Η λίστα ιστολογίων μου

Πέμπτη 28 Οκτωβρίου 2021

Λυπάμαι... (28 Οκτωβρίου 1940...)




Στη μνήμη των δύο παππούδων και των δύο γιαγιάδων μου...

Κάθε φορά που ξημερώνει 28η Οκτωβρίου θυμάμαι τη γιαγιά μου να λέει, τέτοια μέρα κάθε χρόνο σκέφτομαι τον παππού σου... Κι εγώ κάθε χρόνο τέτοια μέρα θυμάμαι και τους δυο μου παππούδες. Ποιος ξέρει πως μπορεί να υποδέχτηκαν την είδηση του πολέμου. Με ενθουσιασμό; Με φόβο; Να φαντάζονταν άραγε τι θα αντιμετωπίσουν; Τους σκοτωμούς. Το κρύο που θα τους πάγωνε μέχρι και την ψυχή. Όχι, ο πόλεμος δεν είναι μόνο «ηρωισμός». Ούτε μόνο οι μάχες. Είναι κι οι ατελείωτες ταλαιπωρίες της καθημερινής ζωής. 

Κάθε χρόνο σκέφτομαι λοιπόν, πως από την ορεινή Πελοπόννησο να έφτασαν στην Ήπειρο; Κι αργότερα, την άνοιξη του 1941, με τι ηθικό να γύρισαν; Τον τρόπο τον ήξερα. Και τον είχα διαβάσει και τον είχαν ακούσει τα παιδικά μου αυτιά από τις διηγήσεις. Με τα πόδια από την Αλβανία στην Τρίπολη... Όπως όλοι οι φαντάροι. Με τις ατελείωτες στερήσεις, την ατέλειωτη πείνα, το ατελείωτο περπάτημα... Την ώρα που η ελίτ της χώρας την κοπανούσε και η αστική τάξη κοιτούσε να τα βρει με τα νέα της αφεντικά. Φαντάζομαι την ώρα που χτυπούσαν την πόρτα του σπιτιού τους και τις γιαγιάδες μου να τους αντικρύζουν στο πλατύσκαλο του φτωχικού σπιτιού. Αδύνατους, βρόμικους, ταλαιπωρημένους, συγκινημένους. Πόσο καιρό   θα τις έπνιγε η αγωνία για το αν ήταν ζωντανοί ή θαμμένοι κάτω από τα χιόνια σ' ένα βουνό της Αλβανίας. Πόσους μήνες θα είχαν να λάβουν νέα τους... Προσπαθώ να φανταστώ εκείνες τις αγκαλιές της ξαναντάμωσης που θα κράτησαν μια αιωνιότητα... Γι' αυτό ίσως κι αυτός ο θρήνος όταν μετά από χρόνια τους έχασαν. Κι αυτή η επιμονή στα μαύρα που εγώ δεν καταλάβαινα... Άλλοι καιροί. Σκληροί. 

Ναι. Ο πόλεμος δεν είναι μόνο η «δόξα»...

Είναι κι η στιγμή που ο ένας μου παππούς ανέβαινε σ' ένα ύψωμα και γύρω του έσκαγαν παντού όλμοι και οβίδες...

Είναι κι η στιγμή που ο άλλος μου παππούς, ένα ολόκληρο βράδυ καθώς κοιμόταν σ' ένα παγωμένο βουνό, δίπλα δίπλα κι όσο πιο κολλητά μπορούσε σ' έναν συμπολεμιστή του, ξύπνησε το πρωί και τον σκούντηξε για να σηκωθεί κι αυτός. Μία, δύο τρεις... Κι ο παγωμένος του σύντροφος, αυτός, που όλο το βράδυ του κολλούσε για να ζεσταθούν, ήταν νεκρός...

Τον έναν παππού μου τον έχασα όταν ήμουν επτά χρονών. Ακόμα τον θυμάμαι ν' ανασηκώνεται για να αποχαιρετήσει τα εγγόνια του σ' ένα δωμάτιο ενός μίζερου επαρχιακού νοσοκομείου. Λίγες μέρες μετά, από τα μαύρα ρούχα των γονιών μου, θα καταλάβαινα και θα ρωτούσα με μια βεβαιότητα που θα προτιμούσα να μην είναι πραγματική. Πέθανε ο παππούς;

Τον άλλο μου τον παππού τον έχασα στα είκοσι μου χρόνια. Σαν παιδί με απασχολούσαν τα παιχνίδια μου. Σαν έφηβο, οι εφηβικές μου ανησυχίες. Ρώτησα κάποια πράγματα για εκείνη την εποχή. Λίγα. Μπορεί κιόλας να αποθαρρυνόμουν από τους λιγομίλητους ανθρώπους για εκείνα τα γεγονότα.

Και τώρα που μεγάλωσα λυπάμαι που δε ρώτησα περισσότερα κι αφήνομαι στα βιβλία να μάθω για εκείνη τη μεγάλη μέρα, για τη ζωή τους εκείνη τη χρονιά... Τη ζωή των αντρών στο Μέτωπο και των ακόμα πιο γενναίων και δυνατών γυναικών στα σπίτια... Λυπάμαι πολύ...

Κυριακή 17 Οκτωβρίου 2021

Η αυλή...



Και πάλι στον Γ. Σεραφίνο...


Κάθονταν στην αυλή. Για την ακρίβεια στο ταβερνάκι που φιλοξενούσε η παλιά αυτή η αυλή του κέντρου της Αθήνας στου Ψυρρή. Απολάμβαναν τη σκουρόχρωμη βαρελίσια ρετσίνα και χάζευαν τα δωμάτια, όμοια με αυτά, που τόσες φορές είχαν δει μικροί στις ταινίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου. Ήταν τόσο στενή, που ο σερβιτόρος, πραγματικός σωσίας του ηθοποιού Στιβ Μακ Κουίν, ίσα που χωρούσε να κάνει το νευρικό του πέρασμα για να σερβίρει τους μεζέδες. Οι συναντήσεις τους σε καφενεία, όπως άλλωστε και οι περιπλανήσεις τους - ντεριβέ τις ονόμαζαν έτσι για να θυμηθούν τα αφελή καταστασιακά διαβάσματά τους πιτσιρικάδες - πάντα εκτός από πολιτική, η συζήτηση εκτεινόταν ακόμα πιο πολύ στη λογοτεχνία. Ήταν η κοινή τους αγάπη! Αμετανόητοι αναγνώστες! Πλάταιναν συνεχώς τους ορίζοντες τους παρακινώντας ο ένας τον άλλο! Πόσες φορές ήταν που, χαμογελώντας συνωμοτικά, άνοιγαν με τρόπο την τσάντα τους και έβγαζαν ένα μικρό εξαντλημένο θησαυρό, ένα διαμαντάκι που είχε παραπέσει σ' ένα σκονισμένο πάγκο ενός παλαιοβιβλιοπωλείου και μοιράζονταν τη χαρά τους! Το ίδιο και με αυτά που έγραφαν. Με την ίδια αγωνία περίμεναν την απόκριση του φίλου τους! 

Χαζεύοντας λοιπόν την αυλή που κάθονταν, ο Γ. Σεραφίνος, που πρώτη φορά την επισκεπτόταν, μ' ένα χαμόγελο μέχρι τ' αυτιά από τα τραγούδια που άκουγε κι από τη γλυκιά ρετσίνα, θυμήθηκε την αυλή που γεννήθηκε και έζησε μέχρι τα είκοσι πέντε του χρόνια ο μεγάλος στιχουργός της φτωχολογιάς. Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος! Τους ήρθαν στο νου λοιπόν, τα δύο από τα πιο χαρακτηριστικά βιβλία για τη δεκαετία του '40 και τη ζωή του βασανισμένου λαού στο κέντρο της Αθήνας. «Τους παλιούς συμμαθητές και τον γλεντζέ που πίνει γάλα»... Κι όλα αυτά, με αφορμή την αυλή που έτρωγαν κι έπιναν, ενώ το βλέμμα και η φαντασία τους περιπλανιόταν στα καμιά δεκαπεντάρια δωματιάκια που μέσα τους πόνεσε και μάτωσε η φτωχολογιά... Μεταφέρθηκαν στην οδό Φωκαίας 18 στην πλατεία Κυριακού, που δουλικά ονομάστηκε πλατεία Βικτωρίας για να τιμήσει μια κάποια βασίλισσα της Αγγλίας, στην αυλή και στη γειτονιά που τόσο τραγουδήθηκε από τους στίχους του και διαβάστηκε μέσα από αυτά τα δύο ονειρικά του βιβλία... 

Αργότερα, γυρίζοντας σπίτι, θα άνοιγαν κι οι δύο την εισαγωγή του Αντώνη Σαμαράκη στο ένα από τα δύο βιβλία. Η αυλόπορτα της οδού Φωκαίας 18 άνοιγε δειλά δειλά...


Τον είχε βάλει στη σκάφη η μάνα του, να πάει καθαρός αύριο πρωί στην εκκλησία.

«Σιγά ρε μάνα, σιγά. Με το μαλακό. Εντάξει, είπαμε μα μπω πρωί πρωί στη σκάφη να μου ρίχνεις με την κατσαρόλα ζεστό νερό να πλυθώ αλλά όχι κι έτσι. Εσύ το ρίχνεις καυτό, με ζεμάτισες, γαμώτο!»

Του δίνει δυο γερές στον κώλο, του χώνει και μια τσιμπιά, μα τι τσιμπιά! Αρχίζει, λοιπόν. και αυτός, τσίτσιδος, να σουτάρει στη σκάφη ένα, δύο, τρία, τέσσερα σουτ, συρτά, γωνιακά. Πάει το νερό, «πλάτσα πλούτσα» χύνεται όλο έξω, μούσκεμα το σαρακοφαγωμένο ξύλινο πάτωμα. όλα αυτά στο ένα και μόνο δωματιάκι στη μικρή αυλή. άλλα εφτά δωμάτια γύρω γύρω, άλλες εφτά οικογένειες - η δική τους: ο Παναγιώτης, ο πατέρας, η Λίζα, η μάνα, ο Γιάννης. ο τέσσερα χρόνια μικρότερος αδερφός του και ο ίδιος.

