Η λίστα ιστολογίων μου

Κυριακή 18 Μαΐου 2025

Φλάι Έμιρειτς...






Είχε πάρα πολύ καιρό να τον δει... Αλλά μάντευε ότι ήταν εκεί. Μάλλον όχι, δεν μάντευε. Ήξερε από τη σκιά του ότι ήταν εκεί... Μιάμιση δεκαετία μένει στο σπίτι που απέναντι του ο τέταρτος όροφος είναι στο ίδιο ύψος με το σπίτι του. Ένας άντρας στην ηλικία του, που δεν έχουν αλλάξει μια κουβέντα τόσα χρόνια κι έτσι κι αλλιώς σπάνια συναντά μέσα στο χρόνο. Μια σκιά κάθε βράδυ που κάθεται στον καναπέ απέναντι από μια σχετικά μικρή, για την εποχή μας, οθόνη που αναβοσβήνει. Αναβοσβήνει με κύρια εικόνα μια πράσινη "τσόχα" από γκαζόν και εικοσιδύο τύπους να τρέχουν. Εκεί πάντα, η ίδια παχιά φιγούρα που το βράδυ μετατρέπεται σε σκιά. Παντζούρια βλέπεις δεν υπάρχουν σε αυτά τα είκοσι κάτι φτωχά τετραγωνικά. Κρεβάτι, κομοδίνο, καναπές, τηλεόραση, υπολογιστής. Όλα αυτά μαζί με μια υποτυπώδη κουζίνα σ' ένα δωμάτιο. Το μπάνιο στη συνέχεια της κουζίνας φαντάζεσαι ότι υπάρχει από ένα τόσο δα παραθυράκι. 

Απόψε, άνοιξαν τη μπαλκονόπορτα, δροσιά να μπει του Μάη, κι αποφάσισαν να φάνε στη βεράντα. Η κουρτίνα και η πόρτα του απέναντι σπιτιού μετά από καιρό ήταν ανοιχτή και αντί αυτού έκανε την εμφάνιση της αυτή. Μια γυναίκα, που είχε κι αυτή ακόμα πιο πολύ καιρό να δει νομίζοντας ότι τον έχει εγκαταλείψει κι είχαν χωρίσει οι δρόμοι τους. Πράγμα που τον στεναχωρούσε. Σκεφτόταν ότι, ίσως η παρουσία της να του απάλυνε τη μοναξιά και η οθόνη ίσως έσβηνε για λίγο. Αλλά ακόμα και μαζί η οθόνη με τους δύο στον ίδιο καναπέ ήταν πάντα ανοιχτή. Απλά οι φιγούρες των σκιών ήταν δύο. Αυτό που του άρεσε ήταν ότι όταν αυτή έφευγε, ίσως για τη δουλειά, αυτός έβγαινε στη βεράντα και με τα χέρια στα κάγκελα καθόταν σαν καπετάνιος στην κουπαστή και την κοιτούσε μέχρι να εξαφανιστεί. Αυτό του ήρθε στο μυαλό όταν την είδε. 

Τσούγκρισαν τα ποτήρια τους και του είπε:

-Πρώτη φορά βλέπω τόσα χρόνια το σπίτι μέσα.

-Είναι πολύ μικρό. Ό,τι βλέπεις. 

- Ανθοδοχείο με λουλούδια είναι αυτό;

- Ποτρατίφ. 

Φάνηκε να απογοητεύεται από την απάντηση. Ίσως περίμενε κάτι πιο ρομαντικό. Κάτι πιο γλυκό... 

Αλλά ακόμα κι έτσι αυτός ένιωθε ανακουφισμένος με την παρουσία της.  

Κάθισαν να φάνε. Η βεράντα τους ντυμένη στ' ανοιξιάτικα ήταν στα καλύτερά της! Πρασινάδες, δεντράκια, μυρωδικά όλα περιποιημένα μετά την χειμερινή χωρίς περιποίηση ανάπαυλα. 

Απέναντι τους, ο γείτονας χωρίς όνομα, βγήκε με αργά βήματα στην έτσι κι αλλιώς μικρή και παντελώς άδεια βεράντα. Στάθηκε κάτω από κάτι σκισμένα τεντόπανα που κάποτε προστάτευαν το σπίτι από βροχές και ήλιο και σαν καπετάνιος ακούμπησε τα χέρια στα κάγκελα και κοίταξε κάτω. Λογικά, θα βγήκε να χαιρετήσει τη σύντροφό. Η μπλούζα του, γνωστής ομάδας της χώρας που είναι υπεύθυνη για τον τόσο πόνο που απλόχερα έχει μοιράσει ανά τους αιώνες στον πλανήτη, διαφήμιζε την Fly Emirates. Αυτός και το μικρό του σπίτι, τόσο πιο ψηλά από τις δίπλα μονοκατοικίες φαινόταν να ίπταται πιο ψηλά από όλους. Αφού εξαφανίστηκε από τα μάτια του η σύντροφος, γύρισε και με αργά βήματα μπήκε στο σπίτι, έκλεισε την πόρτα και τις κουρτίνες, η φιγούρα του φάνηκε να κάθεται στον καναπέ και από εκεί που φαινόταν να ίπταται έναντι όλων βυθίστηκε για να παρακολουθήσει στα είκοσι κάτι τετραγωνικά του τους υπαλλήλους των πλούσιων Αράβων της ομάδας να τρέχουν πάνω κάτω. Κι αυτός εκεί, κολλημένος αντί να πετάει και να προσπαθεί να κερδίσει τη ζωή και τον όσο χρόνο του αναλογεί σε αυτό το πέρασμα του από τη γη...

Τρίτη 13 Μαΐου 2025

Γρηγόρης Καραγιαννίδης...

 



Έγραφε ο Νίκος Καρούζος:  


Ποτέ στ' αλήθεια δεν το 'μαθα /τι είναι τα ποιήματα. / Είναι πληρώματα / είν' ομοιώματα /φενάκη /φρεναπάτη / Φρενάρισμα ίσως; /ταραχώδη κύματα; / τι είναι τα ποιήματα; / Είν' εκδορές απλά γδαρσίματα; /είναι σκαψίματα; / Είναι ιώδιο; / είναι φάρμακα; / είναι γάζες επίδεσμοι / παρηγοριά ή διαλείμματα; / Πολλοί τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα. / Εγώ τα λέω ενθύμια φρίκης.

Εγώ δεν ξέρω τι είναι τα ποιήματα για τον Γρηγόρη Καραγιαννίδη... Καταλαβαίνω ότι μπορεί να είναι και ενθύμια φρίκης αλλά και ιώδιο και φάρμακα... Μπορεί και τα δύο, μπορεί και τίποτα... Αυτό που ξέρω είναι ότι τα ποιήματά του τα έχει γράψει με το αίμα του... Με το αίμα της ψυχής του... Τα γράφει ίσως για να "επιβιώσει... Όπως ο άλλος μεγάλος απομυθοποιητής του αμερικανικού ονείρου, ο Τσαρλς Μπουκόφσκι που έγραφε: "να παλεύουμε με πράγματα ακατόρθωτα για να τα βγάλουμε πέρα" και: "όπως εγώ τώρα / παλεύω σαν σκυλί / παλεύω για να σώσω τη ζωή μου / μέσα σε αυτούς τους τέσσερις τοίχους"

"33"

Ξυπνώ άλλο ένα πρωί.

Δίπλα μου, άδεια κουτάκια.

Πάλι, το σταχτοδοχείο γεμάτο.

Έχω χρόνια να κοιμηθώ
σε δικό μου κρεβάτι.

Μόνο ως “φιλοξενούμενος”.

Αυτός ο καναπές…

Κοιμάμαι, κάθομαι, γράφω εδώ.

Τα πάντα.

Τεντώνομαι, πονάω.

Το νερό για τον καφέ βράζει.

Μουγκρίζω έναν μονόλογο,
ενώ κοιτώ τα μηνύματα.

Τίποτε το συνταρακτικό.

Βγαίνω στο μπαλκόνι.
Χειμώνας, ακόμη.

“Δεν είναι χειμώνας αυτός, εδώ πέρα! “

Τσιγάρο δεύτερο

(το πρώτο, το κάπνισα
φτιάχνοντας καφέ)

Γουλιά.
Πνίγομαι.

Άλλη μια μέρα αρχίζει,
και ξύπνησα, πάλι, “ζωντανός”.

Το ξέρω! Αρκούσε μία γνωριμία μας σ' ένα ήσυχο καφέ του κέντρου της πόλης που κι αυτός κι εμείς συνηθίζουμε να απομονώμαστε για να διαβάσουμε τα δικά μας. Εκεί, συναντήσαμε έναν τύπο μόνο του, να διαβάζει και να γράφει μανιωδώς! Με τόσο πάθος που μας έκανε εντύπωση! Βιβλίο, εφημερίδα, τετράδιο, στυλό, παντού απλωμένα δίπλα σ' έναν καφέ, ένα πακέτο τσιγάρα κι ένα γεμάτο τασάκι. "Δικός μας" σκεφτήκαμε! Και κάπου εκεί ξεκίνησε μια γνωριμία!

Αυτό που ξέρω λοιπόν είναι ότι ο Γ.Κ. είναι ο προλετάριος ποιητής, σαν αυτόν τον άλλον μεγάλο Φώτη Αγγουλέ (ας μου συγχωρήσετε τη σύγκριση - δεν έχει να κάνει με τις ποιητικές τους επιδόσεις αλλά με όλα που τόσο μοιάζουν κι ας ακούγεται αυτό σαν ακροβασία). Αυτό που ξέρω είναι ότι ζει για τα γράμματα. Με φωτισμένο δάσκαλο και δική του προσπάθεια. Μεγάλη προσπάθεια. Βιβλία, χιλιάδες βιβλία, γραψίματα, ποιήματα και δουλειά, πολλή προλεταριακή δουλειά. Αγροτική και μητροπολιτική. Γι' αυτό γράφει με το αίμα του. Γέμισε από την προσποιητή ευγένια των ποιητών και τους στέλνει στο διάβολο. Είμαι σίγουρος ότι δεν θα του αρέσει όλο αυτό και του ζητώ συγνώμη. Αλλά ήθελα να τα γράψω...

Τα ποιήματα του Γρηγόρη Καραγιαννίδη μπορείτε να τα διαβάσετε στη θρακιώτικη ιστοσελίδα:



Τέλεια ατελείς

Λένε πως είμαστε ποιητές,
ενώ δεν είμαστε τίποτε.

Όντα τελειωμένα,
χαμένοι στον κόσμο μας,
παράταιροι.

Όλοι λες και βγήκαμε
από γραμμή παραγωγής
“αντίστροφοι κάγκουρες”,
όμοιοι μεταξύ μας.

Ας πάμε στον διάβολο λοιπόν!

Κι εμείς,
και τα χαζά γραπτά μας,
οι άσκοπες βραδιές μας,
οι εορτές δίχως μουσική,

και η προσποιητή ευγένεια
-κατάρα του διανοούμενου-

Γεμίσαμε.

Γίναμε παρωδία της τέχνης,
εξαμβλώματα της γραφής,

κίβδηλοι εισβολείς στο πνεύμα,
επιτηδευμένοι,
“τέλεια ατελείς”.

Ας γίνουμε, γαμώτο, άνθρωποι!
Πατώντας στη γη,
γνωρίζοντας ποιοι είμαστε
-και από πού κατεβήκαμε-.

Ας πάψουμε να παριστάνουμε
τους νεόπλουτους αστούς,
τους “τέλειους”,
τους “ευγενείς”,
την “ιδιαίτερη κάστα”.

Φτάνει πια!

-Εσείς δε πίνετε τσίπουρο;
Δεν πάτε στο καφενείο;
Δεν πάτε στο γήπεδο;-

Αθήνα,
7/12/2022

Παρασκευή 9 Μαΐου 2025

9 Μαϊου 1945!




Πριν τη δόξα ήρθεν ο ήλιος στις στέπες και λιώσαν τα χιόνια και ζεστάθηκαν οι καρδιές των ανθρώπων.

Ύστερα πήρε ο χάρος τον Τσάρο. Κι ύστερα οι λαοί αποκτήσανε Στάλινγκραντ! 

Φώτης Αγγουλές (Ο Χιώτης προλετάριος ποιητής)


Κυριακή 27 Απριλίου 2025

Ζάρκο




Αρνί λοιπόν! Τεύχος 7 αυτή τη φορά! Κι όσα έγραψα σε προηγούμενα κείμενά μου για αυτό το διαμαντάκι της περιοδικής έκδοσης (μπορείτε να διαβάσετε εδώ: Περιοδικό "αρνί", τεύχος 6)  ισχύουν και με το παραπάνω! Και ακόμα πιο πολύ ισχύει η τετράμηνη προσμονή να το πιάσω πάλι στα χέρια μου! 

Αυτή τη φορά όμως είναι διπλή η χαρά και η συγκίνησή μου που συμπεριέλαβαν και τη δική μου μικρή προσφορά. Ένα μικρό κείμενο για τον τόπο τους, τη Θεσσαλία, που πριν από ένα χρόνο την επισκέφτηκα! Τους ευχαριστώ θερμά! 




Ζάρκο

Στην Κατερίνα...

Να οδηγώ δεν ήξερα! Αυτοκίνητο δεν είχα. Πελοποννήσιος στην καταγωγή. Αθηναίος στη ζωή. Μητροπολιτάνος! Μόνο στα νησιά για διακοπές. Κλασσικός Αθηναίος. Από την ηπειρωτική Ελλάδα πλήρης άγνοια. Ακόμα και από την Πελοπόννησο. Άντε μέχρι την Τρίπολη το Πάσχα. Ενηλικιώθηκα κι έκοψα κάθε δεσμό. Νησιά και πάλι νησιά. Με συγκινούσε η θάλασσα. Μέχρι που σε γνώρισα, Θεσαλλιώτισσα στην καταγωγή. Αθηναία στη ζωή σου κι εσύ! Μητροπολιτάνα! Ενηλικιώθηκες κι εσύ και έκοψες κάθε δεσμό. 
Πέντε χρόνια έπρεπε να περάσουν να μάθω να οδηγώ κι εγώ αυτοκίνητο για να πάμε στα μέρη που περνούσες τα καλοκαίρια σου μικρή! Παιδούλα! Κοριτσάκι! Αττική, Βοιωτία, Φθιώτιδα και τέλος Θεσσαλία! Νομός Καρδίτσας, Τρικάλων. Από παντού περάσαμε. Την "ήξερα" τη Θεσσαλία. Από τους αγώνες της για έναν καλύτερο κόσμο τη δεκαετία του σαράντα. Διάβασα για το αντάρτικό της. Ιδιαίτερα γι' αυτό του 1946-1949. Συγκίνηση για το λαό της. Ήταν Γίγαντας!
Μπήκαμε στο μικρό χωριό. Ψάχναμε. Έβαλες στοίχημα με τον εαυτό σου να βρεις το σπίτι της γιαγιάς και του παππού. Γιατί άραγε λέμε πρώτα γιαγιά και μετά παππού; Μήπως γιατί είναι η δεύτερη μάνα μας; Μήπως γιατί ποτέ δεν μας χαλούσαν χατίρια; Μήπως η μυρωδιά τους; Μήπως η κολόνια "Μυρτώ"; Μήπως τα μακριά μαλλιά τους που σπάνια βλέπαμε λυτά; Και το βρήκες! Σπίτι, αυλή, κήπος! Όπως το φανταζόμουν! Σαν τη δικής μου γιαγιάς το σπίτι στην "Παλιά Ελλάδα". Αυτές οι δύο γιαγιάδες, χιλιόμετρα μακριά, με τις ίδιες αγωνίες, την ίδια φτώχεια. Αυτά τα δύο σπίτια... Και ξάφνου ένιωσα μια ζεστασιά... Θα ήθελα να ζούσε και να την αγκαλιάσω. Ήταν η αγαπημένη σου γιαγιά. Άρα και δική μου. Σε είδα πως κοιτούσες το σπίτι που είχες δεκαετίες να μπεις. Μου μιλούσες γι' αυτό κι εγώ περπατούσα σε όλα τα δωμάτιά του. Και κυρίως στον κήπο του. Σε έβλεπα μικρή! Και σε αγάπησα ακόμα πιο πολύ... Ήταν οι παππούδες μας, οι γιαγιάδες μας, εσύ κι εγώ η συνέχεια του τόπου... Κι αγάπησα τους τόπους μας ακόμα πιο πολύ... Τους ανταρτοτόπους μας... Έστω κι αν τους "χάσαμε"... Και στον ταξικό πόλεμο και στη ζωή...






Δευτέρα 21 Απριλίου 2025

Στιγμή...




Από εκείνη τη στιγμή που χτύπησε το τηλέφωνο και έμαθα ότι είσαι τόσο μακριά και το αίμα ν' απλώνεται παντού στο κεφάλι σου δεν ησυχάζω. Από τότε που σε είδα παρατημένο σ' ένα φορείο νοσοκομείου δεν ησυχάζω. Από τότε που σε είδα σ' ένα "κέντρο αποκατάστασης" μόνο κατάμονο δεν ησυχάζω. Ησύχασα είκοσι τέσσερις ώρες πριν κοιμηθείς για πάντα, μιας και τρεις μήνες σχεδόν κοιμόσουν, αλλά σίγουρα μας ονειρευόσουν και μας έσφιγγες το χέρι οπότε στο ζητούσαμε ψελίζοντας ποιος ξέρει τι, όταν ήταν η τελευταία φορά που μέσα στον ύπνο σου σού είπα ότι σε αγαπώ κι ένα δάκρυ σου κύλησε. Η τελευταία μας επικοινωνία. Την άλλη μέρα την ίδια ακριβώς ώρα χτύπησε το τηλέφωνο κι έμαθα ότι κοιμήθηκες για πάντα. Κι από 'κεινη τη στιγμή δεν ησυχάζω. Μου έρχεσαι συνέχεια στο νου, μία νέος και μία ηλικιωμένος. Παππούς. Κι ήσουν τόσο καλός παππούς όσο και καλός πατέρας με τον τρόπο σου. Νέος μου έρχεσαι όταν αντικρίζω τη φωτογραφία σου στην οθόνη μου και παππούς όταν σε αντικρίζω στη φαντασία μου ή στα όνειρα μου που έρχεσαι συχνά. Και τώρα εδώ, στο σπίτι που πέρασες τα τελευταία εικοσιένα καλοκαίρια σου, σε έζησα πιο πολύ από τότε που ήμουν παιδί, μιας και στα πολύ εικοσιλίγα μου χρόνια έφυγα από το σπίτι δεν ησυχάζω. Πετάγεσαι μέσα από τις ελιές, τις λεμονιές, τους θάμνους, τις αγγελικούλες, τα χαμολούλουδα των βράχων, το αμπέλι, τις ροδιές, το πατητήρι, την αποθήκη με τα εργαλεία σου, τη βιβλιοθήκη, την ώρα που ποτίζω, την ώρα που διαβάζω στη βεράντα. Παντού πετάγεται. Και δεν ησυχάζω...