Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2020

Καλοκαιρινή νύχτα





Ποιος ή ποια δεν έχει κάτσει να «χαζέψει» με τις ώρες σε μια παραλία, σε μια βεράντα, σε ένα βουνό τον καλοκαιρινό ουρανό με τα αστέρια και τους γαλαξίες του. Αυτόν τον απέραντο κόσμο που απλώνεται μπροστά στο βλέμμα μας. Έναν κόσμο φαντασίας και ονείρου, έναν κόσμο μακρινό, έναν κόσμο ανεξήγητο κάποτε στον παλιό άνθρωπο. Φανταστείτε με τι δέος τον κοιτούσε. Από εκεί πήγαζαν όλα τα φαινόμενα του κόσμου του, ανεξήγητα και τρομακτικά τα περισσότερα. Το φως, το απόλυτο σκοτάδι από τη μια στιγμή σχεδόν στην άλλη, οι βροχές, οι καταιγίδες, οι αστραπές, οι βροντές και το χιόνι. Αυτόν τον κόσμο που ο σύγχρονος άνθρωπος έχει μια μικρή ιδέα πλέον για το πως κινείται, πόσο μακριά είναι, ακόμα κι αν είναι άπιαστος, ο παλιός άνθρωπος προσπάθησε να τον εξηγήσει, όπως προσπάθησε και να εξηγήσει και όλα τα υπόλοιπα φαινόμενα που δεν καταλάβαινε. Να πιαστεί από κάπου, να πάψει να φοβάται. Και έτσι δημιούργησε τους πιο όμορφους μύθους, τα πιο όμορφα παραμύθια που μας συνοδεύουν μέχρι και σήμερα. Από στόμα σε στόμα, από πάπυρο σε πάπυρο, από φύλλο σε φύλλο έφτασαν μέχρι τις μέρες μας! Και έδωσαν όνομα, υπόσταση και ιστορία σε κάθε μικρή κουκκίδα σε αυτόν τον τεράστιο χάρτη που απλώνεται κάθε βράδυ πάνω από τα κεφάλια μας και οι περισσότεροι από εμάς έχουμε κάνει το παν για να τον ξεχάσουμε, να τον εξαφανίσουμε και να θυμόμαστε ότι υπάρχει μόνο λίγες μέρες κάθε καλοκαίρι... Στη βεράντα λοιπόν για άλλη μια φορά ένας ακόμα άνθρωπος, ο πατέρας, ο παππούς, αφηγήθηκε τον όμορφο μύθο της μεγάλης άρκτου και φρόντισε να φτάσει και στις επόμενες γενιές, στα παιδιά και στα εγγόνια, όπως έκαναν και όλες οι προηγούμενες γενιές πριν από αυτόν. Αυτόν, του πιο γνωστού και ορατού συμπλέγματος των αστεριών που «κρέμεται» πάνω από τα κεφάλια μας. Και έτσι το όνειρο, η φαντασία και η φυγή από αυτόν τον κόσμο να είναι η κινητήρια δύναμη αντοχής για τη ζωή... Ας τον ακούσουμε λοιπόν, μέσα στην ησυχία αυτής της καλοκαιρινής βραδιάς...

-Το μύθο της Μεγάλης Άρκτου σας τον έχω πει ποτέ;
-Όχι!
-Θα σας τον πω λοιπόν απόψε! Αφήστε με όμως δύο λεπτά να συγκεντρωθώ, περνούν τα χρόνια και ξεχνάω.

Η ησυχία θα ήταν απόλυτη, εάν κάποια βατραχάκια δεν ακούγονταν από το ρέμα, η Μεγάλη Άρκτος πίσω μας στο βορρά έλαμπε και περίμενε κι αυτή να ακούσει για άλλη μια φορά την χιλιοειπωμένη από ανθρώπινα στόματα ιστορία της. 


-Ξεκινάω λοιπόν! Ακούστε!


