Η λίστα ιστολογίων μου

Κυριακή 2 Ιανουαρίου 2022

Πρωτοχρονιάτικο...



Στην προηγούμενη ανάρτηση διαβάσαμε πως πέρασε ο λαός της Αθήνας την 
Πρωτοχρονιά του 1942. Σε αυτή, μέσα από τους στίχους του τεράστιου διανοούμενου και ποιητή της εργατιάς και του λαού (έτσι τον αποκάλεσαν φωνάζοντας οι χιλιάδες του κόσμου που βρέθηκαν στην κηδεία του στις 16/12/1974) Κώστα Βάρναλη, ας δούμε πως πέρασαν το 1942 εν μέσω Κατοχής και πως περνούν κάθε Πρωτοχρονιά τα παράσιτα αυτής της χώρας. Από σύστασης του ελληνικού κράτους έως και σήμερα. Με μόνιμη επωδό τη θρησκεία και την πατρίδα ως το γνήσιο καταφύγιο των απατεώνων... Οι λίγες οικογένειες που μας κάθονται στο σβέρκο, αλλά εμείς ως δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα προσμένουμε ίσως κάποιο θάμα για να μας αδειάσουν τη γωνιά...


ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΟ

Σαράντα σβέρκοι βωδινοί με λαδωμένες μπούκλες,
σκεμπέδες σταβροθόλωτοι και βρώμιες ποδαρούκλες
ξετσίπωτοι, ακαμάτηδες, τσιμπούρια και κορέοι
ντυμένοι στα μαλάματα κ' επίσημοι κι ωραίοι.

Σαράντα λύκοι με προβιά (γι' αφτούς βαρά η καμπάνα)
καθένας γουρουνόπουλο, καθένας νταμιτζάνα!
Κι απέ ρεβάμενοι βαθιά ξαπλώσανε στο τζάκι,
κι αβάσταγες ενιώσανε φαγούρες στο μπατζάκι.

Οξ' ο κοσμάκης φώναζε: «Πεινάμε τέτιες μέρες»
γερόντοι και γερόντισσες, παιδάκια και μητέρες
κ' οι των επίγειων αγαθών σφιχτοί νοικοκυρέοι
άνοιξαν τα παράθυρα και κράξαν: «Είστε αθέοι».

[Το ποίημα μεταφέρθηκε στο μονοτονικό σύστημα διατηρώντας παράλληλα την ορθογραφία του πρωτότυπου]

Διαβάστε ακόμα:




Αθήνα, Πρωτοχρονιά 1942...




Η Πρωτοχρονιά του 1942 ξημέρωσε στην Αθήνα φρικτή, με την παγωνιά να τρυπάει τα κόκκαλα στα σπίτια με την ανύπαρκτη θέρμανση. Την προηγούμενη νύχτα είχε χιονίσει. Η πείνα εκείνου του χειμώνα ήταν κάτι που οι Αθηναίοι δεν είχαν ξαναζήσει. Εκατοντάδες άνθρωποι πέθαιναν καθημερινά. Τα καροτσάκια, το μέσο που εξυπηρετούσε τις ανάγκες των κατοίκων, χρησιμοποιούνταν για να κουβαλήσουν κάποια από τα σκελετωμένα και ξυλιασμένα κουφάρια χωρίς καν ένα σεντόνι για να τα σκεπάσουν. Τα υπόλοιπα τα μάζευαν τα φορτηγά του δήμου και τα πέταγαν στην ανοιχτή καρότσα για να τα μεταφέρουν κι αυτά στο νεκροτομείο της οδού Μασσαλίας. Ο ζόφος είχε απλώσει τα δίχτυα του στην πόλη. Με αυτές τις ανατριχιαστικές εικόνες ξυπνούσαν κάθε πρωί οι Αθηναίοι. Όσοι είχαν καταφέρει να κοιμηθούν από τις ανατριχιαστικές κραυγές ανθρώπων «πεινάω» στο δρόμο. Κι όσοι θαρραλέοι βγήκαν σε αναζήτηση τροφής ή πηγαίνοντας με όσα υπάρχοντα μπορούσαν να κουβαλήσουν στις βαλίτσες τους να πάρουν το τρένο για να επισκεφτούν επαρχιακές πόλεις και χωριά για να τα πουλήσουν για λίγο τυρί, λάδι και αλεύρι, έπρεπε να κινηθούν με τα πόδια στη χιονισμένη και παγωμένη Αθήνα. Το τραμ δε λειτουργούσε γιατί δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα.

Πόσες μα πόσες σελίδες γράφτηκαν για εκείνο το χειμώνα. Γι' αυτό το ένα ακόμα έγκλημα των βάρβαρων που σε συνεργασία με τους ντόπιους συνεργάτες τους άφησαν ένα ολόκληρο λαό να λιμοκτονήσει. Παρουσιάζουμε για άλλη μια φορά στα «φύλλα», το συγκλονιστικό ποίημα του τεράστιου καλλιτέχνη Μίμη Φωτόπουλου κι ένα εκτενές  ανατριχιαστικό απόσπασμα του μεγάλου συγγραφέα Γιάννη Μαγκλή από το βιβλίο του « Τ' αδέρφια μου οι άνθρωποι», που αξίζουν να διαβαστούν...

Οι σύγχρονοι αναθεωρητές της Ιστορίας, είτε είναι ιστορικοί καθηγητές του Πανεπιστημίου, είτε συγγραφείς μυθιστορημάτων που ξεπλένουν το δοσιλογισμό, είτε σικ βιβλιοκαφεδοπώλες στις καλές περιοχές της Αθήνας, είτε bloggers, καλό θα ήταν να απομακρυνθούν από την οθόνη τους... Τα αποσπάσματα που ακολουθούν δεν θα κάνουν καλό στο παραγεμισμένο με σάπιες ιδέες και ίσων αποστάσεων απόψεις μυαλό τους, γι' αυτούς που πολέμησαν το κτήνος κι αυτούς που συνεργάστηκαν μαζί τους... 

ΑΔΕΛΦΕ ΜΟΥ άγνωστε,
που κάποιο πρωινό
πικρό, μουντό, βροντερό
καρφώθηκαν τα μάτια μου
μ’αγωνία πάνω στ’ άσπρο πτώμα σου
στο πεταμένο πτώμα σου
στην οδόν Αθηνάς
Κι είδα γύρω σου
λυωμένα τα όνειρά σου
μαδημένες τις ελπίδες σου,
άνθρωπέ μου πονεμένε
άγνωστη παρέα μου
στην απέραντη γή μας

Συγχώρεσέ με
που δε στάθηκα ώρες ατέλειωτες
να σε κυττάζω με συμπόνοια,
να κλάψω για το χαμό σου
πάνω στο πτώμα σου
να προσευχηθώ.
Πεινούσα πολύ
κι είχα πάρει του δρόμους
με παγωμένα πόδια
με παγωμένη σκέψη
και γυρόφερνα την αγωνία μου
στα σκουπίδια.

Κάθε τόσο
χτυπούσαν την πόρτα μου
οι χαφιέδες του θανάτου
φορώντας τον μαύρο μανδύα
των πένθιμων νυχτιών του Γενάρη.

Αυτοί είχαν βάλει
τ’ άστρα στην τσέπη τους
και μέσ’ στη σκέπη τους
είχαν κλειδώσει τον ήλιο.

Κι εμείς είχαμε μείνει στο σκοτάδι
με συντροφιά
τα καρφιά του γεροχειμώνα.
Σαν παντιέρα συνδικάτου
που αργοκινιέται
σε πένθιμη παρέλαση
έγερνε η καρδιά μας
στο ρημαγμένο ιστό
του κορμιού μας.

Η κόλαση που είχε υφάνει
η αράχνη των ψευτοχριστιανών
στα σκουριασμένα μυαλά
απίθανων καλόγερων
είχε ζωντανέψει
όπως οι ψείρες
στα λερά ρούχα
των φτωχών…

Από τότε
πέθαναν τόσα χρόνια!
Χορτάσαμε από παλαμάκια
από αγύρτες κι από ήρωες
από “ζήτω” κι από “ελευθερία”
Και πολλές φορές
στα πένθιμα φθινοπωρινά
απογεύματα,
στις πληχτικές καλοκαιριάτικες
νυχτιές
ζωντενεύει μπροστά μου
η κέρινη μορφή σου
αδελφέ μου άγνωστε.

Συγχώρεσέ με
που δε στάθηκα ώρες ατελείωτες
να σε κυττάζω με συμπόνια
να κλάψω στο πτώμα σου
να προσευχηθώ.


Πλάι στο φρουραχείο, ζερβά, άνοιξε ένα λάκο κι όταν το μεσημέρι αποτρώγανε, βγαίναν οι αξιωματικοί πάνω στην ταράτσα να καπνίσουν το πουράκι τους και να χωνέψουν. Γύρω από το φρουραχείο μαζεύονταν λογής παιδιά: αγόρια και κορίτσια. Άπλυτα, ψειριασμένα, κουρελιασμένα, αχτένιστα, τα πιότερα φοβερά αδυνατισμένα, πες γερασμένα· πρησμένα από την αβιταμίνωση, με ραβδιά στο χέρι για να στέκονται ορθά. Από την πίσω μεριά του φρουραχείου ερχόντουσαν δύο στρατιώτες Γερμανοί, μ' ένα καζάνι αποφάγια. Φτάναν πάνω από το λάκο, ακούμπαγαν το καζάνι στο χείλος του, κοίταζαν τα παιδιά: «Κομ, κομ...», τα καλούσαν. Έτρεχε η πεινασμένη παιδοθάλασσα ποιος να τα πρωτοφτάξει. Και τότε το καζάνι έγερνε και το αποφάγι έπεφτε μέσα στο λάκο. Ξοπίσω τα παιδιά, άλλα γέρναν από πάνω με σκυφτό το απανωκόρμι, άλλα δίνανε μια, πετιόντουσαν στο λάκο. Τα πιο μικρά, τα πιο άρρωστα, δεν μπορούσαν να φτάξουν. Τσίριζαν, ριχνόντουσαν απάνω στ' άλλα παιδιά και τα τραβούσαν, τα καταπονούσαν να προλάβουν να πάρουν κι αυτά κάτι: μια χούφτα φαΐ με χώμα.

Πάνω από την ταράτσα γελούσε ο Βεληγκέκας. Γελούσαν και οι αξιωματικοί. Μερικοί κατέβαιναν πιο κάτω και τραβούσαν φωτογραφίες: «Ενθύμιον - Souvenir».

Κάθε βραδάκι λοιπόν, κοντά στο σουρούπωμα, έφτανε στο λιμάνι ένα μεγάλο επίταχτο. Κουβάλαγε τρόφιμα για τον καταχτητή· να τρώει, νάναι γερός, δυνατός, νάχει κάτω από την μπότα του τους σκλάβους και να κυριέψει τον κόσμο. [...]

Καθούμασταν στα καφενεία και χαζεύαμε. Βλέπαμε τα τρόφιμα· κρέτα, ψωμιά, φρούτα και νιώθαμε ντροπή μεγάλη για όλ' αυτά τα καλοταϊσμένα θεριά. Ντροπή και μίσος απέραντο.

Στο πλαϊνό τραπέζι καθόταν ο πάπα-Νεχτάριος, ο πάπαρδος της Μητρόπολης, πούβγαζε τους πατριωτικούς λόγους στον καιρό του Μεταξά, και που σαν ήρθαν οι Γερμανοί κατέβηκε στην προκυμαία να τους υποδεχτεί... [...]

Ένας αξιωματικός με καινούριο, καλοραμένο κουστούμι, σηκωτό πηλίκιο ,γερτό αλαφριά πάνω στο δεξί αφτί, μπήκε στην προβλήτα. Κράταγε ένα βιτσάκι και το χτύπαγε στην μπότα. [...]

Κάτι είπε γελαστά, πήρε από το κοφίνι μια φραντζόλα, έκοψε ένα κομμάτι και κρατώντας το βγήκε πάνω στο πεζοδρόμιο της προκυμαίας.

Εκεί στέκανε πάμπολα παιδιά, αμίλητα, αποβλακωμένα από τη δυστυχία και την εξάντληση. Κοίταζαν το ψωμί με το ξεθωριασμένο, άφωτο μάτι, σήκωναν το βρώμικο σκελετωμένο χέρι να ξυστούν, να διώξουν μια ψείρα, να καταλαγιάσουν τη φαγούρα της σάρκας.

Ο αξιωματικός στράφηκε στα παιδιά, τους έδειξε το ψωμί, φώναξε γελαστά: «κομ, κομ». Τον κοίταζαν, παίζανε τα βαριά ματοτσίνορά τους, φουσκώνε από την ανασεμιά, λίγο πιότερο, το αδυνατισμένο στηθάκι τους. [...]

Εν' αγόρι μεγαλούτσικο ξέκοψε απ' τ' άλλα, σίμωσε και δειλά σήκωσε το χέρι. Το ψωμί ψήλωσε λιγάκι, ανέβηκε πιο απάνω, μα το χέρι του παιδιού κόντεψε να το φτάσει. Τότε το βιτσάκι με σβέλτη κίνηση χτύπησε τα δάχτυλα του παιδιού. Αυτό μούγγρισε, έφερε γρήγορα το πονεμένο χέρι στο στόμα και το δάγκωσε. Έσκασε στα γέλια ο καλοταϊσμένος Γερμανός. Και τ' άλλα τα θηρία γέλασαν κι αυτά. Αλήθεια, τι έξυπνο και ωραίο παιγνίδι!

Το ψωμί πάλι σηκώθηκε ψηλά: «Κομ», φώναξε ενθουσιασμένα ο αξιωματικός. Τα παιδιά κ' εμείς όλοι, είχαμε καταλάβει: Θάπεφταν μερικές βιτσιές, μα μπορεί και να κατάφερνες ν' αρπάξεις το ψωμί· και τότε ο Γερμανός θα γέλαγε καλοκάγαθα και θάλεγε : εντάξει. [...]

Μεγάλωσε ο κύκλος και ζωήρεψε το παιχνίδι. Κάμποσες φορές έπεσε σφυριχτά το βιτσάκι πάνω στα κοκαλιάρικα δαχτυλάκια. Φώναξαν, τσίριξαν από πόνο και ξαφνικά το πρώτο εκείνο μεγαλούτσικο παιδί, άρπαξε το ψωμί με τέτοια σβελτάδα και δύναμη που το ξεκόλλησε από τα χέρια του χιτλερικού θηρίο. 

«Α!» κάναν τα στήθια μας ξαλαφρωμένα. Το παιδί έτρεξε λίγο πιο κει και στάθηκε σφίγγοντας στην αγκαλιά του το περίφημο λάφυρο.

-Κομ! φώναξε λυσσασμένα ο Γερμανός. Κομ, κομ!

Το παιδί έκανε μεταβολή και βάλθηκε όσο πιο γοργά του επέτρεπαν τα εξαντλημένα ποδάρια του να τρέχει. Ο χιτλερικός θύμωσε και ρίχτηκε πίσω του με ζυγισμένες δρασκελιές. Κοντά είκοσι μέτρα πιο ΄κει, το άρπαξε.[...] Ο Γερμανός βάλθηκε να το χτυπά με το βιτσάκι, να το κλωτσά τυφλά, και να ουρλιάζει. Ήθελε να πάρει το ψωμί, μα το παιδί το κρατούσε σφιχτά με τα δυο χέρια του και τόσφιγγε πάνω στο στήθος του. Είχε κουβαριαστεί και κάτω από την ασπίδα του κορμιού του έκρυβε ο δυσκολοκερδισμένο θησαυρό του.

Ο χιτλερικός έχωσε το παπούτσι του κάτω από το κορμί του παιδιού και μ' ένα τίναγμα το αναποδογύρισε. Του τράβηξε μερικές βιτσιές στα μούτρα, στα χέρια και σκύβοντας άρπαξε το ψωμί. Μα το παιδί είχε χώσει μέσα σε τούτο το ψωμάκι ολόκληρη την ψυχούλα του, όλο το αίμα του· και δεν το παρατούσε, μόνο τόσφιγγε άγρια, σύγκορμα. Έγινε μια μικρή πάλη που κράτησε λίγες στιγμές και το φτωχό ψωμάκι βρέθηκε στα χέρια του Γερμανού. Όμως ο Γερμανός με τα γαλάζια μάτια δεν ικανοποιήθηκε· ο θυμός του είχε γίνει ένα με το μίσος. Ξανάσκυψε, χούφτιασε με τις δύο χερούκλες το αδύναμο χέρι του παιδιού εδώ από τον καρπό· εκεί από την κλείδωση του αγκώνα, το ακούμπησε πάνω στο λυγισμένο γόνατό του και με γοργή, βίαιη κίνηση και μ' ένα «κραχ» ξερό, ανατριχιαστικό, πουσπαρτάρησε την καρδιά μας, έσπασε το κόκαλο του χεριού. Ακούστηκε βραχνή κρωξιά και το παιδί έπεσε ξερό στο χώμα.

Στράφηκα στον παπά που τ' άσπρα μακριά γένια του πέφτανε απάνω στο βαθουλωμένο από τη στέρηση στήθος του (που εκείνη η μεγαλοπρεπή κοιλιά του καλού καιρού!) και κοιτώντας τον του είπα με κακία:

-Χαιρετάτε ακόμα τους αντιπροσώπους της νέας τάξης;


[Το ποίημα και το απόσπασμα μεταφέρθηκαν στο μονοτονικό σύστημα διατηρώντας παράλληλα την ορθογραφία του πρωτότυπου]

Διαβάστε ακόμα:


Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2021

Τα διαμάντια είναι παντοτινά...




«Τα διαμάντια είναι παντοτινά», ήταν ο τίτλος της ραδιοφωνικής εκπομπής που άκουγε κι αυτή την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Πριν από μια εβδομάδα ακριβώς είχε ακούσει και τη Χριστουγεννιάτικη εκπομπή. Όμορφα ροκ τραγούδια μιας άλλης εποχής με τα νεότερα να φτάνουν μέχρι την εποχή της «σκηνής του Μάντσεστερ». Η ευγενική φωνή του παραγωγού της ήταν μια όμορφη και συγκινητική παρέα κι αυτή τη μοναχική παραμονή Πρωτοχρονιάς. Όπως και της προηγούμενης και αυτής πριν από την προηγούμενη.  Προσπαθούσε να θυμηθεί τι ακριβώς έκανε εκείνες τις τελευταίες χρονιές που άκουγε την εκπομπή. Δεν είχε να θυμηθεί κάτι, παρά άλλοτε μια θολή ανάμνηση ενός τόσο δυνατού αέρα που κόντευε να πάρει το σπίτι, άλλοτε μια δυνατής βροχής κι άλλοτε ενός εντελώς αδιάφορου καιρού λες και δεν ήταν ούτε χειμώνας, ούτε άνοιξη, φθινόπωρο ή καλοκαίρι. Πως να μην ήταν όμως κάτι απ' όλα αυτά; Ήταν, βέβαια, ήταν. Αδιαφορούσε όμως για τον καιρό όπως και για όλο αυτό που γινόταν εκεί έξω. Γι' αυτό και βολευόταν με τους ήχους από τις κιθάρες που πλημμύριζαν έστω και σε χαμηλή ένταση το σαλόνι του σπιτιού του. Τα παντοτινά αυτά διαμάντια ήταν λες και έκαναν κατάληψη στο σπίτι του κάθε χρόνο τέτοια μέρα και τον οδηγούσαν να σκέφτεται το χρόνο που πέρασε για άλλη μια φορά. Σαν να μην άλλαζε τίποτα στη ζωή του από εκπομπή σε εκπομπή κάθε χρόνο. Κι αυτό το συνειδητοποίησε μόλις άκουσε το «New years day» των U2, ακριβώς με το που άλλαξε ο χρόνος. Ναι, αυτό ήταν! Η εκπομπή τελείωνε, ο παραγωγός ευχόταν καλή χρονιά και μια άλλη ψυχρή γυναικεία φωνή ανακοίνωσε ότι η εκπομπή ήταν από το πολύτιμο αρχείο του σταθμού. Πάγωσε. Κατάλαβε ότι όλα αυτά τα χρόνια άκουγε μια κονσέρβα. Μια κονσέρβα που την είχε ακούσει κάποτε ζωντανά αλλά στη συνέχεια πάντα σε επανάληψη. Και δάκρυσε, γιατί κατάλαβε ότι αυτό που τον πείραζε πιο πολύ ήταν ότι είχε βάλει τη ζωή του σε επανάληψη... Και μάλιστα σχεδόν στη σίγαση. Έκλεισε το ραδιόφωνο, έβγαλε τη συχνότητα από τη μνήμη, βγήκε στο μπαλκόνι να δει τα βεγγαλικά και, η νύχτα, ο καιρός, η αυριανή μέρα και η κάθε μία που θα την ακολουθούσε, αποφάσισε να μην του φανεί ποτέ πια αδιάφορη. Χωρίς όμως, ποτέ μα ποτέ, να ξεχάσει αυτούς και αυτές που δεν θα καταφέρουν να βγάλουν από τη μνήμη του ραδιοφώνου τους, αυτή την καταραμένη συχνότητα...  Να ξεριζώσουν από την καρδιά τους τη μοναξιά... Ποτέ...

Κυριακή 26 Δεκεμβρίου 2021

Ένα τέταρτο του αιώνα...




Άνοιξε την πόρτα της βεράντας κι έσυρε έξω μια καρέκλα. Ήταν ανήμερα των Χριστουγέννων κι ο καιρός ανοιξιάτικος. Σχεδόν καλοκαιρινό θα τον έλεγε! Ίσως στην υπερβολή του χαρακτηρισμού καλοκαιρινός να βοηθούσαν και τα νιάτα του. Ακριβώς είκοσι πέντε χρόνια πριν. Ένα τέταρτο του αιώνα. Παραμονές του 1997. Ο ήλιος έπεφτε απαλά πάνω στη βορειοδυτική βεράντα εκείνο το μεσημεροαπόγευμα. Η αγαπημένη του ώρα. Κάθισε όσο πιο αναπαυτικά μπορούσε. Στα πόδια του αφημένο ένα βιβλίο του Τζωρτζ Όργουελ, όχι κάποιο από τα πολύ γνωστά του. Αυτά τα είχε καταβροχθίσει πριν από λίγο καιρό προσπαθώντας να κατανοήσει τον παλιό κόσμο. Μαζί με το βιβλίο κι ένα μεγάλο σε μέγεθος αντιεξουσιαστικό περιοδικό που διαβάζοντας το προσπαθούσε να κατανοήσει τον καινούριο κόσμο. Αυτόν που ζούσε κι ανάπνεε στο τώρα κι αυτόν που ανοιγόταν μπροστά του. Η δίψα του άσβεστη. Για μάθηση, για δράση, για ζωή. Σηκώθηκε και κοίταξε την πόλη που απλωνόταν πέρα μακριά από τη βεράντα. Τα δυτικά προάστια, το κέντρο της Αθήνας, τη θάλασσα... Ένας ολόκληρος κόσμος ν' ανακαλύψει μπροστά του... Γύρισε το βλέμμα του παντού. Τίποτα δεν τον κράταγε και τίποτα δεν τον κρατούσε. Μόλις ελάχιστα χρόνια πριν είχε αρχίσει να συνειδητοποιεί τη ζωή. Κι ήθελε να τη ζήσει στο τέρμα. Ήθελε να αλλάξει την τροχιά της. Και προσπάθησε. Κι ακόμα προσπαθεί. Γύρισε στους δρόμους της, εξερεύνησε τους λαβύρινθούς της, όργωσε τις πλατείες της, αλώνισε όλα τα μήκη και τα πλάτη της, γνώρισε και μίλησε με τους ανθρώπους της, Και κάθε χρόνο τέτοια μέρα βρίσκεται πάντα σε αυτό το σπίτι όπως και πριν από ένα τέταρτο του αιώνα... Χαζεύει τα αντικείμενα τέχνης του, τις πολλές και μεγάλες βιβλιοθήκες του, βγαίνει πάντα μα πάντα στην βεράντα που είχε κάτσει και τότε, χαζεύει τις ίδιες περιοχές. Ένα σπίτι που τότε τον «έδιωχνε» αλλά τώρα πια όποτε επιστρέφει, ένα τέταρτο του αιώνα πιο μεγάλος, νοσταλγεί εκείνη τη μέρα και είναι σίγουρος ότι εκείνο το παιδί διάλεξε τότε τη σωστή πλευρά του δρόμου για να πορευτεί στη ζωή του... 

Σάββατο 18 Δεκεμβρίου 2021

Μι Δέλτα: Το μινόρε του θανάτου...

«Κάποιος πρέπει να μείνει πίσω. Να γράψει στα τραγούδια του για εμάς. Για την εποχή μας και τους ανθρώπους της. Για τα δεινά και τους δαίμονες που κατοικούσαν μέσα μας, για τις διαψευσμένες προσδοκίες μας και τις ματωμένες επιθυμίες μας. Κι αυτό κανείς δεν μπορεί να το κάνει καλύτερα από εσένα.»

Πριν μερικούς μήνες έπεσε στα χέρια μου ένα μικρό βιβλιαράκι με τον τίτλο «ΒΑΡΚΑΡΗΔΕΣ». Τον άνθρωπο που το έγραψε τον ήξερα ελάχιστα. Κάποιες λίγες καλησπέρες είχαμε ανταλλάξει σε μικρά καφέ και μπαρ του κέντρου της Αθήνας συζητώντας λίγο περί ανέμων και υδάτων. Στα ίδια μπαρ είδα και το μικρό αυτό βιβλιαράκι του. Χωρίς να ξέρω ποιου ήταν ρώτησα. Η κοινότητα μας είναι μικρή κι ήθελα να μάθω. Από την περιγραφή το μυαλό μου πήγε σε αυτόν. Χωρίς δισταγμό το πήρα. Πάντα με γοήτευε και με γοητεύει όταν μαθαίνω ότι κάποιος άνθρωπος που έχω γνωρίσει διαβάζει, πόσο μάλλον όταν γράφει! Αμέσως θέλω να πιάσω επαφή, να συζητήσω, να μάθω γι' αυτό το δαίμονα που τον κατατρώει όπως κατατρώει και μένα. Είναι όμορφο να γνωρίζεις τι και κυρίως γιατί διαβάζει ένας άνθρωπος.  Είναι όμορφο διαβάζοντας να γνωρίζεις, έστω και λίγο, τον άνθρωπο που έβγαλε την ψυχή του πάνω στο χαρτί.  Έπιασα λοιπόν αυτό το μικρό βιβλιαράκι και δεν έχασα! Πέρα από το περιεχόμενο, τα νουάρ δεν είναι και πολύ το φόρτε μου τώρα πια, η γλώσσα του ήταν αυτή που μου άρεσε! Ο τρόπος που έγραφε! Ούτε αξιολογικές κρίσεις θέλω να κάνω, ούτε τα φόντα έχω, ούτε θα με ενδιέφερε να τα είχα και δεν έχω και σε μεγάλη εκτίμηση όλη αυτή τη διαδικασία των πεφωτισμένων (προτιμώ τους ανθρώπους που μέσα από τις σελίδες τους γράφουν λίγα λόγια από την καρδιά για ότι διάβασαν για να το μοιραστούν). Μου αρκεί ότι μου άρεσε η δουλειά του! Αλλά πιο πολύ μου άρεσε και μου αρέσει και στο επόμενο βιβλιαράκι του, «Το μινόρε του θανάτου», η μη ματαιοδοξία του. Αυτή τη μη ματαιοδοξία την έχω συναντήσει και σε άλλους ανθρώπους της μικρής αυτής κοινότητας ανθρώπων... Πουθενά το όνομα του! Δύο αρχικά και  μια σελίδα στο Facebook κι αυτή με τα ίδια. Μάλλον αυτός ο δαίμονας, ο δαίμονας της γραφής που τον έχει κατακτήσει, είναι πιο δυνατός από οτιδήποτε άλλο... Κι αυτό είναι που με γοητεύει ακόμα πιο πολύ από  περιεχόμενα και γραφές. Η διαδικασία της γραφής και της έρευνας που έκανε για να γράψει «το μινόρε του θανάτου» ίσως να είναι όπως και η υπόγεια ζωή των ηρώων του. Η καταφυγή στο όνειρο... Ο κατάδικός του υπόγειος κόσμος... Αυτοί παίδευαν το μυαλό τους για να βγουν στα τάστα του μπουζουκιού τους οι μελωδίες τους κι αυτός παίδεψε το μυαλό του για να βγάλει στο χαρτί την ιδέα του. Αυτοί έγραφαν σ' ένα χαρτί τα λόγια του καημού τους κι αυτός πάλεψε να βάλει σε μια σειρά τα δικά του. Το μπουζούκι του Μάρκου μας έπαιξε μελωδίες και το στόμα του μας  διηγήθηκε ιστορίες που βγήκαν από τη ζωή του. Η πένα του Μι Δέλτα μας διηγήθηκε τη δική του ιστορία που έβγαλε ο εσωτερικός του κόσμος. Αυτός που πάντα γοητεύει όποιον άνθρωπο ζει ξανά και ξανά μια ζωή όποτε διαβάζει κι από ένα βιβλίο... Και γι' αυτό τον ευχαριστώ γι' αυτή τη μία πρωινή ώρα που σ' ένα ήσυχο  καφέ ο κόσμος μου ενώθηκε με το δικό του και ξέφυγε για λίγο από ό,τι άσχημο μας περιτριγυρίζει...

[Σελίδα στο facebook για περισσότερες πληροφορίες για τη διανομή και άλλα: «Το μινόρε του θανάτου»]