Η λίστα ιστολογίων μου

Παρασκευή 6 Αυγούστου 2021

"Χρυσό μου αγόρι... "











Στη μνήμη της γιαγιάς μου Σωτηρίας... 

Και στη Δάφνη, τον Χολ και τον Κώστα, την όμορφη παρέα του ταξιδιού...


Οι δύο μηχανές, με τους τρεις φίλους και τη μία φίλη, άφηναν με γρήγορη ταχύτητα το εξοχικό σπίτι των αυστριακών Άλπεων που τους φιλοξένησε για λίγες μέρες με κατεύθυνση το Σάλτσμπουργκ! Η γιαγιά που έμενε στο ισόγειο τους αποχαιρέτησε δίνοντας τους λίγα φρούτα από το περιβόλι της. Ο δρόμος που διέσχιζε μια πεδιάδα ανάμεσα σε κατάφυτα βουνά με έλατα έδινε την ευκαιρία στον συνοδηγό να χαζεύει τη διαδρομή και να σκεφτεί τη δική του εν ζωή γιαγιά. Αυτές οι δύο γυναίκες έζησαν τα ίδια ταραγμένα χρόνια, Σε δύο διαφορετικές χώρες. Η αυστριακή γιαγιά άραγε θα υπέφερε την πείνα, την αγωνία, το θάνατο και τον πόλεμο όμοια με τη δική του γιαγιά; 

Ήταν 6 Αυγούστου 2008. Αυτός αν και δεν πίστευε σε θρησκείες και χριστιανικές γιορτές, αν και απέφευγε τέτοιου είδους ευχές, κάθε χρόνο τέτοια μέρα της τηλεφωνούσε από τα πιο απίθανα μέρη που βρισκόταν για διακοπές! Από κάτι απομακρυσμένα νησιά συνήθως! Και πάντα της έλεγε μετά τις ευχές που την έκαναν να κλαίει, «Γιαγιά είμαι στο τάδε μέρος, το ξέρεις;». Φυσικά και δεν ήξερε κανένα απολύτως μέρος από όλα αυτά, οπότε αναγκαζόταν να της εξηγήσει που περίπου ήταν στο χάρτη της χώρας! Η γιαγιά του ήταν η κανονική γιαγιά εκείνης της εποχής που ήξερε μόνο τη χρονιά που είχε γεννηθεί (1920), ζούσε στο ίδιο μέρος μια ζωή κι επισκεπτόταν την Αθήνα με τα χίλια ζόρια κάθε Χριστούγεννα μετά από τις έξαλλες διαμαρτυρίες και τα παρακάλια των εγγονιών της! 

Έτσι λοιπόν κι εκείνη την έκτη Αυγούστου, από ένα πάρκινγκ που έκαναν στάση οι τρεις φίλοι και η μία φίλη κοντά στο Σάλτσμπουργκ που ήταν ο επόμενος προορισμός εκείνου του ταξιδιού, της τηλεφώνησε!

-Γιαγιά!

Αμέσως τον κατάλαβε!

-Χρυσό μου αγόρι!

Στο «χρυσό μου αγόρι» λύγισε... Της είπε χρόνια πολλά κι η γιαγιά όπως κάθε φορά που την έπαιρνε τηλέφωνο έκλαιγε από συγκίνηση... Φυσικά στη συνέχεια ο διάλογος πήρε πάλι τη συνηθισμένη εκτοαυγουστιάτικη τροπή! Της είπε ότι ήταν στην Αυστρία!

-Ξέρεις που είναι γιαγιά; 

-Όχι!

Έλα ντε! Τι της έλεγε!

-Μια χώρα δίπλα στη Γερμανία! 

Η λέξη Γερμανία μπορεί και να μην της πολυάρεσε... Του είχε διηγηθεί άσχημες ιστορίες για ανθρώπους που είχε δει κρεμασμένους στη γειτονιά της όταν ήταν είκοσι κάτι χρονών κορίτσι...

Όση ώρα συζητούσαν το μυαλό του είχε κολλήσει εκεί... Στο «Χρυσό μου αγόρι»... Κι όταν το τηλεφώνημα τελείωσε και πλησίασε τους φίλους του προσπάθησε να κρύψει τη συγκίνησή του... Να το κατάφερε άραγε; Μάλλον...

Ανέβηκαν στις μηχανές. Σε μία ώρα θα έφταναν. Αλλά όλη αυτή την ώρα το υπέροχο τοπίο είχε σβήσει, τα έλατα έπαιρναν τη μορφή του μοσχομυριστού από τους φυτεμένους δυόσμους περιβολιού της γιαγιάς του, στα σύγχρονα σπίτια έβλεπε το φτωχικό αλλά όμορφο σπίτι με την τσίγκινη στέγη που έχτισε δωμάτιο δωμάτιο ο παππούς κι ο προπάππους του, στον τέλεια ασφαλτοστρωμένο δρόμο το μικρό χωμάτινο στενάκι που τα καλοκαίρια έπαιζε και στις επιβλητικές εισόδους των σπιτιών την ταπεινή αλλά τόσο όμορφη γκρι εξώπορτα με τα δυο σκαλάκια που καθόταν η γιαγιά του τα βράδια και μιλούσε με τις γειτόνισσές της...

Και η φωνή της να του λέει «Χρυσό μου αγόρι» στριφογύριζε στο κεφάλι του κι έκανε το τοπίο θολό... Ευτυχώς που φορούσε κράνος κι ένιωθε λες και ήταν σ' ένα απομονωμένο και προστατευμένο ενυδρείο... Από αυτό το περιβάλλον ξεχύθηκαν αργότερα το ίδιο βράδυ στο χαρτί αυτά τα λίγα λόγια... Κι αφού δεν της τα έδειξε ποτέ της τα αφήνει εδώ τώρα... 

«Χρυσό μου αγόρι», 
μου είπε
αυτή που μ' αγαπάει τόσο, 
κι εγώ που την αγαπώ
έκλαψα·
αυτή
που όταν μπορούσα εύκολα να σπάσω
-μια σταλιά ήμουν, 
ένα εύθραυστο πλάσμα-
με πρόσεχε.
Ένα ολόκληρο καλοκαίρι
ήμουν δικός της,
το τέταρτο παιδί της.
Και μ' έβλεπε αργότερα να μεγαλώνω, λίγες φορές το χρόνο, 
τους κρύους χειμώνες 
και τα ζεστά καλοκαίρια.
Αυτή η μία και μοναδική...

Τρίτη 20 Ιουλίου 2021

Πλατεία Μαβίλη...













Στον Σωτήρη, τον παλιό φίλο... 

Κατέβαινε την οδό Σούτσου πλησιάζοντας την πλατεία Μαβίλη. Η ώρα ήταν πέντε παρά. Ο ουρανός άρχισε να παίρνει ένα ροδοκόκκινο χρώμα. Ήταν Δεκέμβρης και σε καμιά ώρα το πολύ θα νύχτωνε. Με το που έφτασε στην πλατεία ο χειμωνιάτικος ήλιος τον χτύπησε στο πρόσωπο. Κάθισε σ' ένα παγκάκι να τον απολαύσει. Στο μυαλό του στριφογύριζε η κουβεντα που του είχε πει κάποτε ένας φίλος του σε μια βόλτα τους στο αλσάκι της Ευελπίδων... Είδες, έχουμε κι εμείς τις ομορφιές μας στο κέντρο της πόλης! Όντως, έτσι ήταν! Αλλά η μεγαλύτερη ομορφιά της ήταν η ζωή της! Η βαβούρα της! Η κοινωνική ζωή της! Έτσι τουλάχιστον τα έβλεπε τα πράγματα τότε! Ήταν μόλις είκοσι δύο ετών! Η βόλτα δεν είχε κάποιον συγκεκριμένο προορισμό. Βγήκε από το σπίτι του, κάπου κοντά στην Αχαρνών, κι είχε πάρει το τρόλεϊ από την Αλεξάνδρας. Στη θέα δύο ελεγκτών, που είχε αρπαχτεί πιο παλιά μαζί τους, σκέφτηκε ότι δεν είχε όρεξη για εκ νέου μανούρες με αυτά τα καθίκια που πλούτιζαν σε βάρος ηλικιωμένων και "ξένων"... Άλλη φορά ξανά! Κατέβηκε εν μέσω μια σιωπηρής συμφωνίας κι από τις δύο πλευρές όσο κι αν σιχτίριζαν κι αυτός κι άλλοι από μέσα τους. Συμβιβασμός και προσωρινή ανακωχή. 

Το ποτάμι των αυτοκινήτων της Βασιλίσσης Σοφίας ήταν ορμητικό και μόνο το φανάρι στη γωνία με Σούτσου λειτουργούσε σαν φράγμα... Είχε διαβάσει ότι σε λίγες μέρες η πλατεία θα κλεινόταν  με λαμαρίνες για να ξεκινήσουν τα έργα του μετρό. Έως τότε θα μπορούσαν να απολαμβάνουν το πιο φτηνό ποτό της πόλης σε κάτι ψευτομεταλλικές καρέκλες πάνω στο πεζοδρόμιο που έβγαζε το παλιό "Flower". Πιτσιρικάδες, μαζί με το φίλο του τον Σωτήρη, μπορούσαν να πιουν όσα τζιν με λεμόνι αντιστοιχούσαν σε τρία χιλιάρικα! Ευτυχώς ήταν αρκετά! Θα γυρνούσαν ψιλομεθυσμένοι και την άλλη μέρα το πρωί οι δύο συγκάτοικοι και φίλοι θα ξυπνούσαν πανικόβλητοι για να προλάβουν με πόδια, τρόλεϊ, ηλεκτρικό να είναι στην ώρα τους στη δουλειά. 

Με αυτές τις σκέψεις νύχτωσε. Έριξε μια ματιά μέσα από τη τζαμαρία του βραδινού τους στεκιού. Μια γιαγιά είχε βγάλει ένα πλαστικό πιάτο από μαγειρείο κι έτρωγε ατάραχη, δύο  "γιάπηδες" της εποχής έπιναν απογευματινά ποτά δίπλα της, στη τζαμένια τετράγωνη μικρή προθήκη κρατιούνταν ζεστές κάτι παρηκμασμένες τυρόπιτες και πίτσες που σε λίγη ώρα η θέση τους θα ήταν στα σκουπίδια πάρα σε κάποιο στομάχι. Έξω η ζωή συνεχιζόταν... Μέσα εκεί ήταν ένα απομονωμένο ενυδρείο στη μέση της μητρόπολης... Είχε νυχτώσει και γύρω του τ' αυτοκίνητα και τα λεωφορεία έμοιαζαν πια όχι με ορμητικο ποτάμι αλλά μ' έναν επικίνδυνο σκοτεινό ωκεανό με κάθε είδους ψάρια...

Σηκώθηκε από το παγκάκι, διέσχισε το δρόμο, άνοιξε την πόρτα  και μπήκε μέσα. Ο πάγκος στη τζαμαρία που κοιτούσε έξω στο δρόμο και την πλατεία ήταν κενός... Πήρε θέση. Θα γινόταν τώρα παρατηρητής μιας άλλης ομορφιάς της πόλης... Αυτής που λέγεται νύχτα...

Δευτέρα 12 Ιουλίου 2021

Γκανιάν







-Όχι κι εσύ γαμώ το στανιό μου! Όχι κι εσυ!

Είχε σηκωθεί από την καρέκλα και στηριζόμενος στο ξύλινο τραπέζι φώναζε. Από τη διπλανή παρέα τρία νέα παιδιά τον κοιτούσαν καλά καλά! Είχαν ακούσει την προηγούμενη στιχομυθία και προφανώς, σαν νέοι άνθρωποι και εξελιγμένα μοντέλα της εποχής, τους είχε σηκωθεί η τρίχα κάγκελο!

Λογικό ήταν αφού κι αυτός τον είχε «προκαλέσει» ρωτώντας τον αν είχε κάνει το εμβόλιο! Τον είχε ψυχανεμιστεί όταν τον περασμένο Οκτώβριο τον είχε ρωτήσει πως περνάει κι αυτός του είχε απαντήσει, πως να είμαι, με τον κορόιδοϊο που μας δουλεύουν!

Είχαν γνωριστεί σ' ένα καφενείο που συναντούσες λογής λογής φυλές της πόλης. Λαϊκούς ανθρώπους της γειτονιάς, χίπστερ, πολιτικοποιημένους, αδιάφορους, τα πάντα. Αυτός πήγαινε τα πρωϊνά με κάτι μεγάλους τόμους και διάβαζε. Ο άλλος άπλωνε κάτι χαρτιά μ' ένα σωρό αριθμούς. Σαν στατιστικά. Αργότερα, κι αφού άρχισαν να χαιρετιούνται και να απλώνεται ένα δίχτυ συμπάθειας ανάμεσα τους, του εξομολογήθηκε ότι ήταν στατιστικά και προγνωστικά ιπποδρομιών! Μάλιστα! Γκανιάν μας βγήκε σκέφτηκε και χαμογέλασε! Συνέχισαν να συναντιούνται και να ανταλλάζουν λίγες κουβέντες μέχρι που χάθηκαν αναγκαστικά εξαιτίας της πανδημίας.

Ακούγοντας τα περί κορόιδοϊού δεν συνέχισε. Ήταν μάταιο! Είπαν τα τυπικά και βυθίστηκαν κι οι δύο στα κιτάπια τους.

Στην επόμενη συνάντηση τους εφτά μήνες μετά και όντας σε μεγάλα κέφια είπε να τον τσιγκλίσει ρωτώντας τον όχι μόνο εάν είχε κάνει το εμβόλιο αλλά μάλιστα και ποιο προτίμησε! Η έκρηξη του ήταν τόσο μεγάλη, κάνοντας τη μάσκα που κρεμόταν στο σαγόνι του σα δεύτερο μούσι, από το ταρακούνημα να του κλείσει το στόμα μη μπορώντας κανείς να ξεχωρίσει τι έλεγε πάνω στην ταραχή του!

-Μα γιατί δεν έκανες;, συνέχισε.

-Γιατί να κάνω;, ανταπάντησε.

Η συζήτηση έπαιρνε διασκεδαστική τροπή αν και ο κίνδυνος ελλόχευε κρίνοντας από το θολωμένο του βλέμμα στην ερώτηση μα γιατί δεν έκανες;

-Για τον κορονοϊό.

-Ποιον κορονοϊό; Δεν υπάρχει. Μια απλή γρίπη είναι!

Η συζήτηση τώρα πια έπαιρνε και μια πιο ενδιαφέρουσα τροπή! Δεν ήταν ότι δεν είχε ακούσει ότι υπάρχουν άνθρωποι που το υποστήριζαν. Και στο ραδιόφωνο τους είχε ακούσει να ξιφουλκούν σε εκπομπές λόγου των ακροατών και στα σόσιαλ μίντια να επιχειρηματολογεί ο κάθε πικραμένος αναμασώντας επιχειρήματα ψεκασμένων «καλλιτεχνών» τελευταίας διαλογής και κάτι κομπογιαννιτών γιατρών! Αλλά άλλο αυτό! Να εμφανίζεται μπροστά του με σάρκα και οστά!

-Κι όλοι αυτοί που πέθαναν;

-Ποιοι πέθαναν;

Γινόταν όλο και πιο ενδιαφέρον!

-Ξέρω 'γω! Κάτι εκατομμύρια σε όλο τον πλανήτη και δεκατρείς χιλιάδες στη χώρα μας!

-Δεν πέθαναν!

Τα τρία νέα παιδιά από δίπλα είχαν γουρλώσει με απόγνωση τα μάτια!

-Τι εννοείς δεν πέθαναν;

-Δεν πέθαναν! Πέθαναν με κορονοϊό κι όχι από κορονοϊό!!! 

Δεν πίστευε στ' αυτιά του! Κοίτα να δεις που ο Γκανιάν μας βγήκε γιατρός και σύντομα θα μας βγει και βιολόγος σκέφτηκε!

-Κι οι γιατροί;

-Ποιοι γιατροί;

-Οι γιατροί που βεβαίωσαν το θάνατο τους... 

-Είναι πληρωμένοι!

-Ποιοι;

-Οι γιατροί!

-Όλοι οι γιατροί όλου του κόσμου;

-Αν δεν είναι γιατί δεν βγαίνουν σε πάνελ με τους σοβαρούς επιστήμονες που τους έχουν φιμώσει κι είναι οι μόνοι που λένε την αλήθεια;

Το επιχείρημα του ήταν τόσο αποστομωτικό που δεν ήξερε τι να του απαντήσει! Είπε λοιπόν ν' αλλάξει τροπάρι! 

-Ίσως έχεις δίκιο! Λες να την πάτησα που έκανα το εμβόλιο;

-Αν έκανες το MRNA δεν σου εγγυώμαι τίποτα! Αν έκανες της παλιάς τεχνολογίας και τη γλιτώσεις με καμιά ελαφριά θρομβωσούλα να πεις κι ευχαριστώ!

-Ωχ!

-Α, και που 'σαι! Όλο με τη μάσκα σε βλέπω! Πρόσεχε είναι ανθυγιεινές! Αν σου εμφανιστούν τίποτα  πνευμονοπάθειες σε μερικά χρόνια μην απορήσεις! Είπε, κι έσκυψε στα προγνωστικά για τις ιπποδρομίες της ημέρας...!

-Μία τελευταία ερώτηση! 

-Πες μου! Μετά χαράς! 

-Πόσο χρονών είσαι; 

-Εξήντα. 

-Καλή τύχη! 

-Ευχαριστώ! Θα τη χρειαστώ σήμερα! Θα τους πάρω και τα σώβρακα με τα στανταράκια που έχω! 


Κυριακή 27 Ιουνίου 2021

Κοιμήσου Περσεφόνη κι εσύ Ρώμο Φιλύρα στην αγκαλιά της γης...





Ο Ρώμος Φιλύρας* κατέβηκε από το λεωφορείο που έκανε τη γραμμή Αθήνα-Χαϊδάρι ιδρωμένος και κατασκονισμένος. Τ' ανοιχτά παράθυρα του γεμάτου από κόσμο ξεχαρβαλωμένου αυτού οχήματος έφερναν μέσα όλη την σκόνη της άλλοτε Αρχαίας Ιεράς Οδού! Μπορεί το τοπίο πλέον να τον αποζημίωνε αλλά η ταλαιπωρία από τον άσχημο χωματόδρομο με τα συνεχή ταρακουνήματα είχε αφήσει τα σημάδια πάνω του αλλά και στους υπόλοιπους επιβάτες! Ο ασφαλτοστρωμένος δρόμος σταματούσε λίγο έξω από την Αθήνα κι όσο απομακρύνονταν γινόταν όλο και πιο κακοτράχαλος! Το λεφούσι των εκδρομέων της Κυριακής ξεχυνόταν από την κοιλιά του σιδερένιου κήτους με ανυπομονησία. Πολλοί ντόπιοι χασομέρηδες Χαϊδαριώτες, ασυνήθιστοι στο θέαμα αυτού του οχήματος, περίμεναν όπως πάντα κάθε Κυριακή να φτάσει στο απομακρυσμένο από την Αθήνα χωριό τους! Κάθε είδους τάξη κατέβαινε από αυτό! Γυναίκες με φαρδιά φορέματα, καπέλα και ομπρέλες για τον ήλιο, συνοδευόμενες από κομψούς κυρίους με καλοσιδερωμένα παντελόνια και πουκάμισα με το μικρό τους περιποιημένο μουστακάκι στην τρίχα, γυναίκες και άντρες που έσερναν τρία και τέσσερα κουτσούβελα μαζί με παγούρια και διάφορα τσουμπλέκια για το μεσημεριανό κολατσιό τους. Τα μικρά τους χαμίνια ήταν ήδη κατάμαυρα από το παιχνίδι του καλοκαιριού στη γειτονιά τους και τρέλαιναν τους πάντες με τις φωνές τους. Ακόμα και ντόπιοι χωριάτες κατέβαιναν με κότες κλεισμένες σε κούτες που είχαν αγοράσει την προηγούμενη μέρα στο παζάρι. Ένα κομφούζιο! Εκτός από τους ντόπιους λοιπόν, όλο το υπόλοιπο ανθρωπομάνι έπαιρνε το δρόμο προς την πεντακάθαρη θάλασσα και τη δαντελένια ακρογιαλιά του Σκαραμαγκά! Έπρεπε να βιαστούν για να μην τους πιάσει η αφόρητη αυγουστιάτικη ζέστη. Ο μόνος ατάραχος που ταξίδευε βυθισμένος στον κόσμο του ο Ρώμος Φιλύρας! Το μυαλό του πάντα έτρεχε στις ιδέες και τις μανίες του! Στη σύνθεση των αγνών ποιημάτων του και στη μεγάλη του αγάπη για τη φύση! Α, και στον εαυτό του! Εκείνο το πρωϊνό λοιπόν κατέβηκε στο Χαϊδάρι και τράβηξε , αφού άφησε το ασκέρι των ανθρώπων να προηγηθεί, προς τον Σκαραμαγκά! Μόνος, να απολαύσει τη φύση και να ονειροπολήσει!

Το κόκκινο αυτοκινητάκι της δεκαετίας του '80 είχε αφήσει τη συνοικία της Καισαριανής, διέσχισε το κέντρο της Αθήνας, βγήκε στη λεωφόρο Καβάλας και κάπου εκεί στο ύψος του Χαϊδαρίου κόλλησε για πολλοστή φορά σε έξοδό του από την πόλη σε κίνηση... Ήταν μια αυγουστιάτικη Κυριακή προς τα τέλη του καλοκαιριού. Οι διακοπές στο κυκλαδίτικο νησί είχαν μόλις τελειώσει κι έμεναν ελάχιστες μέρες πριν αρχίσει το σχολείο για τα παιδιά και τελειώσει η άδεια των γονιών τους για να επισκεφτούν παραδοσιακά, όπως κάθε χρόνο τέτοια εποχή, τους παππούδες και τις γιαγιάδες! Οι επιβάτες των χιλιάδων αυτοκινήτων είχαν όλοι την περίφημη ιδέα να ξεκινήσουν νωρίς νωρίς για ένα από τα τελευταία μπάνια κι αυτού του καλοκαιριού. Τα αυτοκίνητα κινούνταν σημειωτόν. Τα νεύρα όλων τεντωμένα. Οι τρόποι και η ευγένεια των οδηγών εκείνη τη μακρινή εποχή, όπως και σήμερα άλλωστε, δεν ήταν το φόρτε της ράτσας μας! Μετά από πολύ κόπο το κόκκινο αυτοκινητάκι έφτασε στο Δαφνί. Οι «τρελοί» ήταν όπως πάντα κρεμασμένοι σαν τσαμπιά στα κάγκελα και παρατηρούσαν τους «κανονικούς» ανθρώπους να είναι στριμωγμένοι σε μια λαμαρίνα με σαράντα βαθμούς, να κορνάρουν σα δαιμονισμένοι και να βρίζονται με τους γύρω τους με τις αναφορές στα θεία να είναι σε περίοπτη θέση ανάμεσα στο λεξιλόγιό τους! Ο δρόμος μετά το ψυχιατρείο πάντα άνοιγε λίγο μέχρι να φτάσουν στη δεξιά στροφή του Σκαραμαγκά. Κάπου εκεί στ' αριστερά, κάποιοι που δεν ήταν οι «τρελοί» του ψυχιατρείου, κολυμπούσαν σε κάτι που έμοιαζε με θάλασσα και καθόντουσαν σ' ένα μέρος που θύμιζε ακρογιαλιά...

Βάδιζε λοιπόν ο Ρώμος Φιλύρας πάνω εκεί, στην Αρχαία Ιερά Οδό, εκεί που κάποτε βάδιζαν χιλιάδες άνθρωποι για να παρευρεθούν στα Ελευσίνια Μυστήρια, χορταίνοντας τη φύση. Μυρίζοντας καθώς πλησίαζε τη θάλασσα το ιώδιο που του γέμιζε τα πνευμόνια και τον εγκέφαλο οδηγώντας το νου του σε νέες συνθέσεις ποιημάτων. Στην τσέπη του πουκαμίσου του τα εφόδια για να γράψει σε λίγο θα αποτύπωναν την ομορφιά του τοπίου. Τράτες και βάρκες έβαζαν πλώρη για τ' ανοιχτά. Η Ελευσίνα φαινόταν απέναντι. Η Μάντρα παραπέρα. Κι ο Κιθαιρώνας πέρα στο βάθος κατέβαζε τη δροσιά του! Η Σαλαμίνα λαμποκοπούσε κι ο Φιλύρας με τη «μεγαλομανία», που στα τελευταία χρόνια της ζωής του τον έκανε να νομίζει ότι, είναι ο Ρωμανός Β' κι αρραβωνιαστικός της πριγκίπισσας Ισλάνδης, φανταζόταν τον εαυτό του να είναι στο θρόνο του Ξέρξη και να παρακολουθεί τη ναυμαχία! Φτάνοντας στην ακρογιαλιά κάθισε στο δροσερό καφενείο, έβγαλε το σημειωματάριο του κι έγραφε κι έσβηνε, κι έσβηνε κι έγραφε... Για την ομορφιά και τη γαλήνη που έβλεπε γύρω του σε αυτόν τον ευλογημένο τόπο... για το θρίαμβο των τοπίων...

Σαν κέντημα γύρω οι βράχοι κ' οι λόφοι του Κορυδαλλού
στο λιμανάκι, ονειρεμένο, του γραφικού Σκαραμαγκά
κ' οι βάρκες στην ακρογιαλιά, που βάζουν πλώρη αργά γι' αλλού,
τα παραγάδια και τ' αγκίστρια, οι πετονιές αραδαριά.

Όλος γαλήνιο αραξοβόλι ο κόλπος του Σκαραμαγκά
κι αντίκρα η θρυλική Ελευσίνα, Κούντουρα, Μάντρα και τα Βίλλια
κόττερα μάγα, καραβάνια τράτες, που 'σερνονται αργά
κι άλλα πλεούμενα, που φεύγουν γοργά και παίρνουν φόρα μίλια!

Κι απ' το Δαφνί, τη Σαλαμίνα, Το Ναύσταθμο κι ακόμα πέρα,
ο θρίαμβος των τοπίων παίρνει και βασιλεύει γραφικά,
σμίγουν το χώμα, το χαλίκι κ' οι γλάροι στο γλαύκο του αιθέρα
και νανουρίζεται η ψύχη μας στο κύμα αιθέρα και γλύκα.

Βάδιζε λοιπόν το κόκκινο αυτοκινητάκι εξαιτίας της κίνησης πιο αργά, ακόμα κι απ' τον Ρώμο Φιλύρα με τα πόδια αρκετές δεκαετίες πριν, στον ίδιο δρόμο... Έφτασε στη δεξιά στροφή που οδηγούσε στον Σκαραμαγκά. Στο αριστερό τους χέρι τα παιδιά είδαν τους θαρραλέους κολυμβητές κι απόρησαν πως κολυμπούσαν μέσα σ' αυτά τα μαύρα νερά δίπλα σε πλωτές μεταλλικές προβλήτες που οδηγούσαν στο πουθενά! Παραδίπλα είχε σκουριασμένα βαπόρια, διυλιστήρια, ναυπηγεία. Προχωρώντας στα δεξιά τους η γνωστή βαλτωμένη λιμνοθάλασσα. Θλιβερό τοπίο. Και όπως πάντα η γνώριμη αυτή μυρωδιά στο συγκεκριμένο σημείο κάθε φορά που περνούσαν. Πάντα αναρωτιούνταν πως υπάρχει όλη αυτή η ασχήμια στην είσοδο της μεγάλης πόλης. Τα αυτοκίνητα πλέον άρχισαν να κινούνται κανονικά. Παρακάτω κι άλλα διυλιστήρια, τσιμεντοβιομηχανίες και υψικάμινοι που έστελναν στον ουρανό σήματα καπνού μη τυχόν και δεν είναι αντιληπτή η παντοδυναμία τους... Από το ραδιοκασετόφωνο, όπως πάντα σ' εκείνο το σημείο,  σαν ένα περίεργο παιχνίδι της μοίρας ακουγόταν μια προτροπή στην Περσεφόνη... Να μην ξαναβγεί ποτέ στου κόσμου το μπαλκόνι... Να μην αντικρύσει μαζί με τον Ρώμο Φιλύρα αυτόν τον άλλοτε χαμένο παράδεισο...
 
Εκεί που φύτρωνε φλισκούνι κι άγρια μέντα
κι έβγαζε η γη το πρώτο της κυκλάμινο
τώρα χωριάτες παζαρεύουν τα τσιμέντα
και τα πουλιά πέφτουν νεκρά στην υψικάμινο.

Κοιμήσου Περσεφόνη
στην αγκαλιά της γης 
στου κόσμου το μπαλκόνι
ποτέ μην ξαναβγείς

Εκεί που σμίγανε τα χέρια τους οι μύστες
ευλαβικά πριν μπουν στο θυσιαστήριο
τώρα πετάνε αποτσίγαρα οι τουρίστες
και το καινούριο παν να δουν διυλιστήριο

Κοιμήσου Περσεφόνη
στην αγκαλιά της γης 
στου κόσμου το μπαλκόνι
ποτέ μην ξαναβγείς

Εκεί που η θάλασσα γινόταν ευλογία
κι ήταν ευχή του κάμπου τα βελάσματα
τώρα καμιόνια κουβαλάν στα ναυπηγεία
άδεια κορμιά σιδερικά παιδιά κι ελάσματα

Κοιμήσου Περσεφόνη
στην αγκαλιά της γης 
στου κόσμου το μπαλκόνι
ποτέ μην ξαναβγείς




*Ο Ρώμος Φιλήρας (1888-1942) ήταν λυρικός ποιητής από τους πιο δυνατούς εκείνης της εποχής. Δημοσίευε στα πιο γνωστά τότε λογοτεχνικά περιοδικά Νουμά και Παναθήναια. Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια της ζωής του τα πέρασε στο Δρομοκαΐτειο όπου και συνέχιζε να γράφει. 


Σάββατο 19 Ιουνίου 2021

Μπαλδομέρο Λίγιο: Ο λάκκος του διαβόλου



Ονειρεύτηκε ότι βρισκόταν εκεί κάτω, με την αξίνα στο χέρι, χτυπώντας με μανία το κοίτασμα και, τι παράξενο, του φαινόταν ότι εκείνο το σκοτεινό πράγμα ήταν εύθραυστο σαν κρύσταλλο και δεν είχε τη σκληρότητα που ήξερε. Σήκωσε ψηλά τη λάμπα για να διακρίνει πιο καθαρά και τότε είδε. Δεν ήταν άνθρακας ούτε κανένα άλλο ορυκτό αυτό που χτυπούσε με το εργαλείο του, αλλά μια κολλώδη μάζα, μαλακή και κολλώδης. Τότε συνειδητοποίησε μέσα σε μια ξαφνικά έκλαμψη ότι ήταν ο ιδρώτας. το αίμα κι όλα τα δάκρυα που είχαν χύσει όλες οι παμπάλαιες γενιές των ανθρακωρύχων, των ξεχασμένων προγόνων του στους στενούς διαδρόμους του ορυχείου, και αυτά που ακόμα χύνουν αυτοί που δουλεύουν σκυφτοί εκείνη ακριβώς τη στιγμή, στις κολασμένες στοές του. Και είδε, χωρίς έκπληξη πια, ότι ο ιδρώτας που έπεφτε απ' το δικό του κορμί ήταν κι αυτός κόκκινος και ότι σιγά σιγά έπαιρνε την απόχρωση και τη μορφή του κοιτάσματος.

Έπειτα το τοπίο άλλαξε και βρέθηκε μέσα σε κάτι που έμοιαζε με μια γιγάντια χοάνη. Εκεί ήταν συσσωρευμένο όλο εκείνο το παράξενο ορυκτό και, από ένα μικρό άνοιγμα στο κάτω μέρος της χοάνης, ανάβλυζε κάτι που έμοιαζε μ' έναν ολόχρυσο χείμαρρο και, τρέχοντας ορμητικά σαν καταρράκτης, σκορπιζόταν σαν χρυσαφένιο ρυάκι στους κάμπους.

Το χρυσάφι έπεφτε πάνω στη γη που έτρεμε και τότε, σαν από άγγιγμα ενός μαγικού ραβδιού, ξεπήδησαν μέσα από τα σπλάχνα της πύργοι και παλάτια εκτυφλωτικής ομορφιάς. Στους κήπους και στα περιβόλια τους αναρίθμητα ζευγάρια λικνίζονταν κάτω από τους ήχους ηδονικών χορών.

Απότομα οι χοροί και η μουσική σταμάτησαν και ένα αλλόκοτο φως πλημμύρησε το τοπίο. Τα διαμαντικά και τα περιδέραια. που έλαμπαν στους λαιμούς των δεσποινίδων, ξεκόλλησαν όλα μαζί ξαφνικά και κύλησαν σαν δάκρυ επάνω στους απαλούς ώμους και στα στήθη των ωραίων γυναικών. Τα ρουμπίνια άφηναν, πέφτοντας, αιμάτινες κηλίδες πάνω στους μεγαλοπρεπείς τάπητες και οι τοίχοι, οι σκάλες, οι μπρούτζινες προτομές και τα μάρμαρα πήραν ένα φρικτό κόκκινο χρώμα κι έμοιαζαν με πηχτό αίμα.

Καθώς ο Πέδρο Μαρία παρατηρούσε τη φοβερή μεταμόρφωση, τα παλάτια γκρεμίζονταν μπροστά στα κατάπληκτα μάτια του. Τίποτα δεν έμεινε από εκείνες τις παραδεισένιες κατοικίες, ούτε ένα ελάχιστο ίχνος. Και μόλις όλα μετατράπηκαν σε σωρούς θλιβερών ερειπίων, ανάμεσα απ' τις πέτρες ξεπρόβαλλε ένα εξαθλιωμένο πλήθος παιδιών, γυναικών και γερόντων, βρόμικο και ρακένδυτο.

Όλος αυτός ο πλούτος, όλες αυτές οι ανέσεις στις αρχές του 20ου αιώνα, και στους αιώνες των αιώνων της ανθρώπινης Ιστορίας, έχουν ένα και μόνο όνομα. Εκμετάλλευση της εργασίας. Το όνειρο του πεσμένου στο δρόμο ανθρακωρύχου, του απλήρωτου και χρεωμένου μ' ένα σωρό πρόστιμα από την εταιρία, είναι η Αλήθεια... Με τους συντρόφους του, τους νέους που έμοιαζαν γέροι, τα οχτάχρονα παιδιά, τα άλογα, κι αυτά αιώνια καταδικασμένα να σπρώχνουν καρότσια στα έγκατα της γης και να ξαναβλέπουν το φως του ήλιου όταν ξεζουμισμένα ερχόταν η ώρα να πεθάνουν, παρατημένα στον χωρίς κανένα ίσκιο κάμπο έρμαια των όρνιων, είναι αυτοί που δούλευαν από ήλιο σε ήλιο χωρίς καν να τον βλέπουν... Αυτοί που γύριζαν στις παράγκες κι αντίκρυζαν τα πεινασμένα παιδία τους και τις απελπισμένες γυναίκες τους. Χτυπούσαν με την αξίνα ολημερίς τους βράχους για να βγάλουν τον άνθρακα. Καταπλακώνονταν από τους βράχους. Καίγονταν ζωντανοί από τις εκρήξεις. Αρρώσταιναν και γερνούσαν πριν την ώρα τους. Άφηναν ορφανά τα παιδιά τους. Βασανίζονταν και έχαναν οποιαδήποτε αξιοπρέπεια από άθλιους επιστάτες και μηχανικούς. Μέχρι και το φαγητό τους το αγόραζαν από το μοναδικό κατάστημα που κι αυτό άνηκε στην εταιρία. Αυτή που μεταχειριζόταν ένα σωρό κόλπα για να μην τους πληρώσει την πενιχρή έτσι κι αλλιώς συμφωνία που είχαν κάνει. Ζούσαν με το φόβο του συναγερμού που πάντα έφερνε άσχημα μαντάτα. Και τότε, ένα ανθρώπινο κοπάδι από γυναίκες και παιδιά ντυμένο με κουρέλια έτρεχε αλαφιασμένο στο ορυχείο. Συναγερμός ίσον θάνατος. Κάποια στοά θα κατέρρευσε, κάποια έκρηξη θα έγινε. Η μόνη διαφορά ήταν ο αριθμός των νεκρών. Κάποιες φορές τα νέα ήταν καλά. Οι νεκροί ήταν μόνο τρεις...

Πόσες φορές κατά τη διάρκεια εκείνων των στιγμών της περισυλλογής δεν είχε αναρωτηθεί, χωρίς να βρίσκει απάντηση, γιατί να υπάρχει τούτη η πελώρια αδικία πάνω στη γη, γιατί εκατομμύρια φτωχοί να είναι στους αιώνες των αιώνων καταδικασμένοι να φτύνουν αίμα μόνο και μόνο για να συσσωρεύουν πλούτη πάνω στα πλούτη ελάχιστου και να ζουν στα ολόχρυσα παλάτια τους. Αχ, σκεφτόταν μ' έναν βαθύ αναστεναγμό, ας γινόταν να μπορούσε να ζήσει κάποιος δίχως αυτή την παντοτινή αγωνία και το φόβο για την τύχη των αγαπημένων πλασμάτων, που τόσες φορές έπρεπε να πληρώσουν με την ίδια τους τη ζωή· πανάκριβα να πληρώσουν για να κερδίσουν αυτό που θα έπρεπε να είναι το δικαίωμα όλων, ένα πιάτο φαΐ και το καθημερινό ψωμί στο τραπέζι! 

Αλλά όλα αυτά έρχονταν κι έφευγαν από το μυαλό της γυναίκας, και καθώς δεν μπορούσε να βρει καμιά λύση στο πρόβλημα, πάσχιζε να διώξει όλες αυτές τις σκέψεις κι έπιανε ξανά τις καθημερινές ασχολίες της βυθισμένη στη συνήθη της μελαγχολία.

Κι η μοιρολατρία βασίλευε στην πολιτεία των εργατών και των οικογενειών τους. Κάπου κάπου, όταν δολοφονούνταν στα κάτεργα, όταν στο τέλος της εβδομάδας στέκονταν στη βροχή να πληρωθούν και βρίσκονταν χρεωμένοι με πρόστιμα για δήθεν λάθη τους, η οργή τους ξεσπούσε με κατάρες και βρισιές. Αλλά πάντα υπήρχε και θα υπάρχει αυτός που με συνείδηση θα λέει τα πράγματα όπως είναι.

Φτωχέ μας γέρο, σε πετάνε στα σκουπίδια επειδή τους είσαι πια άχρηστος. Το ίδιο συμβαίνει σε όλους μας. Εκεί κάτω δεν κάνει καμιά διαφορά αν είσαι άνθρωπος ή ζώο. Μόλις δεν έχουμε πια δυνάμεις για τη δουλειά, το ορυχείο μας πετάει όπως ξεφορτώνεται η αράχνη μακριά από τον ιστό της το απομεινάρι της μύγας που καταβρόχθισε. Σύντροφοι, το ζώο αυτό είναι η εικόνα και της δικής μας ζωής. Όπως αυτό, έτσι κι εμείς σωπαίνουμε υπομένοντας καρτερικά τη μοίρα μας. Κι όμως η δύναμη είναι τόσο μεγάλη που τίποτα πάνω σ' αυτή τη γη δεν θα μπορούσε να της αντισταθεί. Αν όλοι οι καταπιεσμένοι, όλοι οι δεσμώτες, βάδιζαν ενάντια στους καταπιεστές τους, τότε γρήγορα θα τους βάζαμε στη θέση τους όλους αυτούς που σήμερα  μας πίνουν το αίμα και ρουφάνε ως το μεδούλι από τα κόκαλα μας. Θα τους σκορπίζαμε με την πρώτη έφοδο όπως ο τυφώνας ένα δεμάτι άχυρα. Είναι λίγοι, είναι ελάχιστοι κι αυτοί και το άθλιο σινάφι τους, και ανίσχυροι μπροστά στον αναρίθμητο στρατό των αδελφών μας που πλημμυρίζει τη γη!

Κι όσο στο πρόσωπο των ανθρώπων αυτών βλέπουν έναν «επικίνδυνο» για τη δουλειά τους άνθρωπο (άραγε ήταν δουλειά ή δουλεία) που ονειρεύεται εξεγέρσεις ενάντια στους αδιασάλευτους νόμους της μοίρας, τόσο η φυσική ροή των πραγμάτων θα παραμένει φυσική... Θα ξυπνούν αξημέρωτα, θα στήνονται στην ουρά, θα μπαίνουν στις στοές, θα χτυπούν το βράχο. Κι αυτοί και τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους. Κι «ο λάκκος του διαβόλου» θα τους σκοτώνει κάθε μέρα και θα πλουτίζει την αποικιοκρατική εγγλέζικη εταιρία...

[Το εξαιρετικό βιβλίο με διηγήματα του Μπαλδομέρο Λίγιο «Ο λάκκος του διαβόλου» σε μετάφραση του Σταμάτη Πολενάκη  κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «ενύπνιο»]

[Τα αποσπάσματα με τα πλάγια γράμματα είναι από το βιβλίο]