Η Καλλιστώ, η πανέμορφη νύμφη, κόρη του Λυκάονα που ήταν ο βασιλιάς της Αρκαδίας, ιέρεια του κυνηγιού και προστατευόμενη της θεάς Άτρεμης, συνδέθηκε ερωτικά με τον Δία που θαμπώθηκε με την ομορφιά της. Εξάλλου και το όνομα της, αυτό φανερώνει! Προέρχεται από τη λέξη «κάλλος», που σημαίνει ομορφιά! Η Άρτεμις αφοσιωμένη στο κυνήγι αδιαφορούσε για τη χαρά του έρωτα και το γάμο και απαιτούσε από τις νύμφες που ήταν στον περίγυρο της το ίδιο. Την αθωότητα και την παρθενικότητα. Γι' αυτό έδιωξε την Καλλιστώ μόλις έμαθε για την εγκυμοσύνη της, η οποία αφού περιπλανήθηκε, γέννησε τον Αρκάδα, γενάρχη των Αρκάδων, καρπό του παράνομου έρωτά της με τον Δία. Αυτή, η ακόμα μία παράνομη σχέση του Δία εξόργισε την Ήρα, που για να τον εκδικηθεί μεταμόρφωσε την πανέμορφη Καλλιστώ σε αρκούδα. Τα χρόνια περνούσαν και η Καλλιστώ περιπλανιόταν στα πυκνά και όμορφα δάση. Κάποια στιγμή βρέθηκε μπροστά στο γιο της που κυνηγούσε. Τον αναγνώρισε και ξεχνώντας ότι ήταν αρκούδα έτρεξε με λαχτάρα να τον αγκαλιάσει. Ο Αρκάς  βλέποντας μια αρκούδα να τρέχει προς το μέρος του σήκωσε το δόρυ του έτοιμος να χτυπήσει τη μητέρα του. Ο πανταχού παρών Δίας, μην αντέχοντας να δει τον Αρκάδα να σκοτώνει την ίδια του τη μητέρα, άρπαξε την Καλλιστώ από την ουρά και την εκτόξευσε στο βόρειο κομμάτι του ουρανού. Μαζί της τοποθέτησε και τον Αρκάδα για να μπορούν πια μητέρα και γιος να είναι μαζί. Την Καλλιστώ τη μετέτρεψε στον αστερισμό της Μεγάλης Άρκτου και το γιο της στον αστερισμό της Μικρής Άρκτου. Η Ήρα κοιτάζοντας προς τον ουρανό, κατάλαβε ότι όλο αυτό ήταν έργο του άντρα της. Μήνυσε στον Ωκεανό να μην επιτρέψει ποτέ στους δύο αστερισμούς να ανατέλλουν και να δύουν, έτσι ώστε να μη βυθίζονται ποτέ στη θάλασσα, να ξεκουράζονται και να πίνουν νερό από τον ωκεανό. Έτσι λοιπόν έγιναν αειφανείς αστερισμοί, δηλαδή ορατοί συνεχώς, καταδικασμένοι να μην ανατέλλουν ούτε και να δύουν ποτέ, ώστε να μη δροσίζονται πότε στη θάλασσα.


-Έτσι λοιπόν, τις σκοτεινές νύχτες, οι άνθρωποι μαζεμένοι γύρω από τη φωτιά, ξόρκιζαν το κακό και τους φόβους τους, μετέφεραν τους μύθους τους από γενιά σε γενιά, προσπαθώντας να εξηγήσουν τη ζωή και τα ανεξήγητα φαινόμενα... Αυτό το μύθο σας μεταφέρω κι εγώ απόψε! Στον κόσμο μας με τις τόσες ανέσεις δεν χρειάζεται να εξηγήσουμε γιατί αυτά τα μικρά φώτα στέκουν εκεί, πάνω από τα κεφάλια μας. Το γνωρίζουμε. Χρειάζεται όμως να ταξιδέψουμε σε εκείνα τα χρόνια του ανθρώπου, τα καθόλου ειδυλλιακά και να ονειρευτούμε με τη φαντασία του παλιού ανθρώπου... Τουλάχιστον σε αυτό, ο παλιός άνθρωπος τα πήγαινε καλύτερα από εμάς...









Πέμπτη, 23 Ιουλίου 2020

Φρανσίσκο Κολοάνε: ο έφηβος με τη λευκή γενιάδα





ΚΟΛΟΑΝΕ

Έτσι λέγεται ένα νησί πολύ κοντά στο Μακάο, αλλά κι ένας γίγαντας με κάτασπρα μαλλιά και γένια που ζει στις άπειρες εκτάσεις της Παταγονίας και της Γης του Πυρός: ο Φρανσίσκο Κολοάνε, ή δον Πάντσο, όπως τον αποκαλούμε οι φίλοι του.

Πρόσφατα, το 1988, άρχισαν να εκδίδονται στην Ευρώπη τα μυθιστορήματα αυτού του ενενηντάχρονου γίγαντα, που μετρά εκατομμύρια αναγνώστες στη Νότια Αμερική. Θα ρωτήσει κάποιος: «Και τι το περιθωριακό έχει αυτός ο συγγραφέας;» Η απάντηση είναι: «Τα πάντα, γιατί ο δον Πάντσο εκπροσωπεί το ευγενέστερο περιθώριο: αυτό της αξιοπρέπειας που διατηρείται μέχρις εσχάτων, και της γενναιοδωρίας που δε συναντάται πολλές φορές στο μικρόκοσμο της λογοτεχνίας».

Συγγραφέας της Γης του Πυρούς, του Δρόμου της φάλαινας, του Λευκού γουανάκο μεταξύ των άλλων αξιομνημόνευτων τίτλων, ο δον Πάντσο ποτέ στη ζωή του δεν ξιπάστηκε ότι ήταν συγγραφέας, δεν εμφανίζεται όπως υποτίθεται ότι πρέπει να κάνουν οι συγγραφείς, κι ούτε μιλά για τα θέματα που υποτίθεται ότι πρέπει να απασχολούν τους συγγραφείς, γιατί με την πελώρια καρδιά του του παραμυθά και τους τρόπους του του ναυτικού, πάντα ένιωθε σαν το σπίτι του ανάμεσα στους ταπεινούς, ανάμεσα σ΄ αυτούς που μοιράζονταν μαζί του το κρασί τους, τις ελπίδες και τους καημούς τους. Ο δον Πάντσο έλαβε μέρος σ΄ όλους τους δίκαιους αγώνες που συγκλόνισαν τους Χιλιανούς, και όσο κι αν κουβαλάει στην πλάτη του ένα σωρό ήττες, ούτε μια ελπίδα δεν έπεσε απ΄το ναυτικό του σακίδιο. Ήταν ένας άντρας που έγραψε το πρώτο του μυθιστόρημα όταν άνοιξε το σπίτι του για να φιλοξενήσει τους ισπανούς εξόριστους που είχαν καταφύγει στη Χιλή. Ήταν ένας καπετάνιος της θάλασσας του Νότου, με πολλά δημοσιευμένα, όταν άνοιξε για άλλη μια φορά το σπίτι του για να φιλοξενήσει τους κυνηγημένους από τη δικτατορία του Πινοτσέτ. Σήμερα είναι ένα παιδί με κάτασπρα μαλλιά και γένια, που διαθέτει το σπίτι του στους συγγενείς των εξαφανισμένων και τους νεαρούς Χιλιανούς που εξακολουθούν να τρέφουν ελπίδες.

Είναι αρκετοί οι καλαμαράδες που σουφρώνουν τα φρύδια όταν αναφέρω τ΄ όνομα του. «Δεύτερη κλάση», «Συγγραφέας περιπετειών», «Δε θα γίνει ποτέ Ακαδημαϊκός» σχολιάζουν καθώς ανακατεύουν τον καφέ τους με σηκωμένο το μικρό τους δαχτυλάκι.

Ιππότης των Γαλλικών Τεχνών και Γραμμάτων, ο δον Πάντσο δε δίνει δεκάρα για τις Ακαδημίες. Θυμάμαι ένα δείπνο στο Σαν Μελό, ακριβώς μεταξύ ακαδημαϊκών, όπου ένας συνδαιτυμόνας έσπασε ένα φλιτζάνι του κονσομέ. Ο δον Πάντσο φύλαξε το χερούλι του φλιτζανιού, κι αργότερα, φορώντας το σαν δαχτυλίδι, μου είπε: «Θα το φυλάξω για όπλο· σε κάτι τέτοια μέρη, ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να σου τύχει.

Την ώρα που γράφω αυτές τις γραμμές, στη Χιχόν, ο δον Πάντσο γράφει στο σπίτι του, στο Σαντιάγο τριγυρισμένος από αντικείμενα της θάλασσας και φωτογραφίες φίλων του. Γράφει ένα μυθιστόρημα για τα χίλια ναυάγια που έχουν σημειωθεί στο Στενό του Μαγγελάνου και για τους ναυτικούς χωρίς όνομα και χωρίς πατρίδα που είναι θαμμένοι στο Πούντα Αρένας. Με όλη του τη δύναμη κι όλη την αδελφική του αγάπη, ο Φρανσίσκο Κολοάνε γράφει για τους πιο περιθωριακούς ανθρώπους της γης.


[Το διήγημα με τίτλο «ΚΟΛΟΑΝΕ» συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο του Luis Sepulveda, «Χρονικά του περιθωρίου», εκδόσεις opera, σε μετάφραση Αχιλλέα Κυριακίδη]



Τα βιβλία του Φρανσίσκο Κολοάνε κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις εκδόσεις opera, σε μετάφραση Κρίτωνα Ηλιόπουλου.





Σάββατο, 18 Ιουλίου 2020

Η ταβέρνα και οι δειλοί, οι μοιραίοι, οι άβουλοι που προσμένουν ίσως κάποιο θάμα...






Νύχτα φεύγω από το διαμέρισμα της Αναγνωστοπούλου, όπου έμενε ο Ευάγγελος Παπανούτσος, εδώ και εφτά χρόνια, από τον θάνατο της γυναίκας του, ζει μόνος, ανάμεσα στα βιβλία του, στα χαρτιά, στους πίνακες που αγαπάει.

Γράφετε τα βράδια; τον ρωτάω στην πόρτα.

Είναι το μόνο πράγμα που ξέρω να κάνω. Καμιά φορά σκέφτομαι τι ωραίο θα ήταν να ΄χα μάθει να πηγαίνω και σε καμιά ταβέρνα, όπως κι ο Βάρναλης...


[από τη συνέντευξη του Ευάγγελου Παπανούτσου στον Λευτέρη Παπαδόπουλο στην εφημερίδα «Τα Νέα», 28.11.1980, συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο «Ζω από περιέργεια», των εκδόσεων Καστανιώτη]


Ο γραφιάς, ο «διανοούμενος», ο εργάτης των γραμμάτων αποκομμένος από τον «έξω κόσμο» δεν θα μπορέσει ποτέ να δει, να αντιληφθεί, να προσφέρει πραγματικά όλα αυτά που μπορεί. Με αφορμή το «παράπονό» του, ας δούμε, με πόσο καθαρό βλέμμα είδε την πραγματική ζωή ένας από τους μεγαλύτερους «γραφιάδες» του τόπου μας. Υπηρετώντας  κάθε είδους γραπτό λόγο, υπηρέτησε τον απλό άνθρωπο. Γι΄ αυτό και το προσωνύμιό του, «ποιητής της εργατιάς»,  δόνησε τους δρόμους της Αθήνας στις 16 Δεκεμβρίου 1974, την ημέρα που χιλιάδες κόσμος τον αποχαιρέτησε.


                               Οι μοιραίοι

Μες στην υπόγεια την ταβέρνα,μες σε καπνούς και σε βρισές(απάνω στρίγκλιζε η λατέρνα)όλ’ η παρέα πίναμ’ εψές·
εψές, σαν όλα τα βραδάκια,να πάνε κάτου τα φαρμάκια.
Σφιγγόταν ένας πλάι στον άλλοκαι κάπου εφτυούσε καταγής.Ω! πόσο βάσανο μεγάλο
το βάσανο είναι της ζωής!Όσο κι ο νους να τυραννιέται,άσπρην ημέρα δε θυμιέται.
Ήλιε και θάλασσα γαλάζακαι βάθος τ’ άσωτ’ ουρανού!
Ω! της αυγής κροκάτη γάζα,γαρούφαλα του δειλινού,λάμπετε, σβήνετε μακριά μας,χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας!
Του ενού ο πατέρας χρόνια δέκα
παράλυτος, ίδιο στοιχειό·τ’ άλλου κοντόημερ’ η γυναίκαστο σπίτι λιώνει από χτικιό·στο Παλαμήδι ο γιος του Μάζηκι η κόρη του Γιαβή στο Γκάζι.

—Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!—Φταίει ο Θεός που μας μισεί!—Φταίει το κεφάλι το κακό μας!—Φταίει πρώτ’ απ’ όλα το κρασί!Ποιός φταίει; ποιός φταίει; Κανένα στόμα
δεν το ’βρε και δεν το ’πε ακόμα.
Έτσι στη σκότεινη ταβέρναπίνουμε πάντα μας σκυφτοί.Σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρναόπου μας έβρει μας πατεί.
Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!


Εδώ, η υπέροχη μελοποίηση μέρους του ποιήματος, που δυστυχώς δεν μπορεί να αποδοθεί όλο το νόημά του.

https://www.youtube.com/watch?v=xGNUNqYSvRw


Εδώ, η απαγγελία του ποιήματος από τον Κώστα Βάρναλη

https://www.youtube.com/watch?v=1KPT7q0s6Vw


Τρίτη, 7 Ιουλίου 2020

Έρμαν Έσσε: Ευχάριστες στιγμές στον κήπο





Για τον περισσότερο κόσμο, τον αστικό κυρίως κόσμο, το όνειρο ενός κήπου, περιορίζεται το πολύ σε μια βεράντα ή ένα μικρό μπαλκονάκι. Πόσες και πόσες σκέψεις περνούν από το μυαλό σου, όταν βλέπεις για πρώτη φορά το μπαλκόνι του σπιτιού που έχεις μετακομίσει. Πως θα το διαμορφώσεις, αναρωτιέσαι. Που θα βάλεις τα λουλούδια, πού τα μεγαλύτερα φυτά, τα αναρριχώμενα, τα δεντράκια που περιορίζεις σε γλάστρες και υποφέρεις να τα βλέπεις να στριμώχνονται και να ασφυκτιούν μέσα σε αυτές, πού τα μυρωδικά, πού τα ευαίσθητα στους αέρηδες και τον ήλιο. Είμαι σίγουρος επίσης, πόσες φορές θα έχεις σκεφτεί, που θα φύτευες τι,  αν είχες την τύχη να έχεις έναν μεγάλο κήπο. Τα δέντρα, τα καλλωπιστικά, τα ξινά, τα λουλούδια... Σε εξιτάρει αυτή ιδέα! Ακόμα κι αν επισκεφτείς ένα σπίτι με κήπο τον περιεργάζεσαι αλλάζοντας θέση σε δέντρα και φυτά, εντοπίζεις τις «αστοχίες» και τις λάθος θέσεις των δέντρων! «Αυτό το κυπαρίσσι έπρεπε να είχε φυτευτεί ανάμεσα σε αυτές τις δύο ελιές» σκέφτεσαι από μέσα σου, ενώ ο σπιτονοικοκύρης και δημιουργός του κήπου σε ξεναγεί στο μικρό του παράδεισο. Δεν μπορείς όμως να κρύψεις και τη «ζήλια» σου για τα τόσο όμορφα λουλούδια του, για το μποστάνι που ίσως έχει αν το μέγεθος του κήπου το επιτρέπει! «Άσε», λες «δεν έχω ιδέα από μποστάνια, μην κάνω κι εδώ τον έξυπνο!» και συνεχίζεις χαζεύοντας τα χρώματα του μπαξέ, σκύβοντας να κόψεις φυλλαράκια από τα μυρωδικά! Ας ξυπνήσεις όμως από αυτό το όνειρο, το όνειρο κάθε ανθρώπου που αγαπά με πάθος την κηπουρική και την ενασχόληση με το χώμα και τις ρίζες κι ας κοιτάξεις τη μικρή σου βεράντα. Συνέχισε να είσαι ερωτευμένος μαζί της, άπλωσε ένα βλέμμα αγάπης προς αυτή, πλησίασε τη βιβλιοθήκη σου και πάρε στα χέρια σου αυτό το τρυφερό βιβλίο του Έρμαν Έσσε! Οι ευχάριστες στιγμές στον κήπο αυτού του τυχερού ανθρώπου είναι στα χέρια σου! Ταξίδεψε στους κήπους και τα παρτέρια του, λέρωσε τα χέρια σου με χώμα, σκάλισε, κλάδεψε, σπείρε την άνοιξη, μάζεψε τα φύλλα το φθινόπωρο! Κάνε όλες αυτές τις δουλειές! Και που ξέρεις;  Όταν τελειώσεις αυτό τον περίπατο στους κήπους του, ίσως το όνειρό σου σε οδηγήσει στους ίδιους δρόμους με αυτόν. Όνειρο είναι, και όπως όλα τα όνειρα δεν αξίζουν αν δεν τα κυνηγήσεις...





Έρμαν Έσσε
Ευχάριστες στιγμές στον κήπο
μετάφραση Γιώτα Λαγουδάκου
εκδόσεις Καστανιώτη

Πέμπτη, 2 Ιουλίου 2020

Πατρίς Λουμούμπα: «Ο μαύρος άγιος» [2 Ιουλίου 1925 - 17 Ιανουαρίου 1961]



Πατρίς Λουμούμπα: Ο κονγκολέζος ριζοσπάστης πολιτικός και «Μαύρος ...Πατρίς Λουμούμπα: 57 χρόνια μετά τη δολοφονία του θρυλικού ...


Απαγορεύεται να είσαι ανεξάρτητος

 Στα μέσα του 1960, το Κονγκό, που μέχρι τότε ήταν βελγική αποικία, γιόρτασε την ανεξαρτησία του.
 Το κοινό άκουγε τις ατελείωτες εκφωνήσεις λόγων κι έλιωνε από τη ζέστη και την ανία. Το Κονγκό, ο ευγνώμων μαθητής, υποσχόταν καλή διαγωγή. Το Βέλγιο, αυστηρή δασκάλα, προειδοποιούσε για τους κινδύνους της ελευθερίας.
 Τότε ξέσπασε η ομιλία του Πατρίς Λουμούμπα. Κατηγόρησε την αυτοκρατορία της σιωπής, και με τη φωνή του μίλησαν όσοι δεν είχαν φωνή. Εκείνος ο γρουσούζης, που τους είχε χαλάσει τη γιορτή, αναφέρθηκε στους πρωτεργάτες της ανεξαρτησίας, τους δολοφονημένους, τους φυλακισμένους, τους βασανισμένους, τους εξόριστους που όλα εκείνα τα χρόνια είχαν αγωνιστεί ενάντια στην ταπεινωτική σκλαβιά της αποικιοκρατίας.
 Στην ευρωπαϊκή εξέδρα έπεσε μια παγερή σιωπή, όμως τα λόγια του διακόπηκαν οχτώ φορές από τις επευφημίες του κοινού.
 Εκείνη η ομιλία σφράγισε τη μοίρα του.
 Ο Λουμούμπα, που μόλις είχε βγει από τη φυλακή, κέρδισε τις πρώτες ελεύθερες εκλογές στην ιστορία του Κονγκό, και βρέθηκε επικεφαλής της πρώτης κυβέρνησης, όμως ο βελγικός τύπος τον αποκάλεσε «αγράμματο κλέφτη που παραληρεί». Ο διευθυντής της CIA, Ο Άλεν Ντάλες, έστειλε την εξής εντολή στους υπαλλήλους του:
 «Η ανατροπή του Λουμούμπα είναι επείγουσα υπόθεση για μας».
 Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Αϊζενχάουερ είπε στο Βρετανό πρωθυπουργό λόρδο Χόουμ:
 «Έφτασε η στιγμή να απαλλαχτούμε από αυτόν.»
 Και ο υπουργός Αφρικανικών Υποθέσεων της βελγικής κυβέρνησης, είπε κι αυτός τη γνώμη του:
 «Ο Λουμούμπα πρέπει να φύγει για πάντα.»
 Στις αρχές του 1961, Βέλγοι αξιωματούχοι επικεφαλής οχτώ στρατιωτών κι εννέα αστυνομικών εκτέλεσαν τον Λουμούμπα, καθώς και τους στενότερους συνεργάτες του.
 Επειδή η βελγική κυβέρνηση και τα ανδρείκελά της, ο Μομπούτου και ο Τσόμπε, φοβόντουσαν τη λαϊκή εξέγερση, απέκρυψαν το έγκλημα.
 Δεκαπέντε μέρες αργότερα, ο νέος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Τζον Κένεντι, ανακοίνωσε!
 «Δεν θα επιτρέψουμε να επανέλθει ο Λουμούμπα στην κυβέρνηση.»
 Και ο Λουμούμπα, που είχε ήδη δολοφονηθεί και σάπιζε σε ένα βαρέλι με θειικό οξύ, δεν επανήλθε στην κυβέρνηση.


[Eduardo Galeano, αφήγημα από την εξαιρετική έκδοση του βιβλίου «Καθρέφτες», «εκδοτικός οργανισμός Πάπυρος»]



Ο ΜΑΥΡΟΣ ΑΓΙΟΣ

ΠΑΤΡΙΣ ΛΟΥΜΟΥΜΠΑ - ένα μεγάλο κάτασπρο γέλιο μες στη νύχτα του προσώπου σου,

στη νύχτα του λαού σου, στη νύχτα της χώρας σου -
ένα άσπρο γέλιο - λάμπυζε στα τζάμια των φτωχόσπιτων,
στα χείλη των μαύρων μανάδων, των μαύρων παιδιών,
όπως η αυγή πίσω απ΄τα δάση ή πίσω απ΄τα βουνά του κάρβουνου,
άσπρο σαν το χεροσφίξιμο δύο μαύρων χεριών
άσπρο σαν την απόφαση της ελευθερίας
άσπρο σαν τη δύναμη της αδελφοσύνης.

Πάτρις Λουμούμπα, είχες δει τα κομμένα χέρια των αδελφών σου

διατηρημένα στ' αλάτι μέσα στα κοφίνια των αφεντάδων,
είχες δει τη λάμψη απ΄τα διαμάντια σας να φωτίζει ξένα συμπόσια,
είχες δει το χρυσάφι της χώρας σου να γεμίζει τα όπλα των δολοφόνων της χώρας σου.

Είχες δε το αίμα και τα σίδερα, και τ΄άστρα πίσω απ΄τα σίδερα.


....................................................


ΠΑΤΡΙΣ ΛΟΥΜΟΥΜΠΑ, άλλο δεν είχες απόνα άσπρο γέλιο μπροστά σ΄ όλο το μαύρο

μπροστά σ΄ όλο το μαύρο του θανάτου, σ' όλο το μαύρο της αδικίας
ένα άσπρο γέλιο σαν τη θέληση της δικαιοσύνης,
άσπρο-άσπρο, συναγμένο σπόρο-σπόρο απ΄την καρδιά του λαού σου
όπως συνάζουμε απ΄τα σκόρπια αστέρια μιας απέραντης νύχτας
την άσπρη ανάμνηση, την άσπρη αναμονή, την άσπρη περηφάνεια
την άσπρη δύναμη της καλής μάχης αντίκρυ σ΄όλους τους άσπρους δολοφόνους
αντίκρυ σ΄όλες τις μαύρες δυστυχίες.

Πάτρις Λουμούμπα - ένα άσπρο γέλιο στη νύχτα του λαού σου.

