Η λίστα ιστολογίων μου

Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2023

Καρτ Ποστάλ από τον Νότο...#2



Στον Μάικ...

Άλλαξες ήπειρο Κομπά μου. Comprade και Companero. Κουμπάρε και σύντροφε. Έφυγες από τη χώρα σου, σε εξόρισαν οι στρατιωτικοί που άλωσαν τον τόπο σου, ερήμωσαν τη χώρα σου από τον ανθό του πιο ωραίου κομματιού της νεολαίας της. Και ήρθες σε μια άλλη ήπειρο. Και σε αυτή όμως φρόντισαν οι ίδιοι, αυτοί με το χακί χρώμα άλλων εθνικοτήτων, υπηρέτες του πολέμου και δολοφόνοι, να χάσεις το νησί που ξεκίνησες να γράφεις το πρώτο σου μυθιστόρημα. Μα πάνω απ' όλα να χάσεις για άλλη μια φορά ανθρώπους... Ανθρώπους που αν γνώριζαν την Ιστορία του τόπου τους σε βάθος ίσως ερχόταν ανάποδα ο ντουνιάς...


Το χαμένο νησί 

Λέγεται Μάλι Λοσίνγι, κι από το αεροπλάνο φαίνεται σαν μια ωχρή κηλίδα πάνω στην Αδριατική, έξω απ' τις ακτές μιας χώρας που κάποτε λεγόταν Γιουγκοσλαβία. Την πρώτη φορά που πήγα εκεί, είχα όλο το χρόνο στη διάθεσή μου, κι εκεί άρχισα να γράφω αυτό που έμελλε να είναι το πρώτο μου μυθιστόρημα.

Ολόγυρα άνθιζαν δαμασκηνιές, πικροδάφνες και άνθρωποι. Άνθιζε, λ.χ, η Όλγα, μια όμορφη Κροάτισσα που μοίραζε το χρόνο της ανάμεσα στις δουλειές της (είχε κι πανσιόν) και την αγάπη της για τη βραχνή φωνή του Καμαρόν δε λα Ίσλα. Άνθιζε ο Σταν, ένας Σλοβένος που κάθε βράδυ άναβε την ψησταριά, άνοιγε κάμποσα μπουκάλια σλίβοβιτς και καλούσε γειτόνους και περαστικούς ν γευτούν τη φιλοξενία της βεράντας του. Άνθιζαν ο Γκόικο, ένας Μαυροβούνιος που σε κάθε γλέντι έφερνε τα ψάρια και τα καλαμάρια, και ο Βλάντο, ένας Σκοπιανός που σιγοτραγουδούσε κάτι άριες ακατανόητες, αλλά όμορφες. Με τις ιστορίες του άνθιζε ο Λέβινγκερ, ο βόσνιος φαρμακοποιός, εβραίος, πρώην υγειονομικός στους αντιφασίστες παρτιζάνους. Καμιά φορά, ο Πάντο, ένας Σέρβος απότακτος του ναυτικό, έπαιρνε το ακορντεόν, κι εμείς πιάναμε το τραγούδι και, Μ το δεύτερο μπουκάλι σλίβοβιτς, αδελφωνόμαστε με την τρυφερότητα των υποκοριστικών. Ολγίτσα, Στανίτσα, Γκοϊκίτσα, Βλαντίτα, Παντίτσα. Συνεννοούμαστε χάρη σ' ένα σύμφυρμα ιταλικών, γερμανικών, ισπανικών, γαλλικών και σερβοκροατικών.

"Αρκεί να συνεννοούμαστε" μου έλεγαν

" Εμείς, πάντως, στη Γιουγκοσλαβία, συνεννοούμαστε" μου ξανάλεγαν. [...]

Για πολλά χρόνια το Μάλι Λοσίνγι υπήρξε ο μυστικός μου παράδεισος, ως τη μέρα που κάτι συνέβη, κάτι που από καιρό φαινόταν να 'ρχεται, κάτι που κανείς από τους φίλους μου δεν μπορούσε  να μου το εξηγήσει, αλλά έβγαινε στην επιφάνεια κάθε φορά που η κουβέντα πατούσε στα χωράφια της Ιστορίας της χώρας.

Όταν η κτηνωδία του σερβικού εθνικισμού ξέθαψε το φάντασμα των τσέτνικ, και η κτηνωδία του κροατικού εθνικισμού ντύθηκε ουστάτσα, το νησί δεν έμεινε έξω απ' τη διαμάχη.