Βέβαια, το δωμάτιο τους με την πόρτα ανοιχτή και τα άλλα δωμάτια σχεδόν πάντα το ίδιο. Το θεατράκι της αυλής είναι γεμάτο μέρα νύχτα, θεατές και ακροατές. Τα πάντα παίζονται δημόσια· ε, είναι και κάτι ώρες, εννοείται, ιδιαίτερες, που λένε· αλλάζει τότε το σκηνικό. Ειδάλλως, πόρτες και καρδιές ανοιχτές. [...]

Φωκαίας 18, εκεί που γεννήθηκε κι έζησε ως τα είκοσι πέντε του χρόνια. Σ' αυτόν το μικρό, στενό δρόμο που πιάνει από την Αριστοτέλους και τερματίζει στην Αλκιβιάδου. Δυο βήματα από την αρχή της Φωκαίας είναι η πλατεία Κυριακού, όπως λεγόταν τότε αυτή η όμορφη πλατεία της Αθήνας - αργότερα, μετονομάστηκε σε πλατεία Βικτωρίας για να τιμηθεί η εν λόγω βασίλισσα της Αγγλίας, παρόλο που δεν είχε καμιά σχέση με την Ελλάδα. Φωκαίας 18. Μια ψυχρή, απρόσωπη πολυκατοικία υψώνεται τώρα, πάει πια εκείνην η τόσο ζεστή ανθρώπινη, πού ανθρώπινη αυλή. Μονάχα στον ακάλυπτο χώρο πίσω από το υπόγειο μια μικρή αυλή, τρία επί τρία. Και πάνω από την αυλή, ο κοφτός αμείλικτος τοίχος της αντικρινής πολυκατοικίας. Μα, καλά, πως τα ήξερε όλα αυτά, αφού τόσα χρόνια έμενε αλλού, στην άλλη άκρη της Αθήνας; Ας είναι καλά ο Νησιώτης, ο παλιός συμμαθητής του στο Γυμνάσιο, το Β' Αρρένων Αθηνών, Χέυδεν και Αχαρνών. Πάτος στα μαθήματα ο Νησιώτης, πρώτος, όμως, στο μάθημα της μπάλας. Έξω αριστερά έπαιζε. [...]

Η αποστολή του ήταν να περνάει από την πολυκατοικία τουλάχιστον δυο φορές την εβδομάδα, μη δει και νοικιάζεται ή πωλείται κανένα διαμέρισμα. Γιατί είχε το σχέδιο του: να ξαναμπεί επιτέλους στον ίδιο χώρο που γεννήθηκε κι έζησε τόσα χρόνια, χώρο αλλιώτικο πια, αλλά εκεί θα ξαναγινόταν παιδί, θα ξανάβρισκε το παιδί που είχε πάντα μείνει.

Η Ραία, η Υακίνθη, ο Νότης, ο γιος του από τον πρώτο του γάμο με τη Μάιρα, δεν είχαν ιδέα για το σχέδιο του. Μονάχα ο ίδιος θα πήγαινε στο κρησφύγετο του [...]

Οπότε, του τηλεφωνεί ένα απόγευμα ο Νησιώτης. « Επείγον, πρέπει να σε δω τώρα, σε περιμένω στο γνωστό καφενείο». Λοιπόν, θρίαμβος, νοικιάζεται για ένα χρόνο το υπόγειο, ένα δωμάτιο, χολ, μπάνιο, κουζινίτσα και μικρή αυλή δική του στον ακάλυπτο, δική του αποκλειστικά. Α, η είσοδος επί της Φωκαίας, ώστε κατευθείαν μέσα.

Πρεμιέρα απόψε. Η καρδιά του φτεροκοπάει από τη συγκίνηση. Δεν το πιστεύει ακόμα,

Το δωμάτιο δεν είναι τώρα άδειο, γεμίζει σιγά σιγάμε τις μνήμες από τα ωραία εκείνα χρόνια που ήταν παιδί. Την πόρτα που βγάζει στην αυλή την έχει βαφτίσει: «Εξώθυρα προς τη Φωκαίας». Στο τοίχο αριστερά, ψηλά, γράφει με μπικ:« Εδώ είναι η κληματαριά». Στο δεξί τοίχο, χαμηλά, γράφει<ς « Εδώ είναι η βρύση». Ολόγυρα του, τον περικυκλώνουν, αυτοί που έφυγαν από τούτη την άπονη ζωή.

Μια συγκίνηση κατέκλυσε τους δύο αναγνώστες. Έφταιγε η ρετσίνα; Έφταιγαν οι θύμισες που τους κατέκλυσαν για άλλη μια φορά διαβάζοντας την εισαγωγή αυτού του βιβλίου; Το όμορφο ήταν ότι σε αυτή την συνάντηση τους θυμήθηκαν αυτά τα δύο διαμαντάκια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Την ιστορία νεοελληνικής ζωής...

[Το απόσπασμα με τα πλάγια γράμματα είναι από την εισαγωγή του βιβλίου του Λευτέρη Παπαδόπουλου «Είναι γλεντζές, πίνει γάλα», μια συνέχεια του βιβλίου του ίδιου « Οι παλιοί συμμαθητές», που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Καστανιώτη και αξίζουν να διαβαστούν!]

Δευτέρα 4 Οκτωβρίου 2021

Οι, δυστυχώς, πάντα επίκαιροι «Μοιραίοι» του μπάρμπα Κώστα Βάρναλη είναι ακόμα εδώ...




Κάποτε ο ποιητής της εργατιάς είχε λάβει μια επιστολή από ένα νέο της εποχής, τριάντα οκτώ χρόνια μετά την κυκλοφορία του ποιήματος «ΟΙ ΜΟΙΡΑΙΟΙ». Μέσα στο νεανικό ενθουσιασμό του, ο άγνωστος αυτός επιστολογράφος, ανάμεσα σε άλλα του έγραφε με θάρρος τη γνώμη του για τους Μοιραίους.

Θα θελα ακόμα να λεγα κάτι και για τους «Μοιραίους» σου, που είναι μοιραίο - να μην είναι πια μοιραίοι. Χρειάζονται μιαν αναθεώρηση. Ξεπεραστήκανε πια. 

Δεν πίνουνε πια κάθε βράδυ στην ταβέρνα, γιατί δεν έχουν . Κ' η λατέρνα δε στριγγλίζει πια, γιατί την έδιωξε το αφηνιασμένο ραδιόφωνο. Ο γιος  του Μάζη μπορεί να ναι ακόμα στο Παλαμήσι, αλλά μπορεί να ναι και στον Άη Στράτη, ενώ η κόρη του Γιάβη δεν αποκλείεται να παραθερίζει ... στο Τρίκερι. Κ' ύστερα οι Μοιραίοι δε θα λέγανε σήμερα ότι «φταίει ο Θεός, το κεφάλι το κακό τους ή πρώτα απ' όλα το κρασί» Τώρα ξέρουνε πολύ καλά ποιος φταίει. Μόνο που δεν το λένε φωναχτά. Και λιγ' είναι εκείνοι, που «δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα προσμένουν, ίσως κάποιο θάμα». Πολλοί απ' αυτούς τα παίξαν ούλα, χάσανε και τώρα αναπαύονται για πάντα!...

Να χω άραγε δίκιο;

Από τότε πέρασαν κι άλλα τόσα κι ακόμα πιο πολλά χρόνια. Αλλά το εμβληματικό αυτό νεοελληνικό ποίημα εξακολουθεί να είναι δυστυχώς πάντα επίκαιρο. Όσες δεκάδες χρόνια κι αν έχουν κυλήσει από τότε που γράφτηκε... Επίκαιρο, όσο η μοιρολατρία, όσο οι κοιμισμένες συνειδήσεις, όσο το φταίει το ζαβό το ριζικό μας, θα κυριαρχούν στη συνείδηση του ανθρώπου. Όχι όμως οποιουδήποτε ανθρώπου. Αυτού όμως που πέφτει παντού και πάντα θύμα εκμετάλλευσης, αυτού που σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα όπου μας εύρει μας πατεί...  

Ο ποιητής, ανταποκρίθηκε σε αυτή την όμορφη συνήθεια που είχαν οι άνθρωποι τότε και του απάντησε με πολύ σεβασμό. 

Οι μοιραίοι γραφτήκανε πριν 30 χρόνια!* Αλλά για τα έργα Τέχνης ο όρος «ξεπερασμένο» δεν έχει τη θέση του. Γιατί ξεπερασμένο θα πει νεκρό. Δεν πεθαίνει ποτές ένα έργο, που είτανε στον καιρό του ζωντανό, που είχε αλήθεια και που ξυπνούσε συνειδήσεις.

Ξυπνημένες συνειδήσεις υπήρχανε και τω καιρώ εκείνω, όπως υπήρχανε και κοιμισμένες. Το ίδιο γίνεται και σήμερα. Το ποίημα χτυπάει κείνην τη μερίδα του λαού, που δεν μπορεί να βρει την αιτία της δυστυχίας της κι αυτοεγκαταλείπεται στη μοίρα της, περιμένοντας να σωθεί από κανένα «θάμα». 

Αν άλλοτες οι μοιραίοι άνθρωποι είταν περισσότεροι και τώρα λιγότεροι, δεν είναι θέμα για συζήτηση. Το γεγονός είναι πως υπάρχουν, υπήρχανε και θα υπάρχουνε Μοιραίοι, όσο θα υπάρχει κοινωνική ανισότητα κι όσο αυτή η ανισότητα θα καλλιεργεί την ομαδική «εκ των άνω» τύφλωση του Έθνους.

Και δεν είναι δύσκολο να πεισθεί κανείς γι' αυτό. Αρκεί να κοιτάξει τι γίνεται σήμερα: ότι γινότανε πριν από τριάντα, πενήντα ή εκατό χρόνια κι ότι θα γίνεται μέχρι συντέλειας του κράτους δικαίου! Ολ' η πολιτική ιστορία του τόπου στηρίζεται στο μεσσιανισμό, που είναι μια πιο συγκεκριμένη μορφή της μοιρολατρείας του λαού. Αν όλοι σχεδόν οι πολιτικοί της Ελλάδας δε ντρέπονται να παρουσιάζονται σα «σωτήρες» αυτό οφείλεται στο ότι πολύς λαός περιμένει «σωτήρες» (το θάμα!)

Δυστυχώς ολ' αυτοί, που περιμένουνε το θάμα, δεν είναι μοιραίοι· είναι και πολλοί συμφεροντολόγοι. Άλλο θέμα. Πάντως το «χτύπημα των Μοιραίων» είναι ανάγκη να γίνεται ακόμα, έως ότου «ξυπνήσουμε νεκροί».

*38 για την ακρίβεια

Επίκαιρη δυστυχώς κι η απάντηση του Βάρναλη στο νεαρό της εποχής. Γι' αυτή τη μοιρολατρία γράφτηκαν σελίδες και σελίδες. Η πένα βουτήχτηκε στο μελάνι για να τη χτυπήσει. Τα μολύβια ξύστηκαν και ξαναξύστηκαν για να τη σβήσουν από τα βάθη της συνείδησης του άβουλου ανθρώπου. Τα πλήκτρα της γραφομηχανής χτυπήθηκαν με μανία για να την πολεμήσουν. Ποιήματα, μυθιστορήματα, μελέτες, θεωρίες πάσχισαν να την αποτινάξουν από πάνω μας. Η «μοίρα» μας όμως δεν αλλάζει αν δεν την αλλάξουμε εμείς. Κι αυτή η σκυτάλη πρέπει να περάσει στη γενιά μας  για να χτυπήσει τα πλήκτρα του υπολογιστή της, να γεμίσει με τα σύμβολα της ελευθερίας άσπρες τυπωμένες σελίδες, μέχρι οι μέρες να πάψουν να σβήνουν μακριά μας, μέχρι να μην μπορεί σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα όπου μας εύρει (να) μας πατεί, μέχρι να πάψουμε να είμαστε δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα, και να προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!


ΟΙ ΜΟΙΡΑΙΟΙ

Μες την υπόγεια την ταβέρνα,
μες σε καπνούς και σε βρισές
(απάνω στρίγγλιζε η λατέρνα)
ολ' η παρέα πίναμ' εψές·
εψές. σαν όλα τα βραδάκια,
να πάνε κάτου τα φαρμάκια.

Σφιγγόταν ένας πλάι στον άλλο
και κάπου εφτυούσε καταγής.
Ω! πόσο βάσανο μεγάλο
το βάσανο είναι της ζωής!
Όσο κι ο νους να τυρρανιέται, 
άσπρην ημέρα δε θυμιέται.

Ήλιε και θάλασσα γαλάζα
και βάθος τ' άσωτ' ουρανού!
Ω! της αβγής κροκάτη γάζα,
γαρούφαλλα του δειλινού,
λάμπετε, σβήνετε μακριά μας,
χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας!

Του ενού ο πατέρας χρόνια δέκα
παράλυτος, ίδιο στοιχειό·
τ' άλλου κοντόημερ' η γυναίκα
στο σπίτι λυώνει από χτικιό·
στο Παλαμήδι ο γιος του Μάζη
κ' η κόρη του Γιαβή στο Γκάζι.

-Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
-Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
-Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
-Φταίει πρωτ' απ' όλα το κρασί!
Ποιος φταίει; ποιος φταίει; Κανένα στόμα δεν το βρε και δεν το πε ακόμα.

Έτσι στη σκοτεινή ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί.
Σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα
όπου μας έβρει μας πατεί.
Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!


[Το γράμμα του νεαρού κι η απάντηση του Κώστα Βάρναλη είναι από το βιβλίο «ΑΙΣΘΗΤΙΚΑ ΚΡΙΤΙΚΑ ΣΟΛΩΜΙΚΑ» των εκδόσεων ΚΕΔΡΟΣ. Μεταφέρθηκαν στο μονοτονικό σύστημα διατηρώντας παράλληλα την ορθογραφία του πρωτότυπου.]



Παρασκευή 24 Σεπτεμβρίου 2021

Τα θέλουμε όλα!





Στο προλεταριάτο των διανομέων...

Στον Γιώργο Κ.

Και δεν πρόκειται να ξαναπέσουμε σ' αυτή την παγίδα γιατί το ζήτημα είναι ακριβώς ότι αυτοί κι εμείς δεν είμαστε το ίδιο σώμα. Δεν έχουμε τίποτα κοινό, είμαστε δύο διαφορετικοί κόσμοι, αυτοί κι εμείς είμαστε εχθροί, και τέρμα. Και η μεγαλύτερη δύναμη μας βρίσκεται στο γεγονός ότι έχουμε πια ξεκαθαρίσει ότι με τη δουλειά των αφεντικών και με το κράτος των αφεντικών δεν έχουμε κανένα απολύτως κοινό συμφέρον. Όλοι μας οι υλικοί στόχοι είναι ενάντια σ' αυτή την οικονομία, είναι ενάντια σ' αυτή την ανάπτυξη, είναι ενάντια σ' αυτό το γενικό συμφέρον του κράτους και των αφεντικών. [...]

Γιατί το πρώτο πράγμα που φέρνει την ευτυχία είναι η λιγότερη δουλειά. Γι' αυτό κι εμείς λέμε τώρα όχι στα τρομοκρατημένα αφεντικά που μας ζητάνε να τους βοηθήσουμε στην παραγωγή τους, που μας εξηγούν ότι πρέπει κι εμείς να συμμετέχουμε, ότι μας συμφέρει κι εμάς αυτό. [...]

Αλλά οι δικοί μας στόχοι είναι ενάντια στην ανάπτυξη, ενάντια στο γενικό συμφέρον, είναι οι δικοί μας και τέρμα. Οι δικοί μας στόχοι, τα υλικά συμφέροντα της εργατικής τάξης είναι ο θανάσιμος εχθρός του καπιταλισμού και των συμφερόντων του.
 
Αρχίσαμε αυτό το μεγάλο αγώνα με αίτημα περισσότερα λεφτά και λιγότερη δουλειά. Τώρα ξέρουμε ότι αυτό είναι ένα σύνθημα που αναποδογυρίζει, που τινάζει στον αέρα όλα τα σχέδια των αφεντικών, όλο το πρόγραμμα του κεφαλαίου. Και τώρα πρέπει να περάσουμε από τον αγώνα για το μεροκάματο στον αγώνα για την εξουσία. Σύντροφοι, ας αρνηθούμε τη δουλειά. Θέλουμε όλη την εξουσία, θέλουμε όλον τον πλούτο. Θάναι ένας αγώνας μακρόχρονος, με επιτυχίες και αποτυχίες, με ήττες και καταχτήσεις. Αυτός είναι ο αγώνας που πρέπει ν' αρχίσουμε τώρα, ένας αγώνας βίαιος, μέχρι τέλους. Πρέπει ν' αγωνιστούμε για να πάψει να υπάρχει πια η δουλειά. Πρέπει ν' αγωνιστούμε για τη βίαιη καταστροφή του κεφαλαίου. Πρέπει ν' αγωνιστούμε σ' ένα κράτος θεμελιωμένο στη δουλειά. Λέμε: Ναι, στην εργατική βία.

Γιατί εμείς είμαστε που χτίσαμε την ανάπτυξη του κεφαλαίου και του κράτους του, εμείς οι προλετάριοι του Νότου, εμείς οι εργάτες μάζα, αυτή η τεράστια μάζα των εργατών, εμείς οι εκατό πενήντα χιλιάδες εργάτες της Φίατ. Εμείς είμαστε που δημιουργήσαμε όλο αυτό τον πλούτο που υπάρχει κι από τον οποίο δε μας δίνουν παρά μερικά ψίχουλα. Δημιουργήσαμε όλον αυτό τον πλούτο πεθαίνοντας στη δουλειά στη Φίατ ή πεθαίνοντας από την πείνα στο Νότο. Κι εμείς είμαστε η μεγάλη πλειοψηφία του προλεταριάτου, που σήμερα πια δε θέλουμε να δουλεύουμε και να ψοφάμε για να αναπτυχθεί το κεφάλαιο και το κράτος του. Βαρεθήκαμε πια να χοντραίνουμε όλα αυτά τα γουρούνια. [...]

Γι' αυτό, ας πάρουμε αυτό τον πλούτο, ας τα πάρουμε όλα. 

[Νάνι Μπαλεστρίνι, «Τα θέλουμε όλα», εκδόσεις ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ, μετάφραση Χριστίνα Σταματοπούλου]


Σάββατο 18 Σεπτεμβρίου 2021

Γ. Φ. ΚΑΛΟΓΕΡΟΣ: ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙΣ




Άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος σε μια γειτονιά του κέντρου της Αθήνας. Είχε οδηγίες να κληρονομήσει τα βιβλία... Το σπίτι το ήξερε. Τη μεγάλη βιβλιοθήκη που άπλωνε από τοίχο σε τοίχο την είχε εξερευνήσει αρκετές φορές. Τώρα όμως θα έμπαινε σε λεπτομέρειες. Κοιτούσε, άγγιζε, τραβούσε τα βιβλία και χάζευε τα οπισθόφυλλα, ξεφύλλιζε ό,τι του φαινόταν ενδιαφέρον. Πέρασε ώρες μπροστά της μέχρι που η ματιά του έπεσε σε μια ταπεινή γωνιά. Κάτι περίεργο συνέβαινε εκεί. Ενώ όλα τα βιβλία της λογοτεχνίας ήταν τοποθετημένα στα ράφια με χρονολογική σειρά, διαμορφώνοντας έτσι ένα ιδιότυπο ημερολόγιο δεκαετιών, θυμίζοντας στον ιδιοκτήτη της πρόσωπα, γεγονότα, καταστάσεις, τόπους, καφενεία, μέσα μαζικής μεταφοράς όπου τα διάβασε, αυτά ήταν όλα μαζί αν και διαβάστηκαν σε ανάκατες ημερομηνίες. Και κάτι ακόμα. Ο συγγραφέας πρέπει να ήταν μάλλον το ίδιο πρόσωπο. Georgy F. Calogerovsky, ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΥΡΟΣ-ΚΑΛΟΓΕΡΟΥ, Γ.Φ. ΚΑΛΟΓΕΡΟΓΛΟΥ, Γ.Φ. ΚΑΛΟΓΕΡΟΣ, έγραφαν οι ράχες και τα εξώφυλλα. Και ξάφνου, εκεί που πήγε ν' ανοίξει το πρώτο στη σειρά αυτής της περίεργης συστοιχίας μικρών βιβλίων, ένας φάκελος έπεσε στο πάτωμα. Έσκυψε και τον μάζεψε. Τον άνοιξε, κάθισε στην πολυθρόνα, άναψε το φωτιστικό δίπλα του και άρχισε να διαβάζει. Ξεκινούσε με μια μακρινή ημερομηνία. 

Τετάρτη 15 Σεπτεμβρίου 2021

Αγαπημένε κληρονόμε της βιβλιοθήκης μου,

Κάνοντας τόσες συζητήσεις όλα αυτά τα χρόνια, επίτηδες, ποτέ δεν σου είπα γι' αυτή τη γωνιά της βιβλιοθήκης. Μπορεί από πολλές μεριές των ραφιών όταν νύχτωνε να έβγαινε ένα γλυκό φως, ανάλογο του περιεχομένου των βιβλίων που «φώτιζαν» μέσα στη νύχτα, αλλά από αυτή την ταπεινή γωνιά έβγαινε ένα διαφορετικό φως. Ένα φως ενός δικού μου ανθρώπου. Αυτού και της αλήθειας του. Μπερδεύεσαι σίγουρα τώρα! Βλέπεις διαφορετικά ονόματα σε μικρές αυτοεκδόσεις, πλην μίας, κάποιων πιο «επίσημων» εκδόσεων. Μα καλά, μπορεί να αναφωνήσεις, καμιά ματαιοδοξία; Δεν προσπάθησε το όνομά του να φιγουράρει σε κάποιο έντυπο του βιβλιοχώρου, να μην έχει πέντε χιλιάδες φίλους στο facebook, να μη σκάσει λίγα φράγκα να του εκδώσουν αναγνωρισμένοι εκδοτικοί οίκοι τα διηγηματάκια του και διάσημες νεοφιλελεύθερες βιβλιοφιλικές φυλλάδες του χώρου, που συνήθως οι συντάκτες τους λιβανίζουν τις εξουσίες, να τον φιλοξενούν; Όχι! Και σίγουρα δεν είναι ο μόνος! Ψάξε λίγο καλύτερα στα ράφια και θα το διαπιστώσεις. Είχε κατακλυστεί κι αυτός απ' αυτόν το «δαίμονα» που σου είχα πει κάποτε... Όπως είχε κατακλυστεί κι απ' το δαίμονα του αγώνα. Έγραφε κι αλλού ανυπόγραφα, αλλά και με άλλο ψευδώνυμο. Ένα μάλιστα του το είχα κολλήσει και διαδώσει εγώ!

Οι λέξεις που έβγαιναν από μέσα του ήταν η αλήθεια της ζωής του, της βιοπάλης του, των παππούδων και των γιαγιάδων του αγωνιστών του ΔΣΕ, των συγγενών του της πολιτικής προσφυγιάς, των ωραίων γονιών του που μεγάλωσαν δύο εξαιρετικά παιδιά. Φτάνει όμως με τα καλά λόγια που θα τον έκαναν ντραπεί. Έτσι όπως αρμόζει σε ταπεινούς ανθρώπους. Σύντομα θα καταλάβεις όταν τα διαβάσεις γιατί τόσο ταπεινή είναι η γωνιά που φιλοξενεί τη ζωή και τις ιστορίες του. Ταπεινή, αλλά τόσο φωτεινή... 

Το βιβλίο που κρατάς στα χέρια σου και τα άλλα που αναπαύονται δίπλα τους είναι ειλικρινή. Ειλικρινή γιατί γράφτηκαν με την καρδιά του. Γιατί δεν χρειάστηκαν σεμινάρια δημιουργικής γραφής κι άλλους τέτοιους νεωτερισμούς. Δεν τα χρειάζεσαι όταν γράφεις από την καρδιά σου. Βιβλία και συγγραφείς περνούν από τις σελίδες του. Δρόμοι της μητρόπολης, αγώνες, διαδηλώσεις, ταξική συνείδηση, γνώση, μόρφωση, παιδικά χρόνια, ζωάκια, πρόσφυγες, φιγούρες της πόλης, εργάτες, θαμώνες λαϊκών καφενείων, «τρελοί», ξώμαχοι της ζωής, μικρά παιδιά και τα παιχνίδια τους, αναμνήσεις και ελπίδα για έναν καλύτερο κόσμο. Θα μπορούσα να σου γράψω πολλά πολλά ακόμα αλλά σε αφήνω για να μην σε κουράσω. Πιάσε τα στα χέρια σου ένα ένα, καταβρόχθισέ τα και νιώσε όσο τυχερός ένιωθα κι εγώ γι' αυτή τη γνωριμία μαζί του...

Ξημέρωνε σιγά σιγά. Οι νυχτερινές σειρήνες της διασκέδασης δεν τον έπεισαν ν' αφήσει από τα χέρια του τους μικρούς αυτούς τόμους. Τελειώνοντάς τους γύρισε πίσω σε μια ξεθωριασμένη πια υπογράμμιση με μολύβι...

Πήγαινα για τις καλοκαιρινές διακοπές κάθε χρόνο εκεί γι' αυτό έχω εμπειρίες και μνήμες απ' το χωριό. Ήμουν μπροστά σε πολλά περιστατικά με τον Τρελομήτρο, και πάντα σιωπούσα χωμένος μέσα στην ομήγυρη. Έτρεχα όταν έτρεχαν όλοι και έβριζα από μακριά. Να πω την αλήθεια δεν μ' άρεσαν ποτέ οι συναντήσεις με αυτόν τον γέροντα. Δεν μ' άρεσε η βία.  Προτιμούσα να μη διασταυρωνόμαστε μαζί του. Νευρίαζα όταν αφήναμε το παιχνίδι για να ασχοληθούμε μαζί του. Θα πω σε αυτό το σημείο ότι η οικογένειά μου με είχε αναθρέψει με φιλειρηνικές και δημοκρατικές αξίες. Από τα πρώτα που θυμάμαι από την οικογενειακή «κατήχηση» ήταν να μην κοροϊδεύω ποτέ και να μην πειράζω τους αδύναμους. Αυτό το τελευταίο, νομίζω, με οδήγησε πολλές φορές σε μια εσωτερική εξορία. όταν αρνιόμουν να γίνω όχλος εις βάρος αδύναμων ανθρώπων. Σκίζεται η καρδιά μου όταν σκέφτομαι τι πέρασαν μικροί και μεγάλοι άνθρωποι ανάμεσα σε κύκλους κανίβαλων και βάρβαρων. Πόσες ψυχές πληγώθηκαν από τον εκφοβισμό της πλειοψηφίας, της μάζας, του όχλου. Οι πρώτοι που μου έρχονται στο μυαλό είναι τα αλβανάκια στα σχολεία μας, την ίδια περίπου εποχή. Αθώες κι ανυπεράσπιστες ψυχούλες που δέχονταν μια αδιανόητη βία από θρασίμια. Μεγαλώνοντας δεν μπορούσα να μη δακρύσω όταν κοιτούσα τα βλεμματα των αιχμαλώτων του ΔΣΕ στις φωτογραφίες. «Τρελομήτρο; Σκατιάρη Τρελομήτρο, βρομιάρη Τρελομήτρο» [...]

Συνέρχομαι σιγά σιγά [...]. Όντως εγώ ήμουν στην αυλή με βαρύ το κεφάλι. Οι άλλοι έπαιζαν ακόμα μπάλα, τους άκουγα. Συνέρχομαι σιγά σιγά, δίπλα ο πατέρας μου, μου φέρνει ένα ποτήρι δροσερό νερό και φεύγει.. Συνέρχομαι. Ήταν πεντακάθαρο, με είχε χαστουκίσει. Από τα συμφραζόμενα της μάνας μου [...], κατάλαβα ότι με έφερε στην αυλή ο πατέρας μου και με χαστούκισε. Επειδή με είδε να κοροϊδεύω τον Τρελομήτρο. Τον ευχαριστώ γι' αυτό. Ήταν το πιο γλυκό χαστούκι που έχω φάει και, όσο μεγάλωνα, το αγαπούσα ακόμα πιο πολύ αυτό το χαστούκι. Μην κοιτάς που κλαίω. Τώρα όλα έχουν αλλάξει έχουμε μείνει λίγοι που επιμένουμε. Ο πατέρας μου δε με χτύπησε ποτέ ξανά από ότι θυμάμαι. Ο Τρελομήτρος πέθανε λίγα χρόνια μετά.

Τι σημασία έχει που έζησε ο Τρελομήτρος. Άμα ψάξεις, θα βρεις κι άλλους Τρελομήτρους που πέρασαν τον δικό τους Γολγοθά. Του 'χαν σκοτώσει τον αδερφό του που ήταν δάσκαλος το 1945, έξω από το χωριό, επειδή ήταν κομμουνιστής. Νομίζω πως ο πατέρας πρέπει να βρέθηκε στην κηδεία του Τρελομήτρου, τα έξοδα ήταν της κοινότητας ή κάτι τέτοιο.

Μην κοιτάς που κλαίω. όταν ανοίγω αυτά τα βιβλία που στοιβάζονται στο σπίτι, διαλύομαι. Συγνώμη για το ύφος της αφήγησης. Το βλέπεις αυτό το βιβλίο εκεί πέρα; «Ήρωες και μάρτυρες» λέγεται, τυπωμένο το '82, όταν γεννήθηκα. Γράφει: «Δάσκαλος. Έφεδρος ανθυπολοχαγός και καθοδηγητής στην πολιτική οργάνωση ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Πιάστηκε έξω από το χωριό από συνεργάτες των Γερμανών, στις 5.6.1945. Επιτόπου τον βασάνισαν απάνθρωπα. Ο μάρτυρας δεν άντεξε και υπέκυψε στα βασανιστήρια που του έκαναν» έχει σημειώσει δίπλα με τον δύσκολο γραφικό του χαρακτήρα τα εξής: «Τον σκότωσαν στο ξύλο συγχωριανοί του, αυτοί είμαστε; Ντροπή.» Τώρα που μεγάλωσα μετανιώνω που δεν διάβαζα τα βιβλία που μου πρότεινε για τον τόπο. Μετανιώνω γενικά...