όλα τα ντουφέκια σημάδευαν το γέλιο σου.
Πάνω στο γέλιο σου σημάδευαν την καρδιά της Αφρικής. Πολύ γελούσες, Πάτρις Λουμούμπα.
Πολύ πίστευες στη δικαιοσύνη των αδικημένων. Έδινες στόχο, Πάτρις Λουμούμπα.

Όλα τα ντουφέκια σημάδευαν το γέλιο σου. Φυλάξου, Πάτρις, σου φωνάζαμε.

Φυλάξου, αδελφέ μας, σου φωνάζαμε.
Φύλαξε το γέλιο του λαού σου. Φύλαξέ μας το.
Εσύ, πολύ πίστευες στην ελευθερία, πολύ γελούσες, μαύρε αδελφέ μας.
Και σε σκότωσαν.
Πάτρις Λουμούμπα, σε σκότωσαν γιατί πολύ αγαπούσες να γελούν
τα μαύρα αδέλφια σου
ένα άσπρο γέλιο κατάντικρυ σ΄ όλες τις νύχτες. Και σε σκότωσαν.
Ένα άσπρο γέλιο, Πάτρις Λουμούμπα, - αυτό δεν το σκότωσαν.
Δεν μπόρεσαν, Πάτρις Λουμούμπα.
Δε σκότωσαν τ΄άσπρο σου γέλιο πάνω σ΄όλα τα πικραμένα στόματα.
[...]

[απόσπασμα από το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου «Ο ΜΑΥΡΟΣ ΑΓΙΟΣ», από τη συλλογή ποιημάτων «ΤΑ ΕΠΙΚΑΙΡΙΚΑ», εκδόσεις Κέδρος]

Το ποίημα μεταφέρθηκε στο μονοτονικό σύστημα, κρατώντας την ορθογραφία του πρωτότυπου


Η ανάσταση του Λουμούμπα

 Η δολοφονία του Λουμούμπα ήταν μια χειρονομία για να πάρουν πίσω την αποικία.
 Από τα βάθη της γης, ο ορυκτός πλούτος του Κονγκό (ο χαλκός, το κοβάλτιο, τα διαμάντια, ο χρυσός, το ουράνιο, το πετρέλαιο), έδινε εντολές.
 Η απόφαση είχε παρθεί με τη συνενοχή των Ηνωμένων Εθνών. Ο Λουμούμπα είχε σοβαρούς λόγους να μην εμπιστεύεται τους αξιωματικούς του στρατού, τον οποίον αποκαλούσαν διεθνή, και κατήγγειλε «το ρατσισμό και τον πατερναλισμό εκείνων για τους οποίους η Αφρική δεν είναι παρά κυνήγι λιονταριών, σκλαβοπάζαρο και αποικιοκρατία. Είναι φυσικό να τα βρούνε με τους Βέλγους. Έχουν την ίδια ιστορία και την ίδια απληστία για τον εθνικό μας πλούτο.
 Ο Μομπούτου, ο ήρωας του ελεύθερου κόσμου, που συνέλαβε τον Λουμούμπα και τον έστειλε στο θάνατο, χάρηκε την εξουσία για πάνω από τριάντα χρόνια. Οι διεθνείς πιστωτικοί οργανισμοί αναγνώρισαν την αξία του, και φάνηκαν γενναιόδωροι μαζί του. Όταν πέθανε, η προσωπική του περιουσία ανερχόταν περίπου στο σύνολο του εξωτερικού χρέους της χώρας. Γι΄αυτή τη χώρα είχε αφιερώσει τον καλύτερο εαυτό του.
 Ο Λουμούμπα είχε πει:
 «Κάποια μέρα η ιστορία θα πάρει το λόγο. Όχι η ιστορία που μας μαθαίνουν τα Ηνωμένα Έθνη, η Ουάσιγκτον, το Παρίσι, ή οι Βρυξέλλες. Η Αφρική θα γράψει κι αυτή την ιστορία της.» [...]

[Eduardo Galeano, αφήγημα από το βιβλίο «Καθρέφτες», «εκδοτικός οργανισμός Πάπυρος»]




Ο χαρισματικός ηγέτης του αντιαποικιοκρατικού αγώνα Πατρίς ...