Η Όλγα έκλεισε την πόρτα της καρδιάς της στον τσιγγάνο, και τις πόρτες της πανσιόν της σε όποιον δεν ήταν Κροάτης. Μια νύχτα, ο Πάντο τριγύριζε ολομόναχος στους δρόμους του Αρτατόρε, και ξημερώθηκε κραδαίνοντας μια σέρβική σημαία κι ένα αρχαίο μίσος που έζεχνε αλκοόλ. Ο κεραυνός αρκοντεονίστας μας αναμασούσε τα παχιά λόγια όλων των εθνικιστών, και οι επιθέσεις τους είχαν 7 κυρίως στόχο τον εβραίο Λόβινγκερ, τον οποίο κατηγορούσε ότι, αν και Βόσνιος ήταν ισλαμιστής φονταμεταλιστής. Ο Σταν μετακόμισε στη Λιουμπλιάνα, κι  από το ωραίο του σπίτι στο Αρτατόρε έμειναν μόνο κάτι φωτογραφίες, κομματιασμένα απ' το ψαλίδι της οργής.  Ο Γκόικο και ο Βλάντο έφυγαν κι αυτοί απ' το νησί, απ' το φόβο του Πάντο (που ήθελε σώνει και καλά να τους μετατρέψει σε παπαγάλους μιας Μεγάλης Σερβίας) και της Όλγας (που τους θεωρούσε ότι αποτελούσαν Ορθόδοξο κίνδυνο για τη Μεγάλη, Καθολική Κροατία της).

Ο Λέβινγκερ εγκαταστάθηκε στο Σεράγεβο λίγο πριν τον αποκλεισμό της πόλης αποκτούσε Σέρβους. Από εκεί μου έστειλε ένα πονεμένο γράμμα: "Δυο γενναίες ακόμα, και θα 'χαμε απαλλαγεί απ' αυτόν τον εθνικιστικό καρκίνο που μοναδικό του σύμπτωμα είναι το μίσος..."

Κάθε φορά που βλέπω την κηλίδα του Μάκι Λοσίνγι σε κάποιο χάρτη, ξέρω πως το νησί εξακολουθεί να είναι εκεί, στην Αδριατική, αλλά ξέρω πως το νησί εξακολουθεί να είναι εκεί, στην Αδριατική, αλλά ξέρω κι ότι το 'χω χάσει για πάντα. Τι συνέβη; Γνωρίζω την ιστορία των Βαλκανίων, αλλά αδυνατώ να καταλάβω το σύγχρονο πρόβλημα, κι είμαι βέβαιος ότι δεν το καταλαβαίνουν ούτε και οι περισσότεροι Σέρβοι, Κροάτες, Μαυροβούνιοι, Κοσοβάροι, Σλοβένοι, Βόσνιοι, Σκοπιανοί, γιατί δεν έχουν μάθει παρά την επίσημη Ιστορία, αυτοί που γράφουν (ή χαλκεύουν) οι νικητές. 

Ίσως, όπως μου 'γράψε και ο Λέβινγκερ, αυτές οι δύο γενναίες να 'χαν τολμήσει ν' αντικρούσουν κατάματα την ταραχώδη Ιστορία τους, και η δικαιοσύνη να 'κανε χώρο για να περάσει η μόνη δυνατή αλλαγή: αυτή που νικάει τα μισή και επιβάλλει τη λογική.

Με πονάει το χαμένο νησί, κι όλο λέω μέσα μου πως οι λαοί που δε γνωρίζουν την Ιστορία τους σε βάθος, πέφτουν εύκολα στα χέρια απατεώνων και ψευδοπροφρητών, κι εύκολα επαναλαμβάνουν ταξίδι λάθη.


Καρτ ποστάλ: κάρτα από χοντρό χαρτί με εκτυπωμένη κάποια εικόνα στη μία πλευρά και χώρο για να γραφτεί ένα σύντομο σημείωμα.


Το διήγημα "Το χαμένο νησί" βρίσκεται ίσως στο καλύτερο βιβλίο διηγημάτων "Χρονικά του περιθωρίου", του μεγάλου Χιλιανού συγγραφέα Λιούις Σεπούλβεδα, σε μετάφραση του ακούραστου εργάτη των γραμμάτων Αχιλλέα Κυριακίδη και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις "opera".


Διαβάστε ακόμα:





Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2023

Καρτ ποστάλ από τον Νότο...#1



Έ
πεσες πάλι στα χέρια μου "Κομπά" μου... Comprade και Companero. Κουμπάρε και σύντροφε. Κομπά μου, σε συνάντησα απρόσμενα ξανά... Κι ας έφυγες από τη ζωή στις 16 Απριλίου του 2020 και μας άφησες χωρίς να μας πεις κι άλλες ιστορίες. Αληθινές από την πολυτάραχη ζωή σου και φανταστικές του μυαλού σου. Μέρα δεν άφησα να κυλήσει από τη στιγμή που σε βρήκα πάλι τυπωμένο. Άνοιξα και βυθίστηκα στον τόσο γνώριμο κόσμο του αγώνα, των ονείρων και της ανθρωπιάς σου. Στα έχω ξαναγράψει εξάλλου από εδώ "Κομπά" μου όταν έκανες το τελευταίο ταξίδι για τον κόσμο στο τέλος του κόσμου... Για να δω λοιπόν που θα με οδηγήσεις πάλι... 



Η ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ

Σήμερα το πρωί ο ταχυδρόμος μου επέδωσε ένα δέμα. Το άνοιξα. Ήταν το πρώτο ενός μυθιστορήματος που έγραψα για να ευχαριστήσω τους τρεις μικρούς γιους μου: τον Σεμπαστιάν, που είναι έντεκα, και τους δίδυμους Και και Λεόν, που είναι οκτώ.

Το γράψιμο αυτού του βιβλίου ήταν μια πράξη αγάπης για τα παιδιά μου, για την πόλη στην οποία ζήσαμε τρισευτυχισμένοι, το Αμβούργο, και για τον κεντρικό χαρακτήρα, τον γάτο Ζορμπά, έναν γάτο μαύρο και πελώριο και χοντρό, που μας συντρόφεψε στα όνειρά μας, στις ιστορίες και στις περιπέτειές μας για πολλά χρόνια.

Ακριβώς τη μέρα που ο ταχυδρόμος μου επέδωσε αυτό το πρώτο αντίτυπο του βιβλίου κι εγώ ένιωσα τη χαρά να δω τις λέξεις μου καλοστοιχισμένες στις σελιδές του, ο Ζορμπάς εξεταζόταν από έναν κτηνίατρο, χτυπημένος από μιαν αρρώστια που πρώτα τον μάρανε και του 'κοψε την όρεξη, κι ύστερα του 'φερε δύσπνοια. Το απόγευμα, που πήγα να τον πάρω, άκουσα την τρομερή διάγνωση: "Λυπάμαι, αλλά ο γάτος σας έχει έναν προχωρημένο καρκίνο στους πνεύμονες".

Οι τελευταίες παράγραφοι του μυθιστορήματος μιλούν για τα μάτια ενός γάτου αρχοντικού, ενός γάτου καλού, ενος γάτου του λιμανιού, γιατί ο Ζορμπάς είναι όλα αυτά και πολλά άλλα. Μπήκε στη ζωή μας ακριβώς όταν γεννήθηκε ο Σεμπαστιάν, και, με τον καιρό, έγινε άλλο ένα μέλος της οικογένειας μας, ένας αγαπημένος σύντροφος με τέσσερα ποδάρια και μελωδικό ρονρόνισμα.

Τον αγαπάμε αυτόν τον γάτο, κι ακριβώς επειδή τον αγαπάμε, πρέπει να φωνάξω τα παιδιά μου και να τους μιλήσω για το θάνατο.

Να μιλήσω για το θάνατο σ' αυτούς που είναι όλη μου η ζωή... σ' αυτούς τους τόσο μικρούς, τόσο αγνούς, τόσο έξυπνους, τόσο καλόπιστους, τόσο ευγενικούς, τόσο γενναιόδωρους... Πάλεψα με τις λέξεις, ψάχνοντας τις πιο κατάλληλες για να τους εξηγήσω δύο τρομερές αληθείς: την πρώτη, ότι ο Ζορμπάς, υπακούοντας σ' ένα νόμο που δεν τον θεσπίσαμε εμείς και στον οποίο, αργά ή γρήγορα, όσο εγωιστές κι αν είμαστε, θα υποταγούμε κι εμείς, θα πεθάνει - όπως όλοι και όλα° τη δεύτερη, ότι από εμάς εξαρτάται να τον γλιτώσουμε από ένα θάνατο φριχτό και επώδυνο, γιατί αγάπη δε σημαίνει μόνο να εξασφαλίζεις την ευτυχία σ' αυτόν που αγαπάς, αλλά και να τον βοηθήσεις να μην υποφέρει και να διαφυλάξει την αξιοπρέπειά του.

Ξέρω πως τα δάκρυα των παιδιών μου θα μ' ακολουθούν σ' όλη μου τη ζωή° πως ένιωσα φτωχός κι ασήμαντος μπροστά τους, βλέποντας πόσο ανυπεράσπιστοι ήσαν° πως ένιωσα ηλίθιος που δεν μπορούσα να μοιραστώ την αγανάκτησή τους, τις διαμαρτυρίες τους, τους ύμνους τους στη ζωή, τις κατάρες τους εναντίον ενός θεού στον οποίο πίστευα μόνο και μόνο για χάρη τους, τις ελπίδες τους που τις εξέφραζαν με όλη την αγνότητα του ανθρώπου στην καλύτερη μορφή του.

Άραγε, το ήθος είναι ιδιότητα των ανθρώπων ή επινόημα τους; Πως να τους εξηγήσω ότι έπρεπε να διαφυλάξουμε την αξιοπρέπεια και την ακεραιότητα αυτού του εξερευνητή των κεραμιδιών, του τυχοδιώκτη των κήπων, του φόβου και του τρόμου των ποντικών, του αναρριχητή στις καστανιές, του καβγατζή στις αυλές το φεγγαρόφωτο, του μόνιμου θαμώνα στις κουβέντες μας και στα όνειρα μας;

Πως να του εξηγήσω ότι υπάρχουν αρρώστιες που έχουν ανάγκη τη θαλπωρή και την στοργή των υγιών, γιατί υπάρχουν κι άλλες που είναι μόνο αγωνία, μόνο άτιμη και τρομερή αγωνία, όπου η μοναδική ένδειξη ζωής είναι η έντονη επιθυμία να πεθάνεις;

Και τι ν' απαντήσω στο δραστικό: "Γιατί αυτός;". Αλήθεια: Γιατί αυτός; Γιατί ο συνοδοιπόρος μας στον Μελανά Δρυμό; "Τι τρελός γάτος!" έλεγε ο κόσμος που τον έβλεπε να ορμά καταπάνω μας ή να 'ναι ανεβασμένος στη σέλα ενός ποδηλάτου. Γιατί αυτός; Γιατί ο καραβόγατός μας που ταξίδεψε μαζί μας στο ιστιοπλοϊκό στα νερά του Κατεγάτη; Γιατί ο γάτος μας που, μόλις άνοιγες την πόρτα του αυτοκινήτου, ήταν ο πρώτος που έμπαινε μέσα, τρελός και παλαβός για ταξίδια; Γιατί αυτός; Τι να τα κάνω όλα τα βιώματα αν δεν μπορώ να βρω απάντηση σ' αυτό το ερώτημα;

Κουβεντιάζαμε παρουσία του Ζορμπά που, όπως πάντα, μας άκουγε με τα μάτια κλειστά, δείχνοντάς μας απόλυτη εμπιστοσύνη. Και κάθε λέξη που την έκοβε το κλάμα, έπεφτε  πάνω στο μαύρο του τρίχωμα. Κι εμείς τον χαϊδεύαμε, τον διαβεβαιώναμε πως σκεφτόμασταν το καλό του, του λέγαμε πως η αγάπη που μας ενώνει θα μας οδηγούσε στην πιο οδυνηρή απόφαση.

Οι γιοι μου, οι μικροί μου σύντροφοι, οι μικροί μου άνδρες, οι μικροί μου τρυφεροί και σκληροί άνδρες, μουρμούρισαν ναι: να κάνει ο Ζορμπάς την ένεση που θα τον κοιμίζει για να ονειρευτεί έναν κόσμο χωρίς χιόνι και με φιλικά σκυλιά, με στέγες φαρδιές και ηλιόλουστες, με άπειρα δέντρα. Απ' την κορφή ενός τέτοιου δέντρου θα μας κοιτάζει, για να μας θυμίζει ότι δεν θα μας ξεχάσει ποτέ.

Τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές, είναι νύχτα. Ο Ζορμπάς είναι ξαπλωμένος στα πόδια μου, βαριανασαίνοντας. Το τρίχωμά του αστράφτει στο φως της λάμπας. Τον χαϊδεύω, λυπημένος κι ανήμπορος. Τόσες νύχτες που έγραφα, τόσες σελίδες, ήταν δίπλα μου... Μοιραστήκαμε τη μοναξιά και το κενό που αφήνει πίσω της η τελευταία τέλεια ενός μυθιστορήματος. Του εξιστόρησα τις αμφιβολίες μου και τα ποιήματα που λογαριάζω να γράψω μια μέρα.

Ζορμπάς... Αύριο, από αγάπη και μόνο, θα 'χουμε χάσει έναν σπουδαίο σύντροφό.

ΥΓ. Ο Ζορμπάς αναπαύεται αυτή ρίζα μια καστανιάς, στη Βαυαρία. Οι γιοι μου του έφτιαξαν έναν ξύλινο σταυρό κι έγραψαν πάνω του: "Ζορμπάς. Αμβούργο 1984 - Βίλσχαϊμ 1996. Διαβάτη, ενθάδε κείτε ομευγενέστερος των γάτων. Άκου τον: ρονρονίζει.


Καρτ ποστάλ: κάρτα από χοντρό χαρτί με εκτυπωμένη κάποια εικόνα στη μία πλευρά και χώρο για να γραφτεί ένα σύντομο σημείωμα.



Το διήγημα " Η αγάπη και ο θάνατος" είναι από το τελευταίο βιβλίο με ανέκδοτα κείμενα του μεγάλου Χιλιανού συγγραφέα Λιούις Σεπούλβεδα των εκδόσεων opera σε μετάφραση του ακούραστου εργάτη των γραμμάτων Αχιλλέα Κυριακίδη






Διαβάστε ακόμα:

Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 2022

ΔΗΚΕΟΣΗΝΙ




Όλοι μαζί θα γιορτάσουμε τον καινούριο κόσμο Κώστα, όλες μαζί, μπαλαμοί, γύφτισσες, παρίες, όλα τα ταξικά αδέρφια. Θα γιορτάσουμε σαν ένας τη μεγάλη Ανατολή κάθε τόπου, κάθε γέννας κάθε γλώσσας οι καλοί... 


ΒΑΣΤΑ, ΚΑΡΔΙΑ...

Να με ξεριζώσεις, Χάρε,
σου αντιστέκομαι σα δρυ.
Όση φορά θέλεις πάρε,
να με πάρεις δεν μπορεί.

Να με ξεριζώσεις, όχι!
δεν το θέλω και βαστώ,
όσον η καρδιά μου το χει
το κουράγιο της σωστό.

Στ' αγιασμένο τούτο χώμα,
που ήπιεν αίμα ποταμό,
μας κρατάει το χρέος ακόμα
για το μέγα Λυτρωμό.

Δεν το θέλω άλλοι να φτάσουν
δίχως μου στην κορυφή,
στ' άκρον ύψος να γιορτάσουν 
οι γενναίοι μου σύντροφοι

Θα γιορτάσουμε σαν ένας
τη μεγάλη Ανατολή
κάθε τόπου, κάθε γέννας
κάθε γλώσσας οι καλοί.

Να μας ξεριζώσεις τώρα
μη σε τρώει η αποθυμιά!
ολ' η Γης είναι μια Χώρα 
ένα Δρυ και Ρίζα μια!

Κώστας Βάρναλης 


Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2022

6 Δεκέμβρη 2008




Στη μνήμη του "Κουλ" που για λίγο δεν πρόλαβε...

Στον " salop"...

Ένα συνηθισμένο απόγευμα Σαββάτου αρχές Δεκέμβρη ήταν. Το κινηματικό πρόγραμμα δεν έγραφε κάτι αξιόλογο. Το Κίνημα ήταν στα "κάτω" του. Αυτός, αφού έκλεισε τα "70 χρόνια φαγούρα" του Τσαρλς Μπουκόφσκι, σήκωσε το τηλέφωνο και κανόνισε να περάσει το Σαββατόβραδο στο διαμέρισμα της παλιάς αρχοντικής πολυκατοικίας που ξέπεσε στα Πατήσια. Το φάντασμα του Γιώργου "Κουλ" πλανιόταν ανάμεσα τους ακόμα μετά τον τραγικό χαμό του. Η συζήτηση που θα έπιαναν αργότερα θα προσπαθούσε να ξεδιαλύνει τα κίνητρα. Το χώμα που του πέταξαν πριν κλείσει ο τάφος λίγες μέρες πριν δεν είχε προλάβει να ξεραθεί, να υγραθεί, να πετρώσει όπως οι καρδιές τους. Μουσκεμένο ακόμα από το κλάμα των φίλων και συντρόφων του... 

Το τηλέφωνο του χτύπησε στις εννιά και κάτι. Πάγωσε. Δεν τόλμησε να ξεστομίσει το νέο. Δεν λέγονται έτσι αυτά. Ταυτόχρονα χτύπησε ξανά. Δεν πρόλαβε να το σηκώσει και άρχισαν να χτυπούν όλων τα τηλέφωνα. Οι λέξεις που πετούσαν στον αέρα ήταν: πεζόδρομος, Μεσολογγίου, νεκρός, πυροβολισμοί, πλαστικές σφαίρες. Μαλλιοκούβαρα στις μηχανές. Δικάβαλα περνώντας όλα τα κόκκινα της Πατησίων. Έτρεμαν. Κοιτάζονταν στα μάτια. Δεν άρθρωναν λέξη. Όχι, είναι ψέμα. Δεν μπορεί να είναι αλήθεια. Έστριψαν στη Σολωμού. Πλατεία. Μπενάκη. Ανάποδα την Αραχώβης. Παρκάραν έξω από τα μπαρ που περνούσαν τα βράδια τους. Κάδοι αναμμένοι. Το νέο επιβεβαιώνεται. Ξεσπούν σε λυγμούς. Κατεβαίνουν τη Στουρνάρη. Μπαίνουν στο Πολυτεχνείο. Ταμπουρώνονται. Στήνουν οδοφράγματα. Τα πρώτα από τα άπειρα που θα ακολουθήσουν. Ένας άνθρωπος με μαύρη καπαρντίνα μπροστά από τα οδοφραγματα ουρλιάζει με απόγνωση κοιτώντας κατάματα τα γουρούνια: Γιατί; Γιατί; Γιατί; Ήταν παιδί. Δολοφόνοι. Η κραυγή αυτή και η μορφή αυτού του προλετάριου πάντα θα στριφογυρίζει στο κεφάλι του κάθε τέτοια μέρα. Κάθε που σκέφτεται αυτή τη μέρα. Με κολλημένο το πρόσωπό του στα κάγκελα, ανάμεσα στις φωτιές και τα δακρυγόνα, άκουσε τον εαυτό του να φωνάζει. Πάμεεεεεεεεεεε....

Βρίσκεται μπροστά στα μάτια σου
στην άκρη των χειλιών σου
βρίσκεται στο αναγεννημένο σώμα
στο τέλος της αμαρτίας
στην καμπύλη της αγκαλιά σου
στη ζεστασιά του στήθους σου
στο βάθος των σπλάχνων σου
στην προσμονή του πρωινού
βρίσκεται στο πραγματοποιημένο όνειρο
στη χαρά και την οργή
στην καταστροφή του κλουβιού
στο θάνατο του σχολείου
στην άρνηση της εργασίας
στο έρημο εργοστάσιο
στο σπίτι δίχως πόρτα
βρίσκεται στη φαντασία
στη μουσική στο χορτάρι
βρίσκεται στην πρόκληση
στη δουλειά του τυφλοπόντικα
στην ιστορία του μέλλοντος
στο παρόν χωρίς ιστορία
στις ώρες του μεθυσιού
στις στιγμές της μνήμης
βρίσκεται στο μαύρο του δέρματος
στη συλλογική γιορτή
βρίσκεται στο πλιάτσικο του εμπορεύματος
στο ξήλωμα του πλακόστρωτου
στο κάψιμο της Αθήνας
στο ξύλο στους φασίστες 
στις πέτρες στις κλούβες
στα όνειρα των παράνομων
και στα παιχνίδια των παιδιών
στη γνώση του σώματος
στον οργασμό του μυαλού
στη θέληση για τα πάντα
στη διαυγή συζήτηση...

Μα ποιος είπε ότι δεν υπάρχει;
Μα ποιος είπε ότι δεν υπάρχει;
Υπάρχει στο βάθος των ματιών σου
υπάρχει στο αναγεννημένο σώμα
στο τέλος του κράτους.
Υπάρχει, υπάρχει!
Μα ποιος είπε ότι δεν υπάρχει;
Υπάρχει, υπάρχει!


Το ποίημα είναι ελαφρώς αλλαγμένο από ποίημα της ιταλικής αυονομίας 


Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2022

Κώστας Βαρναλης: Φιλολογικά απομνημονεύματα




Η ποίηση του Βάρναλη δε μύριζε ποτέ γάλα. Μύριζε από την αρχή μπαρούτι• κατέβηκε δηλαδή στο στίβο χωρίς πολλά γυμνάσματα και δοκιμές και περιπλανήσεις στους λειμώνες των ασφόδελων. Μ' άλλα λόγια, χωρίς αυτές τις πεισιθανάτιες κραυγές που έβγαζαν όλοι οι λυρικοί του καιρού του. Όχι. Η ποίηση του Βάρναλη ήταν [...] μια βολίδα πούπεσε μες στα στεκούμενα νερά του μελίπηχτου λυρισμού.

Μενέλαος Λουντέμης 


Μεγάλος δάσκαλος ο Κώστας Βαρναλης. Και μεγάλο σχολείο των Νέων Ελληνικών Γραμμάτων όλο του το έργο. Και οικουμενικό. Γιατί όταν αγαπάς τον τόπο σου, τα γράμματα του τόπου σου και προσπαθείς για την προκοπή του, τότε, δεν μπορείς παρά να αγαπάς και τον κόσμο όλο. Τα "ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΑ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΎΜΑΤΑ" του είναι ένα σπουδαίο βιβλίο. Έχει διπλή σημασία και ενδιαφέρον για τους λάτρεις αυτού του μεγάλου ανθρώπου και αγωνιστή του τόπου και των γραμμάτων μας. Από τη μία είναι μια ιστορική αναδρομή σε ό,τι  συνέβαινε παράλληλα με τα πρώτα χρόνια της ζωής του, τον αγώνα για την επικράτηση της δημοτικής γλώσσας, των συνεχών πολέμων της εποχής έως και τη Μικρασιατική Καταστροφή. Κι απ' την άλλη ικανοποιεί όλους και όλες εμάς που δεν αρκούμαστε στα γραπτά του αλλά θέλουμε να δούμε και τον άνθρωπο πίσω από αυτά. Όπως συμβαίνει σε όλες τις αυτοβιογραφίες, βιογραφίες και απομνημονεύματα. Να δούμε πως διαμορφώθηκε πνευματικά και πολιτικά, πως τα γεγονότα, οι τυχαίες επιλογές και οι συνθήκες τον οδήγησαν σε αυτό που φώναζαν χιλιάδες άνθρωποι στις 16 Δεκεμβρίου 1974 συνοδεύοντας τον στο Πρώτο Νεκροταφείο, "Ποιητή της εργατιάς είσαι οδηγός για μας". Από τις σελίδες του μεταφερόμαστε στον Πύργο Βουλγαρίας (Μπουργκάς) και τα ανήσυχα παιδικά του χρόνια, στα "Ζαρίφεια Διδασκαλεία" που υποχρεωτικά παρακολούθησε και αρίστευσε με την απειλή του αδερφού του ότι θα τον σπάσει στο ξύλο αν δεν γραφτεί! Έτσι, αυτός ο αδερφός του, έγινε η αιτία να ανορθωθεί πνευματικά ο τόπος μας! Τον ακολουθούμε στην Αθήνα να παρακολουθεί με προσοχή στη Φιλοσοφική σχολή τον Γληνό, τον Δελμούζο και τον Τριανταφυλλιδη, στη φιλολογική μποεμαρία της Δεξαμενής, δίπλα στον Παπαδιαμάντη να πίνει το κρασί του, να συζητάει και να χαζεύει τη θέα, χωρίς να τον εμποδίζει η άχτιστη τότε Αθήνα, έως την Αίγινα κι ακόμα πιο μακριά, να παίρνει θέση στο γλωσσικό ζήτημα, να γυρνάει σαν ελληνοδιδάσκαλος σε όλη την επικράτεια και να καταφέρνει να πάρει υποτροφία στο Παρίσι. Όλα αυτά με το αστείρευτο φλέγμα του και τον πολιτικό του λόγο να διαμορφώνεται και να μας το αφήνει παρακαταθήκη σαν "το φως που καίει"...


Κώστας Βαρναλης
Φιλολογικά απομνημονεύματα
Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ


Διαβάστε ακόμα: