Η λίστα ιστολογίων μου

Κυριακή 27 Απριλίου 2025

Ζάρκο




Αρνί λοιπόν! Τεύχος 7 αυτή τη φορά! Κι όσα έγραψα σε προηγούμενα κείμενά μου για αυτό το διαμαντάκι της περιοδικής έκδοσης (μπορείτε να διαβάσετε εδώ: Περιοδικό "αρνί", τεύχος 6)  ισχύουν και με το παραπάνω! Και ακόμα πιο πολύ ισχύει η τετράμηνη προσμονή να το πιάσω πάλι στα χέρια μου! 

Αυτή τη φορά όμως είναι διπλή η χαρά και η συγκίνησή μου που συμπεριέλαβαν και τη δική μου μικρή προσφορά. Ένα μικρό κείμενο για τον τόπο τους, τη Θεσσαλία, που πριν από ένα χρόνο την επισκέφτηκα! Τους ευχαριστώ θερμά! 




Ζάρκο

Στην Κατερίνα...

Να οδηγώ δεν ήξερα! Αυτοκίνητο δεν είχα. Πελοποννήσιος στην καταγωγή. Αθηναίος στη ζωή. Μητροπολιτάνος! Μόνο στα νησιά για διακοπές. Κλασσικός Αθηναίος. Από την ηπειρωτική Ελλάδα πλήρης άγνοια. Ακόμα και από την Πελοπόννησο. Άντε μέχρι την Τρίπολη το Πάσχα. Ενηλικιώθηκα κι έκοψα κάθε δεσμό. Νησιά και πάλι νησιά. Με συγκινούσε η θάλασσα. Μέχρι που σε γνώρισα, Θεσαλλιώτισσα στην καταγωγή. Αθηναία στη ζωή σου κι εσύ! Μητροπολιτάνα! Ενηλικιώθηκες κι εσύ και έκοψες κάθε δεσμό. 
Πέντε χρόνια έπρεπε να περάσουν να μάθω να οδηγώ κι εγώ αυτοκίνητο για να πάμε στα μέρη που περνούσες τα καλοκαίρια σου μικρή! Παιδούλα! Κοριτσάκι! Αττική, Βοιωτία, Φθιώτιδα και τέλος Θεσσαλία! Νομός Καρδίτσας, Τρικάλων. Από παντού περάσαμε. Την "ήξερα" τη Θεσσαλία. Από τους αγώνες της για έναν καλύτερο κόσμο τη δεκαετία του σαράντα. Διάβασα για το αντάρτικό της. Ιδιαίτερα γι' αυτό του 1946-1949. Συγκίνηση για το λαό της. Ήταν Γίγαντας!
Μπήκαμε στο μικρό χωριό. Ψάχναμε. Έβαλες στοίχημα με τον εαυτό σου να βρεις το σπίτι της γιαγιάς και του παππού. Γιατί άραγε λέμε πρώτα γιαγιά και μετά παππού; Μήπως γιατί είναι η δεύτερη μάνα μας; Μήπως γιατί ποτέ δεν μας χαλούσαν χατίρια; Μήπως η μυρωδιά τους; Μήπως η κολόνια "Μυρτώ"; Μήπως τα μακριά μαλλιά τους που σπάνια βλέπαμε λυτά; Και το βρήκες! Σπίτι, αυλή, κήπος! Όπως το φανταζόμουν! Σαν τη δικής μου γιαγιάς το σπίτι στην "Παλιά Ελλάδα". Αυτές οι δύο γιαγιάδες, χιλιόμετρα μακριά, με τις ίδιες αγωνίες, την ίδια φτώχεια. Αυτά τα δύο σπίτια... Και ξάφνου ένιωσα μια ζεστασιά... Θα ήθελα να ζούσε και να την αγκαλιάσω. Ήταν η αγαπημένη σου γιαγιά. Άρα και δική μου. Σε είδα πως κοιτούσες το σπίτι που είχες δεκαετίες να μπεις. Μου μιλούσες γι' αυτό κι εγώ περπατούσα σε όλα τα δωμάτιά του. Και κυρίως στον κήπο του. Σε έβλεπα μικρή! Και σε αγάπησα ακόμα πιο πολύ... Ήταν οι παππούδες μας, οι γιαγιάδες μας, εσύ κι εγώ η συνέχεια του τόπου... Κι αγάπησα τους τόπους μας ακόμα πιο πολύ... Τους ανταρτοτόπους μας... Έστω κι αν τους "χάσαμε"... Και στον ταξικό πόλεμο και στη ζωή...






