Η λίστα ιστολογίων μου

Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2021

Κωστής Παλαμάς, Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 1943: Ηχήστε οι σάλπιγγες...

 




-Κυρά Τασία, θα προσέχεις λίγο τα παιδιά όσο να γυρίσουμε;
-Που θα πάτε μωρή Μαρίκα; Τα έχεις χάσει τα μυαλά σου τελείως; Κάτσε στ' αυγά σου! Δεν είδες τι έγινε τις προάλλες; Πυροβολούσαν οι καραμπινιέροι.*
-Κυρά Τασία ο άντρας σου ήταν πενήντα χρόνια εργάτης κι εσύ πλύστρα κι υπηρέτρια σε πλούσια σπίτια. Ως τα Άνω Πατήσια με κρύα, βροχές και λιοπύρια έτρεχες αξημέρωτα έως τη νύχτα κάθε μέρα. Κυριακές και σχόλες δεν είχες. Έτσι ανάστησες τα παιδιά σου. Και μου λες τώρα να μην πάω με τον Γιώργη στην κηδεία; Θα πάμε πιασμένοι χέρι-χέρι κι εκεί θα πιάσουμε και τ' άλλα χιλιάδες χέρια κι όλοι μαζί θα βροντοφωνάξουμε και θα τραγουδήσουμε τους στίχους του... Και κυρίως αυτούς που είχε γράψει για την εργατιά. Τον ύμνο του Εργατικού Κέντρου Αθήνας! Τον ύμνο τον δικό σου και του άντρα σου κυρά Τασία...

Εμείς οι εργάτες είμαστε που με τον ιδρώτα μας ποτίζουμε τη γης, 
για να γεννά καρπούς, λουλούδια, 
τ' αγαθά του κόσμου ολόγυρά μας.
Φτωχή αλουλούδιαστη, άκαρπη, μονάχα η αργατιά.
 
Εμείς οι εργάτες είμαστε που με τον ιδρώτα μας ζυμώνουμε του κόσμου το ψωμί.
Πιο δυνατά κι απ' τα σπαθιά τα χέρια τα δικά μας,
και μ' όλο τ' αλυσόδεμα, σκάφτουν και η γης πλουτεί.
 
Στου κόσμου τους θησαυριστές το βιος σου, Εργάτη,
νόμοι στο τρων' αδικητές χωρίς ντροπή!
Αγκαλιαστείτε, αδέλφια ορθοί!
Με μια καρδιά, μια γνώμη.
-Δικαιοσύνη, βρόντηξε και λάμψε, Προκοπή! 

-Εντάξει Μαρίκα! Να πάτε. Αλλά σκέψου τα παιδιά σου. Να προσέχετε με τον Γιώργη. Έχετε τρία στόματα να θρέψετε...
-Ακριβώς γι' αυτό κυρά Τασία. Επειδή έχουμε τρία στόματα να θρέψουμε! Πάμε να αποχαιρετήσουμε τον ποιητή μας! Τον δικό μας, των παιδιών μας, τον δικό σου και του άντρα σου! Κι ας μην ξέρεις γράμματα κυρά Τασία! Είναι και δικός σου! Έδωσε τη μάχη του για τη δημοτική γλώσσα, για τη γλώσσα του λαού. Για να μην ακούς τους «καμπόσους», τους παπάδες και τους κάθε λογής «λειτουργούς» να σου απευθύνονται  στην καθαρεύουσα για να σε τρομοκρατήσουν, εσένα, «απλή και αγράμματη γυναίκα». Θα σε βρουν μέσα στα γραπτά του τα εγγόνια σου όταν τα γράμματα και η προκοπή δεν θα είναι προνόμιο, αλλά κτήμα όλου του φτωχού κόσμου σαν εμάς...
-Να πάτε κόρη μου, να πάτε, σαν καλά να τα λες... Πηγαίνετε να αποχαιρετήσετε τον ποιητή μας. Να, πάρε κι αυτό το κλωναράκι της αμυγδαλιάς μας! Μόλις μπουμπούκιασε! Σημάδι της Άνοιξης! Που ξέρεις, ίσως του χρόνου τέτοια εποχή να έχουν φύγει οι τύραννοι!
 
Ο κάθετος δρόμος στην οδό Αριστοτέλους ήταν γεμάτος από σπίτια με εσωτερικές αυλές. Έβγαζε σχεδόν στην Πλατεία Κυριακού με την άθλια μετονομασία σε πλατεία Βικτωρίας. Η φτωχογειτονιά ήταν ολόκληρη στο πόδι. Φωνές παιδιών, φωνές μανάδων που προσπαθούσαν να βάλουν σε μια τάξη τις δουλειές και το βόλεμα των παιδιών για τις λίγες ώρες που θα έλειπαν. Ο κόσμος άρχισε να κινείται προς τις κεντρικές οδούς. Πατησιών, Ομόνοια, Σταδίου. Από τις ανατολικές συνοικίες πλυμμήριζαν κι από 'κει οι δρόμοι. Το ραντεβού, κοινό σιωπηλό μυστικό. Το ήξεραν κι οι κατακτητές. Οδός Περιάνδρου 5. Πλάκα. Το σπίτι όπου έζησε τα τελευταια χρόνια της ζωής του ο Κωστής Παλαμάς. Οι κατακτητές κοιτούσαν καχύπτοτοι κάτω από το γείσο των καπέλων τους. Τα λουράκια από τα κράνη τους τα έσφιγγαν. Προετοιμασία για παν ενδεχόμενο... Κοίτα να δεις που αυτό το ελεεινό, άθλιο και πεινασμένο ασκέρι, νοιάζεται που πέθανε ένας ποιητής... σκέφτονταν. Η ηγεσία τους έστειλε και στεφάνι... Οι υποκριτές...

Η Μαρίκα με τον Γιώργη δεν μπόρεσαν ποτέ να πλησιάσουν στο στενάκι της Πλάκας κοντά στους στύλους του Ολυμπίου Διός. Παρέμειναν στο μεγάλο δρόμο για να δουν το φέρετρο του ποιητή να το κρατούν στα χέρια τους με μπροστάρη τον Άγγελο Σικελιανό και να το οδηγούν στο Α' Νεκροταφείο για να το αποθέσουν στην Αττική Γη... Ακολούθησαν κι αυτοί μαζί με τους δεκάδες χιλιάδες νέους, με τις Επονίτισσες και τους Επονίτες που μόλις πριν από τρεις μέρες είχαν ιδρύσει την Οργάνωσή τους. Μαζί τους ήταν ο Ηλίας κι ο Μενέλαος, ο Νικηφόρος κι η 'Ελλη, η Σοφία και ο γέρο-Σκίπης των γραμμάτων... Οι υπάλληλοι των γραφείων. Αλλά κυρίως μαζί τους ήταν οι απλοί, πεινασμένοι, άγραμματοι, εργάτες πατεράδες που ούτε μπορούσαν να διαβάσουν το έργο του μεγάλου ποιητή. Ποιο να ήταν το κίνητρο αυτών των ανθρώπων με τα βρόμικα χέρια και το καθαρό βλέμμα... Πιο πολύ όμως μαζί τους ήταν η μήτρα αυτού του Λαού. Η Μάνα... Που έφερε κάτω απ' αυτό τον ουρανό, απάνω σ' αυτά τα χώματα όλες αυτές τις νέες και τους νέους που θρηνούσαν για τον μεγάλο ποιητή του τόπου τους. Που έκαναν την κηδεία του συλλαλητήριο της Λευτεριάς... Και την ώρα που ακουμπούσαν το φέρετρο στη γη φώναξαν μ' ένα στόμα όλοι και όλες μαζί: Ζήτω η Ελευθερία! Και θρηνούσαν από μέσα τους. Δεν έκλαιγαν, όπως ζήτησε η Κοτοπούλη από τον Σωτήρη Σκίπη. «Σωτήρη, Σωτήρη, όχι κλάμματα εδώ. Να μη μας δουν αυτοί να κλαίμε. Σπίτι να κλάψουμε όσο θέμε. Αλλά να μη μας δουν αυτοί να κλαίμε...».

Λίγο πριν, η Μαρίκα κι ο Γιώργης είχαν αποθέσει το κλωναράκι αμυγδαλιάς της κυρά-Τασίας που δεν ήξερε γράμματα και στριμωγμένοι είχαν ακούσει τον Άγγελο Σικελιανό να απαγγέλει με τη βροντερή φωνή του ποίημα που είχε γράψει λίγες ώρες πριν για τον Κωστή Παλαμά... Ήταν όπως σήμερα Κυριακή 28 Φεβρουαρίου του 1943 και πάνω σ' αυτό το φέρετρο κάτω από τον Αττικό ουρανό ακουμπούσε όλη η χώρα...
 
Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βογκήστε τύμπανα πολέμου... Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα !


Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα! Ένα βουνό
με δάφνες αν υψώσουμε ως το Πήλιο κι ως την Όσσα,
κι αν το πυργώσουμε ως τον έβδομο ουρανό,
ποιόν κλεί, τι κι αν το πεί η δικιά μου γλώσσα;

Μα εσύ Λαέ, που τη φτωχή σου τη μιλιά,
Ήρωας την πήρε και την ύψωσε ως τ' αστέρια,
μεράσου τώρα τη θεϊκή φεγγοβολιά
της τέλειας δόξας του, ανασήκωσ' τον στα χέρια

γιγάντιο φλάμπουρο κι απάνω από μας
που τον υμνούμε με καρδιά αναμμένη,
πες μ' ένα μόνο ανασασμόν: "Ο Παλαμάς !",
ν' αντιβογκήσει τ' όνομά του η οικουμένη !

Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βογκήστε τύμπανα πολέμου... Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα !

Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα ! Ένας λαός,
σηκώνοντας τα μάτια του τη βλέπει...
κι ακέριος φλέγεται ως με τ' άδυτο ο Ναός,
κι από ψηλά νεφέλη Δόξας τονε σκέπει.

Τι πάνωθέ μας, όπου ο άρρητος παλμός
της αιωνιότητας, αστράφτει αυτήν την ώρα
Ορφέας, Ηράκλειτος, Αισχύλος, Σολωμός
την άγια δέχονται ψυχή την τροπαιοφόρα,

που αφού το έργο της θεμέλιωσε βαθιά
στη γην αυτήν με μιαν ισόθεη Σκέψη,
τον τρισμακάριο τώρα πάει ψηλά τον Ίακχο
με τους αθάνατους θεούς για να χορέψει.

Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βόγκα Παιάνα ! Οι σημαίες οι φοβερές
της Λευτεριάς ξεδιπλωθείτε στον αέρα!
 
*Στις 24 Φεβρουαρίου 1943 είχε γίνει γενική απεργία και μεγάλη πορεία των εργαζομένων στην Αθήνα ενάντια στο μέτρο της πολιτικής επιστράτευσης όλων των κατοίκων από 16 έως 45 ετών.
 
28 Φεβρουαρίου 1943: H κηδεία του Κωστή Παλαμά στην κατεχόμενη Αθήνα


Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βογκήστε τύμπανα πολέμου... Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα !

Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα! Ένα βουνό
με δάφνες αν υψώσουμε ως το Πήλιο κι ως την Όσσα,
κι αν το πυργώσουμε ως τον έβδομο ουρανό,
ποιόν κλεί, τι κι αν το πεί η δικιά μου γλώσσα;

Μα εσύ Λαέ, που τη φτωχή σου τη μιλιά,
Ήρωας την πήρε και την ύψωσε ως τ' αστέρια,
μεράσου τώρα τη θεϊκή φεγγοβολιά
της τέλειας δόξας του, ανασήκωσ' τον στα χέρια

γιγάντιο φλάμπουρο κι απάνω από μας
που τον υμνούμε με καρδιά αναμμένη,
πες μ' ένα μόνο ανασασμόν: "Ο Παλαμάς !",
ν' αντιβογκήσει τ' όνομά του η οικουμένη !

Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βογκήστε τύμπανα πολέμου... Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα !

Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα ! Ένας λαός,
σηκώνοντας τα μάτια του τη βλέπει...
κι ακέριος φλέγεται ως με τ' άδυτο ο Ναός,
κι από ψηλά νεφέλη Δόξας τονε σκέπει.

Τι πάνωθέ μας, όπου ο άρρητος παλμός
της αιωνιότητας, αστράφτει αυτήν την ώρα
Ορφέας, Ηράκλειτος, Αισχύλος, Σολωμός
την άγια δέχονται ψυχή την τροπαιοφόρα,

που αφού το έργο της θεμέλιωσε βαθιά
στη γην αυτήν με μιαν ισόθεη Σκέψη,
τον τρισμακάριο τώρα πάει ψηλά τον Ίακχο
με τους αθάνατους θεούς για να χορέψει.

Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βόγκα Παιάνα ! Οι σημαίες οι φοβερές
της Λευτεριάς ξεδιπλωθείτε στον αέρα !
Πηγή: https://www.sansimera.gr/articles/495

© SanSimera.gr

Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2021

Γιωργος Κοτζιούλας: Η τέχνη του...

 


Η τέχνη μου

Χτίζω με πέτρα και μ' ασβέστη
με προαιώνια υλικά·
την τέχνη μου όπως θέλεις πες τη,
με αυτή το χρόνο θα νικά.

Θεμελιωμένη σ' ασπρολίθι,
με πέτρα απάνου παρδαλή,
μήτε κατεβασιά φοβήθη
κι ούτε η φωτιά την καταλεί

Μοιάζει χωριάτικο κονάκι
με τ' αργαλεία στην αγκώνη
και με το καπνισμένο τζάκι, 
την τάβλα, να και το σκαμνί.

Μέσα φυλάει ο νοικοκύρης
που τους περάτες αγρικά.
«Κόπιασε, ξένε μου, να γείρεις,
να σε φιλέψω φτωχικά»


Με τα δικά του υλικά έχτιζε την τέχνη του ο Γιώργος Κοτζιούλας, θεμελιωμένη γερά, με υλικά που δεν βρήκε στα ακαδημαϊκά γραφεία και τις πλούσιες βιβλιοθήκες. Από χωριάτικο κονάκι ήταν, δουλεμένα από τη βιοπάλη και τα άρρωστα πνευμόνια του. Δουλεμένα από τους αγώνες του. Από τους αγώνες του να μορφωθεί, από τους αγώνες του για το δίκιο... Τα περισσότερα χρόνια του τα πέρασε στα σανατόρια, σε παράγκες της Πάρνηθας και της Πεντέλης για να καθαρίσει τα κατεστραμμένα του πνευμόνια. Στα βουνά της Ελεύθερης Ελλάδας έστησε θέατρα, στην Αθήνα γέμισε τα φύλλα με τα εκατοντάδες διηγήματα και ποιήματά του. έκανε μεταφράσεις. Ναι, αυτός ο πάμφτωχος άνθρωπος από ένα «ασήμαντο» χωριό της Ηπείρου έμαθε γλώσσες και  έφερε στα σπίτια μας με τις μεταφράσεις του κόσμους καινούριους.

Ο Κοτζιούλας ήταν ένας τύπος γεμάτος ανθρωπιά. Ξεχείλιζε από έμφυτη ευγένεια. Αξιοπρεπής, μετρημένος, σεμνός, αν και πολύ μορφωμένος και ταλαντούχος ποιητής, πέρασε τη ζωή του μέσα σε αφάνταστες οικονομικές στερήσεις, παλεύοντας συγχρόνως και για τον επιούσιο, και για να κατανικήσει τη φυματίωση... Τον γνώρισα από τον καιρό που εργαζόταν στου Ελευθερουδάκη το λεξικό. Εκεί δουλεύοντας έπαθε αιμόπτυση και έκτοτε ζούσε τον περισσότερο καιρό στις διάφορες εξοχές της Αθήνας, Πεντέλη, Πάρνηθα, Σωτηρία, σε σκηνές και παράγκες...

[αφήγηση Έλλης Αλεξίου, «υπό εχεμύθειαν», εκδόσεις ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ]



Και όταν μέσα σε τόσο δύσκολες συνθήκες όπως εκείνης της εποχής, άνθρωποι όπως ο Γιώργος Κοτζιούλας κατάφερναν ό,τι αυτός, τότε ο σημερινός άνθρωπος άξιος της μοίρας του είναι και μοναδικός υπεύθυνος, όταν τα τόσα εφόδια που μπορεί να βρει δεν τα χρησιμοποιεί για να αλλάξει την προαιώνια μοίρα του...

Ο πρώτος μου δάσκαλος ήταν ο πατέρας. Αυτός μου πρωτόδειξε τυπωμένα τα γράμματα, αρχίζοντας βέβαια απ' τα πιο εύκολα, και μ' έμαθε να τα προφέρω, να τα συλλαβίζω. Αλλά εκείνο που του χρωστάω περισσότερο είναι πως πήρε με το δουλευτάρικο, τριχωτό χέρι του το δικό μου το άμαθο, το δισταχτικό και με δίδαξε πως να γράφω. [...]

Δε μάθαιναν πολλά γράμματα στον καιρό του· πολλοί μάλιστα, της ίδιας ηλικίας μ' αυτόν, δεν ήξεραν ούτε να βάλουν την υπογραφή τους. Κι όταν τους πήραν αργότερα στο στρατιωτικό ή όποτε παρουσιάζονταν στο δικαστήριο, δήλωναν σαν το φυσικότερο πράμα: αγράμματος.


Οι δάσκαλοι τότε ήταν σπάνιο δείγμα, κι αν έβγαινε κάπου κάπου κανένας, δε θα 'ρχόταν να φάει ψωμί στα δικά μας φτωχοχώρια, σ' εκείνο το έρμο καυκί ανάμεσα Τζουμέρκου και Ξεροβουνιού, που έχει κατακάτσει φαίνεται από παμπάλαιη καθίζηση, για να τυρρανιούνται από γεννητάτη φτώχεια οι κάτοικοι του.

[Γιώργος Κοτζιούλας, Άπαντα, απόσπασμα από το αφήγημα «Από μικρός στα γράμματα», Δίφρος]


Κάποια από τα βιβλία του:

Αποτέλεσμα εικόνας για γιωργος Κοτζιούλας βινλιαΑποτέλεσμα εικόνας για γιωργος Κοτζιούλας βινλιαΑποτέλεσμα εικόνας για γιωργος Κοτζιούλας βινλια

Αποτέλεσμα εικόνας για γιωργος Κοτζιούλας βινλιαΑποτέλεσμα εικόνας για γιωργος Κοτζιούλας βινλιαΑποτέλεσμα εικόνας για γιωργος Κοτζιούλας βινλια
                      


Αποτέλεσμα εικόνας για γιωργος Κοτζιούλας βινλιαΑποτέλεσμα εικόνας για γιωργος Κοτζιούλας βινλιαΑποτέλεσμα εικόνας για γιωργος Κοτζιούλας βινλια


Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2021

Το ραδιόφωνο






Απόγευμα ήταν. Είχε πέσει το σκοτάδι. Χειμώνας δηλαδή. Η μητέρα κρατούσε τα δύο αγόρια της από το χέρι. Μπήκαν σ' ένα παιχνιδάδικο, από αυτά τα κλασσικά της δεκαετίας του '80. Τα συνοικιακά. Τι άλλο να είχαν ζητήσει τα μικρά αγοράκια; Αυτοκινητάκια! Τα σιδερένια πολύχρωμα αυτοκινητάκια που τα έστηναν στη σειρά πάνω στο χαλί στο παιδικό δωμάτιο δημιουργώντας κυκλοφοριακό κομφούζιο! Το χαλί αυτό είχε μερικές ωραίες ίσιες γραμμές που με τη φαντασία τους τα δύο αδέρφια τις μετέτρεπαν σε μεγάλους δρόμους! Βγήκαν από το μικρό μαγαζάκι και συνέχισαν το δρόμο τους προς το σπίτι! Σύνορα Παγκρατίου με Καισαριανή. Οδός Σκοπευτηρίου. Η ταμπέλα στο τέλος του δρόμου έγραφε «Το θυσιαστήριο της Λευτεριάς». Κάτι πρέπει να είχε συμβεί παλιότερα σε αυτό το πάρκο που περνούσαν τις ώρες του παιχνιδιού τους τα δυο αδέρφια... Αργότερα θα μάθαιναν
.

Ας το αφήσουμε τώρα αυτό. Η μητέρα με τα παιδιά πλησίαζαν στο σπίτι. Ξαφνικά σταμάτησαν και η μητέρα τα κοίταξε και τους είπε: Ακούστε παιδιά, τώρα που θα γυρίσουμε σπίτι αν ο μπαμπάς δεν έχει καταφέρει να αγοράσει το ραδιόφωνο να του πείτε «Mπαμπά, δεν πειράζει, θα το αγοράσεις την επόμενη φορά...» Πρέπει να ήταν κάτι πολύ σημαντικό αυτό το ραδιόφωνο για τον πατέρα. Και για τη μητέρα! 

Πάντα στο σπίτι μας έπαιζε μουσική από το ραδιόφωνο. Από ένα μικρό τρανζιστοράκι και ένα μαύρο παλιό ραδιόφωνο. Αυτό το τελευταίο το θυμάμαι αμυδρά. Πως να ήταν αυτό το καινούριο ραδιόφωνο; Και γιατί μπορεί να μην κατάφερνε να το πάρει; Ο λόγος ήταν προφανής! Άλλες εποχές... «Εντάξει μαμά, θα του το πούμε». Στο δρόμο πρέπει να είχα πέσει σε μεγάλη περισυλλογή και αγωνία για το αν θα τα είχε καταφέρει ο μπαμπάς! Πλησιάζαμε και η σκέψη του επικείμενου αραδιάσματος των παλιών αυτοκινήτων με τα καινούρια και η δημιουργία ενός ακόμα μποτιλιαρίσματος και μιας μεγάλης κίνησης στο παιδικό δωμάτιο υποχωρούσε μπροστά στην αγωνία για το ραδιόφωνο.

Η πόρτα του μικρού διαμερίσματος της Καισαριανής άνοιξε! Πρώτα το κλασσικό μικρό ανήλιαγο χολ και μετά το σαλόνι. Και ξάφνου, ο πατέρας σκυμμένος μπροστά σ' ένα μεγάλο για τα μάτια των παιδιών εκείνης της εποχής ραδιοκασετόφωνο να μας δείχνει με το δάχτυλο στο στόμα να κάνουμε ησυχία! Αντέγραφε τραγούδια από το ραδιόφωνο! Άλλο πάλι και τούτο! Και μάλιστα ένα τραγούδι ενός ανθρώπου που έμενε λίγα τετράγωνα πιο πέρα! Καισαριανιώτης κι αυτός! Ο Αντώνης Καλογιάννης που έφυγε πριν δυο μέρες από τη ζωή! Θα μου πεις που το θυμάσαι εσύ; Μας κοροϊδεύεις; Ε, μπορεί και να μην αντέγραφε Καλογιάννη αλλά εμένα έτσι με βολεύει! Παγκόσμια μέρα ραδιοφώνου σήμερα, Καισαριανή, Καλογιάννης... Ποιητική αδεία λοιπόν! Όλα τα άλλα είναι αληθινά. Επιτρέψτε μου μια μικρή φαντασιοπληξία. Έτσι κι αλλιώς, είτε εκείνη τη στιγμή είτε άλλη, τον τεράστιο αυτόν τραγουδιστή από το ραδιόφωνο τον έμαθα και οικογενειακώς τον αγαπούσαμε! 

Από τότε λοιπόν αυτό το ασημί ραδιόφωνο μας ακολουθούσε όλες τις ώρες, όλα τα απογεύματα στο μικρό σπιτάκι της Καισαριανής, τα πρωινά και τα βράδια του Σαββάτου, τα μεσημέρια της Κυριακής όταν ακούγαμε αυτές τις αμφιβόλου τεχνικής ποιότητας αναμεταδόσεις και περιγραφές ποδοσφαιρικών αγώνων. Λες και άκουγες τους αστροναύτες να επικοινωνούν από το φεγγάρι με τη βάση τους στη γη! Μας ακολούθησε και στα επόμενά μας σπίτια! Εκεί μας έβαζε ο πατέρας να απαγγέλουμε ποιηματάκια που μαθαίναμε στο σχολείο και μετά να ακούμε τη φωνή μας! Δεν υπήρχαν κάμερες τότε! Εκεί άκουσα χιλιάδες ώρες μουσικής αργότερα στην εφηβεία από κασέτες που αντέγραφα κι εγώ από το ράδιο! Από αυτό αγάπησα κι εγώ το ραδιόφωνο! Και μέχρι σήμερα, και σε όλα τα σπίτια που έχω μείνει, είναι αυτή η μία, και τόσο όμορφη παρέα μου... 

Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2021

Ο συλλέκτης





Ο συλλέκτης είναι «τρελός». Και ο συλλέκτης παλιών βιβλίων ακόμα πιο «τρελός»! Δεν του φτάνουν οι χιλιάδες ιστορίες που έχει διαβάσει, τα άπειρα βιβλία που κυκλοφορούν, οι προθήκες, οι πάγκοι και τα ράφια των βιβλιοπωλείων που ξεχειλίζουν και τον φτάνουν στα πρόθυρα της τρέλας, της ματαιότητας και του «άγχους» του ρολογιού της ζωής που κυλά αντίστροφα και δεν θα προλάβει να τα καταβροχθίσει κι αυτά και τα άλλα και κάποια ακόμα. Ελληνικά, σπανιόλικα, λατινοαμερικάνικα, αμερικάνικα, ιταλικά, γαλλικά, ανατολίτικα... «Πρέπει» τώρα να ψάχνει και στα παλαιοβιβλιοπωλεία! Για αυτά τα παλιά διαμαντάκια, που είτε τυχαία ανακαλύπτει στις βόλτες του εκεί, είτε γνωρίζει την ύπαρξή τους και ψάχνει απελπισμένα μήνες και χρόνια να τα βρει! Κυκλοφορεί στη Σόλωνος, στην Ιπποκράτους, στην Ασκληπιού. Σε αυτό τον μαγικό κήπο των Ιδεών! Κάποιες φορές φτάνει μέχρι το Μοναστηράκι και τη Βικτώρια! Πηγαίνει και ξαναπηγαίνει στα ίδια ισόγεια και ημιυπόγεια μαγαζάκια, αφήνει από 'δω κι από 'κει το τηλέφωνό του μήπως και κάποια στιγμή πέσει στα χέρια του παλαιοβιβλιοπώλη αυτό το βιβλίο που ψάχνει. Και κάποια στιγμή όταν βρίσκει αυτό για το οποίο καιγόταν, αφού είχε χάσει κάθε ελπίδα πια, αισθάνεται όπως όλοι αυτοί που έχουν νιώσει  το μυρμήγκιασμα σε όλο τους το σώμα μόλις συναντούν αυτό που αναζητούν... Μπορεί το βιβλίο αυτό να μην εκτιμήθηκε από τους κληρονόμους του παλιού του κατόχου, να μην είχε καν κληρονόμους και να πετάχτηκε στα σκουπίδια, να πήγαινε για πολτοποίηση και να σώθηκε την τελευταία στιγμή, αλλά η περιπέτειά του τελείωσε και θα βρει πάλι μια θέση σε ένα ράφι αφού ξεφυλλιστεί και διαβαστεί! Είναι τυχερό, όπως και ο καινούριος του φίλος! Κάποιο άλλο όμως μπορεί να εξακολουθήσει να μένει στη βιτρίνα μέχρι να βρεθεί το χέρι που θα μπορεί να ανταποκριθεί στην τιμή που όρισε ο πωλητής του. Δυστυχώς για το σεβντά αυτού, που δεν του έφταναν  τα χρήματα να το πάρει στα χέρια του. Κι αυτό όλο μέχρι και ο τελευταίος άνθρωπος να μπορεί να πιάνει, να ξεφυλλίζει και να διαβάζει όποιο βιβλίο επιθυμεί! Και η γνώση και η ανάγνωση να είναι χαρά και προνόμιο για όλες και όλους σε αυτό τον πλανήτη...

Μπουκτοξίκ
8:45 π.μ. Αρχές Αυγούστου

Η Σόλωνος ήταν άδεια από κόσμο, η Χ. Τρικούπη επίσης. Οι καταστηματάρχες άνοιγαν τα μαγαζιά τους. Γυρνούσα χωρίς σκοπό, τουλάχιστον έτσι έδειχνα. Λίγο πιο κάτω προς την Ακαδημίας και επί της Τρικούπη ένας τοξικομανής είχε πιάσει το πόστο του για «τράκα». Τον παρατηρούσα. Μια μπαντάνα έδενε το αραιό μακρύ μαλλί του. Ηλικία γύρω στα τριάντα. Σπασμένο πρόσωπο και κοκαλιάρης. Τα χέρια του ήταν τυλιγμένα σε κομποσκοίνια. Του έλειπαν αρκετά δόντια. Τον παρατηρούσα για να σκοτώσω την ώρα μου. Στην τσέπη μου είχα ένα χαρτάκι που επιμελώς είχα καταγράψει τους τίτλους των βιβλίων που ήθελα, ως συνήθως. Το ξανακοίταξα. Και τα τρία σπάνια, σπανιότατα θα 'λεγα. Σε όλα τα γνωστά βιβλιοστέκια τζίφος το σαφάρι. Με ξέρουν από μικρό, μαζεύω βιβλία για το Δημοκρατικό Στρατό. Έχω χάσει ώρες σε αυτά τα βιβλιοστέκια ψάχνοντας. Οι περισσότεροι βιβλιοπώλες γνωρίζουν τις αναζητήσεις μου, ενίοτε και τις περιπλανήσεις μου. Σίγουρα μόλις βγαίνω από το βιβλιοπωλείο τους όλο και κάποιος εκ των ιδιοκτητών θα έχει σχολιάσει «Ε, ρε τρέλα, ο άνθρωπος!» Δεν υπάρχει περίπτωση να μην έχει σχολιαστεί η φιγούρα μου. Κάποιοι με συμπονούν, άλλοι κρατάν εμπορική επαφή. Και μια φιλότιμη μειοψηφία έχει τρέξει πραγματικά γι' αυτήν την υπόθεση  που αφορά ένα δικό μου σχέδιο. Αόριστο γι' αυτούς, ωσότου ολοκληρωθεί και δουν τον καρπό των κόπων μου.

Όπως και να 'χει, καθόμουν και περίμενα στη Χ. Τρικούπη. Το βιβλιοπωλείο που περίμενα να περάσω το κατώφλι του είχε ανοίξει. Ο γλυκύτατος υπάλληλος ήδη έκανε την προετοιμασία του ανοίγματος. Έβγαλα το χαρτάκι, τον καλημέρισα και του το έτεινα. Χωρίς να με καλημερίσει, το κοίταξε, σκέφτηκε για λίγο, άφησε να πλανώνται τρία συνεχόμενα «τσου» και συνέχισε την προετοιμασία. Ποιος ξέρει τι σκεφτόταν για μένα! Στον ύπνο του βλέπει τα βιβλία ο άνθρωπος καλοκαιριάτικα; Με την τσίμπλα στο μάτι ο πούστης; 

Αδιαφορώ για το τι μπορεί να σκέφτονται για μένα. Αδιαφορώ και όταν κάποιοι δεν είναι ευγενικοί. Αδιαφορώ ακόμα και γι' αυτούς που δεν με γουστάρουν όταν πασπατεύω τα βιβλία στα ράφια για ώρες, ψάχνοντας κάθε φορά αυτό που θέλω. Δεν μου καίγεται καρφάκι με την τσαντίλα τους όταν επικαλούμαι, μπροστά σε πελάτες, τη φτώχεια μου για να μειώσω τις τιμές μεταχειρισμένων ή ταλαιπωρημένων βιβλίων. Και το χειρότερο; Φαίνονται ταληροφάηδες μπροστά σε πελάτες, ενώ εγώ περνιέμαι για σύγχρονος Μέλιος και κερδίζω τη συμπάθεια. Ένας λουντεμικός ήρωας που θέλει βιβλία, τα αγαπά, αλλά του τα αρνιούνται κάτι παλιέμπορες. Παλεύω για αυτά που αναζητώ και με κατανοούν μόνο όσοι άνθρωποι έχουν περάσει στη «δική μας πλευρά», έστω και μια φορά στη ζωή τους. Όλοι αυτοί δηλαδή που έχουν νιώσει το μυρμήγκιασμα σε όλο τους το σώμα μόλις συναντούν αυτό που αναζητούν. Είμαι εξαρτημένος από αυτό το μυρμήγκιασμα, δεν ντρέπομαι να το δηλώσω. Ας συνεχίσουμε.

Καθώς έβγαινα από το βιβλιοπωλείο, λοιπόν, το μάτι μου έπεσε πάνω σε μια ντάνα παλιών βιβλίων που ήδη ο γλυκύτατος υπάλληλος «φόρτωνε» σε μια εσωτερική βιτρίνα. Ήταν ένα από αυτά που ήθελα να έχω στη βιβλιοθήκη μου, ανεξαρτήτως σχεδίου και σκοπού. ήταν το «Η προδομένη επανάσταση 1941-1944», του Δημήτρη Βλαντά, υπουργού στην Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση και μέλος του Πολιτικού Γραφείου από το 1947. Παναγιά μου και Θεέ μου! Ημερομηνία έκδοσης 1977 και η κατάσταση του βιβλίο άθικτη.

«Πόσο έχει;», τον ρώτησα ενώ είχα δει το μικρό αυτοκολλητάκι με την τιμή.

«Πενήντα», μου λέει κοφτά, ενώ συνέχισε να φορτώνει τη βιτρίνα. Ξέρουμε κι οι δύο ότι πρόκειται για σπάνιο βιβλίο.

«Τι πενήντα;». διαμαρτυρήθηκα.

«Πενήντα...» Δεν πρόλαβε να τελειώσει και τον διέκοψα μέσα στη φούρια μου. «Για 400 σελίδες βιβλίο, ψιλοκιτρινισμένο, πενήντα;»

«Πενήντα...αλλά...», κοντοστάθηκε λίγο, με κοιτά όπως ακριβώς κοιτούσα εγώ λίγο πριν τον πρεζάκια . «Αλλά Βλαντάς», συμπληρώνει με νόημα. Με Βήτα κεφαλαίο. Με Βήτα βαρύ σαν φάπα. Βλαντάς. Γεμίζει το στόμα. Μάζεψε τα και ξανάλα για «Βλαντά», σαν να έλεγε η ματιά του. Ανεβασμένες τιμές ανεβασμένες αποδόσεις...

Βγήκα έξω, η Χ. Τρικούπη είχε αρχίσει να γεμίζει με κόσμο. Ο πρεζάκιας είχε περάσει απέναντι, ήταν έξω από το σούπερ μάρκετ και «τράκαρε» δύο γριούλες. Πέρασα απέναντι έβγαλα πέντε ευρώ σε ψιλά και τα 'δωσα.

«Ωωωωραίος», πρόλαβε να πει ο τυπάς, γουρλώνοντας στη θέα των ευρώ στη χούφτα του.

«Ο Ιησούς Χριστός να σε έχει καλά» είπε κάνοντας απανωτές υποκλίσεις.

«Και 'σένα ο Δημήτρης Βλαντάς», ανταπαντάω.

«ΕΛΑ ΜΩΡΗ ΑΕΚΑΡΑ», Φώναξε έτσι, για να δείξει οικειότητα ή μπορεί και να με είχε θυμηθεί από γήπεδο.

Συνέχισα προς Ακαδημίας νευριασμένος και με ένα μυρμήγκιασμα που δεν ήταν δικό μου.

Γ. Φ. Καλόγερος

Πηγή: Περιοδικό HUMBA, τεύχος 17, φθινόπωρο 2014