Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2021

Κωστής Παλαμάς, Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 1943: Ηχήστε οι σάλπιγγες...

 




-Κυρά Τασία, θα προσέχεις λίγο τα παιδιά όσο να γυρίσουμε;
-Που θα πάτε μωρή Μαρίκα; Τα έχεις χάσει τα μυαλά σου τελείως; Κάτσε στ' αυγά σου! Δεν είδες τι έγινε τις προάλλες; Πυροβολούσαν οι καραμπινιέροι.*
-Κυρά Τασία ο άντρας σου ήταν πενήντα χρόνια εργάτης κι εσύ πλύστρα κι υπηρέτρια σε πλούσια σπίτια. Ως τα Άνω Πατήσια με κρύα, βροχές και λιοπύρια έτρεχες αξημέρωτα έως τη νύχτα κάθε μέρα. Κυριακές και σχόλες δεν είχες. Έτσι ανάστησες τα παιδιά σου. Και μου λες τώρα να μην πάω με τον Γιώργη στην κηδεία; Θα πάμε πιασμένοι χέρι-χέρι κι εκεί θα πιάσουμε και τ' άλλα χιλιάδες χέρια κι όλοι μαζί θα βροντοφωνάξουμε και θα τραγουδήσουμε τους στίχους του... Και κυρίως αυτούς που είχε γράψει για την εργατιά. Τον ύμνο του Εργατικού Κέντρου Αθήνας! Τον ύμνο τον δικό σου και του άντρα σου κυρά Τασία...

Εμείς οι εργάτες είμαστε που με τον ιδρώτα μας ποτίζουμε τη γης, 
για να γεννά καρπούς, λουλούδια, 
τ' αγαθά του κόσμου ολόγυρά μας.
Φτωχή αλουλούδιαστη, άκαρπη, μονάχα η αργατιά.
 
Εμείς οι εργάτες είμαστε που με τον ιδρώτα μας ζυμώνουμε του κόσμου το ψωμί.
Πιο δυνατά κι απ' τα σπαθιά τα χέρια τα δικά μας,
και μ' όλο τ' αλυσόδεμα, σκάφτουν και η γης πλουτεί.
 
Στου κόσμου τους θησαυριστές το βιος σου, Εργάτη,
νόμοι στο τρων' αδικητές χωρίς ντροπή!
Αγκαλιαστείτε, αδέλφια ορθοί!
Με μια καρδιά, μια γνώμη.
-Δικαιοσύνη, βρόντηξε και λάμψε, Προκοπή! 

-Εντάξει Μαρίκα! Να πάτε. Αλλά σκέψου τα παιδιά σου. Να προσέχετε με τον Γιώργη. Έχετε τρία στόματα να θρέψετε...
-Ακριβώς γι' αυτό κυρά Τασία. Επειδή έχουμε τρία στόματα να θρέψουμε! Πάμε να αποχαιρετήσουμε τον ποιητή μας! Τον δικό μας, των παιδιών μας, τον δικό σου και του άντρα σου! Κι ας μην ξέρεις γράμματα κυρά Τασία! Είναι και δικός σου! Έδωσε τη μάχη του για τη δημοτική γλώσσα, για τη γλώσσα του λαού. Για να μην ακούς τους «καμπόσους», τους παπάδες και τους κάθε λογής «λειτουργούς» να σου απευθύνονται  στην καθαρεύουσα για να σε τρομοκρατήσουν, εσένα, «απλή και αγράμματη γυναίκα». Θα σε βρουν μέσα στα γραπτά του τα εγγόνια σου όταν τα γράμματα και η προκοπή δεν θα είναι προνόμιο, αλλά κτήμα όλου του φτωχού κόσμου σαν εμάς...
-Να πάτε κόρη μου, να πάτε, σαν καλά να τα λες... Πηγαίνετε να αποχαιρετήσετε τον ποιητή μας. Να, πάρε κι αυτό το κλωναράκι της αμυγδαλιάς μας! Μόλις μπουμπούκιασε! Σημάδι της Άνοιξης! Που ξέρεις, ίσως του χρόνου τέτοια εποχή να έχουν φύγει οι τύραννοι!
 
Ο κάθετος δρόμος στην οδό Αριστοτέλους ήταν γεμάτος από σπίτια με εσωτερικές αυλές. Έβγαζε σχεδόν στην Πλατεία Κυριακού με την άθλια μετονομασία σε πλατεία Βικτωρίας. Η φτωχογειτονιά ήταν ολόκληρη στο πόδι. Φωνές παιδιών, φωνές μανάδων που προσπαθούσαν να βάλουν σε μια τάξη τις δουλειές και το βόλεμα των παιδιών για τις λίγες ώρες που θα έλειπαν. Ο κόσμος άρχισε να κινείται προς τις κεντρικές οδούς. Πατησιών, Ομόνοια, Σταδίου. Από τις ανατολικές συνοικίες πλυμμήριζαν κι από 'κει οι δρόμοι. Το ραντεβού, κοινό σιωπηλό μυστικό. Το ήξεραν κι οι κατακτητές. Οδός Περιάνδρου 5. Πλάκα. Το σπίτι όπου έζησε τα τελευταια χρόνια της ζωής του ο Κωστής Παλαμάς. Οι κατακτητές κοιτούσαν καχύπτοτοι κάτω από το γείσο των καπέλων τους. Τα λουράκια από τα κράνη τους τα έσφιγγαν. Προετοιμασία για παν ενδεχόμενο... Κοίτα να δεις που αυτό το ελεεινό, άθλιο και πεινασμένο ασκέρι, νοιάζεται που πέθανε ένας ποιητής... σκέφτονταν. Η ηγεσία τους έστειλε και στεφάνι... Οι υποκριτές...

Η Μαρίκα με τον Γιώργη δεν μπόρεσαν ποτέ να πλησιάσουν στο στενάκι της Πλάκας κοντά στους στύλους του Ολυμπίου Διός. Παρέμειναν στο μεγάλο δρόμο για να δουν το φέρετρο του ποιητή να το κρατούν στα χέρια τους με μπροστάρη τον Άγγελο Σικελιανό και να το οδηγούν στο Α' Νεκροταφείο για να το αποθέσουν στην Αττική Γη... Ακολούθησαν κι αυτοί μαζί με τους δεκάδες χιλιάδες νέους, με τις Επονίτισσες και τους Επονίτες που μόλις πριν από τρεις μέρες είχαν ιδρύσει την Οργάνωσή τους. Μαζί τους ήταν ο Ηλίας κι ο Μενέλαος, ο Νικηφόρος κι η 'Ελλη, η Σοφία και ο γέρο-Σκίπης των γραμμάτων... Οι υπάλληλοι των γραφείων. Αλλά κυρίως μαζί τους ήταν οι απλοί, πεινασμένοι, άγραμματοι, εργάτες πατεράδες που ούτε μπορούσαν να διαβάσουν το έργο του μεγάλου ποιητή. Ποιο να ήταν το κίνητρο αυτών των ανθρώπων με τα βρόμικα χέρια και το καθαρό βλέμμα... Πιο πολύ όμως μαζί τους ήταν η μήτρα αυτού του Λαού. Η Μάνα... Που έφερε κάτω απ' αυτό τον ουρανό, απάνω σ' αυτά τα χώματα όλες αυτές τις νέες και τους νέους που θρηνούσαν για τον μεγάλο ποιητή του τόπου τους. Που έκαναν την κηδεία του συλλαλητήριο της Λευτεριάς... Και την ώρα που ακουμπούσαν το φέρετρο στη γη φώναξαν μ' ένα στόμα όλοι και όλες μαζί: Ζήτω η Ελευθερία! Και θρηνούσαν από μέσα τους. Δεν έκλαιγαν, όπως ζήτησε η Κοτοπούλη από τον Σωτήρη Σκίπη. «Σωτήρη, Σωτήρη, όχι κλάμματα εδώ. Να μη μας δουν αυτοί να κλαίμε. Σπίτι να κλάψουμε όσο θέμε. Αλλά να μη μας δουν αυτοί να κλαίμε...».

Λίγο πριν, η Μαρίκα κι ο Γιώργης είχαν αποθέσει το κλωναράκι αμυγδαλιάς της κυρά-Τασίας που δεν ήξερε γράμματα και στριμωγμένοι είχαν ακούσει τον Άγγελο Σικελιανό να απαγγέλει με τη βροντερή φωνή του ποίημα που είχε γράψει λίγες ώρες πριν για τον Κωστή Παλαμά... Ήταν όπως σήμερα Κυριακή 28 Φεβρουαρίου του 1943 και πάνω σ' αυτό το φέρετρο κάτω από τον Αττικό ουρανό ακουμπούσε όλη η χώρα...
 
Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βογκήστε τύμπανα πολέμου... Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα !


Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα! Ένα βουνό
με δάφνες αν υψώσουμε ως το Πήλιο κι ως την Όσσα,
κι αν το πυργώσουμε ως τον έβδομο ουρανό,
ποιόν κλεί, τι κι αν το πεί η δικιά μου γλώσσα;

Μα εσύ Λαέ, που τη φτωχή σου τη μιλιά,
Ήρωας την πήρε και την ύψωσε ως τ' αστέρια,
μεράσου τώρα τη θεϊκή φεγγοβολιά
της τέλειας δόξας του, ανασήκωσ' τον στα χέρια

γιγάντιο φλάμπουρο κι απάνω από μας
που τον υμνούμε με καρδιά αναμμένη,
πες μ' ένα μόνο ανασασμόν: "Ο Παλαμάς !",
ν' αντιβογκήσει τ' όνομά του η οικουμένη !

Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βογκήστε τύμπανα πολέμου... Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα !

Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα ! Ένας λαός,
σηκώνοντας τα μάτια του τη βλέπει...
κι ακέριος φλέγεται ως με τ' άδυτο ο Ναός,
κι από ψηλά νεφέλη Δόξας τονε σκέπει.

Τι πάνωθέ μας, όπου ο άρρητος παλμός
της αιωνιότητας, αστράφτει αυτήν την ώρα
Ορφέας, Ηράκλειτος, Αισχύλος, Σολωμός
την άγια δέχονται ψυχή την τροπαιοφόρα,

που αφού το έργο της θεμέλιωσε βαθιά
στη γην αυτήν με μιαν ισόθεη Σκέψη,
τον τρισμακάριο τώρα πάει ψηλά τον Ίακχο
με τους αθάνατους θεούς για να χορέψει.

Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βόγκα Παιάνα ! Οι σημαίες οι φοβερές
της Λευτεριάς ξεδιπλωθείτε στον αέρα!
 
*Στις 24 Φεβρουαρίου 1943 είχε γίνει γενική απεργία και μεγάλη πορεία των εργαζομένων στην Αθήνα ενάντια στο μέτρο της πολιτικής επιστράτευσης όλων των κατοίκων από 16 έως 45 ετών.
 
28 Φεβρουαρίου 1943: H κηδεία του Κωστή Παλαμά στην κατεχόμενη Αθήνα


Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βογκήστε τύμπανα πολέμου... Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα !

Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα! Ένα βουνό
με δάφνες αν υψώσουμε ως το Πήλιο κι ως την Όσσα,
κι αν το πυργώσουμε ως τον έβδομο ουρανό,
ποιόν κλεί, τι κι αν το πεί η δικιά μου γλώσσα;

Μα εσύ Λαέ, που τη φτωχή σου τη μιλιά,
Ήρωας την πήρε και την ύψωσε ως τ' αστέρια,
μεράσου τώρα τη θεϊκή φεγγοβολιά
της τέλειας δόξας του, ανασήκωσ' τον στα χέρια

γιγάντιο φλάμπουρο κι απάνω από μας
που τον υμνούμε με καρδιά αναμμένη,
πες μ' ένα μόνο ανασασμόν: "Ο Παλαμάς !",
ν' αντιβογκήσει τ' όνομά του η οικουμένη !

Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βογκήστε τύμπανα πολέμου... Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα !

Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα ! Ένας λαός,
σηκώνοντας τα μάτια του τη βλέπει...
κι ακέριος φλέγεται ως με τ' άδυτο ο Ναός,
κι από ψηλά νεφέλη Δόξας τονε σκέπει.

Τι πάνωθέ μας, όπου ο άρρητος παλμός
της αιωνιότητας, αστράφτει αυτήν την ώρα
Ορφέας, Ηράκλειτος, Αισχύλος, Σολωμός
την άγια δέχονται ψυχή την τροπαιοφόρα,

που αφού το έργο της θεμέλιωσε βαθιά
στη γην αυτήν με μιαν ισόθεη Σκέψη,
τον τρισμακάριο τώρα πάει ψηλά τον Ίακχο
με τους αθάνατους θεούς για να χορέψει.

Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βόγκα Παιάνα ! Οι σημαίες οι φοβερές
της Λευτεριάς ξεδιπλωθείτε στον αέρα !
Πηγή: https://www.sansimera.gr/articles/495

© SanSimera.gr

Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2021

Γιωργος Κοτζιούλας: Η τέχνη του...

 


Η τέχνη μου

Χτίζω με πέτρα και μ' ασβέστη
με προαιώνια υλικά·
την τέχνη μου όπως θέλεις πες τη,
με αυτή το χρόνο θα νικά.

Θεμελιωμένη σ' ασπρολίθι,
με πέτρα απάνου παρδαλή,
μήτε κατεβασιά φοβήθη
κι ούτε η φωτιά την καταλεί

Μοιάζει χωριάτικο κονάκι
με τ' αργαλεία στην αγκώνη
και με το καπνισμένο τζάκι, 
την τάβλα, να και το σκαμνί.

Μέσα φυλάει ο νοικοκύρης
που τους περάτες αγρικά.
«Κόπιασε, ξένε μου, να γείρεις,
να σε φιλέψω φτωχικά»


Με τα δικά του υλικά έχτιζε την τέχνη του ο Γιώργος Κοτζιούλας, θεμελιωμένη γερά, με υλικά που δεν βρήκε στα ακαδημαϊκά γραφεία και τις πλούσιες βιβλιοθήκες. Από χωριάτικο κονάκι ήταν, δουλεμένα από τη βιοπάλη και τα άρρωστα πνευμόνια του. Δουλεμένα από τους αγώνες του. Από τους αγώνες του να μορφωθεί, από τους αγώνες του για το δίκιο... Τα περισσότερα χρόνια του τα πέρασε στα σανατόρια, σε παράγκες της Πάρνηθας και της Πεντέλης για να καθαρίσει τα κατεστραμμένα του πνευμόνια. Στα βουνά της Ελεύθερης Ελλάδας έστησε θέατρα, στην Αθήνα γέμισε τα φύλλα με τα εκατοντάδες διηγήματα και ποιήματά του. έκανε μεταφράσεις. Ναι, αυτός ο πάμφτωχος άνθρωπος από ένα «ασήμαντο» χωριό της Ηπείρου έμαθε γλώσσες και  έφερε στα σπίτια μας με τις μεταφράσεις του κόσμους καινούριους.

Ο Κοτζιούλας ήταν ένας τύπος γεμάτος ανθρωπιά. Ξεχείλιζε από έμφυτη ευγένεια. Αξιοπρεπής, μετρημένος, σεμνός, αν και πολύ μορφωμένος και ταλαντούχος ποιητής, πέρασε τη ζωή του μέσα σε αφάνταστες οικονομικές στερήσεις, παλεύοντας συγχρόνως και για τον επιούσιο, και για να κατανικήσει τη φυματίωση... Τον γνώρισα από τον καιρό που εργαζόταν στου Ελευθερουδάκη το λεξικό. Εκεί δουλεύοντας έπαθε αιμόπτυση και έκτοτε ζούσε τον περισσότερο καιρό στις διάφορες εξοχές της Αθήνας, Πεντέλη, Πάρνηθα, Σωτηρία, σε σκηνές και παράγκες...

[αφήγηση Έλλης Αλεξίου, «υπό εχεμύθειαν», εκδόσεις ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ]



Και όταν μέσα σε τόσο δύσκολες συνθήκες όπως εκείνης της εποχής, άνθρωποι όπως ο Γιώργος Κοτζιούλας κατάφερναν ό,τι αυτός, τότε ο σημερινός άνθρωπος άξιος της μοίρας του είναι και μοναδικός υπεύθυνος, όταν τα τόσα εφόδια που μπορεί να βρει δεν τα χρησιμοποιεί για να αλλάξει την προαιώνια μοίρα του...

Ο πρώτος μου δάσκαλος ήταν ο πατέρας. Αυτός μου πρωτόδειξε τυπωμένα τα γράμματα, αρχίζοντας βέβαια απ' τα πιο εύκολα, και μ' έμαθε να τα προφέρω, να τα συλλαβίζω. Αλλά εκείνο που του χρωστάω περισσότερο είναι πως πήρε με το δουλευτάρικο, τριχωτό χέρι του το δικό μου το άμαθο, το δισταχτικό και με δίδαξε πως να γράφω. [...]

Δε μάθαιναν πολλά γράμματα στον καιρό του· πολλοί μάλιστα, της ίδιας ηλικίας μ' αυτόν, δεν ήξεραν ούτε να βάλουν την υπογραφή τους. Κι όταν τους πήραν αργότερα στο στρατιωτικό ή όποτε παρουσιάζονταν στο δικαστήριο, δήλωναν σαν το φυσικότερο πράμα: αγράμματος.


Οι δάσκαλοι τότε ήταν σπάνιο δείγμα, κι αν έβγαινε κάπου κάπου κανένας, δε θα 'ρχόταν να φάει ψωμί στα δικά μας φτωχοχώρια, σ' εκείνο το έρμο καυκί ανάμεσα Τζουμέρκου και Ξεροβουνιού, που έχει κατακάτσει φαίνεται από παμπάλαιη καθίζηση, για να τυρρανιούνται από γεννητάτη φτώχεια οι κάτοικοι του.

[Γιώργος Κοτζιούλας, Άπαντα, απόσπασμα από το αφήγημα «Από μικρός στα γράμματα», Δίφρος]


Κάποια από τα βιβλία του:

Αποτέλεσμα εικόνας για γιωργος Κοτζιούλας βινλιαΑποτέλεσμα εικόνας για γιωργος Κοτζιούλας βινλιαΑποτέλεσμα εικόνας για γιωργος Κοτζιούλας βινλια

Αποτέλεσμα εικόνας για γιωργος Κοτζιούλας βινλιαΑποτέλεσμα εικόνας για γιωργος Κοτζιούλας βινλιαΑποτέλεσμα εικόνας για γιωργος Κοτζιούλας βινλια
                      


Αποτέλεσμα εικόνας για γιωργος Κοτζιούλας βινλιαΑποτέλεσμα εικόνας για γιωργος Κοτζιούλας βινλιαΑποτέλεσμα εικόνας για γιωργος Κοτζιούλας βινλια