Δευτέρα 21 Απριλίου 2025

Στιγμή...




Από εκείνη τη στιγμή που χτύπησε το τηλέφωνο και έμαθα ότι είσαι τόσο μακριά και το αίμα ν' απλώνεται παντού στο κεφάλι σου δεν ησυχάζω. Από τότε που σε είδα παρατημένο σ' ένα φορείο νοσοκομείου δεν ησυχάζω. Από τότε που σε είδα σ' ένα "κέντρο αποκατάστασης" μόνο κατάμονο δεν ησυχάζω. Ησύχασα είκοσι τέσσερις ώρες πριν κοιμηθείς για πάντα, μιας και τρεις μήνες σχεδόν κοιμόσουν, αλλά σίγουρα μας ονειρευόσουν και μας έσφιγγες το χέρι οπότε στο ζητούσαμε ψελίζοντας ποιος ξέρει τι, όταν ήταν η τελευταία φορά που μέσα στον ύπνο σου σού είπα ότι σε αγαπώ κι ένα δάκρυ σου κύλησε. Η τελευταία μας επικοινωνία. Την άλλη μέρα την ίδια ακριβώς ώρα χτύπησε το τηλέφωνο κι έμαθα ότι κοιμήθηκες για πάντα. Κι από 'κεινη τη στιγμή δεν ησυχάζω. Μου έρχεσαι συνέχεια στο νου, μία νέος και μία ηλικιωμένος. Παππούς. Κι ήσουν τόσο καλός παππούς όσο και καλός πατέρας με τον τρόπο σου. Νέος μου έρχεσαι όταν αντικρίζω τη φωτογραφία σου στην οθόνη μου και παππούς όταν σε αντικρίζω στη φαντασία μου ή στα όνειρα μου που έρχεσαι συχνά. Και τώρα εδώ, στο σπίτι που πέρασες τα τελευταία εικοσιένα καλοκαίρια σου, σε έζησα πιο πολύ από τότε που ήμουν παιδί, μιας και στα πολύ εικοσιλίγα μου χρόνια έφυγα από το σπίτι δεν ησυχάζω. Πετάγεσαι μέσα από τις ελιές, τις λεμονιές, τους θάμνους, τις αγγελικούλες, τα χαμολούλουδα των βράχων, το αμπέλι, τις ροδιές, το πατητήρι, την αποθήκη με τα εργαλεία σου, τη βιβλιοθήκη, την ώρα που ποτίζω, την ώρα που διαβάζω στη βεράντα. Παντού πετάγεται. Και δεν ησυχάζω...





Τρίτη 15 Απριλίου 2025

Πέντε χρόνια "φύλλα"...




Πέντε χρόνια "φύλλα", εκατόν ογδόντα πέντε αναρτήσεις! Λόγια για βιβλία που διάβασα, ιστορίες και διηγήματα που γράφτηκαν βουτώντας την πένα βαθιά μέσα μου, Ιστορία του τόπου και του λαού μας, Ιστορία άλλων τόπων και άλλων λαών, αγώνες μέσα από τις σελίδες βιβλίων, λογοτεχνικών, πολιτικών, ιστορικών και επιστημονικών περιοδικών, μια αναμέτρηση με τον εαυτό μου και τη λευκή σελίδα... Α, κι ένα βιβλίο που προέκυψε! 

Μα πάνω απ' όλα αν κατάφερε φίλη αναγνώστρια και φίλε αναγνώστη αυτό το μικρό περιβολάκι των γραμμάτων  μια γλυκιά γαλήνια ζέστη να χύνεται άξαφνα από τα φύλλα του, μέσα σου, τότε κάτι έστω και μικρό πέτυχε... Συνεχίζουμε!


Διαβάστε ακόμα:

Κυριακή 30 Μαρτίου 2025

Που πάτε αρχόντοι;...

Μια φορά κι έναν καιρό στον τόπο τούτο το μικρό
Ζούσαν κάτι φουκαράδες οι ραγιάδες
Κοτσαμπάσηδες πασάδες και σεβάσμιοι δεσποτάδες
Κυβερνούσανε τη χώρα καλή ώρα

Τη δεκάτη ο τσιφλικάσ δώσ' του κόψιμο οι πασάδες
Κι υπαγόρευε το ράσο σφάξε με αγάμ' ν' αγιάσω
Κοτσαμπάσηδες πασάδες και σεβάσμιοι δεσποτάδες
Κυβερνούσανε τη χώρα καλή ώρα

Έτσι τρεις από κοινού πίναν το αίμα του λαού
Αφού τότε τσιφλικάδεσ ήσανε οι μπουρζουάδες
Κοτσαμπάσηδες πασάδες και σεβάσμιοι δεσποτάδες
Κυβερνούσανε τη χώρα καλή ώρα



Πώς επαναλαμβάνεται η ιστορία του τόπου μας είναι εκπληκτικό! Κοτσαμπάσηδες, πασάδες, δηλαδή οι σημερινοί μπουρζουάδες, και σεβάσμιοι δεσποτάδες  μια ζωή με τους ισχυρούς, μια ζωή εξουσιάζουν και κυβερνούν χέρι χέρι τη χώρα. Κι όταν έρχονται τα δύσκολα βγάζουν την ουρά τους απ' έξω και την κοπανούν. Τα ίδια όταν ο Μπραΐμης έζωσε την Πελοπόννησο, τα ίδια τον Απρίλη του 1941 όταν η μισή αστική τάξη έφυγε με το χρυσό της χώρας στην Αίγυπτο και η άλλη μισή έμεινε εδώ να συνεργαστεί μετά νέα της αφεντικά. Κι όταν ο λαός απελευθέρωσε και τις δύο φορές τον τόπο, αυτοί επέστρεφαν θριαμβευτές και οι απελευθερωτές γινόντουσαν παρίες στην πρώτη περίπτωση και κατέληγαν στις φυλακές τις εξορίες και το χώμα στη δεύτερη... Κι οι εξουσιαστές έγιναν δρόμοι, πλατείες και ευεργέτες... 

Τα "φύλλα" με τις μικρές τους δυνάμεις προσπαθούν να φωτίζουν μέσα από τα γράμματα τέτοιες ιστορίες στην κατεύθυνση της αυτομόρφωσης και της αλήθειας που όλοι οι παραπάνω μας αποκρύβουν... Σήμερα με χαρά παρουσιάζουν ένα απόσπασμα από ένα διαμαντάκι που ανακάλυψαν στο θησαυρό που κυκλοφορούσε σε μορφή ετήσιου περιοδικού και άκουγε στο όνομα "Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά" του 1960. Είναι εκτενές κείμενο αλλά αξίζει να διαβαστεί! Γιατί μόνο έτσι βλέπουμε τη θέση μας στην ιστορία και τη συγκρίνουμε με τη θέση των τότε  και των σημερινών κοτσαμπάσηδων και των τότε και σημερινών δεσποτάδων που ακόμα μας προτρέπουν "σφάξε με αγά μου ν' αγιάσω"...

Αγησίλαος Τσελάλης: Στον καιρό του Μπραΐμη (Άγνωστα ιστορικά στοιχεία. Από επίσημα ανέκδοτα έγγραφα)

Που πάτε αρχόντοι;...

Στη βραχώδη κι απόκρημνη όχθη του Λάδωνα κοντά στο χωριό Σπαθάρη της Γορτυνίας ήταν τεράστιο σπήλαιο, κρυμμένο σ' ένα απρόσβατο πυκνότατο δάσος. Σ' αυτό είχαν κρύψει οι Ντεληγιανναίοι 8 χιλιάδες κιλά σιτάρι, 19 χιλιάδες οκάδες τυρί κι άλλα τρόφιμα. Στις κοντακιανές σπηλιές, στ' απροσπέλαστα δάση και τις απρόσιτες ρεματιές του Λάδωνα είχαν χιλιάδες γιδοπρόβατα και γουρούνια. Για κάθε περίσταση. 

"Εις το σπήλαιον εκείνο οι οικογένειαί μας όλαι και των συγγενών και φίλων μας, υπερβαίνουσαι τας 500 ψυχές. Συνήχθησαν δε και όλαι αι οικογένειαι των μεγάλων κωμοπόλεων, επέκεινα των 10 χιλιάδων ψυχών και από 20 χιλιάδες αιγιδοπρόβατα, γελάδια, άλογα, βόδια και άλλα." (Δεληγιάννη απομνημονεύματα)

Σ' αυτές τις σπηλιές, "κυριευθέντες εκ της φρίκης και της απελπισίας", έτρεχαν να κρυφθούν οι Ντεληγιανναίοι με τους δικούς τους.

Ζώα ενός φαρδείς κεμέρια με λογής-λογης μονέδα και χρυσαφικά ο Θανάσης Ντεληγιάννης έτρεχε με τη γυναίκα του κι αυτή φορτωμένη με τιμαλφή, να φθάση στη σπηλιά. [...]

Κλείστηκαν όλοι στη σπηλιά του Σπάθαρη. Ο Μπραΐμης έζωσε τον τόπο. Τα σπήλαια του Λάδωνα ήταν προδομένα. Έψαχνε όλη μέρα να τα βρή, όσο που νύχτωσε κι εσκήνωσε. [...]

Να συνεχίση την αυγή. Τη νύχτα έπιασε δυνατή βροχή. Οι κρυμμένοι στις σπηλιές βγήκαν αθόρυβα. Η βροχή, το ποτάμι, τα δέντρα βούιζαν, βοήθησαν στη φυγή τους. 

Εβγήκαν στα Τριπόταμα. Στο Βραχνί ήσαν συναγμένοι οι πολεμιστές να συναγροικιθούν, να βρουν τον τρόπο να κτυπήσουν τον εχθρό, που έκαιε, εσκλάβωνε και έσφαζε. Να σώσουν τα γυναικόπαιδα. 

Έφτασαν εκεί οι Ντεληγιανναίοι. Ζήτησαν τρόφιμα και ζά, να φύγουν για το Ανάπλι. Μαζί τους [...] κι άλλοι πρόκριτοι. Εβγήκε μπροστά ένας αγωνιστής.

-Που πάτε αρχόντοι;... Τρέχετε Στ' Ανάπλι να γλυτώστε τα κορμιά και τα φλουριά σας;...

-Τι να κάμουμε;... Έκανε τον μισοκακόμοιρο ο Κανέλλος, όσο να ξεφύγη.

-Ναι γλιτώσετε σεις, κοτσαμπάσηδες να μείνετε για σπορίτες... Κι εμείς οι άλλοι;... Τα γυναικόπαιδα; [...]

-Πως να το κάμουμε;...

-Να καθήστε και σεις να πολεμήστε, να φυλάξουμε τα γυναικόπαιδα. Όλοι μαζί. Να σώσουμε τη πατρίδα... [...]

Κατακοκκίνησε από το κακό του ο Ντεληγιάννης. Το ζουλάπι! Ετόλμησε να βρίση το βεκέληντου Μόρια, τον άρχοντα. Μα λούφαξε. Ήταν μόνος του. Κι ως έφτασαν οι άλλοι [...] αγρίεψε μεμιάς ο Κανέλλος κι άναξε να κτυοήση τον πολεμιστή. Του κάρφωσε άλλος πολεμιστής την πιστόλα στην πλάτη, τράβηξε. Έπιασε μόνο το καψούλι. Γλύτωσε ο Κανελλος.

-"Αφού δεν έπιασε, χαλάλι σου". Έβαλε την πιστόλα στο σιλάχι του ο πολεμιστής. [...]

Έφταναν οι άλλοι αρχόντοι.

-"Φεύγα θα σε σκοτώσουν". Τον έσπρωχναν οι Βραχνιώτες τον πολεμιστή να φύγη.

-Οχι... Γιατί; Πώς; Από πού να φύγω;

-Ανακάλεσε και πέσε στα πόδια του Κανέλλου να γλυτώσης...

-Του Κανέλλου!... Αν τότε... Για ποια λευτεριά πολεμάμε και χανόμαστε... Για να προσκυνάμε ακόμα το θράσιο Κανέλλο, που δεν ξέρει από πού βγαίνει ο ήλιος και πως βγαίνει το ψωμί;..."

Του έπεσαν όλοι οι αρχόντοι απάνου [...] σωματοφύλακες και υπερέτες τους.

"Το ξύλο, το οποίον υπέφερε από τους μισθοφόρους και τους ραβδισμούς [...] είναι απέριγραπτον" γράφει στα απομνημονεύματά του ο Κανέλλος.

Τον έσερναν όλοι μαζί να τον κρεμάσουν στη μουριά [...] ,Ε πολλά παρακάλια και προσκυνήματα των παπάδων κινητών γέρων καταδέχτηκαννοι βαρειές αρχόντισσες να τους τον χαρίσουν. Με τ' αζημίωτο όμως. Πήραν 40 ζώα του χωριού για να παν Στ' Ανάπλι.

Κι ο Μπραΐμης ανάγυρα εζωνε κι έψαχνε τον τόπο να βρή να σφάξη τα γυναικόπαιδα.

Οι αρχόντοι καβάλησαν κι έφυγαν. Στο Σόλο τους βγήκαν μπροστά ο Νικολάκης Σολιώτης κι ο Αναστάσης κι ο Αναστάσης Χαραλάμπης. 

-Που πάτε αρχηγοί; 

-Στ' Ανάπλι...

-Εκεί είναι καζίνα και μπιλιάρδα... 

Δε μίλησαν. 

-Κι εμείς οι άλλοι. Η πατρίδα; Ο λαός; ... Γυρίστε πίσω να πάτε στο Μέγα Σπήλαιο τους δικούς σας, που είναι και οι δικοί μας και σεις να μείνετε να πολεμήσουμε τον Μπραΐμη. 

-"Τέτοια ονειροπολήματα και παραλογισμούς έλεγαν", γράφει ο Δ. Δεληγιάννης.

Έφτασε και μια επιτροπή από τα χωριά. Τους μίλησαν, τους παρακάλεσαν, τους απείλησαν.

-Θα δειλιάση, θα τσακίση ο κόσμος, θα σκύψη και θα προσκυνήση, άμα φύγετε σεις οι αρχηγοί, οι κεφαλές... [...] Μη φεύγετε...

-Παμε τα γυναικόπαιδα Στ' Ανάπλι. 

-Σύρετε στο Μέγα Σπήλαιο... Και σεις, αν δειλιάσετε και δε θέλετε να μείνετε να πολεμήστε, πηγαίνετε Στ' Ανάπλι... Αλλιώς θα σας αναγκάσουμε με τη βία. 

Ήθελαν τα γυναικόπαιδα στο Μέγα Σπήλαιο για να εμποδίσουν κάθε προδοσία.

Στάθηκαν πενήντα μαχητές μπροστά.

-Πίσω στο Μέγα Σπήλαιο...

Έσπρωξε μπροστά τις γυναίκες ο Ντεληγιάννης με τα παιδιά στις αγκαλιές τους. Σίγουρος πως τα παλληκάρια δε θα έρριχναν. Πίσω οι μισθοφόροι. Κι ως προχώρησαν τα γυναικόπαιδα. 

-Απάνου τους, κτυπάτε σου ψαχνό, διέταξε. Κι έσπρωχνε τις γυναίκες να προχωρούν και να φωνάζουν. 

Μητέρες με τα βρέφη και σάκκους ζαλιά, αλογομούλαρα, παιδιά κρεμασμένα σαν κοτόπουλα στα σαμάρια, γρηές στριμώχνονταν, πήχτρα να περάσουν. 

Είδαν οι μαχητές τις μάνες, τα παιδιά, λυπήθηκαν τους άφησαν. 

-Στο ανάθεμα φιλοτόμαροι, παραδόπιστοι, τσιοτήδες!... Κι εδώ να μείνετε θα δειλάστε και θα προσκυνήστε...

Πέρασαν, έφτασαν μ' όλα τους τα πολύτιμα κινητά, τα γεμάτα κεμέρια, τους δικούς τους στ' Ανάπλι. Βγήκαν εκεί ασφάλεια κι άνεση. 

Ο Μπραΐμης αφέθη λεύτερος κι απερίσπαστος να σφάζη, να καίη και να σκλαβώνη...


Το κείμενο μεταφέρθηκε στο πολυτονικό σύστημα κρατώντας παράλληλα την ορθογραφία του πρωτότυπου.





Τετάρτη 19 Μαρτίου 2025

Δημοτικά τραγούδια του χάρου με δώδεκα ξυλογραφίες του Γ. Οικονομίδη




Για πες μου, τι του ζήλεψες αυτού του Κάτου Κόσμου;
Ευτού βιολιά δεν παίζουμε, παιγνίδια δε βαρούνε,
ευτού συδυό δεν κάθουνται, συντρείς δεν κουβεντιάζουν,
είναι κ' οι νιοί ξεμάρτωτοι, κ' οι νιαίς ξεστολισμέναις,
και των μαμάδων τα παιδιά σα μήλα ραβδισμένα.

