Η λίστα ιστολογίων μου

Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2022

Χιλή, 11 Σεπτεμβρίου 1973...




Στον βασανισμένο λαό της Χιλής, σε όσες κι όσους πάλεψαν το θηρίο...


Σαντιάγο της Χιλής, Προεδρικό Μέγαρο, Σεπτέμβριος του 1973. 

Δεν γνωρίζουμε το όνομα του φωτογράφου. Είναι η τελευταία εικόνα του Σαλβαδόρ Αλιέντε: φοράει κράνος, βαδίζει με το όπλο στο χέρι, κοιτάζει τον ουρανό, τα αεροπλάνα ρίχνουν βόμβες.

Ο πρόεδρος της Χιλής, εκλεγμένος με ελεύθερες εκλογές, είχε πει:

«Δεν θα βγω ζωντανός από εδώ μέσα.»

Στην ιστορία της Λατινικής Αμερικής, είναι μια φράση ρουτίνας: την έχουν προφέρει πολλοί πρόεδροι που, την ώρα της αλήθειας, προτιμούν να επιβιώσουν, για να εξακολουθούν να τη λένε.

Ο Αλιέντε δεν βγήκε ζωντανός από εκεί.

Εντουάρντο Γκαλεάνο: Καθρέφτες, μια σχεδόν παγκόσμια ιστορία


Κι ενώ όλη η κυρίαρχη προπαγάνδα, μέρα που είναι, θα ασχολείται με τη «μέρα που άλλαξε τον κόσμο», τα «φύλλα» θυμίζουν ότι η 11η Σεπτεμβρίου του 1973 είναι η μέρα που άλλαξε τη μοίρα του περήφανου λαϊκού  κόσμου της Χιλής. Απαγωγές, βασανιστήρια, φρικτές δολοφονίες, εξαφανίσεις, γεμάτα γήπεδα με χιλιάδες κρατούμενους, εξορίες, φυλακές, θαμμένα πτώματα στην έρημο Ατακάμα που ακόμα και σήμερα οι μανάδες ψάχνουν και κοσκινίζουν το χώμα για να βρουν απομεινάρια από τα κόκαλα των παιδιών τους. Κι όλα αυτά με την ευγενική χορηγία αυτών που σήμερα μονοπωλούν την Ιστορία... Μέσα σε όλα αυτά όμως υπάρχει και η άλλη πλευρά της Αντίστασης αυτού του θαυμαστού κόσμου... Όπως η ιστορία της μελαχρινής και της ξανθιάς... Όλων αυτών των υπέροχων γυναικών και αντρών που φώτισε ο μεγάλος συγγραφέας της Χιλής Λουίς Σεπούλβεδα με την εξαιρετική του πένα και τη μεγάλη του ανθρωπιά...


Τις βλέπω να περνούν στους δρόμους της Βενετίας, και κάνω δύο βήματα μπρος ή πίσω για να τις δω καλύτερα, για να τις χορτάσω, γιατί είναι όμορφες και γεμίζουν το φθινοπωρινό βράδυ με αυτή την ξεχωριστή ομορφιά που χαρίζουν τα σαράντα πέντε χρόνια τους - μια ομορφιά που ωρίμασε μέσα σε χαρές και βάσανα. μέσα σε έρωτες που ρουφήχτηκαν μέχρι την τελευταία γουλιά, και μέσα σε ταραχές που ποτέ δε σβήνουν.

Δε γνωρίστηκαν ούτε σε κάποιο πάρκο ούτε σε κάποιο χορό, αλλά στα μπουντρούμια ενός ζοφερού στρατοπέδου που λέγεται Βίλα Γκριμάλντι και κατέχει δικαιωματικά περίοπτη θέση στο διεθνή κατάλογο της φρίκης και της ατιμίας. 

Ήταν νύχτα στο Σαντιάγο της Χιλής όταν έσυραν τη μελαχρινή έξω από το σπίτι της, τη χτύπησαν για να την αποσπάσουν απ' το γιο της, την έσπρωξαν να μπει σ' ένα αυτοκίνητο χωρίς πινακίδες, και μ' ένα τσιρότο εξαφάνισαν τον κόσμο από τα μάτια της.

Σήμερα, η μελαχρινή κοιτάζει τον ήλιο που καθρεφτίζεται στα κανάλια, και χαμογελά

Ήταν νύχτα στο Σαντιάγο της Χιλής όταν έσυραν την ξανθιά έξω απ' το σπίτι της, τη χτύπησαν για να την αποσπάσουν απ' το γιο της και τη φωτογραφία του δολοφονημένου άντρα της, την έσπρωξαν να μπει σ' ένα αυτοκίνητο χωρίς πινακίδες και μ' ένα τσιρότο εξαφάνισαν τον κόσμο από τα μάτια της.

Σήμερα, η ξανθιά κοιτάζει τα περιστέρια στην Πλατεία Αγίου Μάρκου και χαμογελά.

Δεν ήταν ούτε νύχτα ούτε μέρα όταν η μελαχρινή, γυμνή και τρέμοντας μετά τις πρώτες ανακρίσεις, σήκωσε ελαφρά το πανί που ήταν δεμένο στα μάτια της. Χρόνος νεκρός. Χρόνος αμέτρητος. Είναι γεμάτη μελανιές απ' τα χτυπήματα, καψίματα απ' τα ηλεκτρόδια. Τότε, δαγκώνει τα χείλια και μ' όλη την αγάπη του κόσμου μουρμουρίζει: « Δε θα μιλήσω, δε θα τους πω τίποτα, δε με νίκησαν».

Δεν ήταν ούτε νύχτα ούτε μέρα όταν η ξανθιά, γυμνή και τρέμοντας μετά τις πρώτες ανακρίσεις, σήκωσε ελαφρά το πανί που ήταν δεμένο στα μάτια της. Χρόνος νεκρός. Χρόνος αμέτρητος. Είναι γεμάτη σημάδια από τις μπότες, απ' το ηλεκτρικό βούνευρο. Τότε, δαγκώνει τα χείλια και μ' όλη την αγάπη του κόσμου μουρμουρίζει: « Δε θα μιλήσω, δε θα τους πω τίποτα, δε με νίκησαν».

Βέβαια, έκλαψαν κι οι δύο - για λίγο, γιατί οι ένδοξες γυναίκες της γενιάς μου και της Ιστορίας μου δεν αφήνουν τον πόνο να επιβληθεί σ' αυτά που έπρεπε να κάνουν: να οργανώσουν τη σιωπή, να μπερδέψουν την ένστολη αλητεία, ν' αντισταθούν.

Όταν ιδώθηκαν για πρώτη φορά κάτω απ' τον ισχυρότατο ήλιο των είκοσι πέντε βατ που φώτιζε περιοδικά το κελί, αγκαλιάστηκαν για να ζεσταθούν, κι αφού η μία περιποιήθηκε τις πληγές της άλλης, πέρασαν στην ανταλλαγή πληροφοριών για ό,τι είχαν προλάβει να δουν. «Πρέπει να 'μαστε σ' αυτό το μέρος», «Είδα να βγάζουν έξω δύο συντρόφισσες που δε σάλευαν», «Μην πιεις νερό μετά το ηλεκτρικό βούνευρο».

Απ' το «ματάκι» της πόρτας, οι δήμιοι τις έβλεπαν και τις νόμιζαν πεσμένες, και τις νόμιζαν χαμένες. Φουκαράδες! Πού να φανταστούν ότι αυτά τα δύο σώματα ήταν ένα πυρήνας Αντίστασης!

Σήμερα, θυμούνται πως κουβέντιαζαν και γι' άλλα πράγματα: «Σου 'τρεξε το ρίμελ» είπε η μελαχρινή, χαϊδεύοντας τα μαυρισμένα μάτια της ξανθιάς, «Χάλια είναι το κοκκινάδι σου» είπε η ξανθιά, χαϊδεύοντας τα χείλια της μελαχρινής. 

Ταξίδευαν απ' το κελί τους, κι ανάμεσα σε δύο βασανιστήρια, επισκέφτηκαν τη Ρώμη, το Λονδίνο, το Τολέδο, το Σάο Πάολο. Τραγούδησαν τραγούδια του Σερά και της Βιολέτα Πάρα. Απάγγειλαν ποιήματα του Νερούδα και του Αντόνιο Ματσιάδο. Μαγείρεψαν με συστατικά ευτυχισμένων αναμνήσεων. Η μελαχρινή ήταν ποιήτρια κι ήθελε να γίνει σπουδαία ποιήτρια. Η ξανθιά ήταν δημοσιογράφος κι ήθελε να γίνει σπουδαία δημοσιογράφος. 

Σήμερα, η Κάρμεν Γιάνιες, η μελαχρινή, βλέπει τα ποιήματά της να δημοσιεύονται στην Ισπανία, τη Γερμανία, τη Σουηδία και την Ιταλία, και η Μάρσια Σκαμτελμπέρι, η ξανθιά, βλέπει τα άρθρα της να δημοσιεύονται σε πολλές γλώσσες.

Τις βλέπω να βαδίζουν (τι όμορφες που είναι!), κάνω ένα βήμα μπρος ή πίσω, και κάθε φορά μου φαίνονται όλο και πιο όμορφες, καθώς τα περιστέρια πιάνουν να πετούν στο πέρασμά τους και να γράφουν στον ουρανό «Γεια σας συντρόφισσες!» [...]. Εκείνες χαμογελούν και θυμούνται πως ένας ένστολος σατράπης της Βίλα Γκριμάλντι τις έλεγε «πουτάνες της άκρας αριστεράς» όταν του εξαντλούνταν το ρεπερτόριο με στρατιωτικές βρισιές.

Η μελαχρινή και η ξανθιά. Η Κάρμεν και η Μάρσια. Να τες: βαδίζουν με τη σίγουρη περπατησιά τους και την περηφάνια αυτού που τα 'παιξε όλα. Αυτά τα σώματα μιλούν γι' αγάπη, φυλάνε την αγάπη μην πέσει. Αυτά τα χείλια που σε προκαλούν να τα φιλήσεις, γόγγυξαν, αλλά δεν είπαν ούτε ένα όνομα ανθρώπου, δέντρου, ποταμού, βουνού, δάσους , δρόμου, λουλουδιού. Δεν είπαν τίποτα που θα μπορούσε να οδηγήσει κάπου τους δήμιους. Κι αυτά τα μάτια που λούζονται στο φως και φωτίζουν, έκλαψαν με αξιοπρέπεια τους νεκρούς μας. 

Ολάνθιστες μινιφορούσες της δεκαετίας του '70 που αναστάτωναν τις αίθουσες διδασκαλίας και τα ήθη, ανατροπείς του έρωτα και των ιδεολογιών, συντρόφισσες της ψυχής και της ελπίδας, με τι καμάρι σας κοιτάζω να περνάτε!

[Το διήγημα «Η ΜΕΛΑΧΡΙΝΗ ΚΑΙ Η ΞΑΝΘΙΑ» βρίσκεται στο εξαιρετικο, ίσως το καλύτερο βιβλίο συλλογής διηγημάτων του Λουίς Σεπούλβεδα, «Χρονικά του περιθωρίου» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «opera», σε μετάφραση πάντα του Αχιλλέα Κυριακίδη.






Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2022

Αυγουστιάτικος απολογισμός...




Ανάμεσα σε λιόδεντρα, άπειρα λιόδεντρα, κυπαρίσσια, ροδιές παραφορτωμένες, πεύκα, αγριοφυστικιές κι αμυγδαλιές, συκιές με το ζαχαρένιο καρπό τους, κι άλλα πολλά πολλά δέντρα και περιβόλια με κάθε είδους ποτιστικά, περικυκλωμένος από ορεινά χωριά, άλλα σκαρφαλωμένα σε μεγάλα ύψη να σε κυκλώνουν, άλλα χωμένα στις πιο απίθανες χαράδρες, όλα όμως χτισμένα εκεί για το φόβο των πειρατών, ξυπνώντας «αγανακτισμένος» από τον κόκορα, κι αργότερα από το ρυθμικό, τρελό, απροσάρμοστο σε νόρμες τραγούδι των μικρών πουλιών που τρύπωναν και ξετρύπωναν στα κεραμίδια σε απόσταση αναπνοής από το παράθυρο, συναντώντας στις διαδρομές προς τα ορεινά χωριά πέρδικες, μικρές αλεπουδίτσες, λαγούς, γνωρίζοντας ωραίους ανθρώπους, κι άλλοτε με τη μοναδική παρέα μιας υπέροχης σκυλίτσας και μικρών και μεγάλων γατιών, μέσα σε όλη αυτή την ομορφιά λοιπόν, σε αυτή τη χαρά της ζωής αλλά και με το μυαλό να τριγυρνάει στα άσχημα μαντάτα του ζόφου που ζούμε σε αυτό τον τόπο, στην πόλη μου, στη γειτονιά και στην πλατεία μου στο κέντρο της Αθήνας που λεηλατείται από τους μονάρχες που μας εξουσιάζουν, κατάφερα να ανατρέξω σε σελίδες και φύλλα βιβλίων, όχι τόσο ως προσωπική διασκέδαση, μα από ένα πείσμα να ατσαλώσω τις πεποιθήσεις μου ακόμα πιο πολύ, να συσσωρεύσω καινούρια ιστορική και πολιτική πείρα. Όχι, δεν διάβασα για διασκέδαση... Γιατί όπως έγραψε κι ο γνωστός φιλόσοφος: Μισώ τους τεμπέληδες που διαβάζουν... Κι ας έχω υπάρξει και εξακολουθώ να υπάρχω κι εγώ τεμπέλης που και που...! 

Έτσι λοπόν περιπλανήθηκα, μέσω του συγκλονιστικού βιβλίου του Kemal Yaltsin, Μια προίκα αμανάτι, στις φτωχές και προσφυγικές περιοχές της Αθήνας, σε προσφυγοχώρια της κεντρικής Μακεδονίας και στα αντίστοιχα προσφυγοχώρια της Μικράς Ασίας. Κι ακόμα φτάνει στ' αυτιά μου η απελπισμένη ερώτηση Ρωμιών και χριστιανών από τη μια μεριά και  μουσουλμάνων και Τούρκων από την άλλη, των ανταλλάξιμων της αθλιότητας του ιμπεριαλισμού των κρατών, να αναρωτιούνται: Γιατί, γιατί; Ζούσαμε σαν αδέρφια...Τριγύρισα στους σκονισμένους δρόμους της Αθήνας στις αρχές του εικοστού αιώνα με το βιβλίο,  Δρόμος 100 μέτρων, του ακούραστου εργάτη των ελληνικών γραμμάτων Πέτρου Χάρη. Ταξίδεψα μέχρι τη νεοσύστατη Σοβιετική Ένωση για να γνωρίσω τον πρώτο δάσκαλο του ενός παγωμένου και απομονωμένου χωριού σε ένα άγνωστο μέρος κάπου στο Κιργιστάν. Την «επιβολή» από την σοβιετική εξουσία της υποχρεωτικής εκπαίδευσης των μικρών παιδιών για να προσπαθήσει αυτός ο λαός να ξεφύγει από την αμορφωσιά και τη μοιρολατρία που τους επέβαλε το τσαρικό καθεστώς, για να ξημερώσουν καλύτερες μερες! Γύρισα στην πατρική και μητρική γη και περιηγήθηκα στις ροοκρήνες της Αρκαδίας. «Γεύτηκα» το νερό τους, θαύμασα την αρχιτεκτονική τους, έμαθα για τους τεχνίτες που τις κατασκεύασαν, έμαθα την ιστορία τους, στάθηκα να ξαποστάσω στη δροσιά των πλατανιών τους! Ξανά, επέστρεψα στη μεγάλη πατρίδα του Τσίνγκίζ Αϊτμάτοφ, για να διαβάσω αυτή τη φορά, τη βοήθεια που πρόσφεραν οι μικροί κάτοικοι ενός «ίδιου» χωριού με το προηγούμενο, οργώνοντας και σπέρνοντας με τα άλογα τους στάρι για να τρέφονται οι πατεράδες τους, οι στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού, που πολεμούσαν το ναζιστικό φίδι! Γαλήνεψα διαβάζοντας τους Πεζούς Ρυθμούς του Ζαχαρία Παπαντωνίου! Μετά από μια επίσκεψη σ' ένα λαογραφικό μουσείο ενός απομονωμένου χωριού στο βορειότερο σημείο του νησιού του βόρειου Αιγαίου που παραθέρισα, συνάντησα τον Κυριάκο Κεφαλονίκα που, με το μισό του ποδάρι, μας διηγήθηκε όλη τη δύσκολη πορεία της ζωής του σε αυτή την απόμερη γωνιά του χάρτη. Η τύχη και ένας καλός άνθρωπος που αγαπά τον τόπο του με έφερε να τον γνωρίσω κι από κοντά στα ενενήντα πέντε του χρόνια! Ξανά, πέρασα στις απέναντι ακτές με τη Διδώ Σωτηρίου και τους νεκρούς της που περιμένουν, εκεί που ο Τούρκος Μπέης κι ο Έλληνας κοτσαμπάσης έχτισαν την εκμετάλλευση του μουσουλμάνου και του Ρωμιού φτωχού σε συνεργασία και πλούτιζαν. Εκεί που οι εθνικισμοί διέλυσαν τα πάντα κι έκαναν εκατομμύρια ανθρώπους κι απ' τις δύο πλευρές να υποφέρουν. Πήρα στα χέρια μου Το διαβατήριο, αυτού του γλυκού στα μάτια μου παππούλη, του Αντώνη Σαμαράκη, που με τόση λεπτότητα στηλίτευσε την εποχή του! Και τέλος μπήκα Στα χρόνια της θύελλας, στα χρόνια του '30 και του '40, που ο φτωχός λαός που είχε αξιοπρέπεια αντιστάθηκε και το πληρωσε και τ' αποβράσματα της κοινωνίας που συνεργάστηκαν με τον ναζί κατακτητή επιβραβεύτηκαν. Αυτοί ήταν οι κόσμοι που περιπλανήθηκα και νιώθω γι' αυτό πολύ τυχερός...

-Kemal Yaltsin: Μια προίκα αμανάτι
-Πέτρος Χάρης: Δρόμος 100 μέτρων
-Τσινγκίζ Αϊτμάτοφ: Ο πρώτος δάσκαλος
-Αργύρης Πετρονώτης: Οι ροοκρήνες της Αρκαδίας
-Τσινγκίζ Αϊτμάτοφ: Οι πρώτοι γερανοί
-Ζαχαρίας Παπαντωνίου: Πεζοί ρυθμοί
-Μέλη Βυζανιάρη Τσακού: Με μισό ποδάρι.
-Διδώ Σωτηρίου: Οι νεκροί περιμένουν
-Αντώνης Σαμαράκης: Το διαβατήριο
-Δημήτρης Ρήττας: Στα χρόνια της θύελλας

Παρασκευή 5 Αυγούστου 2022

Θάλασσα, θάλασσα, γιάτρεψέ μας θάλασσα...





Α! Θάλασσα μου πάρε με και σαν πριν και σκέπασέ με

Τα πνεύματά σου σήμερα σαν αδερφό με κράζουν

Πάρε με πάλι, μάνα μου γλυκειά κι αγκάλιασέ με

Έτσι που οι μάνες ξέρουνε μονάχα ν' αγκαλιάζουν. 



Αχ! Βγάλε με από τα σπίτια τους τα σκοτεινά, να γίνω

Εκείνο πούμουν μια φορά, παιδί δικό σου, αγνό σου 

Να γίνω πάλι πνεύμα σου, για πάντα πια να μεινω

Ψυχή χαρούμενη μακρυά στο φως το γαλανό σου. 



Οι στίχοι αυτοί είναι το καταληκτικό μέρος άτιλου ποιήματος του μεγάλου λυρικού Πειραιώτη ποιητή Λάμπρου Πορφύρα (1879-1932) από τη συλλογή με τίτλο "Μουσικές φωνές", που εκδόθηκε μετά το θάνατό του. Η αλίευση έγινε από την εξαιρετική σελίδα στο Facebook "Νέα Αθηναϊκή Σχολή". 



Καλό υπόλοιπο καλοκαιριού! Ραντεβού τον Σεπτέμβρη! 



Κυριακή 31 Ιουλίου 2022

Μιλτιάδης Μαλακάσης: Το δάσος



Τώρα, που ακόμα πιο πολύ οι ανίδρωτοι λοτόμοι κούρσεψαν τα δάση για να τα παραδώσουν στο αδηφάγο τέρας του κέρδους, τώρα, που ακόμα πιο πολύ οι ανίδρωτοι λοτόμοι που μας εξουσιάζουν κουρσεύουν τον άνθρωπο, στο βωμό κι αυτός του αδηφάγου τέρατος του κέρδους, τώρα που ο τόπος περνάει ξανά μέρες μαύρες, οι «ιδρωμένοι χτίστες» του κόσμου να βαδίσουμε στο δάσος της ζωής που λαχταράμε... 


Το δάσος που λαχτάριζες
ώσπου να το περάσεις,
τώρα να το ξεχάσεις
διαβάτη αποσπερνέ. 

Μιαν αυγινή, το κούρσεψαν
ανίδρωτοι λοτόμοι,
κι εκεί είναι τώρα δρόμοι
διαβάτη αποσπερνέ.

Το τρίσβαθο αναστέναγμα
που άγγιζε την καρδιά σου
κι έσπασε τα γόνατά σου
δε θα τ' ακούσεις πια,

το πήρανε στα διάπλατα
περίτρομα φτερά τους
και το 'καμαν λαλιά τους
τα νύχτια τα πουλιά.

Και κάτι που βραχνόκραζε
με μια φωνή ανθρώπου,
στο ημέρωμα του τόπου
βουβάθηκε κι αυτό.

Το σιγαλό τραγούδισμα
που σ' έσερνε διαβάτη
σε μαγικό παλάτι
δίχως ελπίδα αυγής,

το πήρανε -για κοίταξε-
στερνή ανατριχίλα
τα πεθαμένα φύλλα
που απόμειναν στη γης.

Κι η άρπα με τον ήχο της
που σε γλυκομεθούσε 
μα κρύφια σου χτυπούσε
θανάτου μουσική,

χάθηκε με την άγγιχτη
που την κρατούσε κόρη,
στα πέλαγα, στα όρη,
να μην ξανακουστεί.

Το δάσος που λαχτάριζες
ώσπου να το περάσεις,
τώρα να το ξεχάσεις
διαβάτη αποσπερνέ,

γεννήκαν νεκροκρέβατα
τ' άγρια δέντρα του τώρα
και θα τα βρεις στη χώρα
διαβάτη αποσπερνέ.

[Μιλτιάδης Μαλακάσης 1869-1943]




Τρίτη 26 Ιουλίου 2022

Μίρκα Γκίνοβα (Ειρήνη Γκίνη), 26 Ιουλίου 1946...




Σας συγχαίρω για την κόρη που γεννήσατε. Αυτή δέχθηκε το θάνατο με το γέλιο στο στόμα, ηρωικά και ψύχραιμα, τραγουδώντας. Όλοι που παραβρεθήκαμε στην περίεργη εκείνη κι άγρια εικόνα τη θαυμάσαμε. Κατά τις 5.30 η ώρα εγώ πλησίασα κοντά της και τη ρώτησα μήπως θέλει τίποτα να γράψει στους γονείς της. Αυτή με κοίταξε ήσυχα και μου είπε: «Εγώ πεθαίνω σαν τίμιος άνθρωπος για κάτι στο οποίο ολοκληρωτικά πιστεύω. Για την καλυτέρευση όχι προσωπικά της δικής μου ζωής, αλλά για τη ζωή όλων των ανθρώπων...». Αυτά αναφέρει ένας από τους φαντάρους του εκτελεστικού αποσπάσματος στο γράμμα προς τον πατέρα της Μίρκα Γκίνοβα.

Πως τα φέρνει η Ιστορία... Δυο χρόνια μετά, την ίδια ακριβώς μέρα που είχε δολοφονηθεί από τα καθάρματα της Γκεστάπο και των ντόπιων συνεργατών τους η ηρωική Ηλέκτρα Αποστόλου, εκτελούταν από τον ελληνικό στρατό η πρώτη γυναίκα. Η σλαβομακεδόνισσα δασκάλα και κομμουνίστρια Μίρκα Γκίνοβα (Ειρήνη Γκίνη). Στο πρόσωπο της συμπυκνωνόταν όλο το ταξικό μίσος του μοναρχοφασιστικού τότε κράτους των Αθηνών. Συμπυκνωνόταν όμως και κάτι άλλο. Το πατριαρχικό μίσος του πως μια γυναίκα τόλμησε και σήκωσε το παραμπέλ της για να χτυπήσει από θέση άμυνας τους διώκτες αυτής και των συντρόφων της. Όλων αυτών των γυναικών και αντρών, του ανθού της νεολαίας εκείνης της εποχής, που κατέλαβαν ξανά τα βουνά, αυτή τη φορά όμως, για να γλιτώσουν τις διώξεις, τις εξορίες, τις φυλακές, τις δολοφονίες και τα βασανιστήρια... Αυτό ήταν αρκετό για να την περιφέρουν σα θήραμα οι μαυροσκούφηδες στην πόλη της Έδεσσας. Η «καλή δασκάλα» όπως την αποκαλούσαν οργανώθηκε στην ΕΠΟΝ, στρατεύτηκε ανταρτοπούλα στον ΕΛΑΣ στο Καϊμακτσαλάν. 

Ήταν Γενάρης του 1939. Απ' το παράθυρο είδα μια κοπέλα 18 περίπου χρονών, σταματημένη στη μέση του δρόμου να κοιτάζει το σπίτι μου μ' ενδιαφέρον. Με είδε. Κι όμως για κάμποσα λεπτά εξακολουθούσε να κοιτάζει χωρίς να μιλά. «Τι θέλεις;» «Δε σας ξέρω - άρχισε. Ομως είδα τα παιδιά σας που γύριζαν απ' το σχολείο και κατάλαβα πως είστε μάνα και θα με νιώστε. Απ' το πρωί γυρίζω στο δρόμο χωρίς να έχω που να σταθώ. Είμαι ένα φτωχό κορίτσι. Από μικρή έχασα τη μάνα μου. Σπουδάζω δασκάλα, εδώ στο διδασκαλείο της Καστοριάς. Μέχρι τώρα με τις οικονομίες μου απ' την καλοκαιριάτικη δουλιά μου στα χωράφια, πλήρωνα κι έμενα στο οικοτροφείο του διδασκαλείου. Από καιρό, γιατί ήμουνα μακεδονοπούλα, ήθελαν να με διώξουν. Σήμερα τα λεπτά μου τέλειωσαν, και με πέταξαν στο δρόμο, χωρίς να μου δόσουν ούτε μια μέρα περιθώριο για να βρω κάπου να μείνω...» Η φωνή και τα μάτια της έδειχναν τη συγκίνηση και την αγανάχτηση που έβραζε στην καρδιά της. «Τώρα πρέπει να γυρίσω στο χωριό μου - συνέχισε. Να διακόψω τις σπουδές μου. Μα εγώ θέλω να βρω δουλιά να βγάζω το ψωμί μου για να σπουδάσω... Αν μπορούσατε να με βάζατε να μείνω κάπου σπίτι σας... να βοηθούσα τα παιδιά σας;...» Μία κασέλα με τα βιβλία της και δύο κουβέρτες έφερε σε λίγο, κι έμεινε στο σπίτι. Κάθε μέρα και πιο πολύ μ' έκανε η Μίρκα να πιστεύω πως θα κάνει πολλά στη ζωή της. Για τα παιδιά ήταν η χαρά, το γέλιο, το παιχνίδι. Τ' άλλαξε μέσα σε λίγον καιρό. Τάκανε να την αγαπούν πολύ, και να την ακούν, χωρίς να τα μαλώσει. Μα άλλαξε και μας τους μεγάλους. Εγώ στις δυσκολίες, έβλεπα τη Μίρκα που με το γέλιο και την καλή της καρδιά πάλαιβε τη φτώχεια και τα βάσανά της κι έπαιρνα κουράγιο και δύναμη. Δύσκολα δεχόταν σαν της δίναμε κάτι, για να μη μας γίνεται βάρος, κι ας κοιμόταν κι έφευγε νηστική το πρωί για το σχολειό. Για τη φτώχεια της δε μιλούσε ποτέ. Κατόρθωσε και βρήκε λίγες παραδόσεις που τα λεφτά έφταναν μόνο για το ψωμί της. Όσα φτωχά παιδιά στη γειτονιά ήταν αδύνατα στα μαθήματα, τα μάζευε όλα μαζί και τα βοηθούσε, χωρίς πληρωμή. «Καλή δασκάλα». Έτσι την ήξερε σε λίγο όλη η γειτονιά γιατί έτσι τη φώναζαν τα παιδιά. Πόσο αγάπησαν αυτό το κορίτσι... Δεν το ξεχώριζα απ' τα παιδιά μου. Μάνα με φώναζε κι αυτή με μπιστευότανε τον πόνο της. Μιλούσε για τα βάσανα του λαού και το όνειρό της να τον βοηθήσει. Γι αυτό ήθελε να γίνει δασκάλα. Να ξέρει πιο πολλά για να μπορεί να τον βοηθάει περισσότερο. «Εμείς θα φέρουμε τη λευτεριά "μάνα"-μούλεγε συχνά. Εμείς θα σπάσουμε τα χέρια αυτωνών που μας τυραννάνε. Πολύ βασανισμένη είναι η Ελλάδα μας. Μαύρες μέρες ζούμε. Δεν πρέπει ν' αφήσουμε τα ίδια βάσανα να ζήσουν και τα παιδιά». Τ' απόδειξε με τη ζωή της. Όταν τη σκότωσαν έσταξαν αίμα οι καρδιές μας. Τα παιδιά στέκονταν μαραμένα κι όλο για τη Μίρκα κρυφοκουβέντιαζαν. «Άμα μεγαλώσουμε μάνα θα σκοτώσουμε όλους τους φασίστες» - αποφάσισαν. Η «καλή δασκάλα» έδωσε το αίμα της, για νάρθουν οι και τα παιδιά μας, για να ζήσει η Ελλάδα. 

(από αφήγηση της σ. Ουρανίας Μπουκουβίνα)

Έτσι λοιπόν η διωκόμενη, μαζί με τους έξι συντρόφους της δικάστηκε από το Έκτακτο Στρατοδικείο και εκτελέστηκε με τη βούλα του, έτσι ώστε, να δικαιολογηθεί και με το νόμο ό,τι ακριβώς έκαναν και οι παρακρατικές ομάδες που έσπερναν τον τρόμο στην ελληνική επαρχία αποτελούμενες όλες από καθάρματα, πρώην συνεργάτες των Γερμανών. Κι ενώ όλοι αυτοί και οι ασήμαντες ζωές τους πέρασαν στη λήθη, η Μίρκα Γκίνοβα, πέρασε στο πάνθεον των ανθρώπων που αγωνίστηκαν για έναν καλύτερο κόσμο, από την πένα της Ελλης Αλεξίου, της Ρίτας Μπούμη-Παππά και άλλων με ψευδώνυμο... Τα επαναστατικά τραγούδια που έβγαιναν από την ψυχή και το στόμα της καθώς τραβούσε στο εκτελεστικό απόσπασμα κάθε 26η Ιούλη φτάνουν στ' αυτιά μας...

Για σένα πλέκουν δαφνοστέφανα οι καιροί
κι αντιλαλούν απ' τα στερνά σου τραγούδια πόλεις, βουνά, λαγκάδια κι ουρανοί.
Δίπλα στο μνήμα σου το μίσος μας λαμπάδα.
Σ' ένα χωριό δασκάλα ήσουν ταπεινή, τώρα περνάει απ' το σκολειό σου όλη η Ελλάδα.



[Τα αποσπάσματα με πλάγια γράμματα διατηρούν την ορθογραφία του πρωτότυπου]