Πέμπτη, 8 Απριλίου 2021

Αλκυόνη Παπαδάκη: Το πάλεμα



Ένα νέο κορίτσι, μόλις δεκαπέντε χρόνια από τη λήξη του εμφυλίου πολέμου, εποχές δύσκολες, έκανε το δικό της πάλεμα. Έγραψε και τα έβαλε με πράγματα ιερά για την τάξη του κόσμου τότε. Τον θεό, την οικογένεια, την εκμετάλλευση. Με τους πυλώνες στήριξης και τρομοκρατίας του μετεμφυλιακού κράτους. Οι ήρωές της, απλοί άνθρωποι του λαού τα βάζουν με τους παπάδες και την υποκρισία τους. Τους ξεσκεπάζουν. Κορίτσια που τα βάζουν με την ασφυκτική οικογενειακή πίεση. Άνθρωποι που αντιλαμβάνονται το ψέμα και το ρόλο της θρησκείας. Η φύση πανταχού παρούσα μέσα σε αυτά τα διηγήματα. Κι όλα αυτά με μια γλώσσα που σε μαγεύει. Δύσκολη λόγω της ντοπιολαλιάς της Κρήτης, αλλά συνάμα να σου δημιουργεί μια έξαψη με τον πλούτο της. Γλώσσα, σύλληψη, περιεχόμενο, όλα στην υπηρεσία της καλής λογοτεχνίας. Στην υπηρεσία της ανόρθωσης του ηθικού του απλού κόσμου εκείνης της εποχής. Και για εμάς τους τυχερούς που πέφτει στα χέρια μας αυτό το βιβλίο μια γλυκιά γαλήνια ζέστη χύνεται άξαφνα από τα φύλλα του, όχι πια φύλλα βιβλίου μα φύλλα δέντρου και μας κάνει να ταξιδεύουμε σ' εκείνη τη δύσκολη εποχή, να διακρίνουμε πώς οι εξουσίες δηλητηριάζουν τις ψυχές και τα μυαλά των ανθρώπων και πώς οι άνθρωποι που αντιλαμβάνονται τη θέση τους μπορούν να τις βάλουν κι αυτές στη θέση που πρέπει να ανήκουν. Στο καλάθι των αχρήστων...





Μιαν άλλη μέρα, ήρθε στην αυλή του Θοδωρή κι' ο παπάς, να κουβεδιάσει λέει με τον αθεόφοβο, μπας και τον -ε- γυρίσει στον ίσιο δρόμο. Μα ο Θοδωρής ο αθεόφοβος, είχε μεράκια εκείνη την ημέρα. Κι' εφύσα από το πρωΐ, κι' εχτύπα, κι' εχάριζε ψωμί στα ξυπόλητα, κι΄ εμπούκωνε το φούρνο ξύλα... Ως είδε τον παπά εταράχτηκε.

-Πίσω παπά. Πίσω! Γιατί ένα βήμα ακόμη, και θα σε στείλω με τα καθημρινά σου στον παράδεισο! Και δε σου πάει δα παπά μου να παρουσιαστείς του Θεού σου με τέτοια σουλούπια. Του λόγου σου πεθυμάς να φορτωθείς σαν έρθει η ώρα τα χρυσάφια σου, να φορτωθείς τ' ασήμια σου, τα μαλαματένια σου, να του γεμίσεις το μάτι που λέει ο λόγος! Με τον παλιοτζουμπέ, θα σε βγάλει όξω. Κι' είναι κρίμας μαθώς, να πάει μια ζωής μάχητα στον αέρα... Κρίμας!

-Δεν σε καταλαβαίνω Θοδωρή! Αστεία πρέπει κουβεδιάζεις...-Χαχαχα... Αστεία παπά μου, αστεία! Χαχαχα... Δε σε συμφέρνει μαθώς, και τόκαμες αστείο... Τότες, γιάντα δε γελάς, σαν είναι αστείο; Ε: Γιάντα δε γελάς; - Καλά, Ας πούμε τότες, πως κουβεδιάζεις σοβαρά. Δεν τα πολυνοιώθω 'γω ετούτα που μ' αραδιάζεις. 

-Πέφτεις όξω Θοδωρή και πρόσεξε! Πέφτεις όξω! Ο Θεός το φτωχοτζουμπέ προτιμά Και σε κείνο ανοίγει την πόρτα του παραδείσου. Τα χρυσάφια και τ' ασήμια που λέει δεν είναι βουλή δική του. Ετούτα τα προσταίσανε οι άθρωποι στη θρησκεία, Θοδωρή. Δεν τα διέταξε ο Θεός. 

- Ναι, άγιε μου Δέσποτα! Ναι... Οι άθρωποι βέβαια, ζωή νάχεις! Ετούτο συλλογίζομαι κι΄ εγώ. Οι άθρωποι πως φταίνε. Μόνο, να σου πω ένα πράμα; Οι μισοί άθρωποι! Οι μισοί μπορεί και λιγότεροι, που νάχουνε την κατάρα μου... Σαν εχορτάσανε μαθώς φαγοπότι και καβάλλα, είπανε. Ήντα θα κάμομε μωρέ δα να γλεντήσομε και λιγάκι... Έφαε το κορμί, ας φάει κι' η πάντερμη η ψυχή... Κι' επιάσανε άγιε μου Δέσποτα κι' εκρεμάσανε λαμαρινάκια, κι' εγυαλίσανε τα μούτρα τω νε, επασαλίψανε και τα γένεια τώνε, κι' εκορδίσανε τσοι κοιλιές τώνε. Κι' ετσιδά, κορδισμένοι, σαν τους διάνους, ελαλήσανε... «Εδώ είμαστε του λόγου μας, οι ευκισμένοι του Θεού!! Τα παγώνια ντου! Ο Θεός, είναι δικός μας. Μας όρισε αφεντάδες! Εδά με την ευκή ντου, ήρθαμε να κάμωμε τσ' απατούς πράμα! Δούλους δικούς του! Στ' όνομα του σας ορκίζομε ν' ακούετε στις προσταγές μας;. Στ' όνομα του ορκιζούμαστε. να σας -ε- κάμωμε κατοχή.... Εκείνοι οι κακομοίρηδες, επιστέψανε... δεν είχανε μαθώς καλά γεμάτες τσ' κοιλιές τωνέ, κι' επιστέψανε... Κι' έτσι δα παπά μου, στ' όνομα του τάγιο, εμοιράστηκε ο κόσμος δυο στη μέση.

Έσκασε ο κόσμος, σαν την καρπούζα! Κι' εδά, δε νοιώθεις πράμα άγιε μου Δέσποτα; Εσάπισε μαθώς, και δε μπορεί άθρωπος να σταθεί από τη βρώμα... 

- Δεν κουβεδιάζεις σωστά Θοδωρή. Ο δούλος του Θεού, είναι ο γνήσια ελέφτερος άθρωπος. Γιατί δεν έχει πάθια να τον -ε-τρώνε, κι' ανθρώπινες πεθυμιές. 

- Κι' ήντα θα γυρεύει παπά στον κόσμο δίχως πεθυμιές; ε; και δίχως πάθια... Άθρωπος θάναι στο Θεό σου ύστερα, ή σγουραφιά; [...] Δούλος! Μακάριος άγιε μου Δέσποτα, Μακάριος! [...] Μακάριος όποιος του αστράψουνε ένα χαστούκι στο ένα μάγουλο, κι' αντίς για άλλη απόκριση, γυρίσει και τ' άλλο ντου μάγουλο, και πει. Χαστουκίστε με μωρέ, χαστουκίστε με, ώστε να σας ακούει. Πως τόπετε; Μακάριος; Δούλος του παραδείσου δηλαδη; Χαστουκίζετέ με αφεντάδες, χαστουκίζετέ με ας είστε ευλογημένοι, ώστε νάχετε πνοή. Τί λέτε; Θέλετε κι' άλλα; Και το ψωμί μου; Και το νερό μου; Και το κρέας μου; Πάρετέ τα ούλα, χαλάλι σας! Μόνο χαστουκίζετε με να ξαλαφρώνω... Να φεύγει η ζωή από πάνω μου, να φεύγουν τα πάθια, οι πεθυμιές... Χαστουκίζετέ με! Εσείς ας είστε τρισευτυχισμένοι, θα μεσιτέψετε ν' αρέσω τ΄ αφέντη μου. Θα του πείτε πως είμαι δούλος πιστός. Θα του πείτε πως σας τάδωσα ούλα, πως δεν άφηκα σάλιο στο στόμα του για χατήρι του. Και πως δε βαρυγκομώ. Πως δεν εβαρυγκόμησα ποτές μου! Μακάριος θάμαι, όχι ψευτιές! Μακάριος! Άγιος δηλαδή! Μεγάλο τ' όνομα σου Αφέντη!...


Το εξώφυλλο και η πολύ όμορφη εικονογράφηση του βιβλίου έγινε από τον ζωγράφο, σκιτσογράφο και ηθοποιό Μιχάλη Νικολινάκο, ο οποίος και έλαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση και παρά λίγο να είναι ένα από τα θύματα των ναζιστών στο μπλόκο της Κοκκινιάς. Γλίτωσε κρυμμένος σ' ένα ξεροπήγαδο. 

Το απόσπασμα με τα πλάγια γράμματα από το βιβλίο έχει μεταφερθεί στο μονοτονικό σύστημα, διατηρώντας παράλληλα την ορθογραφία του πρωτότυπου.

Το βιβλίο αυτό βρέθηκε μέσα σε μια κούτα και δίπλα σ' ένα καλάθι λαϊκής, γεμάτα και τα δύο με βιβλία - θησαυρούς, την ώρα που ένας άνθρωπος τ' άφηνε σ' ένα κάδο σκουπιδιών ξαλαφρώνοντας το σπίτι του από το περιττό βάρος... Γι' αυτό και η αξία του πολλαπλή..

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου