες
ξετσίπωτοι, ακαμάτηδες, τσιμπούρια και κορέοι
ντυμένοι στα μαλάματα κ' επίσημοι κι ωραίοι.

Σαράντα λύκοι με προβιά (γι' αφτούς βαρά η καμπάνα)
καθένας γουρουνόπουλο, καθένας νταμιτζάνα!
Κι απέ ρεβάμενοι βαθιά ξαπλώσανε στο τζάκι,
κι αβάσταγες ενιώσανε φαγούρες στο μπατζάκι.

Ο δυστυχώς πάντα επίκαιρος, Κώστας Βαρναλης... 

Κυριακή 31 Ιουλίου 2022

Μιλτιάδης Μαλακάσης: Το δάσος



Τώρα, που ακόμα πιο πολύ οι ανίδρωτοι λοτόμοι κούρσεψαν τα δάση για να τα παραδώσουν στο αδηφάγο τέρας του κέρδους, τώρα, που ακόμα πιο πολύ οι ανίδρωτοι λοτόμοι που μας εξουσιάζουν κουρσεύουν τον άνθρωπο, στο βωμό κι αυτός του αδηφάγου τέρατος του κέρδους, τώρα που ο τόπος περνάει ξανά μέρες μαύρες, οι «ιδρωμένοι χτίστες» του κόσμου να βαδίσουμε στο δάσος της ζωής που λαχταράμε... 


Το δάσος που λαχτάριζες
ώσπου να το περάσεις,
τώρα να το ξεχάσεις
διαβάτη αποσπερνέ. 

Μιαν αυγινή, το κούρσεψαν
ανίδρωτοι λοτόμοι,
κι εκεί είναι τώρα δρόμοι
διαβάτη αποσπερνέ.

Το τρίσβαθο αναστέναγμα
που άγγιζε την καρδιά σου
κι έσπασε τα γόνατά σου
δε θα τ' ακούσεις πια,

το πήρανε στα διάπλατα
περίτρομα φτερά τους
και το 'καμαν λαλιά τους
τα νύχτια τα πουλιά.

Και κάτι που βραχνόκραζε
με μια φωνή ανθρώπου,
στο ημέρωμα του τόπου
βουβάθηκε κι αυτό.

Το σιγαλό τραγούδισμα
που σ' έσερνε διαβάτη
σε μαγικό παλάτι
δίχως ελπίδα αυγής,

το πήρανε -για κοίταξε-
στερνή ανατριχίλα
τα πεθαμένα φύλλα
που απόμειναν στη γης.

Κι η άρπα με τον ήχο της
που σε γλυκομεθούσε 
μα κρύφια σου χτυπούσε
θανάτου μουσική,

χάθηκε με την άγγιχτη
που την κρατούσε κόρη,
στα πέλαγα, στα όρη,
να μην ξανακουστεί.

Το δάσος που λαχτάριζες
ώσπου να το περάσεις,
τώρα να το ξεχάσεις
διαβάτη αποσπερνέ,

γεννήκαν νεκροκρέβατα
τ' άγρια δέντρα του τώρα
και θα τα βρεις στη χώρα
διαβάτη αποσπερνέ.

[Μιλτιάδης Μαλακάσης 1869-1943]




Παρασκευή 1 Ιουλίου 2022

"...σε χωριά μακρυνά, πολιτείες θα περνάω των βουνών και των κάμπων, γεμάτος, το μύρο"...




Σε αυτή την πολιτεία των χωριών του Πηλίου, με τα μάτια να ακουμπούν σε βουνά γεμάτα από δάση καταφορτωμένων μηλιών και κερασιών, πλατανιών και γκυ, στη θάλασσα του Αιγαίου και τα νερά που παντού τρεχουν,  συναντήθηκα με τους παρακάτω στίχους του μεγάλου Ρώμου Φιλύρα. Κι έτσι, σαν ένα ταίριασμα με το μύρο, γης και στίχων, παντρεύτηκαν στο μυαλό μου και, τους αφήνω εδώ με συγκίνηση, να ταξιδέψουν στον απέραντο ιστό και να βρουν τους λίγους παραλήπτες τους... 


ΡΩΜΟΣ ΦΙΛΥΡΑΣ

ΠΟΤΕ


Άζωη ζωή, σε βουνά, λειβάδια και δάση,

σ' άλση, πάρκα, βραγιές, περιβόλια και στάνες,

σ' ερημοκάλυβα, όπου, αγραυλοί, εικονοστάσι,

και το σήμαντρο, κάποτε, κρούει κι' οι καμπάνες.


Ουρανοί, αυγής και δύσης και λιακάδα κι' αέρας,

καθρεφτίζονται, σε γαληνά καμποτόπια,

'πάνω ατέρμων, καθάριος και γλαυκός ο αιθέρας,

κάτω, πέρα, σουραύλια βοσκών, ηχοσκόπια.


Πότε, εκείθε, από δω κ' εκεί πέρα, θα πάω,

σ' αγκαλιές θαλασσών και γυαλών για να γύρω,

σε χωριά μακρυνά, πολιτείες, θα περνάω

των βουνών και των κάμπων, γεμάτος, το μύρο.


Θα με πάρη, ένα χέρι, κι αλλού, θα με φέρη,

μακρυά, κι από πλήξη τοσόχρονη, ως τόσο,

θα ξυπνήσω, κει κάτω, κάτ' απ' άλλον αστέρι,

νέα ζωή, νέους στίχους, θα ζήσω, θα δώσω;


Το ποίημα του Ρώμου Φιλύρα αλιεύθηκε από την εξαιρετική σελίδα στο Facebook "Ποίηση Μεσοπολεμική", κρατώντας πάντα την ορθογραφία του πρωτότυπου.









Δευτέρα 4 Απριλίου 2022

Ο μυροβόλος Απρίλης στην ποίηση!




Ο Απρίλης στον τόπο μας είναι ο μήνας που βγαίνουμε από το σκοτάδι του χειμώνα. Κυριολεκτικό και μεταφορικό. Εμείς, οι κάτοικοι των πόλεων, έχοντας «πιάσει» ήδη πριν τον Μάρτη, αναζητούμε να τον γευτούμε έστω και αποσπασματικά... Φυτεύ
ουμε λουλούδια στις βεράντες μας, εκδράμουμε στις κοντινές εξοχές, βγαίνουμε στις δροσερές ακόμα πλατείες να τον απολαύσουμε σε μια γλυκιά βραδιά του. Οι άνθρωποι της επαρχίας τον ζουν σε όλο του το μεγαλείο. Είναι σίγουρα από τις στιγμές που τους «ζηλεύουμε»! Ο Απρίλης όμως έχει την τιμητική του και στα γράμματα μας! Τα «φύλλα» με χαρά σήμερα παρουσιάζουν τον «Απρίλη στην ποίηση» από το εξαιρετικό περιοδικό «Φιλιλογική Πρωτομαγιά», του 1959!

Ο Απρίλης στην ποίηση 

Η δημοτική ποίηση που εκδηλώνει με ενέργεια την ποιητική διάθεση του λαού μας, αφιέρωσε στο μυροβόλο Απρίλη τους πιο γλυκούς λυρικούς στίχους. Ο ερχομός του Απρίλη σημαίνει για τον άνθρωπο και μάλιστα τον ξώμαχο που είναι δαρμένος από του χειμώνα τα άγρια ξεροβόρια χαρά, καλοσύνη και ξεφάντωμα. Η πλάση όλη στολισμένη με τα χιλιόγραμμα λουλουδένια εμπριμέ της ευρίσκεται σε αποθεωτικό οργασμό.

Τώρα είναι Απρίλης και χαρά τώρα 'ναι καλοκαίρι
το λεν τ' αηδόνια στα κλαριά και οι πέρδικες στα πλάγια.
Παν τα κοπάδια στα βουνά να ξεκαλοκαιριάσουν,
παν και κοντά οι τσοπάνηδες βαρώντας τις φλογέρες.

Στο τραγούδι αυτό η λαϊκή μούσα δίδει μια ειδυλλιακή εικόνα όπου άνθρωποι και ζώα με το ίδιο χαρούμενο συνταίριασμα απολαμβάνουν στις μυρωμένες πλαγιές των ελληνικών βουνών, την απριλιάτικη φύση.
Ένα τέτοιο εξαίσιο σκηνικό αντίκρυσε και η ματιά του Αθανασίου Διάκου όταν από το Γολγοθά του μαρτυρίου του άφησε σαν κύκνει άσμα τους στίχους τον Απρίλιο του 1821

Για δες καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει
τώρα π' ανθίζουν τα κλαριά και βγάζει η γη χορτάρι.

Ο Απρίλης είναι ο μήνας των λουλουδιών παρ' όλο ότι ο Μάης εμφανίζεται ως αντιπρόσωπος των. Ένα λαϊκό δίστιχο λέγει:

Ο Μάης έχει τ' όνομα κι ο Απρίλης τα λουλούδια.

Σε μερικά όμως δημοτικά τραγούδια η χαρά της άνοιξης μοιράζεται σε δύο μήνες

Μάης με τα τριαντάφυλλα
κι Απρίλης με τα ρόδα.

Στο περίφημο τραγούδι του νεκρού αδερφού ο Απρίλης και ο Μάης προβάλλονται σαν μήνες που τα πουλιά ευρίσκονται σε αέναο λυρικό ξεφάντωμα.

Άκουσε Κωνσταντίνε μου τι λένε τα πουλάκια
Απρίλης είναι και λαλούν Μάης και φωλεύουν.

Εάν στα δημοτικά τραγούδια ο Απρίλης και ο Μάης θεωρούνται ως μήνες των λουλουδιών στη νεοελληνική ποίηση στον ίδιο τομέα ο Απρίλης έχει την πρωτοπορία.

Το απολαυστικό θέαμα της λουλουδοσπαρμένης πλάσης εμπνέει τη νεοελληνική μούσα και δίδει ενθουσιαστικούς και πηγαίους στίχους. Και πρώτα-πρώτα η Σολωμική ποίηση ευρίσκει στην ομορφιά του Απρίλη την αποθέωσή της.

Έστησε ο έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη
κι η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα.

Και σε ένα απόσπασμα των «ελεύθερων πολιορκημένων» που αναφέρεται στο αγωνιζόμενο Μεσολόγγι λέγει:

Ο Απρίλης με τον έρωτα χορεύουν και γελούνε
κι όσα άνθη βγαίνουν και καρποί τοσ' άρματα σε κειούνε.
Μάγεμα η φύσις κι' όνειρο στην ομορφιά και χάρη 
η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι
με χίλιες βρύσες χύνεται με χίλιες γλώσσες κραίνει
όποιος πεθαίνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει.

Ο ρομαντικός Ιωάννης Πολέμης τοποθετεί το απριλιάτικο σκηνικό το «παληό βιολί» το εξαίσιο εκείνο λυρικό τραγούδι του.

Άκουσε το απόκοσμο το παληό βιολί
μέσα στη νυχτερινή σιγαλιά του Απρίλη
στο παληό κουφάρι του μια ψυχή λαλεί
με τ' αχνά κι απάρθενα της αγάπης χείλη. 

[...]

Και ο μεγάλος μας Παλαμάς βαθειά γοητευμένος από τις ομορφιές του Απρίλη θρηνώντας το χαμό του παιδιού του αφήνει τη σπαρακτική θρηνωδία.

Παν οι αυγές κι οι Απρίληδες
μεσ' τη ζωή την άδεια
χάνονται αλαλάζοντας
στα ταρταροσκοτάδια

[...]

Ο ποιητής της γαλήνης και των θλιμμένων δειλινών ο αξέχαστος Λάμπρος Πορφύρας, περιδιαβάζοντας τις λιγοστές πρασινάδες της αγαπημένης του Φρεαττύδας μονολογεί τους παληούς ερωτικούς στίχους που έγραψε στο ίδιο εκείνο ακρογιάλι όταν κάποια απριλιάτικη ημέρα ήτανε συντροφευμένος με μια όμορφη Πειραιώτισσα.

Για την ωραία τη στιγμή τη μαγική
που σμίξαμε τα χέρια και τα χείλια
δε το θυμάμαι ήταν Κυριακή
κι' ήταν δύση ροδινή του Απρίλη.

Η πονεμένη Πολυδούρη μέσα από το κρεββάτι του πόνου στη Σωτηρία, με μια προφητική διαίσθηση τραγουδά το γρήγορο χαμό της.

Θα πεθάνω μια αυγούλα μελαγχολική τ' Απρίλη
όταν αντίκρυ θ' ανοίξη μεσ' στη γλάστρα μου δειλά
ένα ρόδο μια ζωούλα. Και θα μου κλειστούν τα χείλη 
και θα μου κλειστούν τα μάτια μονάχα τους σιωπηλά. 

[Το κείμενο μεταφέρθηκε στο μονοτονικό σύστημα, διατηρώντας παράλληλα την ορθογραφία του πρωτότυπου.]



Δευτέρα 21 Μαρτίου 2022

21 Μαρτίου... Ρόδου μοσκοβόλημα...


Εαρινή ισημερία σήμερα... Κι από αύριο το φως θα νικάει το σκοτάδι... Η βαρυχειμωνιά όμως που σκεπάζει τον πλανήτη ανά του αιώνες δεν ξεγελιέται από τα παιχνίδια του φωτός. Συνεχίζει να παγώνει τις ψυχές των ανθρώπων όσο αυτές δεν ζεσταίνονται από τον αγώνα τους για έναν καλύτερο κόσμο κι απ' όσα λόγια αραδιάζουν στο χαρτί... Στο παρηγορητικό καταφύγιο των τυπωμένων λέξεων κι απόψε θα καταφύγω υποδεχόμενος την άνοιξη... Προσμένοντας όμως πάντα την έλευση της άνοιξης αυτού του καινούριου δίκαιου κόσμου...

Εφέτος άγρια μ' έδειρεν η βαρυχειμωνιά
που μ' έπιασε χωρίς φωτιά και μ' ηύρε χωρίς νιάτα,
κι η ώρα την ώρα πρόσμενα να σωριαστώ βαριά 
στη χιονισμένη στράτα

Μα χτες καθώς με θάρρεψε το γέλιο του Μαρτιού
και τράβηξα να ξαναβρώ τ' αρχαία τα μονοπάτια,
στο πρώτο μοσκοβόλημα ενός ρόδου μακρινού
μου δάκρισαν τα μάτια

Κωστής Παλαμάς, Ρόδου μοσκοβόλημα, 1905




Τρίτη 1 Μαρτίου 2022

«Κατάμαυροι περνούν καιροί και χρόνοι...»


Κατάμαυροι περνούν καιροί και  χρόνοι, κι όσο η ανθρωπότητα θα επιτρέπει η ζωή κι ο πλανήτης να ματώνουν στα σύνορα, στα εργοστάσια, στους πολέμους, άλλο τόσο θα γλεντοκοπούν οι δολοφόνοι... 

«Καλούμεν»

Κατάμαυροι περνούν καιροί και χρόνοι.
Κυβερνούνε τον κόσμο ποιοι δαιμόνοι;
Πατέρες, τ' άνθος της ζωής, η νιότη,
ενός «καλούμεν...» σκλάβα η ανθρωπότη

στη μαύρη ανάβει της σφαγής μανία
κ' ενώ μανιάζει η αδερφοχτονία
κι ο Χάρος χώρες και χωριά ερημώνει,
μακρυά γλεντοκοπούν οι δολοφόνοι.

Ιωσήφ Ραφτόπουλος  (1890- 1923)

[Πηγή, η εξαιρετική σελίδα στο facebook «Ποίηση Μεσοπολεμική»]


Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2022

Τ' ΑΝΑΠΛΙ...




-Σκεφτήκατε ποτέ το Ναύπλιο;
-Ναι.
-Το σημερινό ή αυτό που έχετε στη μνήμη σας;
-Αυτό που έχω στη μνήμη μου δεν υπάρχει σήμερα.

(Νίκος Καρούζος, η τελευταία συνέντευξη στον Κωνσταντίνο Αν. Θέμελη, εκδόσεις ύψιλον/βιβλία)

Πάντα σκέφτομαι το Ναύπλιο. Τ' Ανάπλι, που λένε ακόμα οι παλιοί. Πάει, χάθηκε κι αυτή η έκφραση. Όπως κι αυτό το Ναύπλιο που έχω κι εγώ στη μνήμη μου. Δεν υπάρχει σήμερα. Τ' Ανάπλι του ατελείωτου παιχνιδιού στους δρόμους με τα ελάχιστα αυτοκίνητα στη συνοικία της Πρόνοιας. Το ανέβασμα στο Παλαμήδι, όχι από τον επίσημο δρόμο ή από τα εννιακόσια ενενήντα εννιά σκαλιά. Μα από τα μονοπάτια και τα κατσάβραχα του βουνού που ξεκινούσαν από το τέλος της συνοικίας. Ακόμα έχω μέσα μου τις ανοιξιάτικες μυρωδιές του βουνού κάθε Πάσχα, τις φραγκοσυκιές που μας γρατζουνούσαν, τις τσουκνίδες που μας κατακοκκίνιζαν τα πόδια, το υγρό μυρωδάτο χώμα. Τα βράχια της Αρβανιτιάς που κάθε πρωί από αυτά παίρναμε φόρα και βουτούσαμε στη θάλασσα. Ξανά και ξανά προσέχοντας να πέσουμε ανάμεσα στους δύο βράχους για να μην «καρφώσουμε»... Το φωτισμένο, μόνο τα Σαββατόκυριακα που έρχονταν οι τουρίστες, κάστρο. Κι άλλα θυμάμαι, πολλά. Όπως τη θλιβερή στιγμή της επιστροφής στην Αθήνα, με το Παλαμήδι να σβήνει σιγά σιγά από το βλέμμα μου. Αυτό το Ναύπλιο έχω στη μνήμη μου. Των παιδικών, άντε και των εφηβικών μου χρόνων. Αυτό ήταν ένα γιορτινό, ένα καλοκαιρινό Ναύπλιο. Αυτό άφηνα πίσω. Το χειμωνιάτικο, το καθημερινό, δεν το γνώρισα ποτέ. Το φανταζόμουν μόνο από τις διηγήσεις. Όπως ζούσα και μισοσυνειδητά το μύθο του. Κάστρο, Μπούρτζι, οχυρώσεις, επαναστάσεις, φυλακές, μάχες... Πλέον, αυτό που έχω στη μνήμη μου σήμερα, δεν υπάρχει πια. Έπαψε να υπάρχει όταν με την ενηλικίωση μου διάλεξα το δρόμο που θα έπαιρνα στη ζωή μου. Κι αυτός ήταν αντίθετος με την πολιτική μαυρίλα του, τις μικροαστικές συνήθειες, τον πνιγηρό ασφυκτικό έλεγχο της επαρχίας. Κρατάω όμως το παλιό των ανέμελων παιδικών μου χρόνων. Μου αρκεί. Και προσπαθώ να το φανταστώ και να το περπατήσω, όπως δεν το γνώρισα ποτέ τους δύσκολους μοναχικούς μήνες, μέσα από το εξαιρετικό κείμενο του Πέτρου Χάρη, που ανακάλυψα σ' έναν ακόμα θησαυρό των γραμμάτων μας. Την «Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά» του 1963, που μέρος του, έχουν τη χαρά τα «φύλλα» ν' ανασύρουν από το παρελθόν και να επαναφέρουν στο φως!


ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ ΣΤ' ΑΝΑΠΛΙ
(Ώρες ιστορίας και θρύλου)

Αν αγαπάτε μια πολιτεία, προπάντων μια παλιά πολιτεία που με την ιστορία της, με τους θρύλους της και την ομορφιά της ή με την ιδιοτυπία της συχνά γίνεται κάλεσμα τυραννικό και πολλά σας υπόσχεται και με πολλές προσδοκίες  σας κρατάει, έστω και για λίγες στιγμές, στο όνειρο, απάνω από την εχθρική ή και την άχρωμη και ασήμαντη πραγματικότητα, αφήστε να περάσει το καλοκαίρι, περιμένετε νάρθει το φθινόπωρο, και τότε ξεκινήστε. Οι δρόμοι που θα σας φέρουν στην παλιά σας αγάπη δε θα είναι έρημοι, μα δε θάχουν και το συνωστισμό της καλοκαιρινής ημέρας ή και της νύχτας του Ιουλίου και του Αυγούστου, που δεν αφήνει θέση ούτε σ' ένα λαγό ούτε σε μιαν αλεπού να κάνουν το βραδινό τους σεργιάνι. Οι φθινοπωρινοί δρόμοι, κάτω από έναν ήλιο που περιορίζεται να φλογίζει λίγο τα νεανικά πρόσωπα, να δυναμώνει τη λάμψη στα χρυσά ή στα μαύρα τους μαλλιά ή και να γεμίζει με φως τις ρυτίδες της πείρας, κάτω κι από το φεγγάρι του Οκτωβρίου και του Νοεμβρίου που δεν έχει να δει πολλά πλάσματα και προσέχει περισσότερο το νυχτερινό οδοιπόρο, ή και μέσα στην ασέληνη νύχτα και έναν καταστόλιστο ουρανό που αιώνες τώρα αγωνίζεται να στείλει τις φωνές του, τα μηνύματα του και να μας εξηγήσει πόσο απλή είναι η αρμονία του κόσμου, απλή και μεγάλη όπως μια θαυμαστή μαθηματική εξίσωση, οι φθινοπωρινοί, λέω δρόμοι μοιάζουν με τα βέλη της ευτυχίας. Όσοι τους περπατούν, όχι από ανάγκη, όχι ζεμένοι στον τροχό του επαγγέλματος, όσοι τους περπατούν σε ώρες σχόλης είναι σαν να πηγαίνουν σε ερωτική συνάντηση. Ξέρουν ότι ξεκίνησαν για να φτάσουν, ύστερα από εκατό, διακόσια ή και περισσότερα χιλιόμετρα, σε μιαν άδεια πόλη. Δηλαδή σε μια πόλη που δεν έχει κρατήσει  κανέναν από τους καλοκαιρινούς επισκέπτες της κ' έμεινε μόνο με τους κατοίκους της, που γύρισε στο ρυθμό της κανονικής ζωής της και δεν προσπαθεί να φανεί ωραιότερη απ' ότι είναι ή να γίνει πιο ευχάριστη για τους ξένους της.

Το φθινοπωρινό πρόσωπο κάθε πολιτείας, που έχει πολλούς ξένους το καλοκαίρι και υποχρεώνεται να κάνει πότε μεγάλη και πότε μικρή προσπάθεια, είναι το πιο γνήσιο, και το πιο συμπαθητικό. Είναι ο άνθρωπος που έβγαλε τα καλά του όταν έφυγαν οι ξένοι του, που ηρέμησε λες και γυρίζει στον τόπο του, με τις συνήθειες του ακάλυπτες, με το περπάτημά του, πιο ελεύθερο, με τις παλιές και μόνιμες έγνοιες του, που είχαν γίνει φροντίδα και προθυμία για τους ξένους.

Γυρίζουν οι άνθρωποι αυτή την εποχή από κοντά κι από μακριά, από μια κατασκήνωση, από τα ελληνικά βουνά, κι από τις ελληνικές ακρογιαλιές. Μα έρχονται σιγά-σιγά κι από πιο μακριά, από άλλους τόπους, από ξένους τόπους, που τώρα πια οι βροχές θόλωσαν τον ουρανό τους κι ο χειμώνας τους ζυγώνει με γρήγορα βήματα. Έχουμε όμως και μιαν άλλη επιστροφή, αυτήν που γίνεται μ' εκατό, με πενήντα ή και με λιγότερα ακόμη βήματα  κι ωστόσο σημαδεύει πολύ πιο αποφασιστικά γεγονότα. Είναι η επιστροφή των ανθρώπων της επαρχίας στον εντελώς δικό τους χώρο, στην πόλη τους, η επιστροφή των ανθρώπων που ούτε μια μέρα, ούτε μιαν ώρα, δε μετακινήθηκαν κι όμως ξαναβρίσκουν το σπίτι τους. [...]

Έτσι φτάσαμε κ' εμείς, με την πρώτη φθινοπωρινή νοσταλγία, στ' Ανάπλι. Κ' έτσι βρήκαμε την παλιά πολιτεία: όπως την περιμέναμε κι όπως την θέλαμε, μόνη έπειτ' από τη χαρούμενη καλοκαιρινή επιδρομή ξένων και Ελλήνων, γυρισμένη ολόκληρη στα περασμένα, ασάλευτη στις συνήθειές της σαν το Παλαμήδι της και σαν τ' άλλα της τα φρούρια, νοικοκυρεμένη κι ολοκάθαρη, ήσυχη, προπάντων ήσυχη και αδιάφορη για ό, τι γίνεται και για ό,τι μπορεί να γίνει γύρω της, βαριά από πείρα και καρτερία. Όσοι την θυμούνται, σε επίσημες ώρες ή σε απλές, καθημερινές συζητήσεις, δεν παραλείπουν να σημειώσουν ότι είναι η πρώτη πρωτεύουσα της νέας Ελλάδας. Μα η δόξα αυτή κι η τιμή αυτή είναι η τελευταία. Είναι η λάμψη πριν το ηλιοβασίλεμα. Γιατί η πολιτεία αυτή, η αρχαία Ναυπλία, το Ναύπλιο έπειτα, έρχεται από πολύ μακριά, έχει ζήσει στον ίσκιο του αυστηρού βράχου της αιώνες αιώνες αναρίθμητους που πας να τους μετρήσεις και χάνονται μέσα στα παραμύθια, και είδε όσα λίγες άλλες πολιτείες είχαν την τύχη ή την κακή μοίρα να δουν. Στο πρόσωπο της έχει πετρώσει κι η περηφάνια από τους καιρούς της παλληκαριάς και της ευτυχίας, και ο πλούτος από τα λογής λογής εμπόρια, - το λιμάνι της έφτασε να χωρέσει κι εξακόσια πλοία, μεγάλα και μικρά - μα και ο τρόμος από τα πολλά αίματα, από τους βόγγους, από το θάνατο που έπεφτε απάνω της με καλπασμό. Φράγκοι, Βενετσιάνοι και Τούρκοι πολύ το θέλησαν και πολύ το κράτησαν το Ναύπλιο. Κι όποιος ξέρει να βάζει αυτί στα περασμένα, θ' ακούσει τους αλαλαγμούς και το θρήνο τους, τις κανονιές και τα γιουρούσια τους, τον καημό τους για την πρώτη πολιτεία αυτή του Μοριά, - πρώτη για χρόνους πολλούς κι αξιομνημόνευτους, - και το τραγούδι τους έπειτ' από κάθε νίκη κ' έπειτ' από κάθε αντίσταση στον εχθρό που ερχόταν συχνά κι από στεριά κι από θάλασσα. 

Δεν είναι όμως στ' Ανάπλι μόνο οι φωνές που μας γυρίζουν στα περασμένα. Είναι και τα έργα των ανθρώπων, που έμειναν και μας διηγούνται τον τρόμο των κατοίκων του ή των κατακτητών του και μας δείχνουν μεγάλη και θαυμαστή σε αποτελέσματα αγωνία τους. Όλα αυτά τα οχυρά, που ζώνουν την πολιτεία και θέλουν από τη θάλασσα προπάντων να την ασφαλίσουν, μας λένε κι όλο μας λένε πως ο άνθρωπος πολύ κινδύνεψε εδώ, όπως σε κάθε γωνιά της γης που έχει χαρές πολλές κ' έρωτες περισσότερους, και μας εξηγούν πως έτσι θα ζει και θα παιδεύεται πάντα, θα υψώνει και θα γκρεμίζει οχυρά, θα κελαηδάει και θα θρηνεί, θα στήνει τρόπαια και θα ανοίγει τάφους, κ' ενώ θα περνάει κάτω από τα φρούρια που στα θεμέλια τους έχει πήξει το αίμα κ' ενώ θα πρέπει να διαβάζει στα πελώρια κοτρόνια τους το μέγα δίδαγμα, αυτός θα προχωρεί, όλο θα προχωρεί για να υψώσει κι άλλα οχυρά, για να γκρεμίσει κι άλλα οχυρά, και να μη χαρεί τη ζωή του, να μην πετάξει από μέσα του το θηρίο, που είναι πιο φοβερό και πιο αδάμαστο από το λιοντάρι που σκάλισαν οι Βενετσιάνοι στα φρούρια τ' Αναπλιού και τ' άφησαν αιώνια υπεροψία μέσα στο χρόνο. [...]

Μα και το Παλαμήδι δεν έχει να πει λίγα. Φτάνει να βάλουμε αυτί στο μπουντρούμι που πέταξαν τον Κολοκοτρώνη και τον άφησαν να σαπίζει ώσπου τούδωσε χάρη ο Όθων, και δε χρειάζονται περισσότερα, δεν χρειάζονται άλλα...

Ωστόσο, είμαστε τώρα απάνω στο Παλαμήδι κι ο καθαρός του αέρας παίρνει μακριά τις αναθυμιάσεις. Πριν από τρία χρόνια τολμήσαμε το δύσκολο αγώνισμα: ανεβήκαμε τα 999 σκαλιά του τρεις παλιοί φίλοι. [...]

Τ' Ανάπλι κάτω από το Βράχο , φθινοπωρινό και ήρεμο, συμμαζεύεται κ' ετοιμάζεται για το χειμώνα που έρχεται. Και το ακολουθεί η Πρόνοια, προνοητική κι αυτή και ήσυχη στο πλευρό του. Αν έχει όμως τ' Ανάπλι την ιστορία του, έχει και το Παλαμήδι τη δική του. Μα θα μας έπαιρνε το βράδι, αν θέλαμε να τη διηγηθούμε στους φίλους μας. [...]

Κατεβαίνω από το Παλαμήδι και στη φθινοπωρινή εσπέρα βρίσκω ακόμα πιο ήρεμη την παλιά πολιτεία. Δεν αποφασίζω όμως όμως να την αποχαιρετήσω. Η γαλήνη της κάνει αργά τα βήματά μου. Τα κάνει ακόμη πιο αργά ένας ψίθυρος, που τον ακούω κάθε φορά που βρίσκομαι στ' Ανάπλι μα τώρα έχει γίνει πιο επίμονος και θυμίζει ένα χρέος. [...]

Μια φωνή, που ίσως κι αυτή να μας σπρώχνει κάθε τόσο στο δρόμο για τ' Ανάπλι.