Η λίστα ιστολογίων μου

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2026

Καλή χρόνια και καλή λευτεριά εκεί που χτυπά του κόσμου η καρδιά...





 "... Τα έθνη που ξαγοράζουνε κάθε ώρα της ζωής τους με αίμα και μ' αγωνία, πλουτίζονται με πνευματικές χάρες που δεν τις γνωρίζουνε οι καλοπερασμένοι λαοί. Αυτοί απομένουνε φτωχοί από πνευματικούς θησαυρούς κι από ανθρωπιά, γιατί η καλοπέραση κάνει χονδροειδή τον μέσα άνθρωπο. Ενώ ο πόνος κατεργάζεται τους λαούς και τους καθαρίζει, όπως καθαρίζεται το χρυσάφι με φωτιά μέσα στο χωνευτήρι. Για τούτο η δυστυχισμένη Ρωμιοσύνη στολίστηκε με κάποια αμάραντα άνθη, που δεν τ' αξιωθήκανε οι μεγάλοι κι οι τρανοί λαοί της γης..."

Φώτης Κόντογλου: Πονεμένη Ρωμιοσύνη

Μέρα που είναι, με τα τραπέζια, τα δώρα, τις εκδρομές, τις γιορτές, το μυαλό μας να γυρίζει εκεί που χτυπά του κόσμου η καρδιά. Η καρδιά όσων δεν λυγίζουν από το κτήνος και τους ιμπεριαλιστές συμμάχους τους...

Γιατί αυτή τη στιγμή, την κάθε στιγμή, το κάθε δευτερόλεπτο, το κάθε λεπτό, την κάθε ώρα, όλη τη μέρα, ο πιο ηρωικός λαός του πλανήτη σήμερα, ο Γίγαντας Παλαιστινιακός Λαός, στολίζεται με κάποια αμάραντα άνθη, που δεν τ' αξιωθήκανε οι μεγάλοι κι οι τρανοί λαοί της γης...

Κι έτσι, φίλη αναγνώστρια και φίλε αναγνώστη

Να σκέφτεσαι τους άλλους

Καθώς ετοιμάζεις το πρωινό σου, να σκέφτεσαι τους άλλους 
(μην ξεχνάς να ταΐζεις τα περιστέρια).
Όταν πολέμους ξεκινάς, να σκέφτεσαι τους άλλους.
(μην ξεχνάς όσους λαχταρούν την ειρήνη).
Όταν πληρώνεις το νερό, να σκέφτεσαι τους άλλους.
(εκείνους που έχουν μόνο τα σύννεφα να τους θηλάσουν). 
Όταν γυρνάς στο σπιτικό σου, να σκέφτεσαι τους άλλους,
(μην ξεχνάς όσους μένουν σε αντίσκηνα).
Όταν τα αστέρια μετράς πριν κοιμηθείς, να σκέφτεσαι τους άλλους.
(εκείνους που δεν έχουν που να πλαγιάσουν).
Όταν ελεύθερα μιλάς, να σκέφτεσαι τους άλλους.
(εκείνους που τους έχουν πάρει το δικαίωμα να μιλούν).
Και καθώς σκέφτεσαι εκείνους τους άλλους, στον εαυτό σου γύρισε και πες:
"Αχ και να ήμουν ένα κερί στο σκοτάδι".

Mahmoud Darwish 

Διαβάστε ακόμα:




Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2025

Γ. Φ. Καλόγερος: ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ (εκδόσεις ΔΩΜΑ| βιβλία στην Αθήνα)




Ο Georgy F. Calogerovsky με το "Η Γλώσσα της Μύγας" και το "Νέα Γη".  Ο Γιώργος Μαυρος-Καλογερου με το "ΚΑΣΤΡΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΤΕΣ". Ο Γ. Φ. Καλογερόγλου με το "ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΕΣΣΔ..." Και τέλος ο Γ. Φ. Καλόγερος με τα "ΡΙΖΕΣ ΚΑΙ ΔΕΝΤΡΑ", "ΕΙΡΗΝΗ", "ΠΕΠΡΑΓΜΕΝΑ", "ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙΣ", "οι μπουρλοτιέρηδες και άλλα διηγήματα". Και, ενώ όλα μου τα βιβλία της λογοτεχνίας είναι τοποθετημένα στα ράφια με χρονολογική σειρά, διαμορφώνοντας έτσι ένα ιδιότυπο ημερολόγιο δεκαετιών, θυμίζοντας μου πρόσωπα, γεγονότα, καταστάσεις, τόπους, καφενεία, μέσα μαζικής μεταφοράς όπου τα διάβασα, αυτά είναι όλα μαζί αν και διαβάστηκαν σε ανάκατες ημερομηνίες. Έτσι, για να βγαίνει το φως τους όλο μαζί...

Ο Γ. Φ. Καλόγερος, που απορρόφησε όλα τα προηγούμενα παρατσούκλια (ή αλλιώς Γ. Σεραφίνο - έτσι τον γνωρίζουν οι παροικούντες στα "φύλλα"), συνοδοιπόρος μου στον Κόσμο των Ιδεών, σύντροφός μου στον αγώνα για την αλλαγή του κόσμου, μοιραστής της αγωνίας μας για τα γράμματα, αυτή τη φορά θα φωτίσει αυτή τη μικρή ανεξάρτητη γωνιά της βιβλιοθήκης μου, με το "ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ" του, αφού πρώτα "φώτισε" την οδό Αριστοτέλους, την πλατεία Βικτωρίας, τους ταπεινούς κατοίκους, περιπατητές, θαμώνες, αρρώστους, περαστικούς, αγωνιστές, φτωχοδιάβολους, πρόσφυγες, εξαρτημένους, αστούς και την ψυχή μου...

Γιατί η πλατεία Βικτωρίας σε ρουφάει. Τη συνηθίζεις και μετά δεν μπορείς να κινηθείς έξω από αυτήν, μετατρέπεται σε προαύλιο, και μετά και μετά και μετά, στραβογερνάς... Έρχονται άλλοι που δεν γνώρισαν τους προηγούμενους που ρουφιούνται κι αυτοί με τον ίδιο τρόπο.

Το "ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ" του λοιπόν είναι αυτό. Αστραπιαία κείμενα, όπως αστραπιαία είναι η ζωή εκεί. Σαν παλιός κάτοικος μπορώ να το επιβεβαιώσω. Οι άνθρωποι, οι χαρακτήρες, το συνεχές πήγαινε έλα, το ταξικό καμίνι, η παρατήρησή του φαρμακουπαλλήλου που ζυμώνεται με τόσο κόσμο και τέλος το ταλέντο του στην αποτύπωση στο χαρτί είναι ένα ακόμα δώρο σε εμάς που δεν ψάχνουμε απλά ιστορίες μέσα στα βιβλία. Αν ήταν έτσι ξέρουμε να τις βρούμε κι αλλού. Σε εμάς που ψάχνουμε να εξηγήσουμε τον κόσμο μέσα από τις ιστορίες και να αλλάξουμε την υλική υπόστασή του. Ο Γ. Φ. Καλόγερος αυτή τη στιγμή είναι υπάλληλος. Ήταν εργάτης και μπορεί να ξαναγίνει. Μπορεί να γίνει ξανά βιβλιουπάλληλος. Καρφίτσα στο μάτι ο συνδικαλισμός του στο χώρο του βιβλίου. Καρφίτσα στο μάτι και αυτό, το πιο επίσημο, βιβλίο του... Το 'ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ" του δεν είναι τίποτα άλλο από τη ζωή του. Τίποτα διαφορετικό από ότι έχει γράψει έως τώρα... Είναι η πλατεία Βικτωρίας, που θα μπορούσε να ήταν η πλατεία Αμερικής, το Γκύζη, η Κυψέλη, το Περιστέρι, η φτωχή ελληνική ύπαιθρος. Είναι το σάπιο σύστημα και οι ευαίσθητοι άνθρωποι. Είναι αυτός. Φτάνει όμως με τα καλά λόγια που θα τον έκαναν να ντραπεί. Έτσι όπως αρμόζει στους αχθοφόρους του αγώνα και της πένας... 

Φίλη αναγνώστρια και φίλε αναγνώστη βρες το... Γιατί αυτό το "ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ", ίσως να ήταν το μοναδικό φαρμακείο στο ευρύτερο κέντρο που οι άνθρωποι πίσω από τον πάγκο δεν μιλούσαν για αντισηπτικά και γάζες, αλλά για τη Γάζα που ματώνει κι αντιστέκεται. 


Το βιβλίο "ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΔΩΜΑ|βιβλία στην Αθήνα

...και διαβάζεται απνευστί!

Σημείωση: Τα αποσπάσματα με τα πλάγια γράμματα είναι από το βιβλίο.






Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2025

Κάπου νυχτώνει...




Κάπου νυχτώνει κι ο ήλιος παγώνει... [...] Κάπου βραδιάζει μην κλαίς δεν πειράζει πες πως τελειώνει ο κόσμος εδώ...

Είχε πέσει το σκοτάδι έξω από το παράθυρο εκείνο το προτελευταίο απόγευμα της ζωής σου. Εκείνο το τελευταίο που σε είδα ζωντανό στο νοσοκομείο. Είχα προετοιμαστεί από μέρες... Δεν επικοινωνούσες πια. Έστω και με εκείνο σφίξιμο του χεριού που μας είχες συνηθίσει τους τελευταίους τρεις μήνες. Επικοινώνησες όμως με ένα μικρό δάκρυ όταν σου είπα ότι σε αγαπώ. Με άκουσες. Μας άκουγες. Πόσο επώδυνο πρέπει να ήταν αυτό για εσένα. Για εμάς. Έφυγα, κι αυτή η τελευταία επικοινωνία μας στριφογυρίζει συχνά στο μυαλό μου. Και ειδικά σήμερα ένα χρόνο μετά.

Γύρνα τις ώρες που χάθηκαν απόψε κοίτα που φεύγεις πως κλαίει το δειλινό...[...] Αγέρας παίρνει απόψε τη ζωή μου, κλείνω τα μάτια που φεύγεις να μη δω...  

Το επόμενο απόγευμα, την ίδια ακριβώς ώρα που μου είχες σφίξει το χέρι, χτύπησε το τηλέφωνο. Σε χάσαμε. Ανέβηκα στο νοσοκομείο. Μπήκα στο θάλαμο. Σου έπιασα πάλι το χέρι. Σου είπα ότι σε αγαπώ αλλά δεν δάκρυσες... Είχε νυχτώσει νωρίς εκείνο το κρύο απόγευμα του περασμένου Νοεμβρίου κι ο ήλιος είχε παγώσει μέσα μου...

Την παραεπόμενη μέρα αυτές οι γραμμές ξεχύθηκαν από μέσα μου. Στις αφήνω εδώ έναν ακριβώς χρόνο μετά...

Ήσουν καλός άνθρωπος πατέρα. Πολύ καλός. Δεν έβλαψες ποτέ κανέναν. Το αντίθετο. Ή τουλάχιστον προσπάθησες. Το μαρτυρούν οι γνώμες των ανθρώπων που μου τις έχουν πει ανά τα χρόνια. Ακόμα κι αυτές τις δύο μέρες που έχεις φύγει από τη ζωή.

Ήσουν δημοκράτης από πεποίθηση. Και δημοκρατικός από ένστικτο. Προοδευτικός άνθρωπος. Μάρτυρας είμαι εγώ κι αδερφός μου. Δεν μας μάλωσες ποτέ με τον τρόπο που συνηθιζόταν τα χρόνια που ήμασταν παιδιά. Δεν μας χτύπησες, πράγμα συνηθισμένο εκείνα τα κακοποιητικά χρόνια. Ήσουν δημοκράτης κόντρα σε μαύρους καιρούς. Το μαρτυρά κι η μάνα. Η σύντροφός σου εξήντα χρόνια. Η Μάνα μας όπως έλεγες... Η Μαρίτσα σου που την είχες τόσο ψηλά. Πιο ψηλά κι από τη ζωή σου.

Μας άφησες να αναπνέουμε, να ψάχνουμε τον εαυτό μας ακόμα κι όταν διαφωνούσες με Δέλτα κεφαλαίο με τις επιλογές μας. Τις προσωπικές και τις πολιτικές. Ήσουν τίμιος. Με την τιμιότητα του κοινού καλού κι όχι του προσωπικού. 

Η μεγαλύτερη κληρονομιά που μας άφησες ήταν η αγάπη σου για εμάς κι η αγάπη σου για τα γράμματα και τα βιβλία. Τα βιβλία που αγάπησες τόσο και που αγαπάμε κι εγώ κι ο αδερφός μου. Κι η μάνα.

Κι αυτός ο Κόσμος των Ιδεών σε οδήγησε σε ολοένα και πιο φωτεινούς δρόμους. Κι ας είχες τις "αδυναμίες" σου. Αλήθεια, πως να μην έχει ένας άνθρωπος που γεννήθηκε στην Αρκαδία το 1944 όταν όλα τα έσκιαζε η φοβέρα κι η μαυρίλα. Κι αυτό σε ανέβασε ακόμα πιο πολύ στα μάτια μου.  Αλλά τα τελευταία χρόνια όταν καταπιάστηκες και με άλλους τομείς της φιλοσοφίας (Ο Προυστ ήταν μια από αυτές) είδες αλλιώς τη ζωή...

Κι αποφάσισες ότι ο θάνατος είναι "απλώς μια αλλαγή της ύλης"... που είπε κι ο μεγάλος κομμουνιστής δάσκαλος και συντοπίτης σου Νίκος Πλουμπίδης πριν τον εκτελέσουν. Κι εγώ το πιστεύω απόλυτα αυτό. Και σαν βαθιά υλιστής που είμαι ξέρω ότι δεν θα σε συναντήσω ποτέ ξανά. Σε κανένα μεταφυσικό παραμύθι. Γι αυτό και σε χαιρετώ εδώ. Σωματικά τουλάχιστον.

Γιατί θα σε συναντώ σε κάθε βιβλίο που θα τραβώ από τη βιβλιοθήκη και θα μου ανοίγει καινούριους δρόμους στο όνειρο των γραμμάτων και των ιδεών.

Γιατί θα σε συναντώ κάθε φορά που θα προσπαθώ να γίνω καλύτερος άνθρωπος 

Κάθε φορά στην προσπάθεια αλλαγής αυτού του κόσμου. 

Πατέρα σε χαιρετώ! 


Οι στίχοι με τα πλάγια γράμματα και η μουσική είναι του μεγάλου Σταυρού Κουγιουμτζή. 





Παρασκευή 31 Οκτωβρίου 2025

Τριάντα χρόνια...


Στις συνοδοιπόρισσες και τους συνοδοιπόρους (και) στον Κόσμο των Ιδεών.... (Στην Κατερίνα, τον Γ. Σεραφίνο, τον Μάικ, τον Μι Δέλτα...)

"Είναι η ζωή μου αυτά τα βιβλία, οι σχέσεις μου με ανθρώπους, τα συναισθήματά μου, η πολιτική δράση, τα σπίτια μου -κυρίως τα σπίτια μου-, οι ώρες, οι ατελείωτες χιλιάδες ώρες που αφιέρωσα σε αυτά..." 

     (απόγευμα Τρίτης 8 Ιανουαρίου 2008)

Αυτό έγραφα στην δεύτερη σελίδα (εκεί που συνήθως γράφω την ημερομηνία κάθε βιβλίου που έχω διαβάσει) το πολύ μακρινό πια 2008 στο λογοτεχνικό αριστούργημα του VALERY LARBAUD "ΦΕΡΜΙΝΑ ΜΑΡΚΕΣ" των εκδόσεων ΑΓΡΑ. Μπορεί να μην θυμάμαι πολλά από αυτό το βιβλίο (οι υπογραμμίσεις -οι πάντα σωτήριες αυτές υπογραμμίσεις- μου δίνουν ευτυχώς μια μικρή εικόνα) αλλά αυτή η αίσθηση που αναδίδει με γυρίζει σε αυτή την εποχή της ζωής και των αναγνωσμάτων μου. Και με γυρίζει σε συζητήσεις με συνοδοιπόρους από τον Κόσμο των Ιδεών και την τότε συζήτηση για αυτό το διαμαντάκι των γραμμάτων.

Κατά καιρούς χαζεύω πιο προσεκτικά τις ράχες των τυπωμένων σελίδων που πιάνουν τους τοίχους του σπιτιού. Άλλες φορές ανοίγω κάποιο λογοτεχνικό βιβλίο για να θυμηθώ κάτι ή ανατρέχω στις σημειώσεις κάποιου άλλου αν είναι ιστορικοπολιτικό. Γιατί τα γράφω όμως όλα αυτά; Χρειάστηκε να κατέβουν από το λημέρι τους, να κρυφτούν σε ντουλάπες και κάτω από τραπέζια για να μην σκονιστούν (πόσο ακόμα!) από την επερχόμενη επίθεση εν όψει του βαψίματος του σπιτιού. Κι εκεί παρόλη τη βιασύνη κοιτούσα εξώφυλλα, τα άνοιγα, τα χάζευα, τα προσπερνούσα ή κολλούσα λίγο πιο πολύ σε σελίδες υπογραμμισμένες, σημειωμένες με ξεθωριασμένα πια γράμματα μολυβιών, στεκόμουν σε ημερομηνίες, γύριζα στα σπίτια που τα διάβασα... Περνούσαν από μπροστά μου οι ώρες, οι ατελείωτες χιλιάδες ώρες που αφιέρωσα σε αυτά... 

Και τότε συνειδητοποίησα ότι φέτος συμπληρώθηκαν τριάντα ολόκληρα χρόνια που είμαι συστηματικός αναγνώστης... Ναι... Τριάντα... Γύρισα πίσω και με είδα εικοσάχρονο παιδί να βουτάω στον απέραντο ωκεανό της γνώσης. Μη ξέροντας από που να πιαστώ για να βγω στην ακτή. Μπορεί να προερχόμουν από ένα σπίτι στο οποίο κάθε δωμάτιο του καλυπτόταν από βιβλιοθήκες που ξεχείλιζαν, λίγα όμως ήταν αυτά τα βιβλία που με συγκινούσαν. Και για αυτό, ως νέος εκεινης της εποχής που ήμουν τότε και με διαφορετικές προσλαμβάνουσες, πολιτικές κυρίως, έπεσα σε αυτόν τον ωκεανό της σύγχρονης μητροπολιτικής λογοτεχνίας, των ριζοσπαστικών πολιτικών και ιστορικών βιβλίων. Κολύμπησα, κολύμπησα, κολύμπησα. Παρά πολύ. Δύο με τρεις φορές την εβδομάδα μπροστά στα ράφια των βιβλιοπωλείων με τις νέες κυκλοφορίες, στα ράφια με τα πιο παλιά βιβλία, στα ένθετα των εφημερίδων, προσπαθώντας να βρω την ακτή. Μία ακτή, που είναι το μόνιμο άγχος των συστηματικών αναγνωστών και, που ποτέ δεν πρόκειται να βγουν. 

Δύο δεκαετίες αργότερα άρχισα να βουτάω και στις βιβλιοθήκες του σπιτιού που μεγάλωσα. Ανακάλυψα έναν καινούριο ανεξερεύνητο ωκεανό με θησαυρούς ανεκτίμητους. Κυρίως των Νέων Ελληνικών Γραμμάτων. Ακόμα θυμάμαι να τραβώ ένα από αυτά τα βιβλία και να το κουβαλάω στο σπίτι μου χωρίς να είμαι σίγουρος αν θα το διαβάσω. Δεν έχει σημασία ποιο ήταν. 

Κι έτσι έκανα όλο κι ένα βήμα πιο μπροστά. Κολυμπούσα, κολυμπούσα, κολυμπούσα. Διάβασα μυθιστορήματα, ιστορίες του τόπου, λαογραφία, καταβρόχθισα συγγραφείς γνωστούς και λιγότερο γνωστούς και άλλους σχεδόν άγνωστους. Έψαξα σε παλαιοβιβλιοπωλεία και τώρα πια στο διαδίκτυο. Έψαχνα, αγόραζα, διάβαζα. 

Κι εκεί κάπου ανακαλύπτω την κριτική. Που ήταν μια άλλη ασχολία όλων αυτών των μεγάλων πενών του τόπου μας. Την κριτική για όλο αυτό το έργο των ανθρώπων που διάβαζα. Τις βιογραφίες, τις αυτοβιογραφίες και τις πληροφορίες για το τι τους ώθησε να γράψουν και ποιοι ήταν στην καθημερινή ζωή. Και ξανά επιστροφή σε παλιά και πιο καινούρια είδη που ξεπρόβαλλαν σαν "κατάρα" μπροστά μου...

Κλωστή κλωστή δενόσουν με τον κόσμο των γραμμάτων, που τόσο ήθελες, έγραφε στα τριαντάχρονα για την παρουσία του στα γράμματα ο μεγάλος μας πεζογράφος Γιώργος Ιωάννου. Κλωστή κλωστή δενόταν και δένεται αυτό το μωσαϊκό στους τοίχους του σπιτιού μου τριάντα χρόνια τώρα. Κρύφτηκε αυτό το μωσαϊκό για λίγες μέρες. Αλλά τώρα γύρισε για να αναπαυτεί στη θέση του με όλο του το φως που γεμίζει την ψυχή μου... 




Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2025

Ο πυρετός των Μαρμάρων 1800-1820 (Μαρτυρίες για τη λεηλασία των ελληνικών μνημείων)



Στον Γ. Σεραφίνο... (ανοίγει το πράγμα, όπως είπες συνοδοιπόρε στον Κόσμο των Ιδεών...) 


Κατά την πρώτη μου περιοδεία στην Ελλάδα γνώρισα τον ανείπωτο εξευτελισμό να παραστώ στη λεηλασία του Παρθενώνα από τα εκλεκτότερα γλυπτά του και στην καταστροφή ορισμένων από τα αρχιτεκτονικά τμήματά του. [...] Είναι οδυνηρό να συλλογίζεται κανείς πως αυτά τα τρόπαια του ανθρώπινου πνεύματος, τα οποία αντιστάθηκαν στη σιωπηλή φθορά του χρόνου για ένα διάστημα μεγαλύτερο από είκοσι δύο αιώνες [...] ήταν τελικά καταδικασμένα να γνωρίσουν μια τέτοια σαρωτική κακοποίηση που πάντα θα αποτελεί αντικείμενο αποδοκιμασίας. 

Αυτά έγραφε μεταξύ των άλλων ο Έντουαρντ Ντόντγουελ. Μπορεί γι' αυτόν να ήταν μνημείο ντροπής όλο αυτό το πλιάτσικο αλλά για τους υπόλοιπους αυτού του συλλογικού έργου το να πάρουν με τόσους δόλιους τρόπους πολιτιστικούς θησαυρούς που ανήκαν σε άλλους λαούς και τόπους (σε αυτή την περίπτωση στον τόπο μας), ήταν κατορθώματα που έπρεπε να εξιστορηθούν. Και μάλιστα να υπεραμυνθούν των πράξεων τους,  Άγγλοι και Γάλλοι σε ένα πρωτοφανές ράλι αρπαγής, απειλώντας, δωροδοκώντας και χρησιμοποιώντας κάθε μέσο και διασύνδεσεις πετύχαιναν τους σκοπούς τους. 

Το συλλογικό αυτό βιβλίο είναι ένα σπουδαίο βιβλίο από πλευράς μαρτυριών των ίδιων των ανθρώπων που σχεδίαζαν και εκτελούσαν τις συγκεκριμένες αποστολές. Η κατατοπιστική εισαγωγή του για την εσωτερική κατάσταση που επικρατούσε τις δύο τελευταίες προεπαναστατικές δεκαετίες είναι διαφωτιστική. Η Αφροδίτη της Μήλου, οι ναοί, τα αγάλματα, το Ερέχθειο που δεν κλάπηκε επειδή δεν βρέθηκε τόσο μεγάλο καράβι για να το μεταφέρει, η απληστία των Άγγλων κυρίως, διπλωμάτες, προεστοί, ελληνες εργάτες, η Υψηλή Πύλη, τυχοδιώκτες, "αρχαιολάτρες" και πολλοί άλλοι παρελαύνουν από τις σελίδες του εξηγώντας ο καθένας την αλήθεια του. Μα την πιο μεγάλη αλήθεια την έγραψε ο Βύρωνας το 1812.

Παγώνει, Ελλάδα, ευγενική η καρδιά που σ' ατενίζει,
σαν εραστής πια δεν σκιρτά πάνω απ' τα χωματά σου,
τυφλό είν' το μάτι που θωρεί και δεν δακρύζει
τα κάστρα σου γυμνά, συντρίμμια συλημένα τα ιερά σου
σε χέρια Βρετανών, που σ' άρμοζε καλύτερα να στέρξουν
λείψανα σαν αυτά που ανεπανόρθωτα χάθηκαν.
Κατάρα στη στιγμή που απ' το νησί τους ξεχύθηκαν
τον άμοιρο τον κόρφο σου ξανά για να κουρσέψουν 
και τους θεούς σου ευάλωτους στη φρίκη του Βορρά να φυγαδέψουν.