Πόσα στόματα τα τραγούδησαν, πόσες πονεμένες ψυχές τα μοιράστηκαν, πόσες γενιές τα κληρονόμησαν η μία στην άλλη και πόσοι λαογράφοι, συγγραφείς, άνθρωποι που αγάπησαν τον τόπο τα συγκέντρωσαν και τα έβαλαν στο χαρτί! Όχι μόνο τα συγκεκριμένα δώδεκα δημοτικά τραγούδια του χάρου αλλά όλο το δημοτικό τραγούδι. Κάπως έτσι φαντάζομαι θα έγινε και με όλο το αντίστοιχο δημοτικό και παραδοσιακό τραγούδι και άλλων τόπων. Γιατί κάθε λαός διαφορετικά μπορεί να εκφράζεται αλλά ο πόνος είναι ένας και η αξία της παράδοσής του είναι μοναδική. Κι όλα αυτά δεν μπορεί και δεν πρέπει να τα σκεπάσει η "κορακίστικη γλώσσα" της μιας και μοναδικής γλώσσας που τείνει να μας επιβληθεί. Εμείς σε αυτή τη γωνιά οφείλουμε να διασώσουμε τη δική μας και οι λαοί σε οποιαδήποτε γωνιά του κόσμου τη δική τους. 

Κάπως έτσι κι ο επιμελητής της έκδοσης βρήκε στο περιοδικό "Ελληνικά Γράμματα" του Κωστή Μπαστιά το 1929 πέντε από αυτά με ξυλογραφίες του Γιάννη Οικονομίδη, που κι αυτός με τη σειρά του τα είχε βρει από τη συλλογή του Γιάννη Σκαρίμπα για τα δημοτικά τραγούδια. Στα αρχεία του χαράκτη μετά από έρευνα βρέθηκαν άλλες δύο πρωτότυπες ξυλογραφίες η μία ανυπόγραφη η άλλη υπογεγραμμένη που μας ενημερώνει ότι τουλάχιστον από το 1923 ο χαράκτης εργαζόταν πάνω στα δημοτικά μας τραγούδια. Επτά τα τραγούδια λοιπόν και δέκα οι ξυλογραφίες. Και τα χρόνια να περνούν. Νέοι θάνατοι κληρονόμων, νέες έρευνες, καινούριοι φάκελοι ανοίγουν και αποκαλύπτουν στοιχεία που ταυτοποιούνται με παλιότερα δεκάδων ετών πριν.  Τελευταίο πρόβλημα η κατάσταση των σκεβρωμένων ξυλογραφιών που ξεπεράστηκε κι αυτό. Και κάπως έτσι τυπώνεται αυτός ο θησαυρός μετά από αναζήτηση χρόνων. Διάφοροι άνθρωποι, συγγενείς, ερευνητές, τυπογράφοι, επιμελητές, μεταφραστές, φιλόλογοι, χαράκτες μας χάρισαν αυτό το δώρο σε μόλις πεντακόσια αριθμημένα αντίτυπα και άλλα εκατόν πενήντα εκτός εμπορίου. Ένα από αυτά (εξαντλημένη τώρα πια η έκδοση) έφτασε δύο δεκαετίες μετά την έκδοση της σε μορφή πολύτιμου δώρου στα χέρια μου... 

Παρακαλώ σε, μάννα μου, μια χάρη να μου κάμης,
ποτέ σου γέρμα του γηλιού μην πιάνεις μοιρολόγι
γιατί δειπνάει ο Χάροντας, με τη Χαρόντισσα του. 
Κρατώ κερί και φέγγω τους, γυαλί και τους κερνάω,
κι άκουσα τη φωνούλα σου κ' εσπάραξε η καρδιά μου,
και μου ραγίστη το γυαλί και το κερί μου σβήστη,
και στάζει η στάλα του κεριού μέσ' 'ς τους αποθαμένους,
καίει των νυφάδων τα χρυσά, των νιώνε τα στολίδια.
Θυμώνει ο χάρος με τα με, 'ς τη μαύρη γης με ρήχνει,
το στόμα μ' αίμα γιόμισε, ταχείλι μου φαρμάκι.





Δημοτικά τραγούδια του χάρου με δώδεκα ξυλογραφίες του Γ. Οικονομίδη, εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ & ΔΙΑΤΤΩΝ, Αθήνα 2003, επιμέλεια Ανδρέα Δεληβορριά.

Διαβάστε ακόμα: