Η λίστα ιστολογίων μου

Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2022

Τα γαϊδουράκια...




Θα ήθελα να έχω ένα σπίτι μ' ένα μεγάλο χωράφι γύρω γύρω, να βρω ένα γαϊδουράκι και να το αμολήσω χωρίς να είναι δεμένο μέσα! Έτσι, για να εξιλεωθεί, έστω και στο απειροελάχιστο, το ανθρώπινο γένος για όσα δεινά υπέβαλλε ανά τους αιώνες αυτό το πλάσμα... Αυτό σκεφτόταν κάθε φορά που επισκεπτόταν διάφορα μέρη που παραθέριζε τα καλοκαίρια. Εκεί συναντούσε δεμένα γαϊδουράκια για άπειρες ώρες μέσα στον ήλιο. Τα πλησίαζε, τα χάιδευε και πολλές φορές τα τάιζε ντομάτες! Τον αναγνώριζαν από μακριά κι έτρεχαν προς το μέρος του, όσο τους επέτρεπε το σκοινί, κάθε φορά που τον έβλεπαν! Ήταν κάτι που του τα έκανε ακόμα πιο συμπαθή! Άλλες φορές τα έβλεπε να είναι παραφορτωμένα κι άλλες φορές να τα κακομεταχειρίζονται. Αυτό το τελευταίο τον έκανε να στρέφει το κεφάλι αλλού. Κακώς... Αργότερα, μέσα από τις σελίδες βιβλίων κατάλαβε ότι όλα αυτά που τραβούσαν στα μέρη που τα συναντούσε ήταν πταίσματα μπροστά σε όσα πέρασαν άνα τους αιώνες. Η αναγκαστική στράτευση τους στην παράνοια των πολέμων ήταν κάτι που δεν είχε σκεφτεί ποτέ... Τα ζα, τα κτήνη όπως τα ονόμαζαν, επιστρατευμένα, για να συμβάλουν άθελά τους στην κτηνωδία των ανθρώπων...


Τα ζα

Τα ζα στον πόλεμο! Σήμερα από το πρωί συλλογιούμαι μόνο αυτό. Καλά εμείς οι άνθρωποι. Έχουμε τα συμφέρα μας, τις ιδεολογίες μας, τις λόξες μας, τις μεγαλομανίες μας και τους ενθουσιασμούς μας. Απ' όλα αυτά μαγειρεύεται περίφημα ο πόλεμος. Έχουμε και τις πονηριές μας για να γλιτώνουμε σαν δούμε τα ζόρικα. Τ' αμπριά μας, τα νοσοκομεία, ακόμα και τις λιποταξίες. Όμως τ' αγαθά τα ζα που τα επιστρατεύουμε να κάμουν μαζί μας τον πόλεμο;

Θαρώ πως όταν καμιά φορά οι άνθρωποι βγάλουν από μέσα τους την επιληψία του ομαδικού σκοτωμού, θάχουν όλο το δίκιο δε ντρέπουνται σ' όλη τους τη ζωή και μόνο γι' αυτό: Που τραβήξανε και τ' αθώα τα ζα στον πόλεμο. Στοχάζουμαι πως κάποτε θα είναι ένα απ' τα πιο μαύρα σημάδια της Ιστορίας των Ανθρώπων.

Η Μεραρχία μας κουβάλησε μαζί της απ' το νησί και μια συζυγαρχία γαϊδάρους. « Συζυγαρχία ημιόνων» γράφεται στα χαρτιά. Μα η αλήθεια είναι πως έχει μόνο γαϊδάρους. Υποφέρανε πολύ ώσπου να τους μπάσουνε στα βαπόρια. Το ίδιο και σαν τους ξεφορτώσανε στη Θεσσαλονίκη. Τους αρπούσε το βίντσι μουγκρίζοντας θυμωμένα και τους σήκωνε ανάερα μέσα στη γερή φασκιά τους. Αυτό τους ξετρέλαινε. Κ' η τρομάρα τους ήταν εκπληχτικά ζωγραφισμένη μέσα στα μάτια τους. Κλωτσούσανε στο κενό, φρουμάζανε, στριφογύριζαν τους βολβούς και το πετσί τους ρυτίδιαζε απ' τη φρίκη. Κατόπι περάσανε μαζί μας όλη τη Μακεδονία, φορτωμένοι πυρομαχικά. Τάχανε κι αυτοί με τους Γερμανούς, με τους Τούρκους, με τους Βούλγαρους. Σα μπήκαμε 'μεις στο χαράκωμα, ο όρχος τους στήθηκε στην Κούπα. Είναι ένα χωριό πίσω από τις γραμμές μας ρημαγμένο από το πυροβολικό.[...] Εκεί στην Κούπα , μέσα σε μιαν όμορφη χαράδρα, έστησε τα παλούκια της η «Συζυγαρχία των ημιόνων» της Μεραρχίας μας.

Τα ζα ξεκουραστήκανε κάμποσες μέρες απ' το πολυμερίτικο περπάτημα που τάχε παραζαλισμένα στην κούραση. Ξανεσάνανε. Βρήκανε κιόλας μπόλικο χορτάρι, φάγαν και πήραν απάνω τους. Καρδάμωσαν. Τότες προσέξανε πως ήταν χαρά Θεού πάνω στη γης, κι ο Έρωτας κέντριζε όλα τα πάντα, από τα μαμούδια ως τα λουλούδια, να μπούνε μέσα στο παναιώνιο πανηγύρι της αναπαραγωγής. Οι γαϊδάροι άκουσαν το μεγάλο κάλεσμα και απάντησαν με το ερωτικό τους σάλπισμα: Παρών! Υπάκουγα, γεμάτα αθωότητα κι ανηξεριά σαν όλα τα ζα. Η χαράδρα βούιξε από τα παράφωνα επιθαλάμια χλιμιντρίσματα. [...]

Ένα αεροπλάνο ξεκίνησε τότες βουΐζοντας απ' αντίκρυ. Ήρθε κ' έκοψε ένα-δύο γύρους πάνω από τη χαράδρα. Αυτοί το χαβά τους. Κατόπι γύρισε πίσω μέσα στην αποθέωση των οβίδων, που έσκαζαν στον ουρανό σαν ένα κοπάδι άσπρα προβατάκια που όλο και πλήθαιναν γύρω του.

Οι γαϊδάροι δεν ξέρουν από αεροπλάνα. Ήτανε κιόλας τόσο σύγκορμα παραδομένοι στη χαρά της ζωής, που δεν τους απέμενε καιρός να προσέξουν τίποτ' άλλο.

Σε λίγο η λαγκαδιά βόγγησε βαριά από μια σειρά εκρήξεις και σουβλερές σφυριξιές. Ήταν ένα σωστό μακελειό αθώων. Τα ζα ξακοικιάστηκαν, σφάχτηκαν πάνω στο τρυφερό χορτάρι, αγκρισμένα μέσα στο μεθύσι της γεννητικής χαράς. Ψοφούσαν κι αναστέναζα σαν άνθρωποι. Πέφτανε χάμου και ξεψυχούσαν σιγά-σιγά, γύριζαν το λαιμό κοιτάζοντας λυπητερά τα εντόσθια τους που σάλευαν σαν κοκκινωπά φίδια ανάμεσα στα πόδια τους. Κουνούσαν απάνω, κάτω, τα χοντρά τους κεφάλια δίχως να καταλαβαίνουν τίποτα. Ανετρίχιαζαν, τρέμανε τα ρουθούνια τους, ανοίγανε τα πλατιά χείλια ξεσκεπάζοντας τα δόντια τους και σερνόντανε με τσακισμένα πόδια. Πεθαίνανε στο τέλος βρέχοντας τα λουλούδια με το αίμα τους, και τα μεγάλα μάτια τους ήταν γεμάτα απορίες και πόνους. Ένα γαϊδουράκι με τσακισμένη τη ραχοκοκαλιά χαμόσερνε καμιά δεκαπενταριά μέτρα το κορμί του, ακουμπώντας μόνο στα μπροστινά πόδια. Κατόπι αναδιπλώθηκε, γύρισε το κεφάλι προς τη μεγάλη λαβωματιά του κι αγκομαχούσε πολλήν ώρα ώσπου να παραδώσει.

Ένας ημιονηγός, μόλις άρχισε ο βομβαρδισμός, βάλθηκε να τρέχει σαστισμένος. Βαστούσε γερά το χαλινάρι του γαϊδάρου του κ' έτρεχε σαν τρελός. Έφτασε έτσι ως τ' αμπριά των Φραντσέζων ψωμάδων. Εκεί πια, μέσα στα γιούχα της φανταριάς, πήρε είδηση πως έσερνε πίσω του το κεφάλι του γαϊδάρου θερισμένο απ' το λαιμό.

Μέσα στα κλειδωμένα δόντια του το ζο κρατούσε ακόμα μια τούφα κίτρινες μαργαρίτες ματωμένες.

[Στρατής Μυριβήλης, Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ, εκδόσεις ΕΣΤΙΑ]

[Το κείμενο μεταφέρθηκε στο μονοτονικό σύστημα, διατηρώντας παράλληλα την ορθογραφία του πρωτότυπου]


Δευτέρα 24 Ιανουαρίου 2022

Γάτες...




Στον Γιώργο Σκου για την αγάπη του για τις γάτες...

Έσκυψε στο πεζοδρόμιο ν' αφήσει μέσα σ' ένα αλουμινόχαρτο λίγο φαγάκι για τα γατιά του δρόμου του. Χρόνια είχε μεγάλη αγάπη για τις γάτες. Όλο και περιμάζευε κάποια στο σπίτι, στην πυλωτή, στα νησιά που παραθέριζε τα καλοκαίρια. Απόψε όμως αυτή η νύχτα του Γενάρη θα ήταν από τις πιο παγωμένες του χειμώνα. Τα κοράκια στις τηλεοράσεις με ύφος περισπούδαστο, λες και είχαν σπουδάσει μετεωρολογία, προμήνυαν σφοδρή χιονόπτωση ακόμα και στο κέντρο της Αθήνας όπου έμενε. Του άρεσε πάρα πολύ από παιδί να επικοινωνεί μαζί τους στη γλώσσα που αμέσως τις κινητοποιούσε! Ψιτ, ψιτ, ψιτ! Γελούσε πάντα με την καρδιά του και χαιρόταν όταν τις έβλεπε να ανταποκρίνονται σ' αυτό του το κάλεσμα τρέχοντας σφαίρα! Κι αυτές να απαντούν με το γνώριμο βραχνό, κι άλλες με το διαπεραστικό νιαούρισμά τους! Οι ψυχούλες! Αυτό το βράδυ δεν θα καθόταν να τις χαζέψει. Ήταν βαρύ το κρύο. Θα άφηνε το φαγητό κι ένα χαρτόκουτο με λίγα πανάκια και θα ανέβαινε γρήγορα γρήγορα στο σπίτι. Ήταν το λιγότερο που μπορούσε να κάνει... Α, και να πιάσει πάλι να ξεφυλλίσει αγαπημένες ιστορίες και κείμενα γι' αυτές, ακούγοντας τις κάπου κάπου να νιαουρίζουν από το δρόμο, ελπίζοντας ευχαριστημένες...


Οι γάτοι


Ευτυχισμένοι και ράθυμοι, χωρίς ηθική και εργασία, κυρτώνουν το τόξο της ράχης των απάνω στους πύργους των βιβλίων μας -οι γάτοι.

Του Αρίστιππου του Κυρηναίου οπαδοί, αφήνουν της ηθικής το πρόβλημα να βασανίζει το σκύλο του σπιτιού. Απ' την αγάπη μας κρατούν το χάδι για να πετάξουν το υπόλοιπο. Γρατσουνίζουν μόλις νιώσουν πως τους αγαπήσαμε πολύ.

Χωρίς τον ίλιγγο της ακροβασίας, χωρίς το σκοτάδι και χωρίς την κραυγή του ανέμου, ο έρωτας γι' αυτούς αξίζει κάθε περιφρόνηση.

Πιστεύουν στη ζωή χωρίς να ρωτήσουν αν υπάρχει καλύτερη. Υπομένουν και τις εφτά ψυχές των! Για να τιμωρήσουν την ασκήμια της γειτόνισσας που τους φαρμάκωσε ξέρουν μ' ένα πήδημα να βρεθούν απ' τον Άδη στα πόδια της και να την τρομάξουν.

Όταν το καναρίνι μας λησμονήσει πως υπάρχει μέτρο στην τέχνη, αυτοί έχουν το θάρρος, χιμώντας στο κλουβί, να πνίξουν το τραγούδι και να ξαναφέρουν γύρω μας τη γόνιμη σιωπή.

Ο πράσινος λύχνος της ματιάς των καίει τα μεσάνυχτα στον τάφο του Baudelaire.

Το λιοντάρι που τους έδωσε τη στάση του, η λεοπάρδαλη που τους χάρισε τη γούνα της, πρόγονοι βασιλικοί, βηματίζουν στον ύπνο των γατών - και τότε οι γάτοι, ξυπνώντας, σηκώνουν περήφανα το κεφάλι και δοκιμάζουν τα νύχια των για πόλεμο.

Κι όμως όταν χαϊδεύονται από γυναίκες που κλάψανε πολύ, όταν κοιμόνται στα γόνατα των προδομένων απ' τη μοίρα, οι γάτοι αφήνουν την καμπύλη της ράχης των να γλιστρά με ηδονή κάτω από το χάδι της αδυναμίας - κι ανάβει στο ηλεκτρικό τρίχωμά των η ηθική σπίθα!

[Ζαχαρίας Παπαντωνίου «Πεζοί ρυθμοί», 1922]

Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2022

Τ' ΑΝΑΠΛΙ...




-Σκεφτήκατε ποτέ το Ναύπλιο;
-Ναι.
-Το σημερινό ή αυτό που έχετε στη μνήμη σας;
-Αυτό που έχω στη μνήμη μου δεν υπάρχει σήμερα.

(Νίκος Καρούζος, η τελευταία συνέντευξη στον Κωνσταντίνο Αν. Θέμελη, εκδόσεις ύψιλον/βιβλία)

Πάντα σκέφτομαι το Ναύπλιο. Τ' Ανάπλι, που λένε ακόμα οι παλιοί. Πάει, χάθηκε κι αυτή η έκφραση. Όπως κι αυτό το Ναύπλιο που έχω κι εγώ στη μνήμη μου. Δεν υπάρχει σήμερα. Τ' Ανάπλι του ατελείωτου παιχνιδιού στους δρόμους με τα ελάχιστα αυτοκίνητα στη συνοικία της Πρόνοιας. Το ανέβασμα στο Παλαμήδι, όχι από τον επίσημο δρόμο ή από τα εννιακόσια ενενήντα εννιά σκαλιά. Μα από τα μονοπάτια και τα κατσάβραχα του βουνού που ξεκινούσαν από το τέλος της συνοικίας. Ακόμα έχω μέσα μου τις ανοιξιάτικες μυρωδιές του βουνού κάθε Πάσχα, τις φραγκοσυκιές που μας γρατζουνούσαν, τις τσουκνίδες που μας κατακοκκίνιζαν τα πόδια, το υγρό μυρωδάτο χώμα. Τα βράχια της Αρβανιτιάς που κάθε πρωί από αυτά παίρναμε φόρα και βουτούσαμε στη θάλασσα. Ξανά και ξανά προσέχοντας να πέσουμε ανάμεσα στους δύο βράχους για να μην «καρφώσουμε»... Το φωτισμένο, μόνο τα Σαββατόκυριακα που έρχονταν οι τουρίστες, κάστρο. Κι άλλα θυμάμαι, πολλά. Όπως τη θλιβερή στιγμή της επιστροφής στην Αθήνα, με το Παλαμήδι να σβήνει σιγά σιγά από το βλέμμα μου. Αυτό το Ναύπλιο έχω στη μνήμη μου. Των παιδικών, άντε και των εφηβικών μου χρόνων. Αυτό ήταν ένα γιορτινό, ένα καλοκαιρινό Ναύπλιο. Αυτό άφηνα πίσω. Το χειμωνιάτικο, το καθημερινό, δεν το γνώρισα ποτέ. Το φανταζόμουν μόνο από τις διηγήσεις. Όπως ζούσα και μισοσυνειδητά το μύθο του. Κάστρο, Μπούρτζι, οχυρώσεις, επαναστάσεις, φυλακές, μάχες... Πλέον, αυτό που έχω στη μνήμη μου σήμερα, δεν υπάρχει πια. Έπαψε να υπάρχει όταν με την ενηλικίωση μου διάλεξα το δρόμο που θα έπαιρνα στη ζωή μου. Κι αυτός ήταν αντίθετος με την πολιτική μαυρίλα του, τις μικροαστικές συνήθειες, τον πνιγηρό ασφυκτικό έλεγχο της επαρχίας. Κρατάω όμως το παλιό των ανέμελων παιδικών μου χρόνων. Μου αρκεί. Και προσπαθώ να το φανταστώ και να το περπατήσω, όπως δεν το γνώρισα ποτέ τους δύσκολους μοναχικούς μήνες, μέσα από το εξαιρετικό κείμενο του Πέτρου Χάρη, που ανακάλυψα σ' έναν ακόμα θησαυρό των γραμμάτων μας. Την «Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά» του 1963, που μέρος του, έχουν τη χαρά τα «φύλλα» ν' ανασύρουν από το παρελθόν και να επαναφέρουν στο φως!


ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ ΣΤ' ΑΝΑΠΛΙ
(Ώρες ιστορίας και θρύλου)

Αν αγαπάτε μια πολιτεία, προπάντων μια παλιά πολιτεία που με την ιστορία της, με τους θρύλους της και την ομορφιά της ή με την ιδιοτυπία της συχνά γίνεται κάλεσμα τυραννικό και πολλά σας υπόσχεται και με πολλές προσδοκίες  σας κρατάει, έστω και για λίγες στιγμές, στο όνειρο, απάνω από την εχθρική ή και την άχρωμη και ασήμαντη πραγματικότητα, αφήστε να περάσει το καλοκαίρι, περιμένετε νάρθει το φθινόπωρο, και τότε ξεκινήστε. Οι δρόμοι που θα σας φέρουν στην παλιά σας αγάπη δε θα είναι έρημοι, μα δε θάχουν και το συνωστισμό της καλοκαιρινής ημέρας ή και της νύχτας του Ιουλίου και του Αυγούστου, που δεν αφήνει θέση ούτε σ' ένα λαγό ούτε σε μιαν αλεπού να κάνουν το βραδινό τους σεργιάνι. Οι φθινοπωρινοί δρόμοι, κάτω από έναν ήλιο που περιορίζεται να φλογίζει λίγο τα νεανικά πρόσωπα, να δυναμώνει τη λάμψη στα χρυσά ή στα μαύρα τους μαλλιά ή και να γεμίζει με φως τις ρυτίδες της πείρας, κάτω κι από το φεγγάρι του Οκτωβρίου και του Νοεμβρίου που δεν έχει να δει πολλά πλάσματα και προσέχει περισσότερο το νυχτερινό οδοιπόρο, ή και μέσα στην ασέληνη νύχτα και έναν καταστόλιστο ουρανό που αιώνες τώρα αγωνίζεται να στείλει τις φωνές του, τα μηνύματα του και να μας εξηγήσει πόσο απλή είναι η αρμονία του κόσμου, απλή και μεγάλη όπως μια θαυμαστή μαθηματική εξίσωση, οι φθινοπωρινοί, λέω δρόμοι μοιάζουν με τα βέλη της ευτυχίας. Όσοι τους περπατούν, όχι από ανάγκη, όχι ζεμένοι στον τροχό του επαγγέλματος, όσοι τους περπατούν σε ώρες σχόλης είναι σαν να πηγαίνουν σε ερωτική συνάντηση. Ξέρουν ότι ξεκίνησαν για να φτάσουν, ύστερα από εκατό, διακόσια ή και περισσότερα χιλιόμετρα, σε μιαν άδεια πόλη. Δηλαδή σε μια πόλη που δεν έχει κρατήσει  κανέναν από τους καλοκαιρινούς επισκέπτες της κ' έμεινε μόνο με τους κατοίκους της, που γύρισε στο ρυθμό της κανονικής ζωής της και δεν προσπαθεί να φανεί ωραιότερη απ' ότι είναι ή να γίνει πιο ευχάριστη για τους ξένους της.

Το φθινοπωρινό πρόσωπο κάθε πολιτείας, που έχει πολλούς ξένους το καλοκαίρι και υποχρεώνεται να κάνει πότε μεγάλη και πότε μικρή προσπάθεια, είναι το πιο γνήσιο, και το πιο συμπαθητικό. Είναι ο άνθρωπος που έβγαλε τα καλά του όταν έφυγαν οι ξένοι του, που ηρέμησε λες και γυρίζει στον τόπο του, με τις συνήθειες του ακάλυπτες, με το περπάτημά του, πιο ελεύθερο, με τις παλιές και μόνιμες έγνοιες του, που είχαν γίνει φροντίδα και προθυμία για τους ξένους.

Γυρίζουν οι άνθρωποι αυτή την εποχή από κοντά κι από μακριά, από μια κατασκήνωση, από τα ελληνικά βουνά, κι από τις ελληνικές ακρογιαλιές. Μα έρχονται σιγά-σιγά κι από πιο μακριά, από άλλους τόπους, από ξένους τόπους, που τώρα πια οι βροχές θόλωσαν τον ουρανό τους κι ο χειμώνας τους ζυγώνει με γρήγορα βήματα. Έχουμε όμως και μιαν άλλη επιστροφή, αυτήν που γίνεται μ' εκατό, με πενήντα ή και με λιγότερα ακόμη βήματα  κι ωστόσο σημαδεύει πολύ πιο αποφασιστικά γεγονότα. Είναι η επιστροφή των ανθρώπων της επαρχίας στον εντελώς δικό τους χώρο, στην πόλη τους, η επιστροφή των ανθρώπων που ούτε μια μέρα, ούτε μιαν ώρα, δε μετακινήθηκαν κι όμως ξαναβρίσκουν το σπίτι τους. [...]

Έτσι φτάσαμε κ' εμείς, με την πρώτη φθινοπωρινή νοσταλγία, στ' Ανάπλι. Κ' έτσι βρήκαμε την παλιά πολιτεία: όπως την περιμέναμε κι όπως την θέλαμε, μόνη έπειτ' από τη χαρούμενη καλοκαιρινή επιδρομή ξένων και Ελλήνων, γυρισμένη ολόκληρη στα περασμένα, ασάλευτη στις συνήθειές της σαν το Παλαμήδι της και σαν τ' άλλα της τα φρούρια, νοικοκυρεμένη κι ολοκάθαρη, ήσυχη, προπάντων ήσυχη και αδιάφορη για ό, τι γίνεται και για ό,τι μπορεί να γίνει γύρω της, βαριά από πείρα και καρτερία. Όσοι την θυμούνται, σε επίσημες ώρες ή σε απλές, καθημερινές συζητήσεις, δεν παραλείπουν να σημειώσουν ότι είναι η πρώτη πρωτεύουσα της νέας Ελλάδας. Μα η δόξα αυτή κι η τιμή αυτή είναι η τελευταία. Είναι η λάμψη πριν το ηλιοβασίλεμα. Γιατί η πολιτεία αυτή, η αρχαία Ναυπλία, το Ναύπλιο έπειτα, έρχεται από πολύ μακριά, έχει ζήσει στον ίσκιο του αυστηρού βράχου της αιώνες αιώνες αναρίθμητους που πας να τους μετρήσεις και χάνονται μέσα στα παραμύθια, και είδε όσα λίγες άλλες πολιτείες είχαν την τύχη ή την κακή μοίρα να δουν. Στο πρόσωπο της έχει πετρώσει κι η περηφάνια από τους καιρούς της παλληκαριάς και της ευτυχίας, και ο πλούτος από τα λογής λογής εμπόρια, - το λιμάνι της έφτασε να χωρέσει κι εξακόσια πλοία, μεγάλα και μικρά - μα και ο τρόμος από τα πολλά αίματα, από τους βόγγους, από το θάνατο που έπεφτε απάνω της με καλπασμό. Φράγκοι, Βενετσιάνοι και Τούρκοι πολύ το θέλησαν και πολύ το κράτησαν το Ναύπλιο. Κι όποιος ξέρει να βάζει αυτί στα περασμένα, θ' ακούσει τους αλαλαγμούς και το θρήνο τους, τις κανονιές και τα γιουρούσια τους, τον καημό τους για την πρώτη πολιτεία αυτή του Μοριά, - πρώτη για χρόνους πολλούς κι αξιομνημόνευτους, - και το τραγούδι τους έπειτ' από κάθε νίκη κ' έπειτ' από κάθε αντίσταση στον εχθρό που ερχόταν συχνά κι από στεριά κι από θάλασσα. 

Δεν είναι όμως στ' Ανάπλι μόνο οι φωνές που μας γυρίζουν στα περασμένα. Είναι και τα έργα των ανθρώπων, που έμειναν και μας διηγούνται τον τρόμο των κατοίκων του ή των κατακτητών του και μας δείχνουν μεγάλη και θαυμαστή σε αποτελέσματα αγωνία τους. Όλα αυτά τα οχυρά, που ζώνουν την πολιτεία και θέλουν από τη θάλασσα προπάντων να την ασφαλίσουν, μας λένε κι όλο μας λένε πως ο άνθρωπος πολύ κινδύνεψε εδώ, όπως σε κάθε γωνιά της γης που έχει χαρές πολλές κ' έρωτες περισσότερους, και μας εξηγούν πως έτσι θα ζει και θα παιδεύεται πάντα, θα υψώνει και θα γκρεμίζει οχυρά, θα κελαηδάει και θα θρηνεί, θα στήνει τρόπαια και θα ανοίγει τάφους, κ' ενώ θα περνάει κάτω από τα φρούρια που στα θεμέλια τους έχει πήξει το αίμα κ' ενώ θα πρέπει να διαβάζει στα πελώρια κοτρόνια τους το μέγα δίδαγμα, αυτός θα προχωρεί, όλο θα προχωρεί για να υψώσει κι άλλα οχυρά, για να γκρεμίσει κι άλλα οχυρά, και να μη χαρεί τη ζωή του, να μην πετάξει από μέσα του το θηρίο, που είναι πιο φοβερό και πιο αδάμαστο από το λιοντάρι που σκάλισαν οι Βενετσιάνοι στα φρούρια τ' Αναπλιού και τ' άφησαν αιώνια υπεροψία μέσα στο χρόνο. [...]

Μα και το Παλαμήδι δεν έχει να πει λίγα. Φτάνει να βάλουμε αυτί στο μπουντρούμι που πέταξαν τον Κολοκοτρώνη και τον άφησαν να σαπίζει ώσπου τούδωσε χάρη ο Όθων, και δε χρειάζονται περισσότερα, δεν χρειάζονται άλλα...

Ωστόσο, είμαστε τώρα απάνω στο Παλαμήδι κι ο καθαρός του αέρας παίρνει μακριά τις αναθυμιάσεις. Πριν από τρία χρόνια τολμήσαμε το δύσκολο αγώνισμα: ανεβήκαμε τα 999 σκαλιά του τρεις παλιοί φίλοι. [...]

Τ' Ανάπλι κάτω από το Βράχο , φθινοπωρινό και ήρεμο, συμμαζεύεται κ' ετοιμάζεται για το χειμώνα που έρχεται. Και το ακολουθεί η Πρόνοια, προνοητική κι αυτή και ήσυχη στο πλευρό του. Αν έχει όμως τ' Ανάπλι την ιστορία του, έχει και το Παλαμήδι τη δική του. Μα θα μας έπαιρνε το βράδι, αν θέλαμε να τη διηγηθούμε στους φίλους μας. [...]

Κατεβαίνω από το Παλαμήδι και στη φθινοπωρινή εσπέρα βρίσκω ακόμα πιο ήρεμη την παλιά πολιτεία. Δεν αποφασίζω όμως όμως να την αποχαιρετήσω. Η γαλήνη της κάνει αργά τα βήματά μου. Τα κάνει ακόμη πιο αργά ένας ψίθυρος, που τον ακούω κάθε φορά που βρίσκομαι στ' Ανάπλι μα τώρα έχει γίνει πιο επίμονος και θυμίζει ένα χρέος. [...]

Μια φωνή, που ίσως κι αυτή να μας σπρώχνει κάθε τόσο στο δρόμο για τ' Ανάπλι.


Πέμπτη 13 Ιανουαρίου 2022

Κωστής Παλαμάς: 13 Ιανουαρίου 1859... «Γκρεμιστής και πλάστής...»




Έτσι μου το έφερε η περίσταση. Να μη γνωρίσω τον Κωστή Παλαμά από τα ποιήματά του αλλά από τα λίγα πεζά του. Χωρίς δισταγμό προχώρησα κι άνοιξα την πόρτα ενός καινούριου κόσμου που απλωνόταν μπροστά μου. Του κόσμου της δημιουργίας του, της γλώσσας του, του τόπου μας εκείνη την εποχή, των Νεοελληνικών Γραμμάτων. Κι από 'κει στα ποιήματά του, στα λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής, στις λογοτεχνικές παρέες που πολέμησαν την καθαρεύουσα, στη μάχη για τη γλώσσα του λαού που πρωτοστάτησε, τη δημοτική! Γνώρισα την ασάλευτη ζωή του στην οδό Ασκληπιού 3 κι αργότερα στην Οδό Περίανδρου 5. Κι αργότερα στην κηδεία του, στις 28 Φεβρουαρίου του 1943, που μετατράπηκε σε παλλαϊκό συλλαλητήριο της Λευτεριάς, άκουσα τον Άγγελο Σικελιανό να βροντοφωνάζει, Ηχήστε οι Σάλπιγγες... Κι η μια πόρτα άνοιγε την άλλη σε αυτό το ταξίδι στα Γράμματα μας... Ούτε θέλω, μα ούτε και μπορώ να γράψω για την τεράστια προσφορά του. Μόνο τα συναισθήματα μου κρατώ όταν μπαίνω στον κόσμο των φύλλων που μας άφησε. Αυτή τη μικρή ευγνωμοσύνη μου μόνο, μπορώ να εκφράσω. Δεν διαλέγω ούτε κάποιο ποίημα, ούτε κάποιο πεζό, αλλά την εισαγωγή του στα διηγήματα Θάνατος παλληκαριού και τα ολοζώντανα λόγια του...


Αυτή την ιστορία την αφιερώνω σ' εσέν', απλή και αγράμματη γυναίκα, σ' εσέ, καημένη Χαραυγή. Την άκουσ' από το στόμα σου, και κοίταξα να την κρατήσω, κι όσο πιστά μπορούσα, για να είναι αντίλαλος δικός σου. Γιατί, κι όταν μιλάς εσύ, ένας λαός ολόκληρος τα λόγια σου στα ψιθυρίζει. Κάθε σου ιστορία, χωρίς να το καταλαβαίνης, του γένους είναι ποίημα. Δεν είσαι γυναίκα, είσαι η Φήμη η διαλαλήτρα. Δεν έχεις τίποτα σαρκικό, είσαι ψυχή μονάτη· τα μάτια σου ποτέ δεν ησυχάζουν, ποτέ δε σκοτιδιάζουν. Όσα λες, τα βλέπεις ολοζώντανα μπροστά σου, κι όσα βλέπεις, καθώς τα βλέπ' η Φαντασία τα θωρείς. Γι' αυτό είναι τα λόγια σου ολοζώντανα, σοφή κ' η γλώσσα σου, απλή κι αγράμματη γυναίκα. Με μαγνητίζουν τα μάτια σου και με μαγεύουν τα λόγια σου, και νιώθω κάτι τι μέρα την ημέρα με δένει πιο σφιχτά μ' εσένα. Εσύ με πρωτοτραγούδησες μωρό στην κούνια. Τα υστερνά τα λόγια που θακούσω στην κλίνη του θανάτου, θέλω να βγουν απ' το δικό σου στόμα. 


Διαβάστε ακόμα:

Τρίτη 11 Ιανουαρίου 2022

Νίκος Καββαδίας: 11 Ιανουαρίου 1910...




«Η δυσκολία είναι να βάλουμε στο χαρτί όσα σωριάζονται βουνά μέσα μας και θέλουν να βγουν. Χρειάζεται τρομερή προσπάθεια. Να υποφέρεις. Ν' ανοίξεις τις φλέβες σου. Να χύσεις αίμα. Αλλιώς δεν κάνεις τίποτα.»

[Συνέντευξη στο περιοδικό Αργώ, Σεπτέμβριος 1974]


Ο Νίκος Καββαδίας, ο αρμενιστής ποιητής, ο πολυδιαβασμένος και χιλιοτραγουδισμένος από τις εξαιρετικές μελοποιήσεις των ποιημάτων του από τον τεράστιο Θάνο Μικρούτσικο είχε κι άλλη μια υπόσταση εκτός του ποιητή, του συγγραφέα, του ναυτικού. Αυτή του «πολιτικού» Νίκου Καββαδία. Συμμετείχε στο ΕΑΜ Ναυτικών και στη συνέχεια στο ΕΑΜ Λογοτεχνών-Ποιητών. Πέρα από τη δράση του συνεργάστηκε με λογοτεχνικά περιοδικά κι άρχισε να γράφει τα πολιτικά ποιήματά του. Ποιήματα, όχι τόσο γνωστά -άγνωστα για την ακρίβεια- σαν αυτά που τραγουδάμε, αλλά σίγουρα εξίσου σημαντικά! Με χαρά λοιπόν τα «φύλλα» παρουσιάζουν τα δύο που ακολουθούν!

Στον τάφο του Επονίτη

Επέταξα τη σάκα μου και τρέχω με τουφέκια
Μικρούλης φαίνομαι Αδερφέ το μάτι δεν με πιάνει.
Στη μάχη όμως κουβάλησα χιλιάδες τα φουσέκια
κι ακόμα μ' είδαν Γερμανούς να στρώνω στο ρουμάνι.
Στη γειτονιά με ξέχασε το τόπι, το ξυλίκι.
Και μοναχά που πέρναγα με το χωνί στο στόμα.
Παιδί! Μα με λογάριασαν οι λυσσασμένοι λύκοι.
Τεράστιο το κουράγιο μου. Και που να δεις ακόμα.
Μια μέρα μας μπλοκάρανε. Δυο εμείς και αυτοί σαράντα,
Σφαίρα τη βρήκε την καρδιά μου που ' μοιαζε με γρανίτη.
Σε μια γωνιά με θάψανε χωρίς ανθούς, μα πάντα
Σα ρόδο θα μοσκοβολάει ο τάφος του Επονίτη

[Περιοδικό Νέα Γενιά, χρόνος 3ος, αριθμός φύλλου 51, 15 Ιουνίου 1945]
(Το περιοδικό ήταν όργανο του Κεντρικού συμβουλίου της ΕΠΟΝ) 

Αντίσταση

Στο παιδικό μας βλέμμα πνίγονται οι στεριές.
Πρώτη σου αγάπη τα λιμάνια σβύουν και εκείνα.
Θάλασσα τρώει το βράχο απ' όλες τις μεριές.
Μάτια λοξά και τ' αγαπάς: Κόκκινη Κίνα.

Γιομάτα παν τα ιταλικά στην Ερυθρά. 
Πουλιά σε αντικατοπτρισμό - Μαύρη Μανία.
Δόρατα μέσα στη νυχτιά παίζουν νωθρά.
Λάμπει αρραβώνα στο δεξί σου: Αβησσυνία.

Σε κρεμεζί, Νύφη λεβέντρα Ιβηρική
Αναβάνουνε του Barriochino τα φανάρια.
Σπανιόλοι μου θαλασσοβάτες και Γραικοί.
Γκρέκο και Λόρκα - Ισπανία και Πασιονάρα.

Κύμα θανάτου ξαπολιούνται οι Γερμανοί.
Τ' άρματα ζώνεσαι μ' αρχαία κραυγή πολέμου
Κυνήγι παίζουνε μαχαίρι και σκοινί.
Οι κρεμασμένοι στα δέντρα, μπαίγνιο του ανέμου.

Κι απέ Δεκέμβρη, στην Αθήνα και Φωτιά.
Τούτο της Γης το θαλασόδαρτο αγκωνάρι,
Λικνίζει κάτου από το Δρυ και την Ιτιά
το Διάκο, τον Κολοκοτρώνη και τον Άρη.

[Περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα, αριθμός 8, 30 Ιουνίου 1945]

[Τα ποιήματα και το απόσπασμα από τη συνέντευξη αντλήθηκαν από το κατατοπιστίκο βιβλίο του Φίλιππου Φιλίππου «Ο ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ», των εκδόσεων ΑΓΡΑ.] 




Διαβάστε ακόμα: